← Ν. 5306/2026
Αρχική δημοσίευση · εκκρεμεί έλεγχος ισχύος.Το κείμενο εξήχθη αυτόματα από το ΦΕΚ. Αντιπαραβάλετε το πρωτότυπο και τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις πριν το χρησιμοποιήσετε.
Κύρωση Κώδικα Χωροταξίας - Πολεοδομίας «Νικόλαος Ταγαράς»
1. Κυρώνεται, σύμφωνα με τις παρ. 6 και 7 του άρθρου 76 του Συντάγματος και το άρθρο 11 του ν. 4447/2016
(Α’ 241), ο παρών Κώδικας Χωροταξίας - Πολεοδομίας «Νικόλαος Ταγαράς».
2. Αναφορές της κείμενης νομοθεσίας στον παρόντα Κώδικα γίνονται ως «Κώδικας Χωροταξίας - Πολεο-
δομίας» ή ως «Κώδικας Νικόλαος Ταγαράς».
ΜΕΡΟΣ Α’
ΧΩΡΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
ΤΜΗΜΑ I
ΒΑΣΙΚΕΣ ΕΝΝΟΙΕΣ ΚΑΙ ΔΙΑΡΘΡΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ ΧΩΡΙΚΟΥ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΥ
Άρθρο 1
Ορισμοί
Για την εφαρμογή των Τμημάτων I έως III του παρόντος Μέρους, ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «Βιώσιμη ανάπτυξη»: η ανάπτυξη που συνθέτει και σταθμίζει κοινωνικούς, οικονομικούς και περιβαλ-
λοντικούς στόχους με σκοπό την:
αα) επίτευξη διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης με τη δημιουργία ισχυρής παραγωγικής βάσης και
έμφαση στην καινοτομία και την αύξηση της απασχόλησης,
αβ) εδαφική και κοινωνική συνοχή, δίκαιη κατανομή πόρων και άρση των αποκλεισμών,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3505Τεύχος A’ 88/08.06.2026
αγ) προστασία του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, της βιοποικιλότητας, του τοπίου και την
αειφόρο χρήση των φυσικών πόρων.
β) «Βιώσιμη χωρική ανάπτυξη»: οι χωρικές, εδαφικές και περιβαλλοντικές διαστάσεις της βιώσιμης ανά-
πτυξης, καθώς και αυτές που σχετίζονται με την ορθολογική οργάνωση του χώρου.
γ) «Σύστημα χωρικού σχεδιασμού»: το κυρίως σύστημα χωρικού σχεδιασμού περιλαμβάνει το σύνολο των χω-
ροταξικών πλαισίων και πολεοδομικών σχεδίων που περιγράφονται στα Τμήματα I έως III του παρόντος Μέρους και
στη νομοθεσία, όπως αυτά διαρθρώνονται συστηματικά και ιεραρχούνται σε επίπεδα, με βάση τη γεωγραφική κλί-
μακα στην οποία αναφέρονται, την αποστολή και το περιεχόμενό τους. Το ευρύτερο σύστημα χωρικού σχεδιασμού
περιλαμβάνει το σύνολο των νομοθετικών και κανονιστικών πράξεων χωροταξικού και πολεοδομικού σχεδιασμού.
δ) «Χωροταξικός σχεδιασμός»: ο χωρικός σχεδιασμός που εκπονείται σε εθνική ή περιφερειακή κλίμακα,
με τη μορφή πλαισίων, με τα οποία τίθενται οι μεσοπρόθεσμοι ή και μακροπρόθεσμοι στόχοι της ανάπτυ-
ξης και οργάνωσης του χερσαίου και θαλάσσιου χώρου, καθώς και οι κατευθύνσεις και οι αναγκαίες, όπου
απαιτείται, ρυθμίσεις, για τη διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών, των περιοχών άσκησης παραγωγικών
και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων και των προστατευόμενων περιοχών. Ο χωροταξικός σχεδιασμός είναι
κυρίως στρατηγικού χαρακτήρα και περιλαμβάνει κατευθύνσεις και, όπου απαιτείται, ρυθμίσεις.
ε) «Πολεοδομικός σχεδιασμός»: ο χωρικός σχεδιασμός με τον οποίο τίθενται, μέσω σχεδίων, κανόνες και
όροι για τη χρήση, τη δόμηση και την εν γένει εκμετάλλευση του εδάφους στον αστικό χώρο και την ύπαιθρο
και περιλαμβάνει κυρίως ρυθμίσεις.
στ) «Κατεύθυνση (χωρικού σχεδιασμού)»: κατευθυντήρια πρόβλεψη ενός πλαισίου ή σχεδίου, με την οποία
επιδιώκεται η επίτευξη συγκεκριμένου αποτελέσματος και η οποία δεσμεύει, στον βαθμό και με τον τρόπο
που η ίδια προσδιορίζει, τον υποκείμενο χωρικό σχεδιασμό, τις αποφάσεις έγκρισης περιβαλλοντικών όρων
και τη χωροθέτηση και αδειοδότηση παραγωγικών δραστηριοτήτων. Τα αρμόδια για τον σχεδιασμό, τις εγκρί-
σεις και αδειοδοτήσεις όργανα οφείλουν να ακολουθούν τις κατευθύνσεις. Ο βαθμός δεσμευτικότητας μίας
κατεύθυνσης είναι συνάρτηση της σαφήνειας και της κανονιστικής της πυκνότητας και διαβαθμίζεται ως εξής:
στα) υποχρέωση πλήρους ευθυγράμμισης (συμμόρφωσης),
στβ) υποχρέωση μη αντίθεσης (συμβατότητας),
στγ) υποχρέωση λήψης υπόψη αυτής από τα υποκείμενα σχέδια και όργανα χωρίς να είναι υποχρεωτική
η ευθυγράμμιση ή η μη αντίθεση.
Ο χαρακτήρας κάθε κατεύθυνσης, από την άποψη της δεσμευτικότητάς της, προσδιορίζεται από το κατά
περίπτωση πλαίσιο ή σχέδιο, το οποίο μπορεί να προσδιορίζει και όρια ή κριτήρια για τη δυνατότητα του
υποκείμενου σχεδιασμού να τροποποιήσει, συμπληρώσει ή εξειδικεύσει μία κατεύθυνση.
ζ) «Ρύθμιση (χωρικού σχεδιασμού)»: πρόβλεψη ενός πλαισίου ή σχεδίου που είναι δεσμευτική και αμέσως
εφαρμοστέα, χωρίς να χρήζει περαιτέρω εξειδίκευσης.
η) «Εξειδίκευση μίας κατεύθυνσης ή ρύθμισης»: αναλυτικότερη διατύπωση μίας κατεύθυνσης ή ρύθμισης
του υπερκείμενου σχεδιασμού από τον υποκείμενο σχεδιασμό, που μπορεί να περιλαμβάνει και διαφοροποί-
ηση ορίων ζωνών ή περιοχών που έχουν καθοριστεί από τον υπερκείμενο σχεδιασμό.
θ) «Συμπλήρωση μίας κατεύθυνσης ή ρύθμισης»: προσθήκη νέων στοιχείων σε μία κατεύθυνση ή ρύθμιση
του υπερκείμενου σχεδιασμού από τον υποκείμενο σχεδιασμό, που δεν έρχονται σε αντίθεση με τον πυρήνα της.
ι) «Τροποποίηση μίας κατεύθυνσης ή ρύθμισης»: αλλαγή ή αφαίρεση μη βασικών στοιχείων μίας κατεύθυν-
σης ή ρύθμισης του υπερκείμενου σχεδιασμού από τον υποκείμενο σχεδιασμό, που δεν έρχονται σε αντίθεση
με τον πυρήνα της.
ια) «Αναθεώρηση ενός πλαισίου ή σχεδίου»: η αντικατάσταση ενός πλαισίου ή σχεδίου στο σύνολό του.
ιβ) «Ανάδραση από υποκείμενο προς υπερκείμενο πλαίσιο ή σχέδιο»: πρόταση για εξειδίκευση, συμπλήρω-
ση, τροποποίηση ή άλλη αλλαγή ισχύουσας κατεύθυνσης ή ρύθμισης του υπερκείμενου πλαισίου ή σχεδίου. Οι
προτάσεις ανάδρασης δεν έχουν δεσμευτικό περιεχόμενο και η υιοθέτησή τους είναι στη διακριτική ευχέρεια
του υπερκείμενου πλαισίου ή σχεδίου.
ιγ) «Οργανωμένοι υποδοχείς δραστηριοτήτων»: οι περιοχές που αναπτύσσονται βάσει ολοκληρωμένου σχε-
διασμού, προκειμένου να λειτουργήσουν κατά κύρια ή αποκλειστική χρήση ως οργανωμένοι χώροι ανάπτυξης
παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Ως οργανωμένοι υποδοχείς δραστηριοτήτων νοούνται
ιδίως οι Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 (Α’ 254), οι
Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (Π.Ο.Α.Π.Δ.) του άρθρου 24 του ν. 1650/1986
(Α’ 160), οι Οργανωμένοι Υποδοχείς Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων της παρ. 4 του άρθρου
41 του ν. 3982/2011 (Α’ 143), τα Επιχειρηματικά Πάρκα (Ε.Π.) της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 4982/2022
(Α’ 195), τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α.) του άρθρου 12 του ν. 3986/2011
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263506
(Α’ 152) και τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.) του άρθρου 24 του
ν. 3894/2010 (Α’ 204), του ν. 4608/2019 (Α’ 66) και του άρθρου 7 του ν. 4864/2021 (Α’ 237).
ιδ) «Οργανωμένες μορφές ανάπτυξης δραστηριοτήτων»: οι οργανωμένοι υποδοχείς δραστηριοτήτων της
περ. ιγ) του παρόντος, τα Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα του άρθρου 8 του ν. 4002/2011 (Α’ 180) και τα Μικτά
Τουριστικά Καταλύματα Μικρής Κλίμακας του άρθρου 10Α του ν. 4002/2011.
ιε) «Φέρουσα Ικανότητα (Φ.Ι.) ενός χωρικού συστήματος»: τα μέγιστα ανεκτά όρια επιβαρύνσεων ή και
μεταβολών των συνθηκών που επικρατούν σε αυτό, πέραν των οποίων παύει να υπάρχει ισορροπία ανάμεσα
στο φυσικό περιβάλλον, την οικονομία και την κοινωνία που διαβιεί σε αυτό, με αποτέλεσμα να προκαλούνται
υπέρμετρες ή μη αναστρέψιμες φθορές στο φυσικό περιβάλλον και να ασκούνται αρνητικές πιέσεις στο αν-
θρωπογενές περιβάλλον και στην κοινωνία. Η Φ.Ι. λαμβάνεται υπόψη κατά την αναθεώρηση των πολεοδομικών
σταθεροτύπων της παρ. 2 του άρθρου 28 και εφαρμόζεται στον πολεοδομικό σχεδιασμό πρώτου επιπέδου.
Άρθρο 2
Διάρθρωση συστήματος χωρικού σχεδιασμού
1. Ο χωρικός σχεδιασμός ασκείται σε εθνικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο και διακρίνεται, ανάλογα με
τον χαρακτήρα του, σε χωροταξικό ή πολεοδομικό:
α) Στην κατηγορία του χωροταξικού σχεδιασμού υπάγονται τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια του άρθρου 4
(πρώτο επίπεδο), τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια του άρθρου 5 και τα Θαλάσσια Χωροταξικά Σχέδια
του άρθρου 11, τα οποία μετονομάζονται σε Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια (δεύτερο επίπεδο).
β) Στην κατηγορία του πολεοδομικού σχεδιασμού υπάγονται τα πολεοδομικά σχέδια τα οποία εκπονούνται
σε τοπική κλίμακα και τα οποία διακρίνονται σε δύο επίπεδα σχεδιασμού.
2. Στο πρώτο επίπεδο του πολεοδομικού σχεδιασμού περιλαμβάνονται:
α) Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (Τ.Π.Σ.) του άρθρου 21, τα οποία ρυθμίζουν τη βιώσιμη χωρική ανάπτυξη
και οργάνωση της εδαφικής περιφέρειας μίας ή περισσοτέρων δημοτικών ενοτήτων,
β) τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (Ε.Π.Σ.) του άρθρου 22, τα οποία αποτελούν υποδοχείς σχεδίων, έργων
και προγραμμάτων ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων.
3. Στο δεύτερο επίπεδο του πολεοδομικού σχεδιασμού περιλαμβάνονται τα Ρυμοτομικά Σχέδια Εφαρμογής
(Ρ.Σ.Ε.) του άρθρου 26, τα οποία αποτελούν την εξειδίκευση και εφαρμογή των σχεδίων του πρώτου επιπέδου.
4. Η σχέση μεταξύ των κατηγοριών και επιπέδων του χωρικού σχεδιασμού είναι ιεραρχική αλλά με περιθώρια
ευελιξίας και ανάδρασης, με βάση τις έννοιες της διαβάθμισης της δεσμευτικότητας των κατευθύνσεων, και της
εξειδίκευσης, της συμπλήρωσης και της τροποποίησης των κατευθύνσεων και ρυθμίσεων, όταν και όπως κάτι
τέτοιο παρέχεται ως δυνατότητα από ένα υπερκείμενο πλαίσιο ή σχέδιο σε ένα υποκείμενο πλαίσιο ή σχέδιο.
5.α) Όπου στη νομοθεσία αναφέρεται «Τοπικό Χωρικό Σχέδιο» νοείται εφεξής το «Τοπικό Πολεοδομικό
Σχέδιο» του άρθρου 21.
β) Όπου στη νομοθεσία αναφέρεται «Ειδικό Χωρικό Σχέδιο» νοείται εφεξής το «Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο»
του άρθρου 22.
ΤΜΗΜΑ II
ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΧΕΡΣΑΙΟΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Άρθρο 3
Εθνική Χωρική Στρατηγική
1. Για τη βιώσιμη ανάπτυξη και οργάνωση του εθνικού χώρου, το Υπουργικό Συμβούλιο εγκρίνει Εθνική
Χωρική Στρατηγική, που αναφέρεται στον χερσαίο και θαλάσσιο χώρο. Η Εθνική Χωρική Στρατηγική απο-
τελεί κείμενο βασικών αρχών πολιτικής για την ανάπτυξη και τον σχεδιασμό του χώρου, καθώς και για τον
συντονισμό των διαφόρων πολιτικών με χωρικές συνέπειες. Περιλαμβάνει ενδεικτικές κατευθύνσεις χωρικής
οργάνωσης, τους βασικούς άξονες, καθώς και τους μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους χωρικής
ανάπτυξης στο επίπεδο της Γενικής Κυβέρνησης και των επιμέρους φορέων της. Ενσωματώνει, επίσης, την
εθνική θαλάσσια χωρική στρατηγική και προτείνει τις υποδιαιρέσεις του θαλάσσιου χώρου.
Η Εθνική Χωρική Στρατηγική δεν έχει δεσμευτικό χαρακτήρα. Αποτελεί ενδεικτική βάση για τους μακροχρόνι-
ους στόχους του χωρικού σχεδιασμού, καθώς και άλλων πολιτικών με χωρικές συνέπειες και για τον συντονισμό
των χωροταξικών πλαισίων, των επιμέρους επενδυτικών σχεδίων και προγραμμάτων του κράτους, των Οργανι-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3507Τεύχος A’ 88/08.06.2026
σμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α’ και β’ βαθμού και των δημόσιων νομικών προσώπων, καθώς και πλαισίων,
σχεδίων και προγραμμάτων που έχουν σημαντικές συνέπειες στην ανάπτυξη και συνοχή του εθνικού χώρου.
2. Η Εθνική Χωρική Στρατηγική καταρτίζεται υπό την ευθύνη και εποπτεία του Υπουργείου Περιβάλλο-
ντος και Ενέργειας σε συνεργασία με τα συναρμόδια Υπουργεία και εγκρίνεται από το Υπουργικό Συμβούλιο
ύστερα από γνώμη του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας. Η Εθνική Χωρική Στρατηγική μετά την έγκρισή της
ανακοινώνεται στη Βουλή.
3. Για την κατάρτιση της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής λαμβάνονται υπόψη τα προγράμματα οικονομικής
και κοινωνικής ανάπτυξης της παρ. 8 του άρθρου 79 του Συντάγματος, το πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής,
τα Προγράμματα που χρηματοδοτεί το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, περιλαμβανομένων
του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης και των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, το Εθνικό Σχέδιο
για την Ενέργεια και το Κλίμα, οι διεθνείς, ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές για την προστασία του περιβάλ-
λοντος, καθώς και άλλα γενικά ή ειδικά προγράμματα εθνικής ή διαπεριφερειακής κλίμακας που επηρεάζουν
σημαντικά τη διάρθρωση και ανάπτυξη του εθνικού χώρου.
4. Οι αρχές της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση των Ειδικών και
Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων και των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων.
Άρθρο 4
Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια
1. Τα Ειδικά Χωροταξικά Πλαίσια (Ε.Χ.Π.) αποτελούν σύνολα κειμένων και διαγραμμάτων, με τα οποία
προσδιορίζονται κατευθύνσεις σε εθνικό επίπεδο και, όπου απαιτείται, ρυθμίσεις, ιδίως, για:
α) τη χωρική διάρθρωση και δομή του οικιστικού δικτύου της χώρας,
β) τη χωρική διάρθρωση τομέων ή κλάδων παραγωγικών δραστηριοτήτων και γενικότερα τομέων ανά-
πτυξης εθνικής σημασίας,
γ) τη χωρική διάρθρωση δικτύων και υπηρεσιών τεχνικής και διοικητικής υποδομής,
δ) τη διαμόρφωση πολιτικής γης,
ε) την προστασία του πολιτιστικού και φυσικού τοπίου,
στ) τη χωρική ανάπτυξη και οργάνωση περιοχών του εθνικού χώρου που έχουν ιδιαίτερη σημασία από
χωροταξική, περιβαλλοντική, αναπτυξιακή ή κοινωνική άποψη, όπως είναι οι παράκτιες, νησιωτικές, ορεινές
και προβληματικές περιοχές,
ζ) την προώθηση σχεδίων, προγραμμάτων ή έργων χωρικής ανάπτυξης μείζονος σημασίας ή και διακρα-
τικής ή διαπεριφερειακής εμβέλειας.
Τα Ε.Χ.Π. συνοδεύονται από πρόγραμμα ενεργειών και προτεραιοτήτων, στο οποίο εξειδικεύονται οι απαι-
τούμενες για την εφαρμογή τους ενέργειες και δράσεις, το χρονοδιάγραμμα εκτέλεσής τους, καθώς και οι
φορείς εφαρμογής τους.
2.α) Τα Ε.Χ.Π. εκπονούνται υπό την εποπτεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με κοινή από-
φαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών συστήνονται
επιτελικές επιτροπές συντονισμού και παρακολούθησης των εκπονούμενων πλαισίων, στις οποίες συμμετέχουν
εκπρόσωποι του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργείων.
β) Κατά την εκπόνησή τους λαμβάνονται υπόψη η Εθνική Χωρική Στρατηγική, το πλαίσιο δημοσιονομικής
στρατηγικής, τα Προγράμματα που χρηματοδοτεί το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, περι-
λαμβανομένων του Εθνικού Προγράμματος Ανάπτυξης και των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, το
Εθνικό Σχέδιο Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή, το Εθνικό Σχέδιο για την Ενέργεια και το Κλίμα, η Εθνική
Πολιτική Μείωσης Κινδύνου Καταστροφών, οι διεθνείς, ευρωπαϊκές και εθνικές πολιτικές για την προστασία
του περιβάλλοντος, καθώς και άλλα γενικά ή ειδικά προγράμματα εθνικής ή διαπεριφερειακής κλίμακας που
επηρεάζουν σημαντικά τη διάρθρωση και ανάπτυξη του εθνικού χώρου, ιδίως στον τομέα, στο πεδίο ή στον
τύπο περιοχής που αποτελεί, κατά περίπτωση, το αντικείμενο ρύθμισης κάθε Πλαισίου, καθώς και ενωσιακές
πολιτικές και στρατηγικές που επηρεάζουν τη διάρθρωση και ανάπτυξή του.
3.α) Τα Ε.Χ.Π. υπόκεινται σε διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και εγκρίνονται με κοινή
απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών. Με την
ίδια απόφαση εγκρίνονται και οι περιβαλλοντικοί όροι που πρέπει να τηρούνται κατά την εφαρμογή των Ειδι-
κών Χωροταξικών Πλαισίων. Οι διαδικασίες διαβούλευσης των Ε.Χ.Π. και των οικείων Στρατηγικών Μελετών
Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) είναι κοινές.
β) Το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας διατυπώνει γνώμη σχετικά με το περιεχόμενο των εκπονούμενων Ε.Χ.Π.
εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την περιέλευση σε αυτό της σχετικής πρόσκλησης εκ μέρους του Υπουργού
Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263508
4. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι αρμόδιο για την παρακολούθηση και αξιολόγηση
της εφαρμογής των Ε.Χ.Π. Για τον σκοπό αυτόν, συντάσσει ανά πενταετία εκθέσεις αξιολόγησης, στις οποίες
αναφέρονται οι χωρικές συνέπειες, ο τρόπος εφαρμογής και τα πιθανά προβλήματα που παρουσιάστηκαν
κατά την εφαρμογή τους.
Τα πορίσματα των ως άνω εκθέσεων γνωστοποιούνται στα καθ’ ύλην αρμόδια υπουργεία και λοιπούς αρμό-
διους οργανισμούς και υπηρεσίες, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων
τους που αφορούν στην εφαρμογή των Ε.Χ.Π..
Εκθέσεις αξιολόγησης μπορεί να συντάσσουν και τα κατά περίπτωση αρμόδια υπουργεία, τις οποίες κοινο-
ποιούν στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση
των εκθέσεων αξιολόγησης αρμοδιότητάς του.
5. Τα Ε.Χ.Π. δεν αναθεωρούνται, προτού παρέλθει πενταετία από την έγκριση ή την προηγούμενη αναθε-
ώρησή τους. Κατ’ εξαίρεση, πριν από την πάροδο της πενταετίας είναι δυνατή η τροποποίησή τους, με στόχο
τη βελτίωση και επικαιροποίησή τους, προκειμένου να:
α) αντιμετωπιστούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή εφαρμογή προγραμμάτων διεθνούς,
ευρωπαϊκού, διασυνοριακού, διακρατικού ή διαπεριφερειακού χαρακτήρα,
β) αντιμετωπιστούν εξαιρετικές ανάγκες από φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές και κινδύνους,
γ) επέλθουν ήσσονες αλλαγές που απαιτούνται για την επίτευξη των αποτελεσμάτων τους, εφόσον από τις
εκθέσεις αξιολόγησης προκύπτει ότι η εφαρμογή τους δεν έχει οδηγήσει στα αποτελέσματα που επιδιώκονται,
δ) προσαρμοσθούν σε νομοθετικές τροποποιήσεις μεταγενέστερες της έγκρισής τους,
ε) ενσωματώσουν προτάσεις Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων μέσω της ανάδρασης και
στ) ενσωματωθούν νέα αρχαιολογικά δεδομένα και επικαιροποιημένο θεσμικό πλαίσιο προστασίας των
υφιστάμενων αρχαιοτήτων και μνημείων.
Για την αναθεώρηση και τροποποίηση των Ε.Χ.Π. ακολουθείται η διαδικασία των παρ. 2 και 3. Δεν απαιτεί-
ται να ακολουθηθεί διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, εφόσον οι αλλαγές είναι ήσσονος
σημασίας και διαπιστωθεί, κατά το διενεργούμενο περιβαλλοντικό προέλεγχο, ότι δεν ενδέχεται να έχουν
σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
6.α) Αν διαπιστωθούν αντιφάσεις μεταξύ των διατάξεων διαφορετικών Ε.Χ.Π., μπορεί να συγκαλείται, κατό-
πιν αιτήματος του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή του Γενικού Γραμματέα Χωρικού Σχεδιασμού και
Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Κεντρικό Συμβούλιο Χωροταξικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΧΩ.Θ.Α.), το οποίο διατυπώνει γνώμη σχετικά με τις διατάξεις που πρέπει
να τροποποιηθούν, προκειμένου να αρθούν οι αντιφάσεις. Κατόπιν, τροποποιούνται τα αντίστοιχα Ε.Χ.Π., στα
σημεία που κρίθηκε απαραίτητο, σύμφωνα με τη διαδικασία με την οποία είχαν εγκριθεί.
β) Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση αρμόδιου
Υπουργού, μπορεί να επέρχονται εντοπισμένες και μη ουσιώδεις διορθώσεις σε εγκεκριμένα Ε.Χ.Π., όπως
διορθώσεις σφαλμάτων, αποσαφηνίσεις διατυπώσεων ή εναρμόνιση κειμένων και διαγραμμάτων.
7. Όπου στη νομοθεσία αναφέρονται τα «Ειδικά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυ-
ξης» (Ε.Π.Χ.Σ.Α.Α.) νοούνται εφεξής τα Ε.Χ.Π. του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 5
Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια
1. Τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια (Π.Χ.Π.) αποτελούν σύνολα κειμένων, χαρτών ή και διαγραμμάτων,
με τα οποία παρέχονται κατευθύνσεις χωρικής ανάπτυξης και οργάνωσης σε περιφερειακό επίπεδο ιδίως, για:
α) την αποτίμηση, ανάδειξη και αξιοποίηση των ιδιαίτερων αναπτυξιακών και γενικότερα χωρικών χαρα-
κτηριστικών κάθε περιφέρειας για την ισότιμη ένταξή της στον εθνικό, ενωσιακό και διεθνή χώρο,
β) τη χωρική διάρθρωση των βασικών παραγωγικών τομέων και κλάδων,
γ) τη χωρική διάρθρωση των περιφερειακών δικτύων μεταφορών και της λοιπής τεχνικής υποδομής πε-
ριφερειακού ενδιαφέροντος,
δ) τη διάρθρωση του περιφερειακού χώρου (πρότυπο χωρικής οργάνωσης), καθώς και τη χωρική οργά-
νωση και δομή του οικιστικού δικτύου,
ε) την οικιστική ανάπτυξη και ανασυγκρότηση του αστικού χώρου,
στ) την ανάδειξη, προβολή και προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και του οικι-
στικού και αρχιτεκτονικού περιβάλλοντος κάθε περιφέρειας,
ζ) τον προσδιορισμό ενεργών παρεμβάσεων και προγραμμάτων χωροταξικού και αστικού χαρακτήρα,
όπως ιδίως οι Περιοχές Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων (Π.Ε.Χ.Π.) και τα Σχέδια Ολοκληρωμένων Αστικών
Παρεμβάσεων (Σ.Ο.Α.Π.) των άρθρων 6 και 119,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3509Τεύχος A’ 88/08.06.2026
η) την προστασία του πολιτιστικού και φυσικού περιβάλλοντος και του τοπίου.
2. Στα Π.Χ.Π. περιλαμβάνονται και οι εγκεκριμένοι οργανωμένοι υποδοχείς δραστηριοτήτων, καθώς και
τα εγκεκριμένα σχέδια δημόσιων ή ιδιωτικών επενδύσεων μεγάλης κλίμακας, σύμφωνα με τις διατάξεις που
τις διέπουν.
