← Ν. 5344/2026
Αρχική δημοσίευση · εκκρεμεί έλεγχος ισχύος.Το κείμενο εξήχθη αυτόματα από το ΦΕΚ. Αντιπαραβάλετε το πρωτότυπο και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις πριν το χρησιμοποιήσετε.
Διαδικασία της εισαγωγικής συνεδρίας διαμεσολάβησης
1. Για τις διαφορές του άρθρου 15, ο διαμεσολαβητής ορίζεται κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 77.
2. Ειδικότερα, το επισπεύδον μέρος ή ο νομικός παραστάτης του έχει τη δυνατότητα:
α) να επικοινωνήσει ηλεκτρονικά ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο με το άλλο ή τα άλλα μέρη της διαφοράς
ή τους νομικούς παραστάτες τους για τον ορισμό διαμεσολαβητή κοινής αποδοχής ή
β) να απευθυνθεί ηλεκτρονικά ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο σε διαμεσολαβητή της επιλογής του, ώστε
εκείνος να αναζητήσει την έγγραφη συναίνεση του άλλου ή των άλλων μερών ή
γ) να απευθυνθεί στην Επιτροπή Μητρώου Διαμεσολαβητών της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 129 για
τον διορισμό διαμεσολαβητή.
Στην περ. α), κατά την επικοινωνία προς το άλλο ή τα άλλα μέρη αναγράφεται το πρόσωπο που προτείνεται
ως διαμεσολαβητής.
3. Εάν δεν καταστεί δυνατή η επικοινωνία ή εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία ως προς το πρόσωπο του δια-
μεσολαβητή ή στο πλαίσιο εφαρμογής της περ. γ) της παρ. 2, ο διαμεσολαβητής διορίζεται από την Επιτροπή
Μητρώου με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους. Ο διορισμός γίνεται κατά σειρά προτεραιότητας με βάση
τον αύξοντα αριθμό του Μητρώου της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 130. Ο διορισμός στις αποτιμητές σε
χρήμα διαφορές γίνεται μεταξύ των διαμεσολαβητών της βαθμίδας πιστοποίησης σύμφωνα με το άρθρο
123 κατά σειρά προτεραιότητας και με βάση τον αύξοντα αριθμό του Μητρώου Διαμεσολαβητών, μεταξύ
όσων κατοικούν στην περιφέρεια του δικαστηρίου στο οποίο δωσιδικεί η διαφορά. Εάν δεν είναι επαρκής ο
αριθμός των διαμεσολαβητών της αντίστοιχης βαθμίδας πιστοποίησης ή υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων,
ο διορισμός γίνεται μεταξύ όσων κατοικούν στην οικεία εφετειακή περιφέρεια.
4. Ο διαμεσολαβητής που διορίζεται από την Επιτροπή Μητρώου Διαμεσολαβητών υποχρεούται να δη-
λώσει την αποδοχή ή μη του διορισμού του εντός δύο (2) εργάσιμων ημερών από την κοινοποίηση του
διορισμού, διαφορετικά τεκμαίρεται μη αποδοχή και διορίζεται ο επόμενος κατά σειρά προτεραιότητας από
το Μητρώο Διαμεσολαβητών. Διαμεσολαβητής ο οποίος, για οποιονδήποτε λόγο, δεν αναλαμβάνει τελικά
τη διαμεσολάβηση, είτε λόγω μη αποδοχής του διορισμού του, είτε λόγω μη ορισμού διαμεσολαβητή κοινής
αποδοχής κατά την περ. α) της παρ. 2, είτε λόγω κωλύματος, υποχρεούται να τηρεί εμπιστευτικότητα και να
μην γνωστοποιήσει στοιχεία των οποίων έλαβε γνώση στο πλαίσιο εξέτασης του διορισμού του. Παραβίαση
της αρχής της εμπιστευτικότητας συνεπάγεται τις πειθαρχικές ποινές του άρθρου 138.
5. Ο διαμεσολαβητής, ο οποίος έχει ορισθεί για τη διενέργεια της διαμεσολάβησης επί της κύριας αγω-
γής, δύναται να διενεργήσει τη διαμεσολάβηση και για κάθε παρεμπίπτουσα αγωγή, ανταγωγή, παρέμβαση,
προσεπίκληση, ανακοίνωση δίκης ή άλλο συναφές ένδικο βοήθημα, εφόσον αυτά εισάγονται στο πλαίσιο της
ίδιας διαφοράς ανεξαρτήτως του χρόνου άσκησής τους. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία διαμεσολάβησης
για όλες τις ως άνω πράξεις πρέπει να έχει ολοκληρωθεί το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της κύριας αγωγής.
Αν συντρέχει στο πρόσωπο του διαμεσολαβητή νόμιμο κώλυμα ή αντικειμενική αδυναμία άσκησης των
καθηκόντων του, αυτός αντικαθίσταται άμεσα με επιμέλεια του επισπεύδοντος μέρους, κατόπιν υποβολής
σχετικού αιτήματος στην Επιτροπή Μητρώου Διαμεσολαβητών.