3. Τα Π.Χ.Π. περιλαμβάνουν σε ειδικό Παράρτημα, που συνοδεύεται από κείμενα και διαγράμματα κατάλ-
ληλης κλίμακας, κατευθύνσεις ανά δήμο που αφορούν ιδίως:
α) στη χωροταξική και αναπτυξιακή φυσιογνωμία του δήμου και των επιμέρους δημοτικών ενοτήτων,
β) στη διάρθρωση και δομή του οικιστικού δικτύου και την οικιστική ανάπτυξη,
γ) στην προστασία και ανάδειξη του φυσικού, πολιτιστικού και δομημένου περιβάλλοντος,
δ) στα υπερτοπικά ή διαδημοτικά δίκτυα υποδομής,
ε) στη χωρική οργάνωση των παραγωγικών δραστηριοτήτων ή άλλων χρήσεων στον μη αστικό, ιδίως, χώρο,
στ) στις χρήσεις γης και τους όρους δόμησης,
ζ) στην προστασία, διαχείριση και τον σχεδιασμό του τοπίου,
η) στη βιώσιμη αξιοποίηση του ενεργειακού δυναμικού των περιφερειών, με προτεραιότητα στις ανανε-
ώσιμες πηγές ενέργειας.
Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (Τ.Π.Σ.) και τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (Ε.Π.Σ.) που εγκρίνονται σε κάθε
περιφέρεια πρέπει να εναρμονίζονται με τις αντίστοιχες κατευθύνσεις, ανά δήμο ή δημοτική ενότητα, του
οικείου Π.Χ.Π..
4. Τα Π.Χ.Π. συνοδεύονται από Πρόγραμμα Έργων, Ενεργειών και Προτεραιοτήτων, στο οποίο εξειδικεύονται
οι απαιτούμενες για την εφαρμογή τους ενέργειες, έργα, μέτρα και προγράμματα, καθώς και οι φορείς και το
χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους.
5. Τα Π.Χ.Π. δεσμεύονται από τις ρυθμίσεις και εναρμονίζονται προς τις κατευθύνσεις των Ειδικών Χωρο-
ταξικών Πλαισίων (Ε.Χ.Π.), τις οποίες συντονίζουν, εξειδικεύουν και συμπληρώνουν σε επίπεδο περιφέρειας,
καθώς και τροποποιούν, μόνον αν παρέχεται ρητώς η δυνατότητα αυτή από το Ε.Χ.Π.. Κατά την κατάρτισή τους
λαμβάνονται υπόψη η Εθνική Χωρική Στρατηγική, το πλαίσιο δημοσιονομικής στρατηγικής, τα Προγράμμα-
τα που χρηματοδοτεί το Αναπτυξιακό Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων, περιλαμβανομένων του Εθνικού
Προγράμματος Ανάπτυξης και των συγχρηματοδοτούμενων προγραμμάτων, το Εθνικό Σχέδιο Προσαρμογής
στην Κλιματική Αλλαγή, το οικείο περιφερειακό σχέδιο προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή, το Εθνικό Σχέδιο
για την Ενέργεια και το Κλίμα, τα Πλαίσια Διαχείρισης Εκτάκτων Αναγκών, καθώς και άλλα γενικά ή ειδικά ανα-
πτυξιακά προγράμματα, πολιτικές και στρατηγικές που επηρεάζουν τη διάρθρωση και ανάπτυξη του χώρου.
Αν διαπιστωθούν ασάφειες ή αντικρουόμενες κατευθύνσεις μεταξύ διαφορετικών Π.Χ.Π. όμορων περιφε-
ρειών, συγκαλείται, κατόπιν αιτήματος του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή του Γενικού Γραμματέα
Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Κεντρικό
Συμβούλιο Χωροταξικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΧΩ.Θ.Α.), το οποίο γνωμοδοτεί για την άρση της
ασάφειας ή των αντικρουόμενων κατευθύνσεων. Κατόπιν, τροποποιούνται τα αντίστοιχα Π.Χ.Π., στα σημεία
που κρίθηκε απαραίτητο, σύμφωνα με τη διαδικασία με την οποία είχαν εγκριθεί.
6. Στον αναπτυξιακό σχεδιασμό κάθε περιφέρειας, όπως αποτυπώνεται στο τετραετές επιχειρησιακό πρόγραμμα
του άρθρου 268 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), περιλαμβάνονται κατά προτεραιότητα τα έργα και οι δράσεις που προ-
ωθούν την εφαρμογή των Π.Χ.Π., σύμφωνα και με το πρόγραμμα ενεργειών και προτεραιοτήτων των τελευταίων.
7.α) Τα Π.Χ.Π. εκπονούνται υπό την εποπτεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από
σχετική ενημέρωση της οικείας περιφέρειας και υπό την επίβλεψη κοινών με την περιφέρεια επιτροπών.
β) Για την έγκριση των Π.Χ.Π. απαιτείται η γνώμη του οικείου περιφερειακού συμβουλίου, η οποία παρέχεται
εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη λήψη της σχετικής μελέτης, που του διαβιβάζεται από το Υπουργείο
Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς
τη σχετική γνώμη. Ειδικά για τη χωρική διάρθρωση παραγωγικών τομέων ή κλάδων και περιφερειακών δικτύ-
ων μεταφορών και λοιπής τεχνικής υποδομής απαιτείται επιπλέον η γνώμη των κατά περίπτωση αρμόδιων
υπουργείων, η οποία παρέχεται εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από τη λήψη της σχετικής μελέτης που τους
διαβιβάζεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας
η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς τη σχετική γνώμη.
γ) Το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας διατυπώνει γνώμη, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 456, για το
περιεχόμενο των εκπονούμενων Π.Χ.Π. εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την υποβολή του σχετικού ερω-
τήματος. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας η διαδικασία συνεχίζεται χωρίς τη σχετική γνώμη.
δ) Τα Π.Χ.Π. υπόκεινται σε διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και εγκρίνονται με αποφά-
σεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με τις ίδιες αποφάσεις εγκρίνονται και οι περιβαλλοντικοί
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263510
όροι που πρέπει να τηρούνται κατά την εφαρμογή των Π.Χ.Π.. Οι διαδικασίες διαβούλευσης των Π.Χ.Π. και
των οικείων Στρατηγικών Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων είναι κοινές.
8. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας με τη συνδρομή των περιφερειών παρακολουθεί και αξιο-
λογεί την εφαρμογή των Π.Χ.Π.. Για τον σκοπό αυτόν, συντάσσει τουλάχιστον ανά πενταετία εκθέσεις παρα-
κολούθησης, στις οποίες αναφέρονται ο τρόπος εφαρμογής, τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν, καθώς
και ο βαθμός ενσωμάτωσης των κατευθύνσεών τους στα υποκείμενα επίπεδα σχεδιασμού. Στις ίδιες εκθέσεις
υποδεικνύονται ενέργειες και δράσεις που κατά περίπτωση απαιτούνται για την αποτελεσματική εφαρμογή
των περιφερειακών στρατηγικών και κατευθύνσεων και επισημαίνονται ενέργειες και δράσεις που δεν εναρ-
μονίζονται με αυτές τις κατευθύνσεις.
Τα πορίσματα των εκθέσεων αυτών διαβιβάζονται στα συναρμόδια υπουργεία, στις περιφέρειες και τους
φορείς και υπηρεσίες, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη στις δράσεις και έργα που άπτονται των αρμοδι-
οτήτων τους.
9. Τα Π.Χ.Π. δεν αναθεωρούνται προτού παρέλθει πενταετία από την έγκριση ή την προηγούμενη αναθε-
ώρησή τους. Πριν από την πάροδο της πενταετίας είναι κατ’ εξαίρεση δυνατή η τροποποίησή τους, με στόχο
τη βελτίωση και επικαιροποίησή τους, προκειμένου να:
α) αντιμετωπισθούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή εφαρμογή προγραμμάτων διεθνούς,
ευρωπαϊκού, διασυνοριακού, διακρατικού ή διαπεριφερειακού χαρακτήρα,
β) αντιμετωπιστούν εξαιρετικές ανάγκες από φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές και κινδύνους, στο
επίπεδο της οικείας περιφέρειας,
γ) επέλθουν ήσσονες αλλαγές που απαιτούνται για την επίτευξη των αποτελεσμάτων τους, εφόσον από τις
εκθέσεις αξιολόγησης προκύπτει ότι η εφαρμογή τους δεν έχει οδηγήσει στα αποτελέσματα που επιδιώκονται,
δ) αντιμετωπισθούν εξαιρετικές και απρόβλεπτες ανάγκες και νέα δεδομένα, για έργα εθνικής ή περιφε-
ρειακής σημασίας, τα οποία δεν περιλαμβάνονταν στον αρχικό σχεδιασμό,
ε) προσαρμοστούν σε νομοθετικές τροποποιήσεις μεταγενέστερες της έγκρισής τους ή σε νέα δεδομένα και
κατευθύνσεις χωρικού σχεδιασμού που προκύπτουν από την έγκριση, αναθεώρηση ή τροποποίηση Ε.Χ.Π. και
στ) ενσωματωθούν νέα αρχαιολογικά δεδομένα και τυχόν επικαιροποιημένο θεσμικό πλαίσιο προστασίας
των υφιστάμενων αρχαιοτήτων και μνημείων.
Για την αναθεώρηση και τροποποίηση των Π.Χ.Π. ακολουθείται η διαδικασία της π αρ. 7. Δεν απαιτείται να
ακολουθηθεί διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, εφόσον οι αλλαγές είναι ήσσονος σημασίας
και διαπιστωθεί, κατά το διενεργούμενο περιβαλλοντικό προέλεγχο, ότι δεν ενδέχεται να έχουν σημαντικές
επιπτώσεις στο περιβάλλον.
10. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να επέρχονται εντοπισμένες και μη
ουσιώδεις μεταβολές στα εγκεκριμένα Π.Χ.Π., όπως διορθώσεις σφαλμάτων, αποσαφηνίσεις διατυπώσεων,
εναρμόνιση κειμένων και διαγραμμάτων.
11.α) Π.Χ.Π. εκπονούνται για όλες τις περιφέρειες της χώρας, πλην της Περιφέρειας Αττικής. Για την Περι-
φέρεια Αττικής θέση Π.Χ.Π. επέχει το Ρυθμιστικό Σχέδιο της Αθήνας - Αττικής.
β) Κατά την εκπόνηση των Π.Χ.Π. εξετάζονται ζητήματα αλληλεπίδρασης και επικαλύψεων μεταξύ χωρο-
ταξικών πλαισίων όμορων περιφερειών.
γ) Το Π.Χ.Π. Κεντρικής Μακεδονίας περιλαμβάνει ειδικό Παράρτημα για τον στρατηγικό σχεδιασμό της
Μητροπολιτικής Περιοχής Θεσσαλονίκης. Το Παράρτημα αυτό λαμβάνεται υπόψη κατά την κατάρτιση των
πολεοδομικών σχεδίων πρώτου επιπέδου στην περιοχή αυτή.
12. Όπου στη νομοθεσία αναφέρονται τα «Περιφερειακά Πλαίσια Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου
Ανάπτυξης» νοούνται εφεξής τα Π.Χ.Π. του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 6
Περιοχές Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων
1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περί-
πτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδίδονται ύστερα από γνώμη του οικείου περιφερειακού συμβουλίου,
σε εφαρμογή κατευθύνσεων εγκεκριμένων Ειδικών ή Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων, μπορούν να
χαρακτηρίζονται ως Περιοχές Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων περιοχές εντός ή εκτός εγκεκριμένων σχεδί-
ων πόλεων ή οικισμών προϋφισταμένων του 1923 ή εντός ορίων οικισμών κάτω των δύο χιλιάδων (2.000)
κατοίκων, οι οποίες παρουσιάζουν ιδιαίτερα ή κρίσιμα προβλήματα χωρικής ανάπτυξης που απαιτούν ειδικό
σχεδιασμό και ρύθμιση και ιδίως:
α) περιοχές που υφίστανται χωρικές επιπτώσεις από μεγάλης κλίμακας έργα ή παρεμβάσεις, όπως δημι-
ουργία νέων εδαφών από προσχώσεις, δημιουργία υδάτινων επιφανειών,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3511Τεύχος A’ 88/08.06.2026
β) περιοχές με μειονεκτικά χαρακτηριστικά, λόγω γεωγραφικής απομόνωσης ή δυσμενούς προσπελασι-
μότητας, όπως ορεινές, νησιωτικές και δυσπρόσιτες περιοχές,
γ) περιοχές σε παραμεθόριες ζώνες που παρουσιάζουν κρίσιμα προβλήματα από γεωπολιτική άποψη,
δ) περιοχές που παρουσιάζουν έκτακτες και απρόβλεπτες ανάγκες λόγω φυσικών ή τεχνολογικών κατα-
στροφών και κινδύνων, όπως σεισμών, πλημμυρών, κατολισθήσεων ή δυσμενών κλιματικών συνθηκών.
2. Με τις ίδιες αποφάσεις γίνεται η οριοθέτηση των περιοχών αυτών και καθορίζονται οι γενικές κατηγο-
ρίες χρήσεων χώρου κατά λειτουργίες και τομείς παραγωγής καθώς και συντονισμένο πρόγραμμα μέτρων
και έργων, κατά φάσεις και φορείς χρηματοδότησης, για την ανάπτυξη, ενίσχυση, αποκατάσταση και εν γένει
διαχείριση των περιοχών αυτών. Με τις ίδιες ή όμοιες αποφάσεις μπορεί να θεσπίζονται για κάθε περιοχή της
παρ. 1 ειδικά καθεστώτα οικονομικής ενίσχυσης των επιχειρήσεων που εγκαθίστανται σε αυτήν, κατά παρέκ-
κλιση κάθε διάταξης της αναπτυξιακής νομοθεσίας, και να καθορίζονται το είδος, η διάρκεια και τα ποσά των
ενισχύσεων, τα κριτήρια υπαγωγής και τα στοιχεία αξιολόγησης των επιχειρήσεων, οι υπηρεσίες ή οι φορείς
στους οποίους υποβάλλονται οι αιτήσεις υπαγωγής και τα δικαιολογητικά και στοιχεία που συνοδεύουν την
αίτηση υπαγωγής καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια. Για τη θέσπιση ειδικών, σύμφωνα με τα παρα-
πάνω, καθεστώτων ενίσχυσης, πρέπει να έχει προηγηθεί η κατάρτιση μελέτης σκοπιμότητας μέσω της οποίας
τεκμηριώνονται οι προϋποθέσεις και λοιποί όροι οικονομικών ενισχύσεων που θεσπίζονται με τις εγκριτικές
αποφάσεις της παραγράφου αυτής.
3. Με τις αποφάσεις που εκδίδονται κατά τις παρ. 1 και 2 μπορεί να προβλέπεται επίσης η επιβολή ανταπο-
δοτικών τελών στα νομικά ή φυσικά πρόσωπα που αναπτύσσουν τις δραστηριότητές τους μέσα στις περιοχές
αυτές για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων και έργων ενίσχυσης, αναβάθμισης και ανάπτυξής τους. Με τις
ίδιες αποφάσεις εξειδικεύονται τα κριτήρια επιβολής και καθορίζονται το ύψος των τελών αυτών, οι υπόχρεοι
στην καταβολή τους, ο τρόπος είσπραξης και απόδοσης τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την
εφαρμογή της παρούσας. Στην περίπτωση αυτή, οι αποφάσεις που εκδίδονται κατά τις παρ. 1 και 2 συνυπο-
γράφονται και από τον Υπουργό Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
4. Ο χαρακτηρισμός μιας έκτασης ως περιοχής ειδικών χωρικών παρεμβάσεων γίνεται με βάση ειδική
χωροταξική μελέτη που καταρτίζει το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με τη μελέτη αυτήν τεκμη-
ριώνονται ο ιδιαίτερος χαρακτήρας και η κρισιμότητα της χαρακτηριζόμενης περιοχής και προτείνονται τα
ενδεικνυόμενα κατά περίπτωση κανονιστικά, οικονομικά, διαχειριστικά ή άλλα μέσα, μέτρα και προγράμματα
δράσης, κατά φάσεις και φορείς χρηματοδότησης, που είναι απαραίτητα για την ανάπτυξη, ενίσχυση, αποκα-
τάσταση ή αναβάθμισή της.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ-
νήσεως, καθορίζονται προδιαγραφές για τη σύνταξη των μελετών της παρούσας.
5. Εγκεκριμένα ρυθμιστικά σχέδια, γενικά πολεοδομικά σχέδια, τοπικά και ειδικά πολεοδομικά σχέδια,
σχέδια χωρικής και οικιστικής οργάνωσης ανοικτών πόλεων, ζώνες οικιστικού ελέγχου ή άλλα σχέδια χρήσε-
ων γης επιβάλλεται να τροποποιηθούν ή αναθεωρηθούν με τη διαδικασία που ορίζεται στις διατάξεις που τα
διέπουν εντός προθεσμίας πέντε (5) ετών από την έκδοση των αποφάσεων των παρ. 1, 2 και 3 προκειμένου
να εναρμονισθούν προς τις κατευθύνσεις και λοιπές ρυθμίσεις των Περιοχών Ειδικών Χωρικών Παρεμβάσεων.
6. Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της εφαρμογής των κατευθύνσεων και λοιπών ρυθμίσεων, καθώς
και των κινήτρων και των προγραμμάτων δράσης, που καθορίζονται κατά τις παρ. 2 και 3, γίνεται από το
Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Για τον σκοπό αυτόν συντάσσεται ανά διετία έκθεση με την οποία
αποτιμάται η πορεία εφαρμογής των μέτρων, μέσων και λοιπών όρων που καθορίστηκαν κατά τις παρ. 2 και
3 και υποδεικνύονται τα κατάλληλα, κατά περίπτωση, μέτρα για την αντιμετώπιση προβλημάτων και δυσλει-
τουργιών που διαπιστώθηκαν κατά την εφαρμογή. Τα πορίσματα της έκθεσης αυτής κοινοποιούνται στο καθ’
ύλην αρμόδιο Υπουργείο, στις αρμόδιες υπηρεσίες των οικείων αποκεντρωμένων διοικήσεων, καθώς και
στους οικείους Ο.Τ.Α. α’ και β’ βαθμού, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη κατά την κατάρτιση και εφαρμογή
μέτρων, δράσεων, ενεργειών και ρυθμίσεων αρμοδιότητάς τους με τις οποίες προωθείται η αποτελεσματική
εφαρμογή των καθοριζόμενων, κατά τις παρ. 2 και 3, όρων, περιορισμών, μέσων και μέτρων δράσης. Με βάση
την αξιολόγηση αυτή και εφόσον υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση, ο χαρακτηρισμός και τα όρια των περιοχών
αυτών και οι επιβληθείσες για την ανάπτυξη και ενίσχυσή τους γενικές χρήσεις, όροι και προϋποθέσεις, κίνητρα,
τέλη και λοιπά μέτρα και προγράμματα δράσης είναι δυνατόν να μεταβάλλονται σύμφωνα με τη διαδικασία
που ορίζεται στις παρ. 1 έως 3.
7. Μέχρι την έγκριση Ειδικών και Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων, ο χαρακτηρισμός και η οριοθέ-
τηση περιοχών ειδικών χωρικών παρεμβάσεων, καθώς και ο καθορισμός γενικών χρήσεων, όρων και προϋ-
ποθέσεων, προγραμμάτων, μέτρων και δράσεων ανάπτυξης, αποκατάστασης ή αναβάθμισης μέσα σε αυτές,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263512
γίνονται μετά από στάθμιση των διαθέσιμων στοιχείων του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού και ιδίως
αυτών που απορρέουν από υφιστάμενα γενικά ή ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα, υπό εξέλιξη χωροταξικές
ή περιβαλλοντικές μελέτες και από προγράμματα, δίκτυα και δράσεις ενδοπεριφερειακής, διαπεριφερειακής
ή ευρωπαϊκής σημασίας.
8. Για τις περιοχές της περ. δ) της παρ . 1, για τις οποίες συντρέχουν επείγουσες ή απρόβλεπτες ανάγκες
παρέμβασης, ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση τους και ο καθορισμός των ενδεδειγμένων κατά περίπτω-
ση ρυθμίσεων, μέτρων και μέσων δράσης, σύμφωνα με τις παρ. 1 έως 3, μπορούν να διενεργούνται σε κάθε
περίπτωση και χωρίς προηγούμενη ύπαρξη σχετικών κατευθύνσεων εγκεκριμένων Ειδικών ή Περιφερειακών
Χωροταξικών Πλαισίων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΘΑΛΑΣΣΙΟΣ ΧΩΡΟΤΑΞΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
Άρθρο 7
Σκοπός και αντικείμενο
1. Σκοπός του παρόντος Κεφαλαίου είναι:
α) η ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και
του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 2014, περί θεσπίσεως πλαισίου για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό
(L 257) και
β) ο καθορισμός ενός πλαισίου για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, με σκοπό την προώθηση της
βιώσιμης ανάπτυξης των θαλάσσιων οικονομιών, τη βιώσιμη ανάπτυξη των θαλάσσιων περιοχών και τη βιώ-
σιμη χρήση των θαλάσσιων πόρων.
2. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός εντάσσεται στην ολοκληρωμένη θαλάσσια πολιτική της Ευρωπα-
ϊκής Ένωσης, ως το διατομεακό μέσο πολιτικής που επιτρέπει στις δημόσιες αρχές και τους ενδιαφερομένους
να εφαρμόζουν συντονισμένη, ολοκληρωμένη και διασυνοριακή προσέγγιση και συμβάλλει στην επίτευξη
των στόχων του άρθρου 10, σύμφωνα με τον ν. 2321/1995 «Κύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για
το Δίκαιο της Θάλασσας και της Συμφωνίας που αφορά την εφαρμογή του μέρους ΧΙ της Σύμβασης» (Α’ 136).
Άρθρο 8
Πεδίο εφαρμογής
1. Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται στον θαλάσσιο χώρο, δηλαδή στα θαλάσσια ύδατα και στο θαλάσσιο
τμήμα της παράκτιας ζώνης, όπως ορίζονται στις περ. 4 και 5 του άρθρου 9.
2. Το παρόν Κεφάλαιο δεν εφαρμόζεται σε δραστηριότητες με αποκλειστικό σκοπό την άμυνα ή την εθνική
ασφάλεια.
3. Η εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου δεν θίγει τη χάραξη και την οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών,
σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας.
Άρθρο 9
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος Μέρους ισχύουν οι εξής ορισμοί:
1. «Ολοκληρωμένη Θαλάσσια Πολιτική»: η πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης που έχει ως στόχο να προ-
άγει τη συντονισμένη και συνεπή λήψη αποφάσεων με σκοπό τη μεγιστοποίηση της βιώσιμης ανάπτυξης,
της οικονομικής ανάπτυξης και της κοινωνικής συνοχής των κρατών μελών, ιδίως σε οτιδήποτε αφορά στις
παράκτιες, νησιωτικές και εξόχως απόκεντρες περιοχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και στους θαλάσσιους
τομείς της, μέσω συνεκτικών και συνδεόμενων με τη θάλασσα πολιτικών και μέσω της διεθνούς συνεργασίας.
2. «Θαλάσσιος Χωροταξικός Σχεδιασμός»: η διαδικασία με την οποία η αρμόδια αρχή αναλύει και οργανώνει
τις ανθρώπινες δραστηριότητες στις θαλάσσιες περιοχές για να επιτευχθεί η σύνθεση οικολογικών, περιβαλ-
λοντικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών παραμέτρων με στόχο την προώθηση της βιώσιμης ανά-
πτυξης των θαλάσσιων οικονομιών και των θαλάσσιων περιοχών και τη βιώσιμη χρήση των θαλάσσιων πόρων.
3. «Θαλάσσια περιοχή ή υποπεριοχή»: η θαλάσσια περιοχή ή υποπεριοχή, όπως ορίζεται στην παρ. 2 του
άρθρου 4 του ν. 3983/2011 (Α ’ 144).
4. «Θαλάσσια ύδατα»: τα ύδατα, ο θαλάσσιος βυθός και το υπέδαφος, όπως ορίζονται στην περ. α) της
παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 3983/2011.
5. «Παράκτια ζώνη»: η γεωμορφολογική περιοχή εκατέρωθεν της ακτογραμμής, στην οποία η αλληλε-
πίδραση μεταξύ του θαλάσσιου και του χερσαίου τμήματος αποκτά τη μορφή πολύπλοκων συστημάτων
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3513Τεύχος A’ 88/08.06.2026
οικολογικών στοιχείων και πόρων αποτελούμενων από βιοτικές και αβιοτικές συνιστώσες που συνυπάρχουν
και αλληλεπιδρούν με τις ανθρώπινες κοινότητες και τις σχετικές κοινωνικοοικονομικές δραστηριότητες.
6. «Ολοκληρωμένη διαχείριση της παράκτιας ζώνης»: δυναμική διαδικασία με σκοπό την αειφόρο δια-
χείριση και χρήση των παράκτιων ζωνών, κατά την οποία λαμβάνονται ταυτόχρονα υπόψη η ευπαθής φύση
των παράκτιων οικοσυστημάτων και τοπίων, η ποικιλομορφία των δραστηριοτήτων και χρήσεων, οι αλληλε-
πιδράσεις τους, ο θαλάσσιος προσανατολισμός ορισμένων δραστηριοτήτων και χρήσεων και ο αντίκτυπός
τους στο θαλάσσιο και το χερσαίο τμήμα.
Άρθρο 10
Στόχοι του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού
Στόχοι του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού είναι:
α) Η στήριξη και προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης και της χωρικής συνοχής μεταξύ του θαλάσσιου και
του παράκτιου χώρου, μέσα από τη σύνθεση των οικολογικών, περιβαλλοντικών, οικονομικών, κοινωνικών και
πολιτισμικών παραμέτρων, λαμβάνοντας υπόψη τις αλληλεπιδράσεις ξηράς - θάλασσας, την οικοσυστημική
προσέγγιση και γενικότερα τις αρχές της αειφορικής διαχείρισης.
β) Η βιώσιμη, ορθολογική και ολοκληρωμένη χωρική ανάπτυξη δραστηριοτήτων στον θαλάσσιο χώρο,
όπως είναι, μεταξύ άλλων, ο ενεργειακός τομέας, οι θαλάσσιες μεταφορές και εν γένει η ναυτιλία, η αλιεία και
η υδατοκαλλιέργεια, ο βιώσιμος τουρισμός, η βιώσιμη εξόρυξη πρώτων υλών, καθώς και η διατήρηση, προ-
στασία και βελτίωση του φυσικού, ανθρωπογενούς και πολιτιστικού περιβάλλοντος, λαμβάνοντας υπόψη εν
γένει την ενάλια πολιτιστική κληρονομιά, όπως ορίζεται από τον Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των
αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’ 220). Στο πλαίσιο αυτό επιδιώκεται η
αρμονική συνύπαρξη όλων των σχετικών δραστηριοτήτων και χρήσεων και διασφαλίζονται η διατήρηση της
θαλάσσιας βιοποικιλότητας και η ανθεκτικότητα στις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής.
Άρθρο 11
Θέσπιση και εφαρμογή του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού
1. Η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 έχει την ευθύνη για την κατάρτιση, εφαρμογή και αξιολόγηση του θα-
λάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες των θαλάσσιων περιοχών, καθώς
και τις συναφείς υπάρχουσες και μελλοντικές δραστηριότητες και χρήσεις, καθώς και τις επιπτώσεις τους στο
περιβάλλον, στους φυσικούς πόρους και εν γένει στην πολιτιστική κληρονομιά. Λαμβάνει, επίσης, υπόψη τις
αλληλεπιδράσεις ξηράς θάλασσας, την οικοσυστημική προσέγγιση και γενικότερα τις αρχές της αειφορικής
διαχείρισης.
2. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός περιλαμβάνει:
α) την εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσσιο χώρο του άρθρου 12 και
β) τα θαλάσσια χωροταξικά πλαίσια του άρθρου 12.
Κατά την εκπόνηση της εθνικής χωρικής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωρο-
ταξικών πλαισίων, μπορεί να περιλαμβάνονται και να αξιοποιούνται υφιστάμενες εθνικές πολιτικές και ιδίως
η νησιωτική πολιτική, καθώς και κανονισμοί και μηχανισμοί, εφόσον συμβάλλουν στην επίτευξη των στόχων
της Ολοκληρωμένης Θαλάσσιας Πολιτικής και συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του άρθρου 13.
3. Η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 αξιολογεί κάθε πέντε (5) έτη την εφαρμογή του θαλάσσιου χωροταξικού
σχεδιασμού, με την κατάρτιση σχετικής έκθεσης αξιολόγησης, με την οποία τεκμηριώνεται η αναγκαιότητα
ή μη της αναθεώρησής του. Η έκθεση αξιολόγησης υποβάλλεται στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργει-
ας, διαβιβάζεται στα συναρμόδια υπουργεία και τις περιφέρειες και αναρτάται στον διαδικτυακό τόπο του
Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, αναθεωρείται κάθε δέκα (10) τουλάχιστον έτη
σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται στις παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 12.
Άρθρο 12
Εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσσιο χώρο και δομή του θαλάσσιου χωροταξικού
σχεδιασμού
1.α) Η εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσσιο χώρο αποτελεί μέρος της εθνικής χωρικής στρατηγικής
του άρθρου 3. Κατά την πρώτη εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου, είναι δυνατή η κατάρτιση και έγκριση
της εθνικής χωρικής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο, χωρίς την ύπαρξη εγκεκριμένης εθνικής χωρικής
στρατηγικής.
β) Η εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσσιο χώρο αποτελεί κείμενο βασικών αρχών πολιτικής για την
ανάπτυξη και τον σχεδιασμό του θαλάσσιου χώρου, για τις αλληλεπιδράσεις του θαλάσσιου χώρου με τον
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263514
παράκτιο χώρο, και για τον συντονισμό των διαφόρων πολιτικών με θαλάσσιες χωρικές επιπτώσεις. Περιλαμ-
βάνει στρατηγικές κατευθύνσεις, καθώς και μεσοπρόθεσμους και μακροπρόθεσμους στόχους οργάνωσης
και ανάπτυξης του θαλάσσιου χώρου στο επίπεδο της Γενικής Κυβέρνησης και των επιμέρους φορέων της.
Επίσης, καθορίζει θαλάσσιες χωρικές ενότητες εντός του θαλάσσιου χώρου για τις οποίες εκπονούνται θα-
λάσσια χωροταξικά πλαίσια και υποδεικνύει και αιτιολογεί τις προτεραιότητες για την εκπόνηση θαλάσσιων
χωροταξικών πλαισίων στις επιμέρους χωρικές ενότητες.
2. Η εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσσιο χώρο καταρτίζεται από την αρμόδια αρχή του άρθρου
20 σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, εγκρίνεται με Πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, η οποία
εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και ανακοινώνεται, μετά από
την έγκρισή της, στη Βουλή.
3. Πριν από την υποβολή της εθνικής χωρικής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο προς το Υπουργικό
Συμβούλιο απαιτούνται:
α) η τήρηση της διαδικασίας δημόσιας διαβούλευσης και συμμετοχής του κοινού, σύμφωνα με την περ. α)
της παρ. 1 του άρθρου 15,
β) γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας του άρθρου 456, η οποία παρέχεται εντός ενός (1)
μηνός από την υποβολή του σχεδίου προς αυτό. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, δεν εμποδίζεται η
πρόοδος της διαδικασίας. Για τις ανάγκες εφαρμογής της παρούσας, στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας μπορεί
να συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του, εκπρόσωποι και άλλων
δημόσιων αρχών και φορέων, καθώς και επαγγελματικών και επιστημονικών φορέων για να αναπτύξουν τις
απόψεις τους κατά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου,
γ) γνωμοδότηση των εμπλεκόμενων υπουργείων εντός ενός (1) μηνός από την υποβολή του σχεδίου προς
αυτά. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας. Τα εμπλεκόμενα
Υπουργεία είναι τα εξής: Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής
Άμυνας, Πολιτισμού, Εσωτερικών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και
Τουρισμού. Είναι δυνατόν, ύστερα από πρόσκληση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, να ζητηθεί
γνωμοδότηση και άλλων υπουργείων, εφόσον η εθνική χωρική στρατηγική περιλάβει και θέματα αρμοδιό-
τητάς τους.
4. Τα θαλάσσια χωροταξικά πλαίσια αντιστοιχούν στο περιφερειακό επίπεδο σχεδιασμού του άρθρου 2.
Αναφέρονται σε θαλάσσιες χωρικές ενότητες, οι οποίες μπορεί να είναι υποπεριφερειακής, περιφερειακής ή
διαπεριφερειακής κλίμακας, όπως ειδικότερα καθορίζονται από την εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσ-
σιο χώρο. Αν η εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσσιο χώρο δεν έχει εγκριθεί, ο καθορισμός χωρικών
ενοτήτων για την εκπόνηση θαλάσσιων χωροταξικών πλαισίων γίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλ-
λοντος και Ενέργειας, λαμβάνοντας υπόψη και τις υποδιαιρέσεις του θαλάσσιου χώρου που προβλέπονται
στην παρ. 2 του άρθρου 5 και στο άρθρο 20 του ν. 3983/2011 (Α’ 144).
5. Κατά την κατάρτιση των θαλάσσιων χωροταξικών πλαισίων λαμβάνονται υπόψη οι απαιτήσεις του άρ-
θρου 13, οι κατευθύνσεις της εθνικής χωρικής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο, εφόσον έχει θεσμοθετηθεί,
οι άξονες και οι στόχοι της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής, εφόσον έχει θεσμοθετηθεί, το περιφερειακό πρό-
γραμμα δημόσιων επενδύσεων, τα προγράμματα περιφερειακής ανάπτυξης, καθώς και άλλα γενικά ή ειδικά
αναπτυξιακά προγράμματα συγχρηματοδοτούμενα ή μη, στρατηγικές περιφερειακές συμβάσεις, διεθνείς,
ευρωπαϊκές και εθνικές συμφωνίες και στρατηγικές που επηρεάζουν τη διάρθρωση και ανάπτυξη του χώρου,
καθώς και οι κατευθύνσεις του υφιστάμενου χωρικού σχεδιασμού του ν. 4447/2016 (Α’ 241), στον βαθμό που
αφορούν στον θαλάσσιο χώρο.
6. Τα θαλάσσια χωροταξικά πλαίσια υπόκεινται σε διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και
εγκρίνονται μαζί με τις Στρατηγικές Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) με ενιαία απόφαση του
Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνώμη του Υπουργού Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής.
Πριν από την έγκρισή τους απαιτούνται:
α) η τήρηση της διαδικασίας της δημόσιας διαβούλευσης με τις δημόσιες αρχές, τους ενδιαφερόμενους
φορείς και το κοινό, σύμφωνα με την π ερ. β) της παρ. 1 του άρθρου 15,
β) γνωμοδότηση του Εθνικού Συμβουλίου Χωροταξίας του άρθρου 456, η οποία παρέχεται εντός δύο (2)
μηνών από την υποβολή του σχεδίου προς αυτό. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, δεν εμποδίζεται η
πρόοδος της διαδικασίας. Kατά την άσκηση της αρμοδιότητας αυτής, στο Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας μπορεί
να συμμετέχουν, χωρίς δικαίωμα ψήφου, ύστερα από πρόσκληση του Προέδρου του, εκπρόσωποι και άλλων
δημόσιων αρχών και φορέων, καθώς και επαγγελματικών και επιστημονικών φορέων, για να αναπτύξουν τις
απόψεις τους κατά τις συνεδριάσεις του Συμβουλίου,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3515Τεύχος A’ 88/08.06.2026
γ) γνωμοδότηση των εμπλεκόμενων Υπουργείων εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή του σχεδίου προς
αυτά. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας.
7. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνώμη του Υπουργείου Ναυτιλίας και
Νησιωτικής Πολιτικής, μπορούν να εγκρίνονται οι προδιαγραφές για την εκπόνηση, αξιολόγηση και τροποποί-
ηση των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.
8. Όπου στη νομοθεσία αναφέρονται τα «Θαλάσσια Χωροταξικά Σχέδια», νοούνται μετά την 9η.12.2020,
ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4759/2020 (Α’ 245), τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια του παρόντος Κεφαλαίου.
Άρθρο 13
Ελάχιστες απαιτήσεις για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό
Για να επιτευχθούν οι στόχοι του άρθρου 10 και η συνεκτικότητα μεταξύ του θαλάσσιου χωροταξικού
σχεδιασμού και του χωροταξικού σχεδιασμού του χερσαίου χώρου, η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 κατά
την κατάρτιση της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής για τον Θαλάσσιο Χώρο και των Θαλάσσιων Χωροταξικών
Πλαισίων:
α) λαμβάνει υπόψη τις αλληλεπιδράσεις ξηράς θάλασσας,
β) λαμβάνει υπόψη τις περιβαλλοντικές, οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές παραμέτρους, καθώς και
ζητήματα κλιματικής αλλαγής και ασφάλειας,
γ) θέτει ως στόχο τον ασφαλή ενεργειακό εφοδιασμό των νησιωτικών περιοχών και του ηπειρωτικού
τμήματος της χώρας,
δ) θέτει ως στόχο την προώθηση της συνεκτικότητας μεταξύ του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού και
των άλλων χωρικών σχεδίων και άλλων διαδικασιών, όπως η ολοκληρωμένη παράκτια διαχείριση περιοχών
ή ισοδύναμες επίσημες ή ανεπίσημες πρακτικές,
ε) εξασφαλίζει τη συμμετοχή των ενδιαφερόμενων φορέων, σύμφωνα με το άρθρο 15,
στ) οργανώνει τη χρησιμοποίηση των βέλτιστων διαθέσιμων δεδομένων, σύμφωνα με το άρθρο 16,
ζ) εξασφαλίζει τη διασυνοριακή συνεργασία με άλλα κράτη μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 17,
η) προωθεί τη συνεργασία με τρίτες χώρες, σύμφωνα με το άρθρο 18.
Άρθρο 14
Περιεχόμενο του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού
1. Ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός προσδιορίζει την κατανομή υφιστάμενων και μελλοντικών δρα-
στηριοτήτων και χρήσεων στον θαλάσσιο χώρο, για την επίτευξη των στόχων του άρθρου 10.
2. Στο πλαίσιο της παρ. 1 και κατ’ εφαρμογή της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 20, λαμβάνονται υπόψη οι
αλληλεπιδράσεις των δραστηριοτήτων και των χρήσεων, οι οποίες μπορεί μεταξύ άλλων να περιλαμβάνουν:
α) την αλιεία,
β) την υδατοκαλλιέργεια,
γ) τις θαλάσσιες αιολικές εγκαταστάσεις,
δ) τις εγκαταστάσεις, τις υποδομές και τα υποθαλάσσια έργα για την έρευνα, εκμετάλλευση και εξόρυξη
πετρελαίου, φυσικού αερίου, άλλων ενεργειακών πόρων, πρώτων υλών, ορυκτών και αδρανών υλικών, καθώς
και για την παραγωγή ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές και συμβατικές πηγές,
ε) τις θαλάσσιες οδούς και τις κυκλοφοριακές ροές,
στ) τις λιμενικές εγκαταστάσεις κάθε είδους,
ζ) τις περιοχές διεξαγωγής στρατιωτικών ασκήσεων,
η) τις προστατευόμενες περιοχές και τις περιοχές όπου εφαρμόζονται η νομοθεσία για την προστασία της βι-
οποικιλότητας και τα κρίσιμα ενδιαιτήματα των ειδών, καθώς και οι σχετικές διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες,
θ) την επιστημονική έρευνα,
ι) τις οδεύσεις υποβρύχιων καλωδίων και αγωγών,
ια) τον τουρισμό,
ιβ) τους προστατευόμενους ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους και τα ενάλια μνημεία, σύμφωνα με τον Κώ-
δικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021,
Α’ 220).
3. Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια αποτελούν σύνολα κειμένων, χαρτών ή και διαγραμμάτων, με τα οποία
παρέχονται κατευθύνσεις χωρικής ανάπτυξης και οργάνωσης σε επίπεδο για τις θαλάσσιες χωρικές ενότητες
και, όπου απαιτείται, ρυθμίσεις, ιδίως, για:
α) την αποτίμηση, ανάδειξη και αξιοποίηση των ιδιαίτερων αναπτυξιακών και εν γένει χωρικών χαρακτηρι-
στικών κάθε θαλάσσιας χωρικής ενότητας για την ισότιμη ένταξή της στον εθνικό, ενωσιακό και διεθνή χώρο,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263516
β) τη χωρική διάρθρωση των βασικών παραγωγικών τομέων και κλάδων που χωροθετούνται στον θα-
λάσσιο χώρο,
γ) τη χωρική διάρθρωση των θαλάσσιων δικτύων μεταφορών και της λοιπής τεχνικής υποδομής που
αναπτύσσεται στη θάλασσα,
δ) τη διάρθρωση των θαλάσσιων χωρικών ενοτήτων σε επιμέρους ζώνες ή κατηγορίες,
ε) την ανάδειξη, προβολή και προστασία της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς,
στ) τον προσδιορισμό ενεργών παρεμβάσεων και προγραμμάτων χωροταξικού χαρακτήρα,
ζ) την προστασία του πολιτιστικού και φυσικού περιβάλλοντος και του τοπίου.
4. Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια συνοδεύονται από Πρόγραμμα Έργων, Ενεργειών και Προτεραιοτή-
των, στο οποίο εξειδικεύονται οι απαιτούμενες για την εφαρμογή τους ενέργειες, έργα, ρυθμίσεις, μέτρα και
προγράμματα, καθώς και οι φορείς και το χρονοδιάγραμμα εφαρμογής τους.
5. α) Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια δεσμεύονται από τις ρυθμίσεις και εναρμονίζονται προς τις κατευ-
θύνσεις των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων (Ε.Χ.Π.), τις οποίες συντονίζουν στο χωρικό πεδίο εφαρμογής
τους, εξειδικεύουν, συμπληρώνουν και τροποποιούν, μόνον εφόσον παρέχεται ρητώς η δυνατότητα αυτή
από το Ε.Χ.Π..
β) Κατά την κατάρτισή τους λαμβάνονται υπόψη η Εθνική Χωρική Στρατηγική, το περιφερειακό πρόγραμμα
δημόσιων επενδύσεων, τα προγράμματα περιφερειακής ανάπτυξης, το Περιφερειακό Σχέδιο Προσαρμογής
στην Κλιματική Αλλαγή, το Εθνικό Σχέδιο Προσαρμογής στην Κλιματική Αλλαγή, το Εθνικό Σχέδιο για την
Ενέργεια και το Κλίμα, τα Πλαίσια Διαχείρισης Έκτακτων Αναγκών, η Εθνική Λιμενική Πολιτική, η νησιωτική
πολιτική, καθώς και άλλα γενικά ή ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα, πολιτικές και στρατηγικές που επηρεά-
ζουν τη διάρθρωση και ανάπτυξη του χώρου.
γ) Κατά την κατάρτιση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων εξετάζονται ζητήματα αλληλεπίδρασης και
επικαλύψεων μεταξύ όμορων Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων.
δ) Αν διαπιστωθούν ασάφειες ή αντικρουόμενες κατευθύνσεις μεταξύ όμορων Θαλάσσιων Χωροταξικών
Πλαισίων, συγκαλείται, κατόπιν παραπομπής από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή τον Γενικό Γραμμα-
τέα Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το Κεντρικό
Συμβούλιο Χωροταξικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΧΩ.Θ.Α.), το οποίο γνωμοδοτεί για την άρση της
ασάφειας ή των αντικρουόμενων κατευθύνσεων. Κατόπιν τροποποιούνται τα αντίστοιχα Θαλάσσια Χωροταξικά
Πλαίσια, στα σημεία που κρίθηκε απαραίτητο, σύμφωνα με τη διαδικασία με την οποία είχαν εγκριθεί.
6. Στον αναπτυξιακό σχεδιασμό κάθε περιφέρειας, όπως αποτυπώνεται στο τετραετές επιχειρησιακό πρό-
γραμμα του άρθρου 268 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), περιλαμβάνονται κατά προτεραιότητα τα έργα και οι δράσεις
που προωθούν την εφαρμογή των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων, κατά το τμήμα της ακτογραμμής των
θαλάσσιων χωρικών ενοτήτων που αντιστοιχεί στην κατά περίπτωση περιφέρεια, σύμφωνα και με το πρό-
γραμμα ενεργειών και προτεραιοτήτων των τελευταίων.
7.α) Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια εκπονούνται υπό την εποπτεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας.
β) Το Εθνικό Συμβούλιο Χωροταξίας του άρθρου 456 διατυπώνει γνώμη σχετικά με το περιεχόμενο των
εκπονούμενων Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από την υποβολή της
σχετικής εισήγησης από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η άπρακτη
πάροδος της ανωτέρω προθεσμίας δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας.
γ) Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια υπόκεινται σε διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης
και εγκρίνονται μαζί με τις σχετικές Στρατηγικές Μελέτες Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.) με κοινή
απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Η διαδικασία
διαβούλευσης των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων και των οικείων Σ.Μ.Π.Ε. είναι ενιαία.
8. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή των Θαλάσσιων
Χωροταξικών Πλαισίων. Για τον σκοπό αυτόν, συντάσσει ανά πενταετία τουλάχιστον εκθέσεις παρακολού-
θησης, στις οποίες αναφέρονται ο τρόπος εφαρμογής, τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν, καθώς και ο
βαθμός ενσωμάτωσης των κατευθύνσεών τους στα υποκείμενα επίπεδα σχεδιασμού. Στις ίδιες εκθέσεις
υποδεικνύονται ενέργειες και δράσεις που απαιτούνται, κατά περίπτωση, για την αποτελεσματική εφαρμογή
των περιφερειακών στρατηγικών και κατευθύνσεων και επισημαίνονται ενέργειες και δράσεις που δεν εναρ-
μονίζονται με αυτές τις κατευθύνσεις.
Τα πορίσματα των εκθέσεων αυτών διαβιβάζονται στα συναρμόδια υπουργεία, στις περιφέρειες και τους
φορείς και υπηρεσίες, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη στις δράσεις και τα έργα που άπτονται των αρ-
μοδιοτήτων τους.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3517Τεύχος A’ 88/08.06.2026
9. Τα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια δεν αναθεωρούνται προτού παρέλθει πενταετία από την έγκριση
ή την προηγούμενη αναθεώρησή τους. Πριν από την πάροδο της πενταετίας είναι κατ’ εξαίρεση δυνατή η
τροποποίησή τους, με στόχο τη βελτίωση και επικαιροποίησή τους, προκειμένου να:
α) αντιμετωπισθούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή εφαρμογή προγραμμάτων διεθνούς,
ευρωπαϊκού, διασυνοριακού, διακρατικού ή διαπεριφερειακού χαρακτήρα,
β) αντιμετωπισθούν εξαιρετικές ανάγκες από φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές και κινδύνους, στο
επίπεδο της οικείας θαλάσσιας χωρικής ενότητας,
γ) επέλθουν ήσσονος σημασίας αλλαγές που απαιτούνται για την επίτευξη των αποτελεσμάτων τους,
εφόσον από τις εκθέσεις αξιολόγησης προκύπτει ότι η εφαρμογή τους δεν έχει οδηγήσει στα αποτελέσματα
που επιδιώκονται,
δ) αντιμετωπισθούν εξαιρετικές και απρόβλεπτες ανάγκες και νέα δεδομένα, για έργα τα οποία δεν περι-
λαμβάνονταν στον αρχικό σχεδιασμό,
ε) προσαρμοσθούν σε νομοθετικές τροποποιήσεις μεταγενέστερες της έγκρισής τους ή σε νέα δεδομένα
και κατευθύνσεις χωρικού σχεδιασμού που προκύπτουν από την έγκριση, αναθεώρηση ή τροποποίηση Ειδι-
κών Χωροταξικών Πλαισίων.
Για την αναθεώρηση και τροποποίηση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων ακολουθείται η διαδικα-
σία της παρ. 7. Δεν απαιτείται να ακολουθηθεί η διαδικασία στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτίμησης, αν οι
αλλαγές είναι ήσσονος σημασίας.
10. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να επέρχονται εντοπισμένες και μη
ουσιώδεις μεταβολές στα εγκεκριμένα Θαλάσσια Χωροταξικά Πλαίσια, όπως διορθώσεις σφαλμάτων, απο-
σαφηνίσεις διατυπώσεων, εναρμόνιση κειμένων και διαγραμμάτων.
11. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζονται το είδος των απαι-
τούμενων ειδικών μελετών για την κατάρτιση των Θαλάσσιων Χωροταξικών Πλαισίων, οι προδιαγραφές
εκπόνησης, οι ειδικότητες των μελετητών και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εκπόνηση, τον έλεγχο και την
εφαρμογή τους.
Άρθρο 15
Δημόσια διαβούλευση - Συμμετοχή του κοινού
1. Η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 εξασφαλίζει, ήδη κατά το πρώιμο στάδιο κατάρτισης του θαλάσσιου
χωροταξικού σχεδιασμού, τη δυνατότητα συμμετοχής σε δημόσια διαβούλευση των δημόσιων αρχών, των
ενδιαφερόμενων φορέων και του κοινού. Η διαδικασία δημόσιας διαβούλευσης πραγματοποιείται ως εξής:
α) ως προς την εθνική χωρική στρατηγική για τον θαλάσσιο χώρο:
αα) η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 ενημερώνει τα συναρμόδια υπουργεία σχετικά με την έναρξη της
διαδικασίας εκπόνησης της εθνικής χωρικής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο, ώστε να διασφαλίζει, κατά
τη διαμόρφωση του σχεδίου, τη συνεργασία με τις εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές,
αβ) το σχέδιο της εθνικής χωρικής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο τίθεται σε δημόσια διαβούλευση,
σύμφωνα με το άρθρο 61 του ν. 4622/2019 (Α’ 133). Τα δύο στάδια λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα, με συνολική
διάρκεια δύο (2) μηνών,
β) ως προς τα θαλάσσια χωροταξικά πλαίσια:
βα) η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 ενημερώνει τα συναρμόδια υπουργεία σχετικά με την έναρξη της διαδι-
κασίας εκπόνησης του θαλάσσιου χωροταξικού πλαισίου, ώστε να διασφαλίζει, σε επίπεδο συνδιαμόρφωσης
σχεδίου, τη συνεργασία με τις εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές. Παράλληλα, ενημερώνει τις οικείες περιφέρειες,
ββ) το θαλάσσιο χωροταξικό πλαίσιο τίθεται σε δημόσια διαβούλευση, για χρονικό διάστημα δύο (2) μηνών.
2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με
τη διαδικασία για την εφαρμογή της παρ. 1.
Άρθρο 16
Χρήση και ανταλλαγή δεδομένων
1. Η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 οργανώνει και χρησιμοποιεί τα βέλτιστα διαθέσιμα δεδομένα και συ-
ντονίζει τη διαδικασία της απαιτούμενης ανταλλαγής των πληροφοριών, για την κατάρτιση των θαλάσσιων
χωροταξικών σχεδίων.
2. Τα δεδομένα της παρ. 1 είναι δυνατόν να περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων:
α) περιβαλλοντικά, κοινωνικά και οικονομικά δεδομένα, καθώς και εν γένει δεδομένα της πολιτιστικής
κληρονομιάς, που έχουν συλλεχθεί σύμφωνα με την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία που διέπει τις δραστη-
ριότητες του άρθρου 14,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263518
β) φυσικά δεδομένα για τα θαλάσσια ύδατα.
3. Κατά την εφαρμογή της παρ. 1, η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 χρησιμοποιεί τα σχετικά μέσα και εργαλεία,
περιλαμβανομένων αυτών που είναι ήδη διαθέσιμα σύμφωνα με τον ν. 3882/2010 (Α’ 166), την Ολοκληρωμένη
Θαλάσσια Πολιτική και άλλες συναφείς πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου
Υπουργού μπορεί να καθορίζεται κάθε θέμα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 17
Συνεργασία μεταξύ κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης
1. Στο πλαίσιο της διαδικασίας σχεδιασμού και διαχείρισης, η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 συνεργάζεται
με τις αντίστοιχες αρμόδιες αρχές των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα οποία η Ελληνική Δη-
μοκρατία μοιράζεται θαλάσσια ύδατα με σκοπό να διασφαλίζεται ότι ο θαλάσσιος χωροταξικός σχεδιασμός
είναι συντονισμένος και έχει συνοχή σε όλη την εν λόγω θαλάσσια περιοχή. Η συνεργασία λαμβάνει υπόψη,
ιδίως, ζητήματα διακρατικού χαρακτήρα.
2. Η συνεργασία σύμφωνα με την παρ. 1 επιδιώκεται μέσω:
α) υφιστάμενων περιφερειακών θεσμικών δομών συνεργασίας, όπως οι περιφερειακές συμβάσεις για τη
θάλασσα, ή/και
β) δικτύων ή δομών των αρμόδιων αρχών των κρατών μελών, ή/και
γ) οποιασδήποτε άλλης μεθόδου που πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 1, όπως στο πλαίσιο των στρατη-
γικών για τις θαλάσσιες λεκάνες.
Άρθρο 18
Συνεργασία με τρίτες χώρες
Η αρμόδια αρχή του άρθρου 20, όταν αναπτύσσει δράσεις που αφορούν τον θαλάσσιο χωροταξικό σχε-
διασμό στις οικείες θαλάσσιες περιοχές, καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια για τη δημιουργία πλαισίου
συνεργασίας με τρίτες χώρες, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συμβάσεις, όπως με την αξιοποί-
ηση υφιστάμενων διεθνών φόρουμ ή με περιφερειακή θεσμική συνεργασία, μεταξύ των οποίων εντάσσεται
η Σύμβαση για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος και των παράκτιων περιοχών της Μεσογείου
(Σύμβαση της Βαρκελώνης), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 855/1978 (Α’ 235).