6. Το επισπεύδον μέρος ή ο νομικός παραστάτης του παρέχει στον διαμεσολαβητή, ηλεκτρονικά ή με κάθε
άλλο πρόσφορο μέσο, τα στοιχεία που απαιτούνται για την εκτέλεση των καθηκόντων του, στα οποία περιλαμ-
βάνονται υποχρεωτικά τα στοιχεία των μερών σύμφωνα με την περ. 3) του άρθρου 118 του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), καθώς και το αντικείμενο της διαφοράς. Ο διαμεσολαβητής επικοινωνεί,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
8105Τεύχος A’ 168/16.10.2026
ηλεκτρονικά ή με κάθε άλλο πρόσφορο μέσο, με τα μέρη για τον ορισμό της ημερομηνίας και του τόπου
διεξαγωγής της εισαγωγικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Σε περίπτωση μη συμφωνίας, ο διαμεσολαβητής
ορίζει την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της εισαγωγικής συνεδρίας διαμεσολάβησης και ενημερώνει
τα μέρη ή τους νομικούς παραστάτες τους. Τυχόν έξοδα γνωστοποίησης και η αμοιβή του διαμεσολαβητή προ-
καταβάλλονται από το επισπεύδον μέρος και επιδικάζονται ως δικαστικά έξοδα, εφόσον επακολουθήσει δίκη.
7. Η εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης διεξάγεται σε χρόνο που καθορίζεται από τον διαμεσολαβητή,
λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες της διαφοράς και τη δυνατότητα συμμετοχής όλων των μερών. Η εισαγω-
γική συνεδρία διαμεσολάβησης έχει εμπιστευτικό χαρακτήρα και εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 4 έως 8
του άρθρου 77.
8. Στην εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης η παρουσία των μερών είναι υποχρεωτική με την επιφύλαξη
της παρ. 9. Τα μέρη παρίστανται με νομικό παραστάτη. Σε περίπτωση μη προσέλευσης μέρους στην εισαγωγική
συνεδρία διαμεσολάβησης, παρότι κλήθηκε νομίμως, εφαρμόζεται το άρθρο 18.
9. Κατ’ εξαίρεση, δυνάμει εξουσιοδότησης με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής ή εκδοθείσας μέσω
της Ενιαίας Ψηφιακής Πύλης της Δημόσιας Διοίκησης (gov.gr), επιτρέπεται η συμμετοχή μόνο του νομικού
παραστάτη μέρους του οποίου αποδεδειγμένα δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία, ιδίως λόγω σοβαρής ασθέ-
νειας ή αν είναι κάτοικος εξωτερικού. Η συμμετοχή μόνο του νομικού παραστάτη αποκλείεται όταν παρέχεται
δυνατότητα τηλεδιάσκεψης, εκτός αν συντρέχουν λόγοι που καθιστούν τη συμμετοχή μέσω τηλεδιάσκεψης
αδύνατη, κατά την κρίση του διαμεσολαβητή.
10. Ο διαμεσολαβητής υποχρεούται να:
α) παρέχει εγγράφως στα μέρη, κατά τον ορισμό της εισαγωγικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, βασικές
πληροφορίες για τη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αναφέροντας τα οφέλη της, τις υποχρεώσεις και τα
δικαιώματα των μερών, καθώς και την εκτελεστότητα των πρακτικών επίτευξης συμφωνίας,
β) αναπτύσσει προφορικά το περιεχόμενο των ανωτέρω πληροφοριών, ώστε να διασφαλίζεται η κατανόηση
αυτών από τα μέρη, και να εκθέτει τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης, ιδίως τη φύση και την πολυπλοκό-
τητα της διαφοράς, τη στάση και τη συμπεριφορά των μερών, τυχόν ανισότητες μεταξύ τους, καθώς και κάθε
περίσταση που δύναται να επηρεάσει την πορεία της διαδικασίας και
γ) καλεί τα μέρη να αναπτύξουν τις απόψεις τους ως προς τη βούλησή τους να επιδιώξουν τη συναινετική
επίλυση της διαφοράς μέσω διαμεσολάβησης αντί της συνέχισης της δικαστικής διαδικασίας, με τρόπο που
εξασφαλίζει την ισότιμη συμμετοχή και την πλήρη ακρόασή τους.
11. Μετά το πέρας της εισαγωγικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, εφόσον τα μέρη:
α) καταλήξουν σε συμφωνία, συντάσσεται πρακτικό επίτευξης συμφωνίας το οποίο υπογράφεται από τον
διαμεσολαβητή, τα μέρη, και τους νομικούς παραστάτες τους,
β) επιλέξουν να συνεχίσουν τη διαδικασία διαμεσολάβησης αλλά δεν έχουν ακόμη καταλήξει σε συμφωνία,
συντάσσεται συμφωνητικό υπαγωγής σε διαμεσολάβηση και ακολουθείται η διαδικασία της απόσυρσης κατά
τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182),
γ) δεν επιλέξουν να συνεχίσουν τη διαδικασία διαμεσολάβησης σε αυτό το στάδιο, ο διαμεσολαβητής
συντάσσει υπόμνημα, σύμφωνα με τις παρ. 12 έως 15.