Άρθρο 19
Παρακολούθηση του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού
Η αρμόδια αρχή του άρθρου 20 διαβιβάζει υποχρεωτικά στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και σε οποιαδήποτε
άλλα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ύστερα από αίτημα, αντίγραφα της εθνικής χωρι-
κής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωροταξικών πλαισίων, συμπεριλαμβανομένου
σχετικού επεξηγηματικού υλικού για την εφαρμογή του νόμου, εντός (3) μηνών από την έγκρισή τους. Η ίδια
υποχρέωση ισχύει και για τις επακόλουθες επικαιροποιήσεις και αναθεωρήσεις της εθνικής χωρικής στρατη-
γικής για τον θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωροταξικών σχεδίων.
Άρθρο 20
Αρμόδια αρχή
1. Αρμόδια αρχή ορίζεται ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Ειδικότερα, η αρμόδια αρχή έχει τις
εξής αρμοδιότητες:
α) σχεδιάζει, εντός των θαλάσσιων υδάτων και παράκτιων ζωνών, την έκταση και το περιεχόμενο του
θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού,
β) μεριμνά, σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, για την κατάρτιση της εθνικής χωρικής στρατηγι-
κής για τον θαλάσσιο χώρο και των θαλάσσιων χωροταξικών πλαισίων, στο πλαίσιο εφαρμογής του παρόντος,
γ) αξιολογεί την εφαρμογή του θαλάσσιου χωροταξικού σχεδιασμού κατ’ εφαρμογή της παρ. 3 του άρθρου
11 και εκκινεί τη διαδικασία τροποποίησης ή αναθεώρησής του, σύμφωνα με το άρθρο 12,
δ) διαβουλεύεται με τις συναφείς αρχές άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τρίτων χωρών
στο πλαίσιο εφαρμογής των άρθρων 17 και 18 για τη διαμόρφωση συνεργασίας και κοινής προσέγγισης,
καθώς και τον συντονισμό των δράσεών τους που αφορούν τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό, σύμφωνα
με τις γενικές κατευθύνσεις της εθνικής χωρικής στρατηγικής για τον θαλάσσιο χώρο,
ε) εξασφαλίζει κάθε πρόσφορο μέσο, διαδικασία, μηχανισμό ή πρόγραμμα για την εφαρμογή του παρόντος,
στ) λαμβάνει κάθε αναγκαίο μέτρο για τη διασφάλιση της συντονισμένης εφαρμογής του θαλάσσιου χω-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3519Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ροταξικού σχεδιασμού από τις εμπλεκόμενες δημόσιες αρχές και φορείς σε όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης
(εθνικό, περιφερειακό και διεθνές ή διακρατικό επίπεδο),
ζ) αποτελεί σημείο επαφής προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα αρμόδια όργανά της για θέματα που αφορούν
την εφαρμογή της Οδηγίας 2014/89/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου
2014, περί θεσπίσεως πλαισίου για τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό (L 257),
η) συμμετέχει σε εθνικά, διακρατικά και διασυνοριακά προγράμματα, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της,
θ) εποπτεύει και συντονίζει προγράμματα και μελέτες που άπτονται του χωρικού σχεδιασμού και υλοποι-
ούνται στον εθνικό θαλάσσιο και παράκτιο χώρο,
ι) οφείλει να ενημερώνει την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για μεταβολές των πληροφοριών που αφορούν τη νομική
και διοικητική της υπόσταση, σύμφωνα με το Παράρτημα του άρθρου 36 του ν. 4546/2018 (Α’ 101), εντός έξι
(6) μηνών από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της μεταβολής.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται η αρμόδια υπηρεσία για την εφαρ-
μογή του παρόντος και μεταβιβάζεται σε αυτήν η άσκηση των σχετικών αρμοδιοτήτων.
2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να συνιστώνται στη Γενική Γραμματεία
Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος για την υποστήριξη του έργου της, μη αμειβόμενες ομάδες
εργασίας εμπειρογνωμόνων με συμμετοχή, κατά περίπτωση, εκπροσώπων εμπλεκόμενων δημόσιων αρχών
και φορέων, καθώς επίσης και επιστημονικών φορέων.
ΤΜΗΜΑ III
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΠΡΩΤΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ
Άρθρο 21
Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια
1. Τα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια (Τ.Π.Σ.) αποτελούν σύνολα κειμένων, χαρτών και διαγραμμάτων, με τα
οποία καθορίζονται το πρότυπο χωρικής οργάνωσης και ανάπτυξης και τα βασικά προγραμματικά μεγέθη,
όρια πολεοδομικών ενοτήτων και οικισμών, οι χρήσεις γης, οι όροι και περιορισμοί δόμησης, οι σημαντικές
πολεοδομικές παρεμβάσεις, Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή Δόμησης (Ζ.Υ.Σ.), ζώνες ειδικών πολεοδομικών
κινήτρων, το οδικό δίκτυο, τα λοιπά μεταφορικά, τεχνικά και περιβαλλοντικά δίκτυα και υποδομές, μέτρα προ-
σαρμογής στην κλιματική αλλαγή, μέτρα υποστηρικτικά της αντιμετώπισης έκτακτων αναγκών και διαχείρισης
συνεπειών φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών και λοιπών απειλών, καθώς και κάθε άλλο μέτρο, όρος
ή περιορισμός που απαιτείται για την ολοκληρωμένη χωρική ανάπτυξη και οργάνωση της περιοχής μελέτης.
2. Τα Τ.Π.Σ. καλύπτουν την έκταση μίας ή περισσοτέρων δημοτικών ενοτήτων ενός δήμου. Μπορεί, επίσης, να
καλύπτουν και την έκταση δημοτικών ενοτήτων που βρίσκονται σε όμορους δήμους, μετά από σχετικές αποφάσεις
των οικείων δημοτικών συμβουλίων. Τα Τ.Π.Σ. εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις των Περιφερειακών και των
Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων και περιλαμβάνουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την επίτευξη των σκοπών τους.
3. Με τα Τ.Π.Σ. καθορίζονται για κάθε δημοτική ενότητα οι ακόλουθες κατηγορίες περιοχών:
α) Οικιστικές Περιοχές (ΟΙΚ):
αα) Ως οικιστικές περιοχές νοούνται οι περιοχές που εξυπηρετούν τη διαβίωση και την οργανωμένη οι-
κονομική και κοινωνική ζωή και δραστηριότητα του ανθρώπου. Στις οικιστικές περιοχές περιλαμβάνονται
όλες οι πολεοδομημένες, εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, περιοχές, οι οικισμοί πριν από το 1923 ή με
πληθυσμό κάτω των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων, καθώς και οι προς πολεοδόμηση περιοχές. Περιλαμβά-
νονται επίσης οι Περιοχές Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.ΠΟ.) του άρθρου 24 του ν. 2508/1997
(Α’ 124) με χρήση πρώτης ή δεύτερης κατοικίας, οι Περιοχές Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής
Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.), οι Ειδικές Περιοχές Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης
(Ε.Π.Π.Α.Ι.Π.) και τα Ειδικά Σχέδια Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) των άρθρων
83, 89 και 100 αντιστοίχως.
αβ) Στις προς πολεοδόμηση περιοχές της κατηγορίας αυτής καθορίζονται με τα Τ.Π.Σ. όρια πολεοδομικών
ενοτήτων και η γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσής τους, ήτοι οι επιτρεπόμενες εντός αυτών κατηγορίες
χρήσεων γης, γενικών, και, κατά περίπτωση, ειδικών, η πυκνότητα, ο συντελεστής δόμησης, μέσος σε επίπεδο
πολεοδομικής ενότητας, και δυνητικά και τελικός για συγκεκριμένα τμήματα της πολεοδομικής ενότητας,
και οι λοιποί όροι και περιορισμοί δόμησης, καθώς και η γενική εκτίμηση των αναγκών κάθε πολεοδομικής
ενότητας σε κοινόχρηστους χώρους, κοινωφελείς εξυπηρετήσεις και εν γένει δημόσιες υποδομές και δίκτυα.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263520
αγ) Οι οικισμοί πριν από το 1923 ή με πληθυσμό κάτω των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων μπορούν να
οριοθετούνται όταν δεν είναι οριοθετημένοι και μπορούν να καθορίζονται ως περιοχές προς πολεοδόμηση.
β) Περιοχές παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων (Π.Ε.Δ.):
βα) Ως Π.Ε.Δ. μπορεί να καθορίζονται οι εντός ή και εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχές, οι
οποίες, ενόψει της θέσης, των υφιστάμενων χρήσεων, λειτουργιών και υποδομών, καθώς και των λοιπών χω-
ρικών τους χαρακτηριστικών, προσφέρονται για τη χωροθέτηση μεμονωμένων ή οργανωμένων παραγωγικών
και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων. Οι περιοχές αυτές είναι δυνατόν να πολεοδομούνται ανάλογα με το
ιδιαίτερο καθεστώς που τις διέπει.
ββ) Στις περιοχές αυτές με το Τ.Π.Σ. καθορίζονται οι επιτρεπόμενες εντός αυτών κατηγορίες χρήσεων γης, ο
συντελεστής δόμησης, καθώς και οι λοιποί όροι και περιορισμοί δόμησης που απαιτούνται για την ανάπτυξή
τους.
βγ) Στις περιοχές της κατηγορίας αυτής εντάσσονται, σύμφωνα με τις ειδικές διατάξεις που τις διέπουν,
και εγκεκριμένα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α.), Ειδικά Σχέδια Χωρικής
Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.), Επιχειρηματικά Πάρκα, άλλοι οργανωμένοι υποδοχείς
δραστηριοτήτων, Σύνθετα Τουριστικά Καταλύματα και Μικτά Τουριστικά Καταλύματα Μικρής Κλίμακας. Οι
περιοχές αυτές μπορούν να ενσωματώνονται στο Τ.Π.Σ. χωρίς τροποποιήσεις.
γ) Περιοχές Προστασίας (ΠΕ.Π.) και Περιοχές με ειδικό νομικό καθεστώς (Π.Ε.Κ.):
γα) Ως Π.Ε.Π. μπορεί να καθορίζονται οι περιοχές, οι οποίες διαθέτουν ιδιαιτέρως αξιόλογα φυσικά ή πο-
λιτιστικά στοιχεία που χρήζουν προστασίας, προβολής και ανάδειξης. Οι περιοχές αυτές οριοθετούνται και
καθορίζονται οι επιτρεπόμενες εντός αυτών κατηγορίες χρήσεων γης, ο συντελεστής δόμησης και οι λοιποί
όροι και περιορισμοί ή και απαγορεύσεις στις χρήσεις γης και στη δόμηση, καθώς και στην εν γένει άσκηση
δραστηριοτήτων και λειτουργιών, για λόγους προστασίας του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος και του
τοπίου.
γβ) Στις περιοχές αυτές εντάσσονται και εκτάσεις που υπάγονται σε ειδικά νομικά καθεστώτα προστασίας
(Π.Ε.Κ.), όπως χώροι αρχαιολογικού ή ιστορικού ενδιαφέροντος, δάση και δασικές εκτάσεις, αιγιαλός και παρα-
λία, ποταμοί, λίμνες, ρέματα, καθώς και προστατευόμενες περιοχές του άρθρου 19 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), οι
οποίες διέπονται, όσον αφορά στις χρήσεις γης και τους όρους δόμησης, από τα ειδικά καθεστώτα προστασίας
τους. Οι περιοχές αυτές ενσωματώνονται στο Τ.Π.Σ., χωρίς να μεταβάλλεται το προστατευτικό τους καθεστώς.
Στην κατηγορία αυτή συμπεριλαμβάνονται και οι περιοχές που έχουν χαρακτηρισθεί, με διοικητική πράξη, ως
περιοχές αγροτικής ή γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας.
δ) Περιοχές ελέγχου χρήσεων γης:
Ως Περιοχές ελέγχου χρήσεων νοούνται οι μη πολεοδομημένες και προς πολεοδόμηση, εκτός σχεδίου και
εκτός ορίων οικισμών, περιοχές, πέριξ των οικιστικών περιοχών ή των περιοχών παραγωγικών και επιχειρημα-
τικών δραστηριοτήτων, που δεν εμπίπτουν σε μία από τις περ. α), β) και γ) για τις οποίες καθορίζονται ειδικοί
περιορισμοί στις χρήσεις γης και στους όρους δόμησης, με σκοπό την ορθολογική κατανομή και συσχέτιση
των χρήσεων γης, ώστε να αποφεύγονται πιθανές μεταξύ τους συγκρούσεις και ανεξέλεγκτη κατανάλωση
φυσικών πόρων.
4. Μετά από την έγκριση των Τ.Π.Σ., κάθε οικιστική, παραγωγική ή άλλη ανάπτυξη επιτρέπεται, μόνον
εφόσον είναι συμβατή με τις χρήσεις γης και τους λοιπούς όρους και περιορισμούς που καθορίζονται με αυτά.
5. Σε περιοχές που έχουν ήδη πολεοδομηθεί, οι χρήσεις γης που καθορίζονται με τα Τ.Π.Σ., κατισχύουν
αυτών που είχαν καθορισθεί με το ρυμοτομικό σχέδιο, χωρίς κατ’ αρχήν να απαιτείται η αναθεώρηση του
υφισταμένου ρυμοτομικού σχεδίου, προκειμένου οι χρήσεις του να προσαρμοσθούν στις χρήσεις του Τ.Π.Σ..
Αναθεώρηση του ρυμοτομικού σχεδίου χωρεί μόνον εάν απαιτείται περαιτέρω εξειδίκευση των χρήσεων
γης που καθορίζονται με το νέο Τ.Π.Σ., όπως όταν πρόκειται για τον καθορισμό νέου ή τον αποχαρακτηρισμό
εγκεκριμένου κοινόχρηστου ή κοινωφελούς χώρου. Το Τ.Π.Σ. δύναται επίσης να τροποποιεί και να αναδια-
μορφώνει τους ισχύοντες όρους δόμησης.
6. Κατά τη διαδικασία εκπόνησης των Τ.Π.Σ., με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που
εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.), μπορεί να αναστέλλεται η χορήγηση οικοδομικών αδειών ή και
εργασιών στην περιοχή ή σε τμήματά της και να απαγορεύονται οι κατατμήσεις των ιδιοκτησιών πέρα από
το οριζόμενο στην ίδια απόφαση όριο εμβαδού. Η κατά το πρώτο εδάφιο αναστολή και απαγόρευση ισχύει
μέχρι την έγκριση του Τ.Π.Σ. και πάντως για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τα δύο (2) έτη.
Περαιτέρω παράταση της αναστολής αυτής είναι δυνατόν να χορηγείται για ένα (1) ακόμα έτος, με αιτιολο-
γημένη απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εφόσον διαπιστωθεί ότι οι εργασίες εκπόνησης
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3521Τεύχος A’ 88/08.06.2026
του Τ.Π.Σ. έχουν σημαντική πρόοδο, με αποκλειστικό σκοπό την ολοκλήρωση και έγκρισή του. Ο συνολικός
χρόνος ισχύος των ανωτέρω αποφάσεων δεν δύναται σε καμία περίπτωση να υπερβαίνει τα τρία (3) έτη.
7. α) Η κίνηση της διαδικασίας για τη σύνταξη Τ.Π.Σ. γίνεται είτε από τον οικείο δήμο είτε από το Υπουργείο
Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τα Τ.Π.Σ. υπόκεινται σε διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης.
β) Η έγκριση των Τ.Π.Σ. γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περι-
βάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνώμη του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. Η αρμόδια υπηρεσία και το ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.
ελέγχουν και την εναρμόνιση του περιεχομένου των Τ.Π.Σ. με τα Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια, καθώς
και την έλλειψη αντιφάσεων με αντίστοιχα σχέδια όμορων δημοτικών ενοτήτων.
Επίσης, με το ανωτέρω προεδρικό διάταγμα:
βα) εγκρίνονται οι περιβαλλοντικοί όροι που πρέπει να τηρούνται κατά την εφαρμογή των Τ.Π.Σ.,
ββ) οριοθετούνται προσωρινά οι οριογραμμές των υφιστάμενων, εντός των προς πολεοδόμηση περιοχών,
υδατορεμάτων,
βγ) εγκρίνεται προκαταρκτική μελέτη γεωλογικής καταλληλότητας στις περιοχές, για τις οποίες δεν υπάρχει
γεωλογική μελέτη.
8. Όρια και ρυθμίσεις εγκεκριμένων Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), που έχουν καθορισθεί σύμφωνα
με το άρθρο 274, περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο των Τ.Π.Σ. και μπορεί να τροποποιούνται με τα προεδρι-
κά διατάγματα έγκρισής τους, εφόσον τούτο κρίνεται πολεοδομικώς απαραίτητο για την κάλυψη αναγκών
οικιστικής, παραγωγικής ή επιχειρηματικής ανάπτυξης και ανασυγκρότησης εντός της οικείας δημοτικής
ενότητας. Μετά από την έγκριση των Τ.Π.Σ., οι Ζ.Ο.Ε. που έχουν ενσωματωθεί σε αυτά, παύουν να ισχύουν ως
αυτοτελείς ρυθμίσεις και ισχύουν οι ρυθμίσεις του Τ.Π.Σ..
9. Όρια και ρυθμίσεις προεδρικών διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 4 του
ν. 1577/1985 (Α’ 210), περιλαμβάνονται στο περιεχόμενο του Τ.Π.Σ. και μπορεί να συμπληρώνονται ή να τρο-
ποποιούνται με τα προεδρικά διατάγματα της περ. β) της παρ. 7, σύμφωνα με όσα προβλέπονται στην παρ. 2
του άρθρου 200.
10. Η οικεία περιφέρεια παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή των ρυθμίσεων των Τ.Π.Σ. Για τον
σκοπό αυτό, συντάσσει ανά πενταετία τουλάχιστον εκθέσεις αξιολόγησης, με τις οποίες αποτιμάται ο τρόπος
εφαρμογής των κατευθύνσεων και ρυθμίσεων των ανωτέρω σχεδίων, καταγράφονται αστοχίες, αδυναμίες και
προβλήματα που εντοπίστηκαν κατά την εφαρμογή τους και διατυπώνονται προτάσεις αντιμετώπισής τους.
Με τις εκθέσεις αξιολόγησης καταγράφεται επίσης η αναγκαιότητα προσαρμογής του Τ.Π.Σ. σε νέα δεδομέ-
να, καθώς και σε κατευθύνσεις που προκύπτουν από την έγκριση, αναθεώρηση ή τροποποίηση Ειδικών και
Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων. Οι ανωτέρω εκθέσεις κοινοποιούνται στον οικείο δήμο, στην οικεία
αποκεντρωμένη διοίκηση και στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, προκειμένου να λαμβάνονται
υπόψη σε σχετικές ενέργειες και δράσεις που άπτονται των σχετικών αρμοδιοτήτων τους.
11. Τα Τ.Π.Σ. δεν αναθεωρούνται προτού παρέλθει πενταετία από την έγκρισή τους. Πριν από την πάροδο
της πενταετίας είναι κατ’ εξαίρεση δυνατή η τροποποίησή τους, προκειμένου να:
α) αντιμετωπιστούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή εφαρμογή προγραμμάτων και δρά-
σεων διεθνούς, ευρωπαϊκού, διακρατικού, διαπεριφερειακού ή διαδημοτικού χαρακτήρα,
β) αντιμετωπιστούν εξαιρετικές πολεοδομικές ανάγκες από φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές και
κινδύνους,
γ) αντιμετωπιστούν πρόσθετες ανάγκες σε κοινωνικό εξοπλισμό,
δ) αντιμετωπιστούν εξαιρετικές και απρόβλεπτες ανάγκες και νέα δεδομένα που αφορούν στην εφαρμογή
σχεδίων, έργων και προγραμμάτων ή παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας ή στρατηγικής σημασίας,
ε) προσαρμοστούν σε νομοθετικές τροποποιήσεις μεταγενέστερες της έγκρισής τους ή σε νέα δεδομένα
και κατευθύνσεις χωρικού σχεδιασμού που προκύπτουν από την έγκριση, αναθεώρηση ή τροποποίηση Ει-
δικών Χωροταξικών Πλαισίων και
στ) ενσωματώσουν νέα αρχαιολογικά δεδομένα και επικαιροποιημένο θεσμικό πλαίσιο προστασίας των
υφιστάμενων αρχαιοτήτων και μνημείων. Τα Τ.Π.Σ. μπορούν να αναθεωρούνται σε κάθε περίπτωση μετά από
την πάροδο δέκα (10) ετών από την ημερομηνία, κατά την οποία έγινε η ανάθεση της μελέτης, βάσει της οποί-
ας συντάχθηκαν. Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.) και Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής
Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) του ν. 2508/1997 (Α’ 124) μπορεί να αναθεωρηθούν ή να τροποποιηθούν χωρίς να ισχύουν
οι πιο πάνω προθεσμίες και προϋποθέσεις. Για την αναθεώρηση και τροποποίηση των Τ.Π.Σ. ακολουθείται η
διαδικασία της παρ. 7. Δεν απαιτείται να ακολουθηθεί η διαδικασία της στρατηγικής περιβαλλοντικής εκτί-
μησης, εφόσον οι αλλαγές είναι ήσσονος σημασίας και διαπιστωθεί, κατά τον διενεργούμενο περιβαλλοντικό
προέλεγχο, ότι δεν ενδέχεται να έχουν σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263522
12. Η αναθεώρηση και τροποποίηση των Γ.Π.Σ. και Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. γίνεται κατά τις διατάξεις του παρόντος.
13. Όπου στην κείμενη νομοθεσία αναφέρεται το «Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο» ή το «Σχέδιο Χωρικής και
Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης» ή το «Τοπικό Χωροταξικό Σχέδιο» νοείται εφεξής το Τοπικό Πολεο-
δομικό Σχέδιο του παρόντος.
14. Τα Γ.Π.Σ. και Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π., που ισχύουν κατά την 28η.11.2023, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 5069/2023
(Α’ 193), δύνανται να τροποποιούνται σημειακά μέχρι την έγκριση των Τ.Π.Σ., σύμφωνα με τα άρθρα 4 και 5
του ν. 2508/1997.
Για τη σημειακή τροποποίηση υποβάλλεται φάκελος Περιβαλλοντικού Προελέγχου σύμφωνα με το άρθρο
5 της υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/28.8.2006 κοινής απόφασης των υπουργών Εσωτερικών, Δη-
μόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων
Έργων «Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων, σε συμμόρφωση
με τις διατάξεις της οδηγίας 2001/42/ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμέ-
νων σχεδίων και προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001»
(Β’ 1225). Στις περιπτώσεις σημειακής τροποποίησης Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π., τα οποία δεν έχουν υποβληθεί σε
διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης, ακολουθείται η διαδικασία φακέλου περιβαλλοντικού
προελέγχου, σύμφωνα με το άρθρο 5 της υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ. 107017/28.8.2006 κοινής από-
φασης για τη σημειακή τροποποίηση του Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π..
15. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του ΚΕ.ΣΥ.
ΠΟ.Θ.Α., μπορεί να γίνονται διορθώσεις σφαλμάτων, αποσαφηνίσεις διατυπώσεων, εναρμόνιση κειμένων και
διαγραμμάτων, εφόσον δεν συνιστούν τροποποίηση του Τ.Π.Σ..
Άρθρο 22
Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια
1. α) Για τη χωρική οργάνωση και ανάπτυξη περιοχών ανεξαρτήτως διοικητικών ορίων, που μπορεί να λει-
τουργήσουν ως υποδοχείς σχεδίων, έργων και προγραμμάτων υπερτοπικής κλίμακας ή στρατηγικής σημασίας,
για τις οποίες απαιτείται ειδική ρύθμιση των χρήσεων γης και των λοιπών όρων ανάπτυξής τους καταρτίζο-
νται Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (Ε.Π.Σ.). Τα Ε.Π.Σ. μπορεί να καταρτιστούν και: (α) για προγράμματα αστικής
ανάπλασης ή περιβαλλοντικής προστασίας ή αντιμετώπισης των συνεπειών από φυσικές καταστροφές, (β)
για περιοχές παρεμβάσεων στο πλαίσιο προγραμμάτων συγχρηματοδοτούμενων από την Ευρωπαϊκή Ένω-
ση, όπως οι Ολοκληρωμένες Χωρικές Παρεμβάσεις και (γ) σε περίπτωση ανάγκης ταχείας ολοκλήρωσης του
πολεοδομικού σχεδιασμού πρώτου επιπέδου από την πολιτεία, λόγω κρίσιμων χωρικών προβλημάτων που
επιβάλλουν την άμεση αντιμετώπιση ή την αποτροπή δημιουργίας τετελεσμένων καταστάσεων που οφείλονται
σε έλλειψη ή ανεπάρκεια πολεοδομικού σχεδιασμού.
Η περιοχή για την οποία καταρτίζεται ένα (1) Ε.Π.Σ. ονομάζεται περιοχή επέμβασης. Η περιοχή επέμβασης
μπορεί να αποτελείται από διακριτά (μη όμορα) τμήματα, εφόσον μεταξύ των επιμέρους τμημάτων της υπάρ-
χει λειτουργική ενότητα και εξυπηρετούνται οι στόχοι του Ε.Π.Σ.. Προϋπόθεση στην περίπτωση αυτή είναι να
ακολουθηθεί η διαδικασία προέγκρισης της περ. ε). Το σύνολο της δημοτικής ενότητας που περιλαμβάνει την
περιοχή επέμβασης αποτελεί την ευρύτερη περιοχή του Ε.Π.Σ.. Αν η περιοχή επέμβασης εμπίπτει στα διοικητικά
όρια περισσότερων δημοτικών ενοτήτων, το σύνολο των δημοτικών ενοτήτων αποτελεί την ευρύτερη περιοχή
του Ε.Π.Σ.. Αν τα όρια της περιοχής επέμβασης ταυτίζονται με τα διοικητικά όρια μιας δημοτικής ενότητας, η
συνολική έκταση του οικείου δήμου αποτελεί την ευρύτερη περιοχή της παρούσας.
Η περιοχή που περιβάλλει την περιοχή επέμβασης και βρίσκεται σε άμεση συσχέτιση με αυτήν λόγω της
αλληλεπίδρασης των πολεοδομικών και λοιπών λειτουργιών της ονομάζεται ζώνη άμεσης επιρροής.
β) Τα Ε.Π.Σ. αποτελούν σύνολα κειμένων, χαρτών και διαγραμμάτων με τα οποία καθορίζονται το πρότυπο
χωρικής οργάνωσης και ανάπτυξης και τα βασικά προγραμματικά μεγέθη, όρια πολεοδομικών ενοτήτων και
οικισμών, οι χρήσεις γης, οι όροι και περιορισμοί δόμησης, οι σημαντικές πολεοδομικές παρεμβάσεις, ζώνες
ειδικών πολεοδομικών κινήτρων, το οδικό δίκτυο, τα λοιπά μεταφορικά, τεχνικά και περιβαλλοντικά δίκτυα και
υποδομές, τα μέτρα προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή, μέτρα υποστηρικτικά της αντιμετώπισης έκτακτων
αναγκών και διαχείρισης συνεπειών φυσικών και τεχνολογικών καταστροφών και λοιπών απειλών, καθώς και
κάθε άλλο μέτρο, όρος ή περιορισμός που απαιτείται, ώστε να καταστεί η περιοχή επέμβασης κατάλληλη είτε για
τη δημιουργία οργανωμένων υποδοχέων δραστηριοτήτων είτε για την πραγματοποίηση των προγραμμάτων
και παρεμβάσεων της παρ. 1. Αν η περιοχή μελέτης του Ε.Π.Σ. περιλαμβάνει ολόκληρες δημοτικές ενότητες,
μπορεί επίσης να καθορίζονται σε αυτές Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή Δόμησης (Ζ.Υ.Σ.).
γ) Τα Ε.Π.Σ. εναρμονίζονται με τις κατευθύνσεις των Περιφερειακών και των Ειδικών Χωροταξικών Πλαισίων
και περιέχουν τις αναγκαίες ρυθμίσεις για την επίτευξη των σκοπών τους, εντός της περιοχής επέμβασης. Εκτός
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3523Τεύχος A’ 88/08.06.2026
της περιοχής επέμβασης είναι κατ’ εξαίρεση επιτρεπτό τα Ε.Π.Σ. να προσδιορίζουν υποδομές, μέτρα και όρους
που είναι αναγκαίοι για την οργανική ενσωμάτωση της περιοχής επέμβασης στην ευρύτερη περιοχή που την
περιβάλλει. Στην περίπτωση που με το Ε.Π.Σ. προσδιορίζεται κοινόχρηστη οδός, με την οποία επιτυγχάνεται
η οργανική ενσωμάτωση της περιοχής επέμβασης στη ζώνη άμεσης επιρροής ή και στην ευρύτερη περιοχή
και ειδικότερα η κυκλοφοριακή σύνδεση με το υφιστάμενο κοινόχρηστο οδικό δίκτυο, ισχύουν τα εξής:
γα) Η προσδιοριζόμενη κοινόχρηστη οδός αξιολογείται στο πλαίσιο της Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλ-
λοντικών Επιπτώσεων των προτεινομένων από την κύρια μελέτη ρυθμίσεων και κατευθύνσεων του Ε.Π.Σ..
γβ) Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων για τη διάνοιξη της νέας οδού ή τη βελτίωση της
χάραξης και των λοιπών τεχνικών χαρακτηριστικών υφισταμένης οδού, ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιω-
μάτων επ’ αυτών, ώστε να καταστεί η περιοχή επέμβασης κατάλληλη, είτε για τη δημιουργία οργανωμένων
υποδοχέων δραστηριοτήτων, είτε για την πραγματοποίηση των προγραμμάτων και παρεμβάσεων της παρ. 1.
γγ) Η απαλλοτρίωση κηρύσσεται με κοινή απόφαση των αρμοδίων οργάνων των Υπουργείων Ανάπτυξης,
Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών και Πολιτισμού
στην περίπτωση που η ζώνη απαλλοτρίωσης εμπίπτει σε περιοχή ελεγχόμενη βάσει του Κώδικα νομοθεσίας
για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’ 220), υπέρ του
Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) ή φορέων Γενικής Κυβέρνησης της περ. β) της
παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143) ή φυσικών προσώπων και με δαπάνη του υπερ ου η απαλλο-
τρίωση ή άλλου προσώπου, που ορίζεται με την πράξη κήρυξής της. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται ο Κώδικας
Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001, Α’ 17). Η προσδιοριζόμενη αποζημίωση βαρύνει
τον φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ..
γδ) Τα παρόδια στην κατά τα ανωτέρω προσδιοριζόμενη και υλοποιούμενη κοινόχρηστη οδό γήπεδα, δεν
αποκτούν οικοδομησιμότητα, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις δόμησης που θέτουν το π.δ. της 24/31.5.1985
(Δ’ 270) και το π.δ. της 6/17.10.1978 (Δ’ 538) ή άλλες ανάλογες διατάξεις. Η δυνατότητα και οι προϋποθέσεις
δόμησης των εν λόγω γηπέδων καθορίζονται στο πλαίσιο του προεδρικού διατάγματος έγκρισης ή αναθεώ-
ρησης του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) της δημοτικής ενότητας στην οποία εμπίπτουν.
δ) Τα Ε.Π.Σ. εντάσσονται στο ίδιο επίπεδο σχεδιασμού με τα Τ.Π.Σ. και μπορούν να περιλαμβάνουν ρυθμί-
σεις για όλα τα θέματα που ρυθμίζονται από Τ.Π.Σ. και να τροποποιούν τις ρυθμίσεις των εγκεκριμένων Τ.Π.Σ..
δα) Με τα Ε.Π.Σ. δύνανται να καθορίζονται ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης ακόμη και κατά παρέκκλιση
από τους ισχύοντες όρους και περιορισμούς δόμησης, καθώς και από τις διατάξεις του Νέου Οικοδομικού
Κανονισμού και της εκτός σχεδίου δόμησης, κατόπιν ειδικής μελέτης και σχετικής επιστημονικής τεκμηρίωσης.
ε) Πριν από την έγκριση ενός Ε.Π.Σ., με σκοπό να κριθεί η καταρχήν δυνατότητα χωροθέτησής του, είναι
δυνατόν να προηγηθεί η εξής διαδικασία προέγκρισης: μετά από υποβολή αίτησης προέγκρισης από τον
φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ., χορηγείται σχετική προέγκριση με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και
Ενέργειας, η οποία εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας Υπηρεσίας και σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού
Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.). Η απόφαση του πρώτου εδαφίου
εκδίδεται εντός επτά (7) εργάσιμων ημερών από την έκδοση της γνώμης του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α..
Η αίτηση συνοδεύεται από τεχνική έκθεση που περιλαμβάνει την πρόταση χωρικού προορισμού της πε-
ριοχής επέμβασης, τις κατευθύνσεις του ισχύοντος χωροταξικού σχεδιασμού, τις υφιστάμενες, θεσμικές και
πραγματικές, χρήσεις γης και τους όρους και περιορισμούς δόμησης στην περιοχή επέμβασης και στη ζώνη
άμεσης επιρροής, τα βασικά μεταφορικά και τεχνικά δίκτυα και περιβαλλοντικές υποδομές, τους κοινόχρηστους
και κοινωφελείς χώρους, και γενικά κάθε πληροφορία που είναι αναγκαία για την τεκμηρίωση της συγκεκρι-
μένης πρότασης χωρικής ανάπτυξης και σχετικούς χάρτες - υφιστάμενη κατάσταση και πρόταση - κλίμακας
ένα προς πέντε χιλιάδες (1: 5.000).
Η απόφαση του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. αφορά στην αναγκαιότητα του προτεινόμενου χωρικού προορισμού ενόψει
του ειδικού χαρακτήρα της επιδιωκόμενης ανάπτυξης και της κάλυψης αναγκών παραγωγικής ή επιχειρημα-
τικής ανάπτυξης και ανασυγκρότησης εντός της περιοχής επέμβασης, αφού λάβει υπόψη τους στόχους του
Ε.Π.Σ. και την εξασφάλιση της μη ανατροπής της πολεοδομικής και χωροταξικής λειτουργίας της ευρύτερης
περιοχής του Ε.Π.Σ.. Όταν με την προέγκριση προτείνονται ζώνες χρήσεων γης, σε κάθε ζώνη επιτρέπεται
καταρχήν να προτείνεται μόνο μία γενική χρήση. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατόν να προτείνονται περισσότερες
της μίας γενικές χρήσεις γης στην ίδια ζώνη. Η απόφαση προέγκρισης κρίνει αποκλειστικά την καταρχήν δυ-
νατότητα χωροθέτησης του Ε.Π.Σ. και δεν εξετάζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, οι οποίες κρίνονται στο
στάδιο της οριστικής έγκρισης αυτού.
Το ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α., στο πλαίσιο της διαδικασίας προέγκρισης, συνεδριάζει έξι (6) τουλάχιστον φορές ετησίως
σε τακτική συνεδρίαση, με αποκλειστικό σκοπό τη γνωμοδότηση επί αιτήσεων προέγκρισης και όσες φορές
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263524
απαιτείται εκτάκτως, ώστε να διασφαλισθεί ότι η διαδικασία αίτησης προέγκρισης περατώνεται υποχρεωτικά
εντός έξι (6) μηνών από την υποβολή της.
2.α) Για τα Ε.Π.Σ. εφαρμόζονται, κατά περίπτωση, οι πε ρ. α) έως δ) της παρ. 3 του άρθρου 21, σε συνάρ-
τηση με τους επιδιωκόμενους κάθε φορά στόχους. Καταγράφονται αναλυτικά τα προς ρύθμιση στοιχεία,
προκειμένου να επιτευχθούν οι επιδιωκόμενοι στόχοι στο πλαίσιο της πρότασης χωρικού προορισμού του
συγκεκριμένου Ε.Π.Σ..
β) Για τα Ε.Π.Σ. εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ. 4, 5, 7, και 8 του άρθρου 21 λαμβανομένων υπόψη του
χαρακτήρα της περιοχής επέμβασης και της δημοτικής ενότητας ή των δημοτικών ενοτήτων στις οποίες αυτή
εντάσσεται και των στόχων των Ε.Π.Σ..
3. α) Η κίνηση της διαδικασίας για τη σύνταξη Ε.Π.Σ. γίνεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας
ή από τον οικείο δήμο ή την οικεία περιφέρεια ή από τον φορέα υλοποίησης του σχεδίου, έργου ή προγράμ-
ματος. Τα Ε.Π.Σ. υπόκεινται σε διαδικασία Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης.
β) Η έγκριση των Ε.Π.Σ. γίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλ-
λοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνώμη του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.. Η αρμόδια υπηρεσία και τα αρμόδια συμβούλια
ελέγχουν και την εναρμόνιση του περιεχομένου των Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων με τα Περιφερειακά
Χωροταξικά Πλαίσια, καθώς και τη συμβατότητα με αντίστοιχα σχέδια (Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.),
Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.), Τ.Π.Σ., Ε.Π.Σ.) στην ίδια και σε όμορες
δημοτικές ενότητες.
Με το ίδιο προεδρικό διάταγμα εγκρίνονται και οι περιβαλλοντικοί όροι που πρέπει να τηρούνται κατά
την εφαρμογή των Ε.Π.Σ..
γ) Με το προεδρικό διάταγμα έγκρισης των Ε.Π.Σ. μπορεί να εγκρίνεται και το ρυμοτομικό σχέδιο εφαρμογής
ή να τροποποιείται εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή πολεοδομική μελέτη, όπου αυτό απαιτείται.
Αν ο φορέας κίνησης της διαδικασίας του Ε.Π.Σ. είναι κύριος της προς πολεοδόμηση έκτασης, η διαδικασία
δημοσιότητας της περ. β) της παρ. 4 του άρθρου 26 παραλείπεται.
δ) Ο φορέας κίνησης της διαδικασίας του Ε.Π.Σ. της περ. α) μπορεί να είναι κύριος μέρους ή του συνόλου
της περιοχής επέμβασης. Ειδικά για τις κατηγορίες Ε.Π.Σ. της παρ. 7, για την κυριότητα ή διασφάλιση της πε-
ριοχής επέμβασης εφαρμόζονται οι οικείες για κάθε κατηγορία διατάξεις.
4. Η οικεία περιφέρεια παρακολουθεί και αξιολογεί την εφαρμογή των ρυθμίσεων των Ε.Π.Σ. Για τον σκοπό
αυτόν, μπορεί να συντάσσει, μετά από την παρέλευση πενταετίας τουλάχιστον, εκθέσεις αξιολόγησης, με τις
οποίες αποτιμάται ο τρόπος εφαρμογής των κατευθύνσεων και ρυθμίσεων των ανωτέρω σχεδίων, καταγρά-
φονται αστοχίες, αδυναμίες και προβλήματα που εντοπίστηκαν κατά την εφαρμογή τους και διατυπώνονται
προτάσεις αντιμετώπισής τους. Με τις εκθέσεις αξιολόγησης καταγράφεται επίσης η αναγκαιότητα προσαρμο-
γής του Ε.Π.Σ. σε νέα δεδομένα, καθώς και σε κατευθύνσεις που προκύπτουν από την έγκριση, αναθεώρηση ή
τροποποίηση Ειδικών και Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων. Οι ανωτέρω εκθέσεις κοινοποιούνται στον
οικείο δήμο, στην οικεία αποκεντρωμένη διοίκηση και στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθώς και
στον φορέα του Ε.Π.Σ., προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη σε σχετικές ενέργειες και δράσεις που άπτονται
των σχετικών αρμοδιοτήτων τους. Αντίστοιχες εκθέσεις μπορεί να συντάσσει το Υπουργείο Περιβάλλοντος
και Ενέργειας, που κοινοποιούνται στον οικείο δήμο, στην οικεία περιφέρεια, στην οικεία αποκεντρωμένη
διοίκηση και στον φορέα του Ε.Π.Σ..
5. α) Δεν επιτρέπεται η αναθεώρηση των Ε.Π.Σ. ή η τροποποίησή τους με Τ.Π.Σ. προτού παρέλθει πενταετία
από την έγκρισή τους. Στο χρονικό αυτό διάστημα είναι δυνατή η τροποποίησή τους προκειμένου να:
αα) αντιμετωπιστούν ζητήματα που ανακύπτουν από την προώθηση ή εφαρμογή προγραμμάτων και
δράσεων διεθνούς, ευρωπαϊκού, διακρατικού, διαπεριφερειακού ή διαδημοτικού χαρακτήρα,
αβ) αντιμετωπιστούν εξαιρετικές πολεοδομικές ανάγκες από φυσικές ή τεχνολογικές καταστροφές και
κινδύνους,
αγ) αντιμετωπιστούν πρόσθετες ανάγκες σε κοινωνικό εξοπλισμό,
αδ) αντιμετωπιστούν εξαιρετικές και απρόβλεπτες ανάγκες και νέα δεδομένα που αφορούν στην εφαρμογή
σχεδίων, έργων και προγραμμάτων ή παρεμβάσεων μεγάλης κλίμακας ή στρατηγικής σημασίας,
αε) προσαρμοστούν σε νομοθετικές τροποποιήσεις μεταγενέστερες της έγκρισής τους ή σε νέα δεδομένα
και κατευθύνσεις χωρικού σχεδιασμού που προκύπτουν από την έγκριση, αναθεώρηση ή τροποποίηση Χω-
ροταξικών Πλαισίων, καθώς και Τ.Π.Σ.,
αστ) ενσωματωθούν νέα αρχαιολογικά δεδομένα και επικαιροποιημένο θεσμικό πλαίσιο προστασίας των
υφιστάμενων αρχαιοτήτων και μνημείων.
β) Τα Ε.Π.Σ. μπορούν να αναθεωρούνται σε κάθε περίπτωση μετά από την πάροδο δέκα (10) ετών από την
ημερομηνία, κατά την οποία έγινε η ανάθεση της μελέτης, βάσει της οποίας συντάχθηκαν.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3525Τεύχος A’ 88/08.06.2026
γ) Για την αναθεώρηση και τροποποίηση των Ε.Π.Σ. ακολουθείται η διαδικασία της παρ. 3. Δεν απαιτείται
να ακολουθηθεί η διαδικασία της Στρατηγικής Περιβαλλοντικής Εκτίμησης, εφόσον οι αλλαγές είναι ήσσονος
σημασίας και διαπιστωθεί, κατά τον διενεργούμενο περιβαλλοντικό προέλεγχο, ότι δεν ενδέχεται να έχουν
σημαντικές επιπτώσεις στο περιβάλλον.
6. Οι ρυθμίσεις των Ε.Π.Σ. είναι δεσμευτικές για όλα τα εκπονούμενα Τ.Π.Σ., καθώς και για κάθε ένταξη των
περιοχών που καλύπτονται από Ε.Π.Σ. σε σχέδιο πόλεως. Κατ’ εξαίρεση, με τα Τ.Π.Σ. μπορεί να τροποποιούνται
όρια και ρυθμίσεις των Ε.Π.Σ., ύστερα από ειδική αιτιολογία και σύμφωνη γνώμη του φορέα υλοποίησης του
σχεδίου, έργου ή προγράμματος. Στις περιπτώσεις αυτές, το προεδρικό διάταγμα για την έγκριση του Τ.Π.Σ.
προτείνεται και από τον καθ’ ύλην αρμόδιο για το τροποποιούμενο Ε.Π.Σ. Υπουργό.
7. Ε.Π.Σ., κατά την έννοια του παρόντος άρθρου, αποτελούν επίσης:
α) οι Περιοχές Ολοκληρωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.) του άρθρου 29 του ν. 2545/1997 (Α’ 254),
οι Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (Π.Ο.Α.Π.Δ.) του άρθρου 24 και τα Τοπικά
Ρυμοτομικά Σχέδια του άρθρου 25,
β) οι Οργανωμένοι Υποδοχείς Μεταποιητικών και Επιχειρηματικών Δραστηριοτήτων της παρ. 4 του άρθρου
41 του ν. 3982/2011 (Α’ 143), καθώς και τα Επιχειρηματικά Πάρκα Μεμονωμένης Μεγάλης Μονάδας (Ε.Π.Μ.Μ.Μ.)
της περ. ζ) της παρ. 1 του άρθρου 41 του ίδιου νόμου, όπως και τα Επιχειρηματικά Πάρκα της περ. α) της παρ. 1
του άρθρου 3 του ν. 4982/2022 (Α’ 195),
γ) τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Δημοσίων Ακινήτων (Ε.Σ.Χ.Α.Δ.Α.) του άρθρου 12 του ν. 3986/2011
(Α’ 152), τα Ειδικά Σχέδια Χωρικής Ανάπτυξης Στρατηγικών Επενδύσεων (Ε.Σ.Χ.Α.Σ.Ε.) του άρθρου 24 του
ν. 3894/2010 (Α’ 204), του ν. 4608/2019 (Α’ 66) και του άρθρου 7 του ν. 4864/2021 (Α’ 237).
Για τη χωρική οργάνωση των περιοχών των περ. α) και β) εφαρμόζονται οι οικείες για κάθε κατηγορία
υποδοχέα διατάξεις, καθώς και η διαδικασία της περ. ε) της παρ. 1. Για τον σχεδιασμό και τη χωρική οργάνωση
των περιοχών της π ερ. γ) εφαρμόζεται αποκλειστικά το οικείο θεσμικό τους πλαίσιο. Στις περιπτώσεις των
ανωτέρω υποδοχέων των περ. α), β) και γ) η οριοθέτηση των υδατορεμάτων που εμπίπτουν σε αυτούς, γίνεται
με τη διοικητική πράξη έγκρισης εκάστου υποδοχέα, ύστερα από υποβολή φακέλου οριοθέτησης σύμφωνα
με το άρθρο 2 του ν. 4258/2014 (Α’ 94).
8. Κατά τη διαδικασία εκπόνησης του Ε.Π.Σ. και εφόσον η προτεινόμενη ανάπτυξη αφορά σε δημόσιο ή
δημοτικό φορέα, μπορεί να επιβάλλεται, ύστερα από γνώμη του αρμόδιου Κεντρικού Συμβουλίου και σύμ-
φωνα με τις οικείες διατάξεις, αναστολή χορήγησης οικοδομικών αδειών για ορισμένες χρήσεις είτε σε όλη
την περιοχή του σχεδίου είτε σε μέρος αυτής, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση του Γενικού Γραμματέα
Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
9. Η υλοποίηση έργων τεχνικής υποδομής και διαμόρφωσης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, τα
οποία προβλέπονται σε προεδρικά διατάγματα για την έγκριση Ε.Π.Σ. και η εκτέλεση των οποίων έχει επιβλη-
θεί να γίνεται από τον φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ. και με δαπάνες αυτού, καθώς και τα συνδεόμενα με αυτά
επιμέρους έργα κυκλοφοριακού χαρακτήρα, όπως υπόγειοι σταθμοί αυτοκινήτων, πραγματοποιούνται, κατά
παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης, σύμφωνα με την κατωτέρω διαδικασία:
α) Οι μελέτες που είναι αναγκαίες για την εκτέλεση των έργων αυτών εκπονούνται από μελετητές, οι οποίοι
επιλέγονται κάθε φορά από τον φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ.. Με την επιφύλαξη της παρ. 12, οι μελέτες ελέγ-
χονται και εγκρίνονται από Ανεξάρτητο Μηχανικό, όπως αυτός ορίζεται στην παρ. 10, εφόσον είναι σύμφωνες
με το Ε.Π.Σ. και το οικείο Ρυμοτομικό Σχέδιο Εφαρμογής (Ρ.Σ.Ε.), αν αυτό έχει εγκριθεί. Εντός πέντε (5) ημερών
από την έγκριση που δίνει ο Ανεξάρτητος Μηχανικός, ο φορέας υλοποίησης του Ε.Π.Σ. κοινοποιεί την έγκριση
αυτή, καθώς και τις εγκεκριμένες μελέτες στη Γενική Διεύθυνση Συγκοινωνιακών Υποδομών του Υπουργείου
Υποδομών και Μεταφορών, για έλεγχο και υποβολή παρατηρήσεων εντός σαράντα (40) ημερών. Σε περίπτωση
άπρακτης παρόδου της ανωτέρω προθεσμίας, το έργο θεωρείται ότι έχει εγκριθεί από την υπηρεσία.
β) Η εκτέλεση των εργασιών γίνεται από εργολάβους επιλογής του φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ., τη δε
επίβλεψη των εργασιών αναλαμβάνει Ανεξάρτητος Μηχανικός, ο οποίος ελέγχει τη συμφωνία των εκτελούμε-
νων εργασιών με τις εγκεκριμένες μελέτες. Ο φορέας υλοποίησης του Ε.Π.Σ. δύναται να αναθέσει την επιλογή
εργολάβων σε θυγατρική του εταιρεία ή σε άλλη εταιρεία επιλογής του.
γ) Η σύμφωνη με τις μελέτες εκτέλεση των εργασιών ελέγχεται από Ανεξάρτητο Μηχανικό, ο οποίος υπο-
γράφει και εκδίδει «Βεβαίωση Περαίωσης Έργου», εφόσον διαπιστώσει ότι το έργο πληροί τις προδιαγραφές
των σχετικών μελετών. Για τα έργα τεχνικής υποδομής και διαμόρφωσης κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων,
η «Βεβαίωση Περαίωσης Έργου» κοινοποιείται, από τον φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ., στη Γενική Διεύθυνση
Συγκοινωνιακών Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών. Η κοινοποίηση αυτή επέχει θέση
πρόσκλησης για την παραλαβή του αντίστοιχου έργου ή του τμήματος αυτού προκειμένου να αποδοθεί προς
δημόσια χρήση εντός δεκαπέντε (15) ημερών.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263526
δ) Η Γενική Διεύθυνση Συγκοινωνιακών Υποδομών του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών υποχρεούται
να παραλάβει το έργο εντός της προθεσμίας της περ. γ). Προς απόδειξη της παραλαβής αυτής υπογράφεται
σχετικό πρωτόκολλο. Σε περίπτωση άπρακτης παρόδου της ανωτέρω προθεσμίας, το έργο θεωρείται ότι έχει
παραληφθεί αυτοδίκαια και ότι έχει αποδοθεί στον αρμόδιο φορέα για τη λειτουργία και συντήρησή του.
10. Ως Ανεξάρτητος Μηχανικός ορίζεται φυσικό ή νομικό πρόσωπο που είναι ανεξάρτητος εμπειρογνώμο-
νας, ο οποίος αναλαμβάνει τον έλεγχο και την έγκριση των μελετών κατασκευής, την επίβλεψη και τον τελικό
έλεγχο των έργων της παρ. 9. Ο Ανεξάρτητος Μηχανικός επιλέγεται από τον φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ., με-
ταξύ υποψηφίων οι οποίοι έχουν επαρκή και κατάλληλη εμπειρία και εξοικείωση με έργα παρόμοιου μεγέθους
και κλίμακας με το εκάστοτε έργο και οι οποίοι πληρούν τα κριτήρια που τίθενται με την απόφαση της παρ. 11.
Η επιλογή του Ανεξαρτήτου Μηχανικού κοινοποιείται στη Γενική Διεύθυνση Συγκοινωνιακών Υποδομών του
Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, η οποία μπορεί να αντιταχθεί στην επιλογή αυτή, μόνον εφόσον ο
επιλεγείς δεν πληροί τα κριτήρια της απόφασης της παρ. 11 και εντός αποκλειστικής προθεσμίας σαράντα
(40) ημερών, μετά την παρέλευση της οποίας η επιλογή θεωρείται ότι έχει εγκριθεί αυτοδίκαια.
11. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Υποδομών και
Μεταφορών, καθορίζονται τα προσόντα του Ανεξάρτητου Μηχανικού, τα καθήκοντά του και τα όρια των αρμο-
διοτήτων του, το ελάχιστο περιεχόμενο της σύμβασης μεταξύ φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ. και Ανεξάρτητου
Μηχανικού, η διαδικασία επίλυσης διαφωνιών αναφορικά με την άσκηση των καθηκόντων του Ανεξάρτητου
Μηχανικού, τυχόν διαδικασία αντικατάστασής του, η διαδικασία ενημέρωσης του Υπουργείου Υποδομών και
Μεταφορών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
12. Από τις ρυθμίσεις του παρόντος δεν θίγεται η εφαρμογή του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία
των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς ούτε του ν. 4014/2011 (Α’ 209). Ειδικά στο πλαίσιο
της περιβαλλοντικής αδειοδότησης των έργων στην περιοχή του Ε.Π.Σ. της παρ. 9, η αρμοδιότητα ελέγχου
των κυκλοφοριακών μελετών διενεργείται αποκλειστικά από τη Γενική Διεύθυνση Συγκοινωνιακών Υποδομών
του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης.
Άρθρο 23
Ταυτόχρονη έγκριση Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου και Ρυμοτομικού Σχεδίου Εφαρμογής
1. Στις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 3 του άρθρου 22, εγκρίνονται ταυτόχρονα
Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Ε.Π.Σ.) και Ρυμοτομικό Σχέδιο Εφαρμογής (Ρ.Σ.Ε.), ο φορέας υλοποίησης του
Ε.Π.Σ. ορίζεται αποκλειστικά υπόχρεος για την καταβολή αποζημιώσεων σε ιδιοκτήτες ακινήτων τα οποία
βρίσκονται στην ίδια πολεοδομική ενότητα, εφόσον η αποκατάσταση αυτών εντός της περιοχής επέμβασης
δεν προκρίνεται για λόγους πολεοδομικούς, κυκλοφοριακούς ή περιβαλλοντικούς. Στις περιπτώσεις αυτές,
κατόπιν εισήγησης του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.),
τίθεται σχετικός όρος στο εγκριτικό προεδρικό διάταγμα.
2. Στις περιπτώσεις της παρ. 1 όπου ο φορέας υλοποίησης είναι ο αποκλειστικός κύριος ή ο διαχειριστής
του συνόλου της προς πολεοδόμηση έκτασης, το εγκριτικό διάταγμα συνιστά ταυτόχρονα και πράξη εφαρμο-
γής, χωρίς να απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας σύνταξης πράξης εφαρμογής. Στις περιπτώσεις αυτές, για
τον υπολογισμό της εισφοράς σε γη, εφαρμόζεται το άρθρο 139. Επιτρέπεται, με το ίδιο διάταγμα και κατόπιν
πρότασης ή συναίνεσης του φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ., να υπολογίζεται και να επιβάλλεται εισφορά σε γη
σε μεγαλύτερο ποσοστό, για την καλύτερη εξυπηρέτηση των πολεοδομικών αναγκών στην περιοχή επέμβα-
σης. Κυρωμένες πράξεις εφαρμογής για την ίδια περιοχή που δεν έχουν μεταγραφεί, καταργούνται κατά το
μέρος που αφορούν σε εκτάσεις ρυθμιζόμενες από το ως άνω προεδρικό διάταγμα.