12. Στο υπόμνημα βεβαιώνεται:
α) ότι έλαβε χώρα η εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης, με την αναγραφή των προσώπων που παρέ-
στησαν σε αυτήν,
β) η φύση των λόγων για τους οποίους δεν επιτεύχθηκε συμφωνία, δίχως αναφορά στο περιεχόμενο αυτών
και σύμφωνα με την αρχή της εμπιστευτικότητας, ή δεν υπεγράφη συμφωνητικό υπαγωγής σε διαμεσολάβηση
σε αυτό το στάδιο και
γ) ότι ο διαμεσολαβητής ενημέρωσε τα μέρη για τη δυνατότητα να επιλέξουν τη διαμεσολάβηση ή για τη
δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς τους σε άλλη μέθοδο εναλλακτικής επίλυσης διαφορών σε κάθε στάδιο
της δίκης με τον ίδιο ή άλλο διαμεσολαβητή.
13. Το υπόμνημα υπογράφεται από τον διαμεσολαβητή, τα μέρη και τους νομικούς παραστάτες. Αν μέρος
ή νομικός παραστάτης αρνηθεί την υπογραφή ή απουσιάζει, το υπόμνημα υπογράφεται μόνο από τον διαμε-
σολαβητή, ο οποίος καταγράφει ρητά στο σώμα του υπομνήματος την άρνηση ή την απουσία. Αδικαιολόγητη
άρνηση υπογραφής ή αδικαιολόγητη απουσία από την εισαγωγική συνεδρία διαμεσολάβησης συνεκτιμάται
κατά την επιμέτρηση της δικαστικής δαπάνης.
14. Το υπόμνημα κατατίθεται στο δικαστήριο με τις προτάσεις οποιουδήποτε από τα μέρη. Σε περίπτωση
μη κατάθεσής του, η συζήτηση της αγωγής κηρύσσεται απαράδεκτη. Ο διαμεσολαβητής εκδίδει το υπόμνημα
πριν από τη λήξη της προθεσμίας κατάθεσης προτάσεων. Με την πλήρη λειτουργία της Ενιαίας Ψηφιακής
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 168/16.10.20268106
Πύλης Διαμεσολάβησης (Ε.Ψ.Π.Δ.) του άρθρου 83, η γραμματεία του δικαστηρίου λαμβάνει επικυρωμένο
ηλεκτρονικό αντίγραφο του υπομνήματος, με συνημμένο το καταβεβλημένο παράβολο ύψους δύο (2) ευρώ
μέσω της Ε.Ψ.Π.Δ. και δεν απαιτείται φυσική κατάθεση.
15. Η παράλειψη του διαμεσολαβητή να συντάξει και να υπογράψει το υπόμνημα εντός της προθεσμίας
της παρ. 14 γνωστοποιείται εγγράφως από τους νομικούς παραστάτες στην Επιτροπή Δεοντολογίας και
Πειθαρχικού Ελέγχου. Η αδικαιολόγητη παράλειψη του διαμεσολαβητή συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα και
συνεπάγεται τον αποκλεισμό του για έξι (6) μήνες από τη σειρά διορισμού που τηρεί η Επιτροπή Μητρώου
Διαμεσολαβητών. Σε περίπτωση υποτροπής, επιβάλλεται η διαγραφή του από το Μητρώο Διαμεσολαβητών,
σύμφωνα με το άρθρο 138.
Παραπομπή στο πρωτότυπο
Ν. 5344/2026, Άρθρο 79, ΦΕΚ 168 Α΄/16.10.2026 — αρχική δημοσίευση. https://api.et.gr/apiLAW/1/2026/5344/pdf
Σταθερός σύνδεσμος άρθρου ↗
Ρητές παραπομπές του κειμένου
Η αναφορά σε άλλο νόμο δεν επιβεβαιώνει από μόνη της τροποποίηση, κατάργηση ή σημερινή ισχύ.
Δεν αναγνωρίστηκαν ρητές παραπομπές σε αριθμό και έτος νόμου από τον αυτόματο έλεγχο.
Τεκμηρίωση εξαγωγής
Πηγή: επίσημη δημοσίευση Εθνικού Τυπογραφείου, με διασταύρωση στοιχείων Βουλής.
Πρωτότυπο: 01be991944faee65f6b78589ceb820ab0cf2a9da82906f5626944cb3a0831f2e
Κείμενο άρθρου: f1152cb14328d265ebf686296793d775c7986e9d801254e597feff9169777fba
Οι εκδόσεις του αρχείου καταγράφουν τη διατήρηση των πηγών. Δεν αποτελούν ιστορικό κωδικοποίησης της ισχύουσας διάταξης.