3. Από την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παρ. 1, οι κοινόχρηστοι, κοινωφελείς χώροι και τυχόν
εκτάσεις που αποδίδονται στον δήμο ή στο Δημόσιο, θεωρούνται ότι περιέρχονται σε κοινή χρήση. Οι χώροι
αυτοί παραμένουν στη διοίκηση, διαχείριση και λειτουργία του φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ., έως τη διαμόρ-
φωσή και παράδοσή τους από τον φορέα στον οικείο δήμο ή στο Δημόσιο. Η παράδοση αυτή είναι δυνατό
να λάβει χώρα και τμηματικά, για τον σκοπό αυτόν ο φορέας υλοποίησης υποβάλλει σχετικό χρονοδιάγραμ-
μα προς τον δήμο ή το Δημόσιο, δια του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Το διάταγμα της παρ. 1
μεταγράφεται υποχρεωτικά. Η μεταγραφή του διατάγματος είναι δυνατή και πριν από την κατά τα ανωτέρω
διαμόρφωση και παράδοση των κοινόχρηστων, κοινωφελών χώρων και τυχόν εκτάσεων που αποδίδονται
στον δήμο ή στο Δημόσιο.
4. Στις περιπτώσεις της παρ. 1, ο φορέας υλοποίησης του Ε.Π.Σ. είναι υπόχρεος για τη διαμόρφωση του
συνόλου των κοινοχρήστων χώρων και την υλοποίηση των έργων τεχνικών υποδομών εντός της περιοχής
επέμβασης, αποκλειστικά με δικές του δαπάνες, καθώς και για την απόδοσή τους στον οικείο Δήμο.
5. Κυρωμένες πράξεις εφαρμογής για τη λοιπή πολεοδομική ενότητα ανασυντάσσονται, εφόσον απαιτείται.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3527Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Οι σχετικές μελέτες για την ανασύνταξη επισπεύδονται και χρηματοδοτούνται αποκλειστικά από τον φορέα
υλοποίησης του Ε.Π.Σ.. Κατά την ανασύνταξη της πράξης εφαρμογής οι ιδιοκτησίες που προέβλεπε η αρχική
πράξη εφαρμογής, αποκαθίστανται κατ’ αρχήν εντός της περιοχής επέμβασης του Ε.Π.Σ., σε ακίνητα ίσης
αξίας εντός της ίδιας πολεοδομικής ενότητας. Σε περίπτωση που η αποκατάσταση αυτή δεν είναι εφικτή, οι
ιδιοκτησίες αποζημιώνονται και το κόστος της αποζημίωσης επιβαρύνει τον φορέα υλοποίησης του Ε.Π.Σ..
Αν από το προεδρικό διάταγμα της παρ. 1 προβλέπονται χώροι υπέρ του οικείου δήμου για τη δημιουργία
Τράπεζας Γης, αυτοί διατίθενται με την ανασύνταξη της πράξης. Η πράξη εφαρμογής που έχει ανασυνταχθεί
κυρώνεται, κατ’ εξαίρεση, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Κατά τα λοιπά, εφαρμό-
ζονται τα άρθρα 139, 141 και 144.
6. Στο προεδρικό διάταγμα της παρ. 1 είναι δυνατό να περιλαμβάνονται και ιδιοκτησίες του φορέα υλοποί-
ησης του Ε.Π.Σ. εκτός ορίων της περιοχής επέμβασης του Ε.Π.Σ., αλλά στην ίδια ή σε γειτονικές πολεοδομικές
ενότητες, εφόσον οι ιδιοκτησίες αυτές αποδίδονται ως επιπλέον εισφορά σε γη και τούτο εξυπηρετεί τις
πολεοδομικές ανάγκες της περιοχής.
Άρθρο 24
Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων
1. Ως Περιοχές Οργανωμένης Ανάπτυξης Παραγωγικών Δραστηριοτήτων (Π.Ο.Α.Π.Δ.) χαρακτηρίζονται
θαλάσσιες εκτάσεις, καθώς και χερσαίες περιοχές, που είναι πρόσφορες, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις του
χωροταξικού σχεδιασμού, για την ανάπτυξη παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του πρωτο-
γενούς, δευτερογενούς ή τριτογενούς τομέα, καθώς και δραστηριοτήτων ή επιχειρηματικών πρωτοβουλιών
πειραματικού χαρακτήρα. Οι περιοχές αυτές μπορεί να εξειδικεύονται κατά κλάδο δραστηριότητας ή τομέα
παραγωγής ή είδος και προορισμό λειτουργίας και να διακρίνονται σε περιοχές αποκλειστικής χρήσης, στις
οποίες απαγορεύεται κάθε άλλη δραστηριότητα εκτός από εκείνη στην οποία αποβλέπει ο χαρακτηρισμός
τους και σε περιοχές κύριας χρήσης, όπου επιτρέπονται και άλλες δραστηριότητες υπό όρους.
2. Οι περιοχές της παρ. 1 χαρακτηρίζονται και οριοθετούνται με αίτηση φορέα, οποιασδήποτε νομικής
μορφής, τον οποίο συνιστούν ή στον οποίο συμμετέχουν φυσικά πρόσωπα ή νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού
τομέα, νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου
14 του ν. 4270/2014 (Α’ 143), καθώς και ενώσεις, σύνδεσμοι ή κοινοπραξίες των ανωτέρω, σύμφωνα με τις
εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Η εδαφική έκταση των προς ανάπτυξη περιοχών της παρ. 1 πρέπει να ανήκει
στην κυριότητα του συνιστώμενου κατά την παρούσα φορέα ή να έχει παραχωρηθεί σε αυτόν κατά χρήση με
μακροχρόνια μίσθωση κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης χαρακτηρισμού και οριοθέτησης της εκτάσεως
σύμφωνα με την παρ. 3. Ειδικά για τη δημιουργία περιοχών ανάπτυξης μονάδων υδατοκαλλιεργειών, η προ-
βλεπόμενη από τις οικείες διατάξεις εκμίσθωση ή παραχώρηση χερσαίων εκτάσεων και υδάτινων επιφανειών
επιτρέπεται να γίνεται και μετά την έκδοση του προεδρικού διατάγματος της παρ. 3. Στις περιπτώσεις αυτές,
την αίτηση χαρακτηρισμού και οριοθέτησης της Π.Ο.Α.Π.Δ. προσυπογράφει επιπλέον και ο κύριος της έκτασης,
ο οποίος δηλώνει ρητά ότι αποδέχεται να παραχωρήσει ή να εκμισθώσει την έκταση σε αποκλειστική προθε-
σμία έξι (6) μηνών από την έκδοση του σχετικού προεδρικού διατάγματος της παρ. 3. Αν παρέλθει άπρακτη
η προθεσμία αυτή, η εγκριτική απόφαση της Π.Ο.Α.Π.Δ. ανακαλείται.
3.α) Ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση εκτάσεων, ως Π.Ο.Α.Π.Δ. γίνονται, σύμφωνα με τις κατευθύνσεις
εγκεκριμένων Περιφερειακών Χωροταξικών Πλαισίων. Έως την έγκριση των πλαισίων του πρώτου εδαφίου,
ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτηση των περιοχών της παρ. 1 γίνονται μετά από στάθμιση των διαθέσιμων
στοιχείων ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού και ιδίως αυτών που απορρέουν από υφιστάμενα γενικά ή
ειδικά αναπτυξιακά προγράμματα και υπό εξέλιξη χωροταξικές μελέτες.
β) Για τον χαρακτηρισμό και οριοθέτηση εκτάσεων ως Π.Ο.Α.Π.Δ. υποβάλλεται στο Υπουργείο Περιβάλλο-
ντος, και Ενέργειας αίτηση από τον φορέα της π αρ. 2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα δικαιολογητικά και έγγραφα που θα
συνοδεύουν την αίτηση του φορέα, ο τύπος και το περιεχόμενο της αιτήσεως, ο χρόνος και τα στάδια ολο-
κλήρωσης της διαδικασίας και κάθε άλλη λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για την εφαρμογή της παρούσας.
Αν για τη δημιουργία Π.Ο.Α.Π.Δ. απαιτείται η σύνταξη Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων
(Σ.Μ.Π.Ε.), αυτή καταρτίζεται κατά τις κείμενες διατάξεις και υποβάλλεται μαζί με τα υπόλοιπα δικαιολογητικά
της παρούσας, προκειμένου να εγκριθεί με το προεδρικό διάταγμα του τετάρτου εδαφίου. Ο χαρακτηρισμός
και η οριοθέτηση εκτάσεων ως Π.Ο.Α.Π.Δ. γίνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, ύστερα από γνώμη
του οικείου περιφερειακού συμβουλίου και του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφι-
σβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.). Η γνώμη του περιφερειακού συμβουλίου πρέπει να περιέρχεται στο Υπουργείο
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263528
το αργότερο εντός δύο (2) μηνών από την υποβολή της σχετικής αίτησης ή πρότασης. Αν παρέλθει άπρακτη
η προθεσμία αυτή, το προεδρικό διάταγμα εκδίδεται χωρίς τη γνώμη του περιφερειακού συμβουλίου. Το
παραπάνω εγκριτικό διάταγμα αποτελεί και προέγκριση χωροθέτησης τόσο για τις Π.Ο.Α.Π.Δ. όσο και για την
εγκατάσταση ή επέκταση σε αυτές παραγωγικών και επιχειρηματικών δραστηριοτήτων.
γ) Με το παραπάνω διάταγμα καθορίζονται ειδικότερα:
γα) η θέση, η έκταση και τα όρια της Π.Ο.Α.Π.Δ.,
γβ) οι κατηγορίες παραγωγικών ή επιχειρηματικών δραστηριοτήτων που επιτρέπεται να εγκατασταθούν
στην Π.Ο.Α.Π.Δ.,
γγ) ειδικές ζώνες προστασίας γύρω από τις οριοθετούμενες σύμφωνα με τα παραπάνω περιοχές, στις οποίες
μπορούν να επιβάλλονται ειδικοί όροι και περιορισμοί στις χρήσεις γης, στους όρους δόμησης και στην εν
γένει εγκατάσταση και άσκηση δραστηριοτήτων και λειτουργιών και
γδ) οι ειδικότεροι όροι και τα μέτρα προστασίας του περιβάλλοντος από την ίδρυση και λειτουργία της
Π.Ο.Α.Π.Δ.. Η μεταβολή της έκτασης και των ορίων της Π.Ο.Α.Π.Δ. επιτρέπεται με την τήρηση των διαδικασιών
που προβλέπονται στο παρόν για την οριοθέτηση και χαρακτηρισμό της, ύστερα από αιτιολογημένη αίτηση
του φορέα Π.Ο.Α.Π.Δ..
4. Για Π.Ο.Α.Π.Δ. που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια (Γ.Π.Σ.) σύμφωνα με τον
ν. 1337/1983 (Α’ 33) ή τον ν. 2508/1997 (Α’ 124) ή μέσα σε Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής
Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.), ο χαρακτηρισμός και η οριοθέτησή τους γίνονται σε περιοχές οι οποίες, με βάση τα σχέ-
δια αυτά, προορίζονται για την εγκατάσταση παραγωγικών δραστηριοτήτων και σύμφωνα με τις ειδικότερες
χρήσεις που προσδιορίζονται σε αυτά. Ρυθμίσεις Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), που προβλέπονται για τις
περιοχές της παρ. 1, μπορεί να τροποποιούνται με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 3, με εξαίρεση τις περιοχές
που προστατεύονται με τις ρυθμίσεις της Ζ.Ο.Ε. λόγω του ειδικού χαρακτήρα τους, όπως είναι ιδίως χώροι
αρχαιολογικού, αρχιτεκτονικού, ιστορικού ή λαογραφικού ενδιαφέροντος, παραθαλάσσιες ή παραποτάμιες
ζώνες, βιότοποι και τόποι ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, δάση και δασικές εκτάσεις.
5.α) Οι χερσαίες εκτάσεις που χαρακτηρίζονται ως Π.Ο.Α.Π.Δ. μπορούν να πολεοδομούνται για τους σκο-
πούς της παρ. 1. Η πολεοδομική μελέτη εκπονείται με πρωτοβουλία του φορέα της παρ. 2 και αποτελείται από:
αα) το πολεοδομικό σχέδιο που συντάσσεται με βάση οριζοντιογραφικό και υψομετρικό τοπογραφικό
διάγραμμα,
αβ) τον πολεοδομικό κανονισμό και
αγ) έκθεση που περιγράφει και αιτιολογεί τις προτεινόμενες από τη μελέτη ρυθμίσεις. Η πολεοδομική
μελέτη συντάσσεται σύμφωνα με τις προδιαγραφές που ορίζονται με την απόφαση του τρίτου εδαφίου και
περιέχει ιδίως τις χρήσεις γης και τις τυχόν πρόσθετες απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις, τα διαγράμματα των δι-
κτύων υποδομής, τους ειδικούς και γενικούς όρους δόμησης και τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους
που πρέπει να ανέρχονται σε ποσοστό τουλάχιστον σαράντα τοις εκατό (40%) της συνολικής έκτασης της
Π.Ο.Α.Π.Δ.. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι ειδικές προδιαγραφές εκπόνησης της πολεοδομικής μελέτης των Π.Ο.Α.Π.Δ.
και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
β) Ο συντελεστής δόμησης που ορίζεται για τις περιοχές που προορίζονται για βιομηχανικές και εν γένει
επιχειρηματικές δραστηριότητες του δευτερογενούς τομέα δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα κόμμα έξι (1,6),
για τις περιοχές όπου ασκούνται δραστηριότητες χονδρικού εμπορίου το ένα κόμμα δύο (1,2) και για τις υπό-
λοιπες περιοχές δραστηριοτήτων του τριτογενούς τομέα το μηδέν κόμμα έξι (0,6) αντίστοιχα.
γ) Η πολεοδομική μελέτη εγκρίνεται και τροποποιείται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από
πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνώμη του ΚΕ.ΣΥ.Π.Ο.Θ.Α. και γνώμη του
οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α’ βαθμού, η οποία υποβάλλεται στο Υπουργείο σε
προθεσμία δύο (2) μηνών από τότε που περιέρχεται στον οργανισμό αυτόν η σχετική μελέτη. Αν παρέλθει
άπρακτη η προθεσμία αυτή, η πολεοδομική μελέτη μπορεί να εγκρίνεται χωρίς τη γνώμη του παραπάνω
οργανισμού. Η πολεοδομική μελέτη έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλεως κατά το Τμήμα VI του πα-
ρόντος Μέρους. Από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης οι κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται σε κοινή
χρήση, χωρίς να απαιτείται ρητή παραίτηση του φορέα που προβλέπεται στην παρ. 2 από την κυριότητα,
νομή και κατοχή τους.
δ) Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης γίνεται με πρωτοβουλία και ευθύνη των φορέων της παρ. 2 και
ελέγχεται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία σύμφωνα με όσα προβλέπονται. Μετά από την έγκριση
της πολεοδομικής μελέτης, οι προαναφερόμενοι φορείς εκτελούν το έργο διαμόρφωσης του χώρου, καθώς
και τα έργα υποδομής, όπως αυτά προβλέπονται στην πολεοδομική μελέτη. Διατάξεις που προβλέπουν
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3529Τεύχος A’ 88/08.06.2026
την υποχρέωση εισφοράς σε γη και χρήμα δεν έχουν εφαρμογή στις περιπτώσεις πολεοδόμησης με βάση
το παρόν.
6. Η εκτέλεση και συντήρηση των βασικών έργων κοινωνικής και τεχνικής υποδομής μέσα στις περιοχές
αυτές γίνεται από τους φορείς της παρ. 2.
7. Δεν θίγονται οι διατάξεις για τον χαρακτηρισμό, την οριοθέτηση, την πολεοδόμηση, την οργάνωση και
λειτουργία, την εκτέλεση έργων και την εποπτεία των Βιομηχανικών και Επιχειρηματικών Περιοχών (Β .E.ΠE.)
και των Περιοχών Οργανωμένης Τουριστικής Ανάπτυξης (Π.Ο.Τ.Α.).
8. Το Μέρος Β’ του ν. 4512/2018 (Α’ 5) και το άρθρο 142 του ν.δ. 210/1973 (Α’ 277) δεν θίγονται. Κατά τον κα-
θορισμό μεταλλευτικών και λατομικών περιοχών ή ζωνών σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, πρέπει
να λαμβάνονται υπόψη και να σταθμίζονται και τα διαθέσιμα στοιχεία του ευρύτερου χωροταξικού σχεδιασμού.
Άρθρο 25
Τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο
1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατά το
Τμήμα VI του παρόντος Μέρους, μπορεί να εγκρίνεται τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο εκτός των εγκεκριμένων σχε-
δίων πόλεων και εκτός ορίων οικισμών πριν από το 1923, για τον καθορισμό χώρων και την ανέγερση κτιρίων
δημόσιων και δημοτικών σκοπών και γενικά κτιρίων κοινής ωφέλειας, καθώς και για την εκτέλεση επειγόντων
στεγαστικών κρατικών προγραμμάτων και επειγόντων στεγαστικών προγραμμάτων άλλων αρμόδιων φορέων
και να ορίζονται γενικώς οι όροι και περιορισμοί δόμησής τους. Η απόκτηση των ανωτέρω χώρων γίνεται με
μέριμνα και δαπάνες των οικείων φορέων, είτε με ελεύθερη συναλλαγή, είτε με αναγκαστική απαλλοτρίωση
κατά τις κείμενες διατάξεις.
Για την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου για την εκτέλεση των παραπάνω στεγαστικών προγραμμάτων
τηρείται η διαδικασία του Τμήματος VI του παρόντος Μέρους.
2. Η παρ. 1 έχει εφαρμογή και για την ένταξη σε σχέδιο πόλης εκτάσεων του Αυτόνομου Οικοδομικού
Οργανισμού Αξιωματικών με σκοπό την υλοποίηση επειγόντων στεγαστικών προγραμμάτων του.
3. Ομοίως οι ως άνω διατάξεις έχουν εφαρμογή και για τη μεταφορά οικισμών που πλήγηκαν από σεισμούς
ή κατολισθήσεις ή μεταφέρονται από αρχαιολογικούς χώρους.
4. Επίσης με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας
κατά το Τμήμα VI του παρόντος Μέρους, μπορεί να εγκρίνεται τοπικό ρυμοτομικό σχέδιο για την πολεοδό-
μηση ιδιοκτησιών που ανήκουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και βρίσκονται εκτός εγκεκριμένων γενικών
πολεοδομικών σχεδίων ή εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή εκτός ορίων οικισμών πριν από το έτος 1923,
καθώς και να ορίζονται γενικώς οι όροι και περιορισμοί δόμησής τους.
5. Κατά την έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου, βάσει των παρ. 1 έως 4, για την εκτέλεση στεγαστι-
κών προγραμμάτων ή την πολεοδόμηση ιδιοκτησιών που ανήκουν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, ποσοστό
τουλάχιστον τριάντα τοις εκατό (30%) της έκτασης διατίθεται για τη δημιουργία χώρων κοινόχρηστων και
κοινωφελών σκοπών.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΣ ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΥ ΕΠΙΠΕΔΟΥ
Άρθρο 26
Ρυμοτομικά Σχέδια Εφαρμογής
1. Για την πολεοδόμηση ορισμένης περιοχής απαιτείται η σύνταξη και έγκριση Ρυμοτομικού Σχεδίου Εφαρ-
μογής (Ρ.Σ.Ε.), το οποίο περιλαμβάνει το ρυμοτομικό σχέδιο και την πράξη εφαρμογής. Με τα σχέδια αυτά
εξειδικεύονται, σε κλίμακα πόλης ή οικισμού ή τμημάτων αυτών ή σε ζώνες και περιοχές ειδικών χρήσεων, οι
ρυθμίσεις των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ.) ή Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Π.Σ.) περί χρήσεων
γης και όρων δόμησης και καθορίζονται επακριβώς οι κοινόχρηστοι, κοινωφελείς και οικοδομήσιμοι χώροι
της προς πολεοδόμηση περιοχής, καθώς και τα διαγράμματα των δικτύων υποδομής.
2. Για την κατάρτιση Ρ.Σ.Ε. απαιτείται η ύπαρξη εγκεκριμένων Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ. των άρθρων 21 και 22. Αν δεν
έχει εγκριθεί για την προς πολεοδόμηση περιοχή Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ. και η περιοχή συνεχίζει να καλύπτεται από
Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.),
ακολουθείται η διαδικασία πολεοδόμησης, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν . 2508/1997 (Α’ 124) και τα άρθρα
111 έως 118 του παρόντος Κώδικα, αν πρόκειται για περιοχή που έχει καθορισθεί ως περιοχή ανάπλασης ή
για προβληματική περιοχή προς πολεοδομική αναμόρφωση, ή το άρθρο 69 του παρόντος, αν πρόκειται για
οικισμό κάτω των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων.
3. Τα Ρ.Σ.Ε. καταρτίζονται για το σύνολο των περιοχών των Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ. ή και για τμήμα αυτών, το οποίο
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263530
πρέπει πάντως να αποτελεί πολεοδομική ενότητα, όπως αυτή καθορίζεται στο οικείο Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ. ή υποε-
νότητα πολεοδομικής ενότητας, προκειμένου να εξυπηρετηθούν κοινωφελείς σκοποί.
4. α) Η διαδικασία σύνταξης των Ρυμοτομικών Σχεδίων Εφαρμογής εκκινεί από τον οικείο Δήμο. Η διαδικα-
σία μπορεί να εκκινήσει και από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή την αποκεντρωμένη διοίκηση,
ύστερα από σχετική ενημέρωση του οικείου δήμου.
β) Τα Ρ.Σ.Ε., πριν από την έγκρισή τους, εκτίθενται με το σχετικό κτηματογραφικό διάγραμμα και τη
γνωμοδότηση του δημοτικού συμβουλίου στον οικείο δήμο επί είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες. Κατά το ίδιο
χρονικό διάστημα αναρτώνται στην ιστοσελίδα του δήμου και της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Για
το γεγονός αυτό ειδοποιείται το κοινό με σχετική δημοσίευση σε δύο (2) εφημερίδες, τοπικής ή εθνικής
κυκλοφορίας, και με ανάρτηση στην ιστοσελίδα του δήμου. Το κοινό έχει δικαίωμα πρόσβασης για ενημέρω-
ση, μεταφόρτωση των δεδομένων και υποβολή δηλώσεων ιδιοκτησίας και ενστάσεων. Οι υπηρεσίες αυτές
παρέχονται χωρίς να απαιτείται η χρήση ειδικής ηλεκτρονικής άδειας. Τα συμπληρωματικά συνοδευτικά
έγγραφα, το τεύχος συντεταγμένων κορυφών και εμβαδών, ο κτηματολογικός πίνακας, ο πίνακας της πράξης
εφαρμογής και ο πίνακας επικειμένων εκτίθενται στο οικείο δημοτικό κατάστημα, εκτός αν ο τελευταίος
πίνακας κυρωθεί μεταγενέστερα, οπότε εκτίθεται χωριστά. Κατ’ εξαίρεση, η προθεσμία του πρώτου εδα-
φίου μπορεί να παραταθεί έως και πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, ύστερα από αιτιολογημένη εισήγηση της
αρμόδιας υπηρεσίας του δήμου. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν, μέσα στην προθεσμία αυτή, να λάβουν γνώση
των παραπάνω στοιχείων και να υποβάλλουν εγγράφως ή ηλεκτρονικά στην ιστοσελίδα του οικείου δήμου
ενστάσεις, τις οποίες ο δήμος οφείλει να εξετάσει εντός σαράντα (40) εργάσιμων ημερών από τη λήξη της
ανωτέρω προθεσμίας. Εφόσον, μετά από την εξέταση των ενστάσεων, προκύπτει ανάγκη τροποποίησης
των Ρυμοτομικών Σχεδίων Εφαρμογής, αυτά αναρτώνται εκ νέου για δέκα (10) εργάσιμες ημέρες προς
ενημέρωση του κοινού. Μετά από την άπρακτη πάροδο των ως άνω προθεσμιών, τα Ρυμοτομικά Σχέδια
Εφαρμογής προωθούνται προς έγκριση.
γ) Η έγκριση των Ρυμοτομικών Σχεδίων Εφαρμογής γίνεται με απόφαση του γραμματέα της αποκε-
ντρωμένης διοίκησης, ύστερα από γνώμη του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβη-
τήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.). Η ανωτέρω γνώμη παρέχεται υποχρεωτικώς εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από
την περιέλευση στο οικείο συμβούλιο του σχετικού φακέλου προς γνωμοδότηση. Κατά το διάστημα των
δέκα (10) ημερών παρέχεται στους ενδιαφερόμενους η δυνατότητα να υποβάλλουν ενστάσεις εγγρά-
φως ή ηλεκτρονικά στον οικείο δήμο, αποκλειστικά ως προς το μέρος του Ρ.Σ.Ε. που έχει τροποποιηθεί
σε σχέση με την προηγούμενη ανάρτηση. Μετά την άπρακτη πάροδο των ανωτέρω προθεσμιών, καθώς
και την εξέταση και τυχόν ενσωμάτωση νέων ενστάσεων, η διαδικασία μπορεί να συνεχίζεται χωρίς τη
σχετική γνώμη.
δ) Με την απόφαση της περ. γ) κυρώνεται και η οικεία Πράξη Εφαρμογής, όπου απαιτείται, η οποία συντάσ-
σεται ταυτόχρονα και σε άμεση συσχέτιση με τα Ρ.Σ.Ε., σύμφωνα με τα άρθρα 139 και 141.
ε) Η έγκριση του Ρ.Σ.Ε. έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλης κατά το Τμήμα VI του παρόντος Μέρους.
5. Η έγκριση Ρ.Σ.Ε. σε περιοχές που έχουν ενταχθεί σε Ε.Π.Σ. μπορεί να γίνει και με απόφαση του
Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου
Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.). Στην περίπτωση αυτή, τα Ρ.Σ.Ε., πριν από την
έγκρισή τους, εκτίθενται με το σχετικό κτηματογραφικό διάγραμμα και τη γνωμοδότηση του δημοτικού
συμβουλίου στα οικεία δημοτικά καταστήματα επί είκοσι (20) εργάσιμες ημέρες, καθώς και με ανάρτηση
στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για το ίδιο χρονικό διάστημα. Το κοινό έχει
δικαίωμα πρόσβασης για ενημέρωση, μεταφόρτωση των δεδομένων, υποβολή δηλώσεων ιδιοκτησίας
και ενστάσεων. Οι υπηρεσίες αυτές παρέχονται χωρίς να απαιτείται η χρήση ειδικής ηλεκτρονικής άδειας.
Τα συμπληρωματικά συνοδευτικά έγγραφα, το τεύχος συντεταγμένων κορυφών και εμβαδών, ο κτημα-
τολογικός πίνακας, ο πίνακας της πράξης εφαρμογής και ο πίνακας επικειμένων εκτίθενται στο οικείο
δημοτικό κατάστημα, εκτός αν ο τελευταίος πίνακας κυρωθεί μεταγενέστερα, οπότε εκτίθεται χωριστά. Η
συλλογή δηλώσεων ιδιοκτησίας διενεργείται στο οικείο ή στα οικεία δημοτικά καταστήματα με επιμέλεια
των οικείων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.), οι οποίοι στη συνέχεια διαβιβάζουν το σύνολο
αυτών στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Για το γεγονός αυτό ειδοποιείται το κοινό με σχετική
δημοσίευση σε δύο (2) εφημερίδες, τοπικής ή εθνικής κυκλοφορίας με επιμέλεια των οικείων Ο.Τ.Α.. Η
προθεσμία του δεύτερου εδαφίου μπορεί να παραταθεί έως και πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, μετά από
αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Κατ’ εξαίρεση, η συλλογή δηλώσεων
δύναται να εκκινεί και πριν από την έκθεση του Ρ.Σ.Ε. για λόγους επείγοντος ή και διευκόλυνσης της διαδι-
κασίας, αλλά σε κάθε περίπτωση δεν ολοκληρώνεται πριν από την προθεσμία του δεύτερου εδαφίου. Οι
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3531Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ενδιαφερόμενοι μπορούν μέσα στην προθεσμία αυτή να λάβουν γνώση των παραπάνω στοιχείων και να
υποβάλουν, εγγράφως ή ηλεκτρονικά, ενστάσεις στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τις οποίες
οφείλει να εξετάσει εντός σαράντα (40) εργάσιμων ημερών, από τη λήξη της ανωτέρω προθεσμίας. Εφόσον,
μετά από την εξέταση των ενστάσεων, προκύπτει ανάγκη τροποποίησης των ρυμοτομικών σχεδίων, αυτά
αναρτώνται εκ νέου για δέκα (10) εργάσιμες ημέρες προς ενημέρωση του κοινού. Κατά το διάστημα των
δέκα (10) ημερών παρέχεται στους ενδιαφερόμενους η δυνατότητα να υποβάλλουν ενστάσεις εγγράφως
ή ηλεκτρονικά στο φορέα που υποδεικνύεται στη σχετική πρόσκληση που συνοδεύει την ανάρτηση, ήτοι
το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή τον οικείο δήμο, αποκλειστικά ως προς το μέρος του Ρ.Σ.Ε.
που έχει τροποποιηθεί σε σχέση με την προηγούμενη ανάρτηση. Μετά από την άπρακτη πάροδο των ως
άνω προθεσμιών, καθώς και την εξέταση από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή τον οικείο
δήμο αντιστοίχως και την ενσωμάτωση νέων ενστάσεων, τα Ρ.Σ.Ε. προωθούνται προς έγκριση, σύμφωνα
με τη νομοθεσία. Η ίδια διαδικασία ακολουθείται για την τροποποίηση εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχε-
δίου ή πολεοδομικής μελέτης.
6. Μετά από την έγκριση των Ρ.Σ.Ε. απαγορεύεται η τροποποίησή τους για μία πενταετία, εκτός από εξαι-
ρετικές περιπτώσεις, κατά τις οποίες καθίστανται αναγκαίες ειδικότερες επιμέρους τροποποιήσεις τους για
τη διευκόλυνση της εφαρμογής του σχεδιασμού στην περιοχή.
7. Όπου στη νομοθεσία αναφέρεται «ρυμοτομικό σχέδιο ή πολεοδομική μελέτη», νοείται εφεξής το Ρ.Σ.Ε..
8. Κατά τη διαδικασία εκπόνησης Ρ.Σ.Ε. μπορεί να επιβάλλεται αναστολή οικοδομικών αδειών και εργασιών
σύμφωνα με το άρθρο 21 με απόφαση του γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης.
Άρθρο 27
Συντελεστής δόμησης
1. Στις οικιστικές περιοχές, οι οποίες προτείνονται προς πολεοδόμηση με βάση τα Τοπικά Πολεοδομικά
Σχέδια (Τ.Π.Σ.) ή τα Ειδικά Πολεοδομικά Σχέδια (Ε.Π.Σ.) των άρθρων 21 και 22 καθορίζονται ανώτατα όρια
συντελεστή δόμησης ως εξής:
α) Για τις περιοχές που προορίζονται για χρήση κύριας κατοικίας ο συντελεστής δόμησης δεν μπορεί να
υπερβαίνει το μηδέν κόμμα οκτώ (0,8),
β) για τις περιοχές που προορίζονται για χρήση πολεοδομικού κέντρου ο συντελεστής δόμησης δεν μπορεί
να υπερβαίνει το ένα κόμμα δύο (1,2),
γ) για τις περιοχές που προορίζονται για χρήση τουρισμού - αναψυχής ο συντελεστής δόμησης δεν μπορεί
να υπερβαίνει το μηδέν κόμμα έξι (0,6),
δ) για τις περιοχές που προορίζονται για χρήση παραθεριστικής (δεύτερης) κατοικίας ο συντελεστής δό-
μησης δεν μπορεί να υπερβαίνει το μηδέν κόμμα τέσσερα (0,4),
ε) για τις περιοχές που προορίζονται για χρήση εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας ο συντελεστής δόμησης
δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα κόμμα δύο (1,2),
στ) σε κάθε περίπτωση στις ανωτέρω περιοχές ο μέσος συντελεστής δόμησης που προκύπτει κατά την
πολεοδόμησή τους ανά πολεοδομική ενότητα δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το μηδέν κόμμα οκτώ (0,8) επί
του συνόλου της εκτάσεως που απομένει, μετά την αφαίρεση του τμήματος που αποδίδεται σε κοινόχρηστους
χώρους.
2. Στις περιοχές παραγωγικών δραστηριοτήτων, οι οποίες προτείνονται προς πολεοδόμηση με βάση τα
Τ.Π.Σ. ή τα Ε.Π.Σ. των άρθρων 21 και 22, καθορίζονται ανώτατα όρια συντελεστή δόμησης ως εξής:
α) Για τις περιοχές που προορίζονται για χρήση χονδρεμπορίου ο συντελεστής δόμησης δεν μπορεί να
υπερβαίνει το ένα κόμμα δύο (1,2),
β) για τις περιοχές που προορίζονται για τις λοιπές χρήσεις παραγωγικών δραστηριοτήτων ο συντελεστής
δόμησης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα κόμμα έξι (1,6).
3. Οι ανωτέρω καθοριζόμενοι συντελεστές δόμησης εφαρμόζονται μετά από την έγκριση του σχεδίου
εφαρμογής του άρθρου 26.
4. Ειδικές διατάξεις με τις οποίες έχουν καθοριστεί συντελεστές δόμησης μεγαλύτεροι από τους προβλε-
πόμενους στην παρ. 1 ή και διαφορετικός τρόπος υπολογισμού αυτών, διατηρούνται σε ισχύ.
5. Στους πόλους υπερτοπικής σημασίας του ν. 2730/1999 (Α’ 130), κατ’ εξαίρεση των παρ. 1 και 2, στις προς
πολεοδόμηση περιοχές, καθορίζεται με το Ε.Π.Σ. του άρθρου 22 ο συντελεστής δόμησης ή ο μέσος συντελε-
στής που έχει οριστεί από τις ειδικές διατάξεις που τους διέπουν. Αν δεν έχει οριστεί συντελεστής δόμησης
από τις ειδικές διατάξεις, με το Ε.Π.Σ. του άρθρου 22 καθορίζεται μέσος συντελεστής δόμησης, ο οποίος δεν
επιτρέπεται να υπερβαίνει το μηδέν κόμμα οκτώ (0,8).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263532
ΤΜΗΜΑ IV
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΜΗΜΑΤΩΝ ΙΙ ΚΑΙ ΙΙΙ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 28
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1.α) Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, εξει-
δικεύονται το ειδικό περιεχόμενο, η διαδικασία και οι προθεσμίες έγκρισης, αναθεώρησης, τροποποίησης,
καθώς και τα αρμόδια όργανα έγκρισης των πλαισίων και σχεδίων του συστήματος χωρικού σχεδιασμού των
Τμημάτων I έως III του παρόντος Μέρους.
β) Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας τρο-
ποποιούνται, συμπληρώνονται και αναμορφώνονται, προκειμένου να προσαρμοστούν προς τα επίπεδα, τα
μέσα και τις διαδικασίες του χωρικού σχεδιασμού που καθορίζονται με το Μέρος Α’, τα άρθρα 6, 24, 111, 112,
113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 132, 180 και 181.
2. Τα πολεοδομικά σταθερότυπα που έχουν εγκριθεί με την υπ’ αρ. 10788/5.3.2004 απόφαση του Υπουρ-
γού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων «Έγκριση πολεοδομικών σταθεροτύπων (standards)
και ανώτατα όρια πυκνοτήτων που εφαρμόζονται κατά την εκπόνηση των γενικών πολεοδομικών σχεδίων,
των σχεδίων χωρικής και οικιστικής οργάνωσης «ανοικτής πόλης» και των πολεοδομικών μελετών» (Δ’ 285),
αναθεωρούνται, προκειμένου να εναρμονιστούν με τις διατάξεις του παρόντος, με απόφαση του Υπουργού
Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.).
3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζεται για κάθε κατηγορία
χωρικών σχεδίων του Μέρους Α’ το είδος των απαιτούμενων ειδικών μελετών για την κατάρτισή τους, οι προ-
διαγραφές εκπόνησης, αξιολόγησης και τροποποίησης αυτών, οι ειδικότητες των μελετητών και κάθε άλλο
θέμα που αφορά στην εκπόνηση, έλεγχο και εφαρμογή αυτών.
4. Το ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. καταρτίζει κανονισμό που ρυθμίζει τα θέματα λειτουργίας του και κάθε άλλη αναγκαία
λεπτομέρεια, ο οποίος εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 29
Μεταβατικές διατάξεις
1. Το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης που εγκρίθηκε με την υπ’ αρ.
6876/4871/2.7.2008 απόφαση του Προέδρου της Βουλής των Ελλήνων «Έγκριση του Γενικού Πλαισίου Χω-
ροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης» (Α’ 128) επέχει εφεξής θέση Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής
και μπορεί να τροποποιείται και να συμπληρώνεται με τη διαδικασία του άρθρου 3. Μετά από την έγκριση
της Εθνικής Χωρικής Στρατηγικής, το Γενικό Πλαίσιο Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αειφόρου Ανάπτυξης εν-
σωματώνεται σε αυτήν και παύει να ισχύει.
2. Εκκρεμείς διαδικασίες έγκρισης ή τροποποίησης Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.), Σχεδίου Χωρικής
και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) και πολεοδομικών μελετών συνεχίζονται με βάση
τις διατάξεις δυνάμει των οποίων εκπονούνται.
3. Έως την έγκριση των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ.) και των Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων
(Ε.Π.Σ.) του Τμήματος III του παρόντος Μέρους, είναι επιτρεπτή η πολεοδόμηση σε περιοχές που προβλέπο-
νται για τον σκοπό αυτόν από εγκεκριμένο ρυθμιστικό σχέδιο, Γ.Π.Σ., Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου
(Ζ.Ο.Ε.), σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις. Έως την έγκριση των Τ.Π.Σ. είναι δυνατή η τροποποίηση
εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες διατάξεις.
4. Εκκρεμείς διαδικασίες έγκρισης ή τροποποίησης Ειδικών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδιασμού και Αει-
φόρου Ανάπτυξης ολοκληρώνονται με το άρθρο 7 του ν. 2742/1999 (Α’ 207).
5. Εκκρεμείς διαδικασίες αναθεώρησης ή τροποποίησης Περιφερειακών Πλαισίων Χωροταξικού Σχεδια-
σμού και Αειφόρου Ανάπτυξης ολοκληρώνονται με το άρθρο 8 του ν. 2742/1999. Για τις ανωτέρω εκκρεμείς
διαδικασίες, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί να καθορίζονται ειδικότερες
προδιαγραφές για την εναρμόνιση με τον παρόντα και να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3533Τεύχος A’ 88/08.06.2026
6. Εκκρεμείς διαδικασίες έγκρισης ρυθμιστικών σχεδίων ολοκληρώνονται ως εξής:
α) οι στρατηγικές κατευθύνσεις αυτών εγκρίνονται με την απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και
Ενέργειας του άρθρου 5 και
β) οι ρυθμιστικές κατευθύνσεις αυτών εγκρίνονται με το προεδρικό διάταγμα του άρθρου 21.
ΤΜΗΜΑ V
ΣΧΕΔΙΑΣΜΟΣ ΜΕ ΕΝΕΡΓΟ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑ Ή ΑΣΤΙΚΟ ΑΝΑΔΑΣΜΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ZΩΝΕΣ ΕΝΕΡΓΟΥ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΑΣ
Άρθρο 30
Ζώνες Ενεργού Πολεοδομίας
1. Ενεργός πολεοδομία είναι η με βάση πλήρη πολεοδομικό σχεδιασμό και με την επέμβαση του κράτους,
ή του φορέα που εξουσιοδοτείται από αυτό, αναμόρφωση υφιστάμενων ή δημιουργία νέων πολεοδομικών
συγκροτημάτων, που εξυπηρετούν λειτουργικά τις ανάγκες της οργανωμένης κοινωνικής διαβίωσης ή απα-
σχόλησης των κατοίκων και ανταποκρίνονται στα φυσικά, οικονομικά και αισθητικά δεδομένα της περιοχής.
2. Η περιοχή η οποία προορίζεται για αναμόρφωση ή ανάπτυξη αυτής με τους παραπάνω τρόπους και
μέσα καλείται Ζώνη Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.).
3. Οι Ζ.Ε.Π. περιλαμβάνονται πάντοτε μέσα στην περιοχή του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή
Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου
(Τ.Π.Σ.) και καθορίζονται με τη διοικητική πράξη έγκρισης των σχεδίων αυτών. Σε περίπτωση μη καθορισμού
με την πράξη αυτή ως Ζ.Ε.Π., ο καθορισμός αυτός μπορεί να γίνει με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με
πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνώμη των οικείων δημοτικών συμβουλίων
ή με το προεδρικό διάταγμα έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης.
4. Η κίνηση της διαδικασίας για τον καθορισμό μιας περιοχής ως Ζ.Ε.Π. μπορεί να γίνει: α) από τον Υπουρ-
γό Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή β) μετά από πρόταση του οικείου Ο.Τ.Α. ή δημοτικής επιχείρησης ή γ) από
δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης ή εταιρεία μικτής οικονομίας ή δ) μετά από αίτηση νομικού
προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συνοδεύεται από δήλωση της πλειοψηφίας του συνολικού
αριθμού των ιδιοκτητών της περιοχής που οι ιδιοκτησίες τους καλύπτουν τα τρία τέταρτα (3/4) τουλάχιστον
της επιφάνειάς της, ότι συμφωνούν για τον χαρακτηρισμό της περιοχής ως Ζ.Ε.Π..
5. Η διαδικασία αυτή καθορισμού μπορεί να αρχίζει μαζί με την εκπόνηση του Γ.Π.Σ. ή του Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή
του Τ.Π.Σ. ή και μεταγενέστερα. Στην πρώτη περίπτωση το περίγραμμα της Ζ.Ε.Π. συμπεριλαμβάνεται στην
πρόταση του Γ.Π.Σ. ή του Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή του Τ.Π.Σ..
6. Η διαμόρφωση του χώρου για τον παραπάνω σκοπό με βάση εγκεκριμένη μελέτη, η εκτέλεση των
βασικών έργων υποδομής και γενικά η οργανωμένη δόμηση μέσα στη Ζ.Ε.Π. μέχρι την πλήρη ανάπτυξη ή
αναμόρφωση και τη λειτουργική ενεργοποίηση αυτής, συνιστά έργο δημόσιας ωφέλειας.
7. Για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος για τον καθορισμό Ζ.Ε.Π. σύμφωνα με την παρ. 3 εφαρμόζεται
η διαδικασία του άρθρου 60. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος
έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης Ζ.Ε.Π. που προβλέπεται στο άρθρο 38.
8. Το ποσοστό των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων καθορίζεται με τη σύμβαση ανάθεσης των έρ-
γων της Ζ.Ε.Π. και δεν μπορεί να είναι μικρότερο του τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) της έκτασης. Το ως άνω
ποσοστό εξασφαλίζει ο ανάδοχος φορέας και καλύπτει την κατά το άρθρο 139 υποχρέωσή του εισφοράς σε
γη. Για το ύψος της εισφοράς σε γη και χρήμα σε Ζ.Ε.Π., εφαρμόζονται αντιστοίχως οι παρ. 4 και επόμενες του
άρθρου 139 και το άρθρο 141. Η εισφορά σε γη για τις ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε Ζ.Α.Α. ορίζεται
σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 139.
9. Η υποχρέωση εισφοράς γης σύμφωνα με το παρόν για τις ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε Ζ.Ε.Π.
εκπληρώνεται με τον ακόλουθο τρόπο:
α) αφαιρείται το κατά περίπτωση προβλεπόμενο ποσοστό της οφειλόμενης αποζημίωσης για την τυχόν
ενεργούμενη αναγκαστική απαλλοτρίωση κάθε ιδιοκτησίας μετά από τον χαρακτηρισμό της περιοχής, ως
Ζ.Ε.Π., κατά το μέρος που αυτή αφορά στην αξία της απαλλοτριούμενης γης. Το ποσό που προκύπτει με αυτόν
τον τρόπο ότι πρέπει να καταβληθεί στον ιδιοκτήτη δεν μπορεί να είναι λιγότερο από τη συνολική αξία της
παραπάνω απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας την οποία είχε κατά τον χρόνο ακριβώς πριν από τον χαρακτηρισμό
της περιοχής ως Ζ.Ε.Π.,
β) παραχωρείται στον ίδιο ιδιοκτήτη νέα ιδιοκτησία κατά την ανταλλαγή ιδιοκτησιών που πραγματοποιείται
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263534
είτε εκούσια κατά την εφαρμογή προγράμματος ενεργού πολεοδομίας είτε αναγκαστικά κατά τη διενέργεια
αστικού αναδασμού. Η νέα ιδιοκτησία που παραχωρείται έχει εμβαδόν μικρότερο από το εμβαδόν της ιδιο-
κτησίας που διατέθηκε κατά το ποσοστό της εισφοράς.
10. Η ανάπτυξη, ανάπλαση ή αναμόρφωση περιοχής με ενεργό πολεοδομία γίνεται σύμφωνα με το παρόν
και τα άρθρα 31 έως 40. Στις Ζ.Ε.Π. εφαρμόζονται επίσης και τα άρθρα 120 και 135.
Άρθρο 31
Εταιρείες μικτής οικονομίας
1. Το Δημόσιο, οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και η δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας
και στέγασης είναι δυνατόν να συγκροτούν μεταξύ τους ή μαζί με άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου
(Ν.Π.Δ.Δ.) ή τράπεζες ή δημόσιους οργανισμούς ή ιδρύματα ή οικοδομικούς συνεταιρισμούς ή με ενδιαφερό-
μενες εταιρείες ενεργού πολεοδομίας ή και ιδιώτες - ιδιοκτήτες ακινήτων που περιλαμβάνονται σε ορισμένη
Ζώνη Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.), εταιρεία μικτής οικονομίας που θα έχει αποκλειστικό σκοπό τη μελέτη
και εκτέλεση των έργων ανάπτυξης ή αναμόρφωσης της ζώνης αυτής, και ενδεχόμενα την αγορά ή πώληση
ή εκμετάλλευση των ακινήτων που βρίσκονται σε αυτή.
2. Οι εταιρείες που συνιστώνται με αυτό τον τρόπο αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.).
Το Δημόσιο εκπροσωπείται για τη συμμετοχή στις παραπάνω εταιρείες από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και
Ενέργειας.
3. Το Δημόσιο, οι Ο.Τ.Α. ή άλλα Ν.Π.Δ.Δ. ή δημόσιοι οργανισμοί ή δημόσιες επιχειρήσεις πολεοδομίας και
στέγασης οι οποίες συμμετέχουν σε εταιρεία μικτής οικονομίας που έχει αντικείμενο την αναμόρφωση ή
ανάπτυξη Ζ.Ε.Π. πρέπει να αναλάβουν και να διατηρούν κάθε στιγμή το ποσοστό του τριάντα τέσσερα τοις
εκατό (34%) τουλάχιστον του μετοχικού κεφαλαίου.
4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης, Εσωτερικών και Περιβάλ-
λοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι ειδικοί όροι σύστασης και λειτουργίας των εταιρειών μικτής οικονομίας
του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 32
Πρόγραμμα Ενεργού Πολεοδομίας
1. Το πρόγραμμα, με το οποίο πραγματοποιείται η αναμόρφωση ή ανάπτυξη της Ζώνης Ενεργού Πολεο-
δομίας (Ζ.Ε.Π.) και εξασφαλίζεται η λειτουργική εκμετάλλευση αυτής, περιλαμβάνει:
α) τον καθορισμό του ανάδοχου φορέα και την ανάληψη του έργου από αυτόν,
β) την κτηματογράφηση της ζώνης,
γ) τη σύνταξη και έγκριση της πολεοδομικής μελέτης της ζώνης,
δ) την κτήση των απαιτούμενων ακινήτων,
ε) τη διευθέτηση του χώρου και την εκτέλεση των έργων υποδομής βάσει των όρων της σύμβασης και των
σχετικών μελετών κατά κατηγορία έργων,
στ) τη σύνταξη των κτιριακών μελετών και εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στους υπό διαμόρφωση
οικοδομήσιμους χώρους ή σε μέρος αυτών,
ζ) την αφιέρωση ή παραχώρηση των δημόσιων κ.λπ. κτιρίων ή άλλων εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας
προς τους οικείους φορείς και τη διάθεση ή παραχώρηση ή πώληση των οικοδομήσιμων χώρων ή έτοιμων
κατοικιών ή διαμερισμάτων ή χώρων επαγγελματικής εγκατάστασης σε ιδιώτες για τη σύμφωνη με τον προ-
ορισμό τους εκμετάλλευση ή χρήση.
2. Αν εντός πενταετίας από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος ή της πράξης χαρακτηρισμού της
Ζ.Ε.Π. δεν τέθηκε σε εφαρμογή κατά τις ειδικότερες διατάξεις το πρόγραμμα της ενεργού πολεοδομίας με τη
διευθέτηση του χώρου των οικοδομικών εργασιών, αίρεται ο χαρακτηρισμός της όλης εκτάσεως, ως ζώνης
ενεργού πολεοδομίας μετά από αίτηση στο Τριμελές Διοικητικό Πρωτοδικείο της περιφέρειας της Ζ.Ε.Π.,
οποιουδήποτε έχει αποδεδειγμένα εμπράγματα δικαιώματα επί της έκτασης. Η εν λόγω αίτηση υποβάλλεται
εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών, από την πάροδο της πενταετίας με αφετηρία τη δημοσίευση του προε-
δρικού διατάγματος ή της πράξης χαρακτηρισμού της Ζ.Ε.Π..
3. Σε περίπτωση που έχει ήδη, κατά την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4258/2014 (Α’ 94), αρθεί αυτοδι-
καίως ο χαρακτηρισμός της έκτασης ως ζώνης ενεργού πολεοδομίας, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2, όπως ίσχυε
πριν από την τροποποίησή της με την παρ. 18.1 του άρθρου 22 του ν. 4258/2014, και με την προϋπόθεση ότι
η διευθέτηση του χώρου των οικοδομικών εργασιών είχε πραγματοποιηθεί από Εταιρεία Μικτής Οικονομίας,
εντός της πενταετίας από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος ή πράξης χαρακτηρισμού της Ζ.Ε.Π. ο
χαρακτηρισμός της Ζ.Ε.Π. ανακτάται, με την έκδοση απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3535Τεύχος A’ 88/08.06.2026
που εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή σχετικής αίτησης του οικείου Οργανισμού Τοπικής
Αυτοδιοίκησης. Με την απόφαση αυτή, πέραν των ανωτέρω: α) εγκρίνεται η σύμβαση σύστασης της Εταιρείας
Μικτής Οικονομίας και ανάληψης του οικείου έργου, καθώς και αναγκαίες τροποποιήσεις της, β) καθορίζο-
νται επιπρόσθετες υποχρεώσεις της Εταιρείας Μικτής Οικονομίας εκ των αναφερομένων στο άρθρο 34. Στην
περίπτωση αυτή, θεωρούνται νόμιμα καταρτισθείσες οι μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων στη Ζ.Ε.Π.,
που έλαβαν χώρα μέχρι και την ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4258/2014 από την οποία αρχίζει εκ νέου και
η πενταετία της παρ. 2.
Άρθρο 33
Ανάδοχος φορέας
1. Η διαχείριση του προγράμματος που προβλέπει το άρθρο 30 μπορεί να αναλαμβάνεται από τον δήμο
ή δημοτικές επιχειρήσεις ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης μαζί ή χωριστά ή να ανατίθεται
σε εταιρεία μικτής οικονομίας ή ανώνυμη εταιρεία ή εταιρεία περιορισμένης ευθύνης του άρθρου 31 του
παρόντος Κώδικα ή του άρθρου 24 του ν. 947/1979 (Α’ 169) αντίστοιχα.
2. Η πρόσκληση για υποβολή προτάσεων, που υπογράφεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας
ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο ή δημόσιο οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και
στέγασης και στηρίζεται στη μελέτη της οικιστικής ανάπτυξης ή αναμόρφωσης του συνόλου της περιοχής,
περιέχει συγκεκριμένους όρους για τη σύνταξη της γενικής προκαταρκτικής μελέτης των έργων της ζώνης η
οποία πρέπει να συνοδεύει τις προτάσεις. Με την παραπάνω πρόσκληση ορίζεται προθεσμία για την υποβολή
των προτάσεων και ορίζονται μέχρι τρία (3) βραβεία για τη βράβευση των τριών καλύτερων από αυτές.
3. Η υποβολή των παραπάνω προτάσεων σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να δημιουργήσει εκτός από
την καταβολή των αθλοθετηθέντων βραβείων, κάποια υποχρέωση προς αυτόν που υποβάλλει την πρόταση.
4. Μετά από την υποβολή των προτάσεων με τις γενικές προκαταρκτικές μελέτες, την αξιολόγηση αυτών
και την επιλογή της προσφορότερης συνάπτεται προσύμφωνο μεταξύ του Υπουργού Περιβάλλοντος και
Ενέργειας ή εκείνου που έχει εξουσιοδοτηθεί από αυτόν και του φορέα που έχει επιλεγεί για ανάληψη των
έργων μετά από προηγούμενη έγκριση της οικονομικής επιτροπής που αποτελείται από Υπουργούς. Περίληψη
των κύριων στοιχείων του προσυμφώνου δημοσιεύεται σε δύο (2) τουλάχιστον εφημερίδες με φροντίδα της
αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με το προσύμφωνο αυτό που στηρίζεται
στη γενική προκαταρκτική μελέτη των έργων η οποία προκρίθηκε ως η πιο πρόσφορη, καθορίζονται οι γενικοί
όροι σύνταξης της πολεοδομικής μελέτης, η προθεσμία υπογραφής της οριστικής σύμβασης, οι όροι σύνταξης
των βασικών μελετών των έργων και παρέχονται οι εγγυήσεις για την υπογραφή της οριστικής σύμβασης.
Την υπογραφή του προσυμφώνου ακολουθούν διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό των όρων της οριστικής
σύμβασης ανάθεσης του έργου βάσει της πολεοδομικής μελέτης που συντάσσεται και εγκρίνεται. Εφόσον
υπάρχει εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη της ζώνης και συντρέχουν οι υπόλοιποι όροι, είναι δυνατή και η
άμεση υπογραφή της οριστικής σύμβασης με τον ανάδοχο που επιλέχτηκε.
5. Αντί για την ανάθεση του έργου σε μια από τις εταιρείες που υπέβαλαν προτάσεις, το Δημόσιο μπορεί να
ζητήσει την εκ μέρους αυτών σύσταση κοινοπραξίας ή να συμφωνήσει με αυτές τη σύσταση εταιρείας μικτής
οικονομίας που συστήνεται σύμφωνα με τους όρους του άρθρου 31.
6. Η ανάθεση των παραπάνω έργων μπορεί να γίνει χωριστά: α) για τη μελέτη, σχεδιασμό και διαμόρφωση
του χώρου και για τη μελέτη και εκτέλεση των έργων υποδομής και β) για τη σύνταξη των κτιριακών μελετών
και την εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών στους διαμορφωμένους οικοδομήσιμους χώρους, βάσει της
εγκεκριμένης πολεοδομικής μελέτης.
7. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται: α) τα ειδικότερα στοιχεία και
οι εγγυήσεις οι οποίες πρέπει να συνοδεύουν τις υποβαλλόμενες προτάσεις, β) η διαδικασία και τα όργανα
ελέγχου, αξιολόγησης και βράβευσης αυτών, γ) τα σχετικά με τη διενέργεια των διαπραγματεύσεων, συσχετι-
σμού των λύσεων που προτείνονται, οι όροι και η διαδικασία με την οποία κηρύσσεται ο ανάδοχος έκπτωτος,
καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την επιλογή του αναδόχου και την υπογραφή της σύμβασης
ανάθεσης των έργων με αυτόν.
Άρθρο 34
Σύμβαση ανάθεσης
1. Για τη σύμβαση ανάθεσης του έργου αναμόρφωσης ή ανάπτυξης της Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας
(Ζ.Ε.Π.), πρέπει μεταξύ άλλων να προβλέπονται:
α) Τα έργα διευθέτησης του χώρου, καθώς και τα έργα υποδομής, με τις αναγκαίες για κάθε κατηγορία έργων
μελέτες που πρέπει να εκτελεστούν στη Ζ.Ε.Π. από τον ανάδοχο. Οι τεχνικοί όροι σύνταξης των ειδικότερων
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263536
μελετών και εκτέλεσης των έργων αυτών που ανταποκρίνονται στις ισχύουσες διατάξεις για κάθε κατηγορία έρ-
γων, περιλαμβάνονται στις τεχνικές προδιαγραφές και συγγραφές υποχρεώσεων που συνοδεύουν τη σύμβαση.
β) Τα έργα δόμησης που πρέπει να εκτελεστούν από τον ανάδοχο και ό,τι αφορά στην κατάρτιση των
σχετικών κτιριακών μελετών, την έγκριση αυτών, καθώς και ο τρόπος της άσκησης της τεχνικής επίβλεψης
και εποπτείας που ασκείται στο σύνολο των έργων. Οι σχετικοί τεχνικοί όροι περιλαμβάνονται στις τεχνικές
προδιαγραφές και συγγραφές υποχρεώσεων που συνοδεύουν τη σύμβαση.
γ) Ο τρόπος διάθεσης στον ανάδοχο των εκτάσεων γης που βρίσκονται στη ζώνη και είναι αναγκαίες για
την ενεργοποίηση αυτής.
δ) Οι προθεσμίες εκτέλεσης των έργων στο σύνολό τους ή κατά φάσεις.
ε) Το είδος και το ύψος της αμοιβής ή του ανταλλάγματος το οποίο συμφωνείται να χορηγηθεί στον ανά-
δοχο, καθώς και οι όροι καταβολής της αμοιβής ή χορήγησης του ανταλλάγματος αυτού.
στ) Οι εγγυήσεις που πρέπει να παρασχεθούν από τον ανάδοχο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων
που αναλαμβάνει, οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε βάρος του αν τις αθετήσει, καθώς και οι περιπτώσεις που
συνεπάγονται την κήρυξη αυτού έκπτωτου και τη διαδικασία που πρέπει να τηρηθεί για τον σκοπό αυτόν.
2. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζονται ειδικότερα τα
υποχρεωτικά στοιχεία της σύμβασης ανάθεσης του έργου, καθώς και να προβλέπονται τύποι τέτοιων
συμβάσεων.
3. Ως αντάλλαγμα για τα έργα που θα εκτελεστούν από τον ανάδοχο φορέα και για την εκπλήρωση όλων
των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση της παρ. 1 μπορεί να προβλεφθεί η παραχώρηση σε αυτόν της κυ-
ριότητας οικοδομήσιμων τμημάτων μέσα στη Ζ.Ε.Π. και η αναγνώριση του δικαιώματος εκμετάλλευσης των
τμημάτων αυτών με την εκποίηση, εκμίσθωση, οικοδόμηση και πώληση διαμερισμάτων ή με τη χρησιμοποί-
ηση ή αξιοποίηση αυτών με οποιονδήποτε άλλο πρόσφορο τρόπο στo πλαίσιp των νόμιμων όρων δόμησης.
Οι εκτάσεις αυτές καθορίζονται κατά θέση και συνολικό εμβαδόν με τη σύμβαση της παρ. 1 και είναι δυνατό
να περιέλθουν στην κυριότητα του αναδόχου είτε με απευθείας παραχώρηση αυτών από το Δημόσιο ή άλλο
νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε μετά από πώληση αυτών από τους ιδιοκτήτες τους προς τον ανάδοχο
με ελεύθερες διαπραγματεύσεις ή μετά από άσκηση του δικαιώματος προτίμησης με ίσους όρους προσφε-
ρόμενου είτε μετά από αναγκαστική απαλλοτρίωση.
4. Με τη σύμβαση ανάθεσης μπορεί, για τη διάθεση των ακινήτων που βρίσκονται Ζ.Ε.Π. από τον ανάδοχο,
να προβλέπονται περιορισμοί που να αναφέρονται ιδιαίτερα:
α) στον καθορισμό τιμών πώλησης των κατοικιών ή των άλλων κτισμάτων που βρίσκονται στη Ζ.Ε.Π. και
εξυπηρετούν τις χρήσεις τις προβλεπόμενες από τη μελέτη της Ζ.Ε.Π. ή των χώρων που προορίζονται για
οικοδόμηση ή των έτοιμων διαμερισμάτων που ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει ο ανάδοχος ή
β) στην καθιέρωση κριτηρίων προτεραιότητας μεταξύ των υποψήφιων αγοραστών,
γ) στην υποχρεωτική χρησιμοποίηση ορισμένων συγκροτημάτων κατοικιών για εκμίσθωση με ορισμένο
μίσθωμα και για ορισμένο χρονικό διάστημα,
δ) στην παραχώρηση οικοπέδων ή οικοδομημένων συγκροτημάτων σε οργανισμούς στέγασης ή κατοικί-
ας ή σε ιδιώτες των οποίων οι ιδιοκτησίες απαλλοτριώθηκαν σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 38. Επίσης,
είναι δυνατό να προβλέπονται περιορισμοί στο ύψος του συντελεστή κέρδους ή να τίθενται ρήτρες που να
αναφέρονται στη διάθεση του υπερβάλλοντος κέρδους ή κάποιου μέρους αυτού για χάρη ορισμένων σκοπών.
Άρθρο 35
Αναστολή οικοδομικών εργασιών σε Ζώνη Ενεργού Πολεοδομίας
1. Ταυτόχρονα με τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος ή της πράξης καθορισμού της Ζώνης
ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.) αναστέλλεται αυτοδίκαια η χορήγηση οικοδομικών αδειών στα ακίνητα που
περιλαμβάνονται στη ζώνη αυτή μέχρι να εκδοθεί το προεδρικό διάταγμα για την έγκριση της πολεοδομικής
μελέτης της Ζ.Ε.Π., σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 38. Ο χρόνος αυτός δεν είναι δυνατό να είναι μεγα-
λύτερος από διετία, μπορεί όμως να παραταθεί για εξαιρετικούς λόγους για ένα (1) ακόμη έτος με προεδρικό
διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
2. Αν παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες αίρεται αυτοδίκαια ο χαρακτηρισμός του συνόλου
της έκτασης ως Ζ.Ε.Π..
Άρθρο 36
Δημοσιότητα
1. Η σύμβαση ανάθεσης του έργου αναμόρφωσης ή ανάπτυξης Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.) δη-
μοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3537Τεύχος A’ 88/08.06.2026
2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργών Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος και
Ενέργειας ρυθμίζονται οι όροι δημοσιότητας του προεδρικού διατάγματος καθορισμού της Ζ.Ε.Π..
Άρθρο 37
Κτηματογράφηση Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας
1. Αμέσως μετά από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος που καθορίζει τη Ζώνη Ενεργού Πο-
λεοδομίας (Ζ.Ε.Π.), ενεργείται κτηματογράφηση του συνόλου της έκτασης της ζώνης για τον καθορισμό των
ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε αυτήν, της θέσης, των ορίων και του εμβαδού κάθε μίας, καθώς και για τον
προσδιορισμό των οικοδομών ή άλλων μονίμων εγκαταστάσεων ή έργων που βρίσκονται μέσα σε αυτές.
2. Η κτηματογράφηση ενεργείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή το νομικό πρόσωπο δη-
μοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Ελληνικό Κτηματολόγιο» ή από αυτόν με τον οποίο καταρτίστηκε το
προσύμφωνο που αναφέρεται στην παρ. 4 του άρθρου 33, ή και από τρίτο ιδιώτη ή εταιρεία και περιλαμβάνει τη
σύνταξη κτηματογραφικού χάρτη που απεικονίζει τις επί μέρους ιδιοκτησίες και τις οικοδομές ή άλλες κατασκευές
που βρίσκονται σε αυτές, καθώς και τη σύνταξη κτηματολογικού πίνακα όπου καταγράφονται οι φερόμενοι ως
ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών που φαίνονται στον κτηματολογικό χάρτη, το εμβαδόν κάθε ιδιοκτησίας, τα κύρια
προσδιοριστικά στοιχεία των οικοδομών ή άλλων κατασκευών που υπάρχουν σε αυτές και κάθε άλλο χρήσιμο
στοιχείο. Οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες είναι υποχρεωμένοι εντός τριμήνου από τη δημοσίευση του προεδρικού
διατάγματος καθορισμού της Ζ.Ε.Π. να καταθέσουν στην αρμόδια υπηρεσία ή τον φορέα ή ιδιώτη που ανέλαβε την
κτηματογράφηση, δήλωση ιδιοκτησίας προσκομίζοντας και επικυρωμένα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας τους.
Σε περίπτωση παράλειψής τους ο κτηματολογικός πίνακας συντάσσεται με βάση κάθε υφιστάμενο νόμιμο στοιχείο.
3. Ο κτηματολογικός χάρτης που καταρτίστηκε και ο πίνακας κοινοποιούνται στον οικείο δήμο, όπου και
παραμένουν επί έναν (1) μήνα στη διάθεση του κοινού για ενημέρωση αυτού. Για το γεγονός αυτό τοιχοκολλάται
ανακοίνωση η οποία δημοσιεύεται σε μία (1) τουλάχιστον περιφερειακή εφημερίδα και σε μία (1) ημερήσια
πανελλαδική εφημερίδα και αναρτάται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα του οικείου δήμου. Η παραπάνω μηνιαία
προθεσμία αρχίζει από την ημέρα της τελευταίας δημοσίευσης ή ανάρτησης της ανακοίνωσης, αναλόγως
ποια έγινε μεταγενέστερα.
4. Επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον ενώπιον του κατά τόπον
αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά του κτηματολογικού χάρτη και του πίνακα, εντός προθεσμίας δύο
(2) μηνών από την ημέρα της τελευταίας δημοσίευσης στον τύπο της ανακοίνωσης που αναφέρεται στην παρ. 3.
Η προσφυγή εκδικάζεται κατά τη διαδικασία για τα ασφαλιστικά μέτρα των άρθρων 682 και επόμενα του
Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν υπό-
κειται σε κανένα ένδικο μέσο, αλλά η έκδοση αυτής ή η πάροδος άπρακτης της προθεσμίας για την άσκηση
της προσφυγής δεν εμποδίζει την άσκηση τακτικής αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, της οποίας το
αντικείμενο μετατρέπεται, σε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου, στην αντίστοιχη αξία
αυτού. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής ή της τακτικής αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, δι-
ορθώνεται υποχρεωτικά ο κτηματολογικός πίνακας σύμφωνα με την οικεία απόφαση.
Άρθρο 38
Πολεοδομική μελέτη Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας
1. Η πολεοδομική μελέτη της Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.) συντάσσεται: α) είτε από το Υπουργείο
Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή από δημόσιο οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης
που εποπτεύεται από αυτό, και αν εγκριθεί σύμφωνα με όσα ορίζονται παρακάτω, αποτελεί στοιχείο της
σύμβασης που καταρτίζεται με τον ανάδοχο, β) είτε από τον ανάδοχο φορέα που ορίζεται σύμφωνα με το
άρθρο 33 μέσα στο πλαίσιο της μελέτης οικιστικής ανάπτυξης ή αναμόρφωσης της περιοχής του Γενικού Πο-
λεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.), του Σχεδίου Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή
Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) και σύμφωνα με τους όρους και τις δεσμεύσεις που επιβάλλονται με
το προσύμφωνο της παρ. 4 του άρθρου 33.
2. Η παραπάνω μελέτη εγκρίνεται και αρχίζει να ισχύει με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.).
3. Η πολεοδομική μελέτη της παρ. 1 περιέχει:
α) τις ειδικές χρήσεις γης και τους πρόσθετους περιορισμούς, απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις που αναφέ-
ρονται σε κάθε μία από αυτές,
β) τους προβλεπόμενους κάθε είδους κοινόχρηστους χώρους (οδούς, πλατείες, κοινόχρηστους κήπους και
άλση, πρασιές και άλλους για κοινωφελείς σκοπούς αναγκαίους κοινόχρηστους χώρους),
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263538
γ) τα προβλεπόμενα δημόσια ή κοινωφελή κτίρια, καθώς και τα έργα και εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας
που προβλέπονται στη ζώνη,
δ) τους οικοδομήσιμους χώρους,
ε) τους όρους και περιορισμούς δόμησης,
στ) πρόσθετους όρους που αναφέρονται στα χρησιμοποιούμενα δομικά υλικά, τον τρόπο κατασκευής και
την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων και γενικά την αισθητική διαμόρφωση όλου του χώρου, τα ελάχιστα όρια
μεγέθους των οικοδομών, τον τρόπο διαμόρφωσης και χρήσης των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων και τις
υποχρεώσεις που είναι συναφείς με τους όρους αυτούς,
ζ) το ποσοστό εισφοράς σε γη των ιδιοκτησιών που βρίσκονται στη ζώνη,
η) τη λήψη ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων πολεοδομικών ή κοινωνικών προβλημάτων
που προκύπτουν από την ενεργοποίηση της ζώνης και την εφαρμογή του οικείου προγράμματος, καθώς και
κάθε άλλη αναγκαία ειδική ρύθμιση για την πλήρη ενεργοποίηση της ζώνης.
4. Η πολεοδομική μελέτη συνοδεύεται από πολεοδομικό σχέδιο, όπου φαίνεται η διαμόρφωση όλου του
χώρου, οι εκτάσεις στις οποίες αναφέρεται κάθε ειδική χρήση γης, οι δημιουργούμενοι κοινόχρηστοι γενικά
χώροι, οι θέσεις των δημόσιων, δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων, καθώς και άλλων έργων και εγκατα-
στάσεων κοινής ωφέλειας, οι οικοδομήσιμοι χώροι, η θέση, το σχήμα και οι διαστάσεις των οικοπέδων που
διαμορφώνονται, καθώς και η θέση των κτιρίων μέσα σε αυτά. Το σχέδιο αυτό δημοσιεύεται στην Εφημερίδα
της Κυβερνήσεως μαζί με τα στοιχεία της μελέτης που αναφέρονται στην παρ. 3.
5. Αν υπάρχουν κτίσματα ή άλλες εγκαταστάσεις μέσα σε ιδιοκτησίες και βρίσκονται στη ζώνη, η διατήρηση
και η χρήση αυτών καθορίζονται από την πολεοδομική μελέτη.
Στην αντίθετη περίπτωση, αν χαρακτηρίζονται ότι πρέπει να κατεδαφιστούν, οι ιδιοκτησίες αγοράζονται
από τον ανάδοχο φορέα ή απαλλοτριώνονται για λογαριασμό του και ο ιδιοκτήτης μπορεί να ζητήσει την
εγκατάστασή του μέσα στη Ζ.Ε.Π. σύμφωνα με τη σύμβαση ανάθεσης του έργου.
Άρθρο 39
Απόκτηση ακινήτων της Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας
1. Οι αναγκαίες εκτάσεις για την ενεργοποίηση της ζώνης και την εφαρμογή του προγράμματος αυτής
τίθενται στη διάθεση του φορέα της παρ. 1 του άρθρου 33 είτε με απευθείας παραχώρηση αυτών από το
Δημόσιο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), είτε μετά από άσκηση του δικαιώματος επί
ίσοις όροις προτίμησης σύμφωνα με το άρθρο 120, είτε μετά από αναγκαστική απαλλοτρίωση αυτών σύμ-
φωνα με το άρθρο 171. Το Δημόσιο έχει υποχρέωση να διαθέσει αμέσως στον ανάδοχο τα ακίνητα τα οποία
ανήκουν σε αυτό ή περιήλθαν σε αυτό μετά από την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης ή την αναγκαστική
απαλλοτρίωση υπέρ αυτού.
2. Επιτρέπεται πάντοτε η απόκτηση ακινήτων μέσα στη Ζώνη Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.) με ειδικά
συμφωνούμενο τίμημα ή αντάλλαγμα μετά από ελεύθερες διαπραγματεύσεις από το Δημόσιο ή δημόσιο
οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης, ή από τον ανάδοχο φορέα σύμφωνα με το άρ-
θρο 33. Το αντάλλαγμα μπορεί να είναι παροχή ίσης αξίας είτε οικοπέδου, είτε κτιρίου, ή διαμερίσματος, αν
πρόκειται για διηρημένη κατά κτίρια ή κατά ορόφους ιδιοκτησία αντίστοιχα από τα τελικά οικόπεδα ή κτίρια
της ζώνης που διαμορφώνονται.
3. Για το εύλογο του τιμήματος ή του ανταλλάγματος γνωμοδοτεί, πριν από την αγορά ή τη σύμβαση για
την ανταλλαγή, τριμελής επιτροπή.
Η επιτροπή ορίζεται για κάθε ζώνη με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Εθνικής Οικονομίας
και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας και αποφασίζει αφού λάβει υπόψη τα υπάρχοντα στοιχεία
μεταβίβασης ακινήτων στην περιοχή ή τις τιμές μονάδος που έχουν ήδη ορισθεί για αναγκαστικές απαλλοτρι-
ώσεις και κάθε άλλο νόμιμο στοιχείο. Η αγορά ή ανταλλαγή της παρ. 2 δεν μπορεί να συμφωνηθεί με τίμημα ή
αντάλλαγμα ανώτερο από αυτό που η παραπάνω επιτροπή εκτιμά ότι καλύπτει πλήρως την αξία του ακινήτου
κατά τον χρόνο της αγοράς ή ανταλλαγής. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών
Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η συγκρότηση, σύνθεση
και λειτουργία της τριμελούς επιτροπής, τα ειδικότερα στοιχεία και κριτήρια εκτίμησης, καθώς και κάθε άλλη
αναγκαία λεπτομέρεια.
4. Με τη σύμβαση που καταρτίζεται με τον ανάδοχο είναι δυνατό να οριστεί ότι εφόσον ιδιοκτήτης ζητά την
ανταλλαγή ακινήτου του που βρίσκεται μέσα στη ζώνη με αντάλλαγμα την παροχή σε αυτόν οικοδομήσιμου
χώρου που θα διαμορφωθεί με την πολεοδομική μελέτη ή με αντάλλαγμα έτοιμη κατοικία ή διαμέρισμα από
αυτά που θα κατασκευασθούν σύμφωνα με το οικείο πρόγραμμα, τότε η παραχώρηση με ανταλλαγή, ίσης
τουλάχιστον αξίας οικοπέδου ή κατοικίας ή διαμερίσματος είναι υποχρεωτική.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3539Τεύχος A’ 88/08.06.2026
5. Εκτάσεις που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για δημόσια ωφέλεια και δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον
σκοπό για τον οποίο απαλλοτριώθηκαν πριν από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος καθορισμού
της Ζ.Ε.Π. διατίθενται υποχρεωτικά εφόσον περιληφθούν σε Ζ.Ε.Π. για την εκπλήρωση του προγράμματος
αυτής μετά από κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση αρμό-
διου Υπουργού.
Άρθρο 40
Εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας
1. Μετά από την απόκτηση και διάθεση, σύμφωνα με το άρθρο 39, στον ανάδοχο φορέα των αναγκαίων
εκτάσεων για την ενεργοποίηση της ζώνης ή και πριν την ολοκλήρωση αυτών, όπου είναι τεχνικά δυνατό, ο
ανάδοχος φορέας εκτελεί τα έργα διαμόρφωσης του χώρου, καθώς και τα έργα υποδομής, όπως αυτά προ-
βλέπονται από την πολεοδομική μελέτη και τη σύμβαση που υπογράφηκε από αυτόν.
2. Στη συνέχεια ή παράλληλα με τα έργα της παρ. 1, εφόσον αυτό είναι τεχνικά δυνατό, ο φορέας της παρ. 1
ή άλλος ανάδοχος αν τα παραπάνω έργα έχουν ανατεθεί χωριστά σε αυτόν, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρ-
θρου 33, συντάσσει τις κτιριακές μελέτες και εκτελεί τα οικοδομικά έργα στους οικοδομήσιμους χώρους που
διαμορφώνονται με βάση την πολεοδομική μελέτη και τη σύμβαση που υπογράφηκε από αυτόν.
3. Ταυτόχρονα με την έναρξη των έργων σύμφωνα με τις π αρ. 1 και 2 εφαρμόζονται τα μέτρα βοήθειας
που προβλέπονται από την οικεία σύμβαση προς τους ιδιώτες που είναι εγκατεστημένοι στη ζώνη για τη στέ-
γαση ή επαγγελματική αποκατάσταση αυτών σε άλλους κοντινούς χώρους ή οικισμούς, οριστικά ή μέχρι την
επανεγκατάσταση αυτών μέσα στη ζώνη που ενεργοποιήθηκε σύμφωνα με τους όρους της οικείας μελέτης.
4. Κάθε διαφορά μεταξύ του Δημοσίου ή δημοσίου οργανισμού ή δημόσιας επιχείρησης πολεοδομίας και
στέγασης και του ανάδοχου φορέα για το κύρος, την ερμηνεία και εφαρμογή όρων της σύμβασης ή για την
εκτέλεση των έργων μπορεί να επιλύεται με διαιτησία σύμφωνα με όσα ορίζονται ειδικότερα από τη σύμβα-
ση. Κάθε διαφορά μεταξύ του ανάδοχου και ιδιωτών που είναι εγκατεστημένοι στον χώρο της ζώνης σχετικά
με την απομάκρυνση αυτών, τη στέγαση ή επαγγελματική στέγαση αυτών ή την επανεγκατάστασή τους στις
κατασκευαζόμενες νέες οικιστικές μονάδες, υπάγεται στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου και
εκδικάζεται σύμφωνα με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ.
503/1985, Α’ 182). Κατά της απόφασης που εκδίδεται επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης για τους λόγους
που αναφέρονται στο άρθρο 560 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
5. Όσοι επανεγκαθίστανται ή εγκαθίστανται για πρώτη φορά στη Ζώνη Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.), με
απόκτηση κατά κυριότητα οικοπέδου, χώρου επαγγελματικής εγκατάστασης, κατοικίας, ιδανικού μεριδίου ή
διαμερίσματος κατ’ όροφο ιδιοκτησίας βαρύνονται με την εισφορά σε χρήμα της παρ. 9 του άρθρου 30 την
οποία καταβάλλουν σύμφωνα με το άρθρο 144. Οι ιδιοκτησίες που υπάρχουν πριν από την ενεργοποίηση
της ζώνης και διατηρούνται ακόμα, βαρύνονται με την εισφορά σε γη σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 30.
6. Στις οικοδομήσιμες εκτάσεις και οικόπεδα που δημιουργούνται από την ενεργοποίηση της ζώνης επι-
τρέπεται η σύσταση διαιρεμένων κατά κτίρια ή μέρη αυτών, ιδιοκτησιών χωρίς κατάτμηση σε μικρότερα
οικόπεδα καθώς και η σύσταση διαιρεμένων κατά ορόφους ιδιοκτησιών. Η σύσταση των διαιρεμένων αυτών
ιδιοκτησιών (κάθετες και οριζόντιες συνιδιοκτησίες) επιτρέπεται να γίνεται και με μονομερή δικαιοπραξία
που καταρτίζεται από τον ανάδοχο φορέα με δήλωσή του σε συμβολαιογράφο που καταχωρείται νόμιμα στα
βιβλία μεταγραφών ή στο οικείο κτηματολόγιο.
7. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και
του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μπορεί να ρυθμίζονται τα σχετικά με την εποπτεία και τον έλεγχο
των έργων από το Δημόσιο ή τον οικείο δημόσιο οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης,
τα σχετικά με τη συνδρομή ή συμμετοχή άλλων δημόσιων υπηρεσιών ή οργανισμών και επιχειρήσεων κοινής
ωφέλειας στην ενεργοποίηση της ζώνης, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του
παρόντος.
8. Η μέριμνα για τη συντήρηση, καθαριότητα και κανονική χρήση κοινών ιδιόκτητων χώρων που δημι-
ουργούνται στη Ζ.Ε.Π., η συντήρηση και ανανέωση του κοινόχρηστου τεχνικού εξοπλισμού και η συντήρηση
των έργων υποδομής, η φροντίδα για τη διατήρηση, προστασία και βελτίωση των χώρων πρασίνου και η
αντιμετώπιση όλων των ζητημάτων που ανακύπτουν από τη λειτουργία της ζώνης, ανήκει από κοινού, με
την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων των οικείων δήμων, σε όλους τους ιδιοκτήτες των ακινήτων της ζώνης και
ασκείται με βάση κανονισμούς εγκρινόμενους από τη γενική συνέλευση των ιδιοκτητών της ζώνης. Μέχρι τη
σύνταξη και έγκριση τέτοιου κανονισμού τα θέματα του πρώτου εδαφίου ρυθμίζονται από προσωρινό κανο-
νισμό που συντάσσεται από τον ανάδοχο και εγκρίνεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με
τον προσωρινό αυτόν κανονισμό καθορίζεται το ποσοστό ψήφων κάθε αυτοτελούς ιδιοκτησίας της ζώνης,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263540
καθώς και ο τρόπος εκπροσώπησης των ιδιοκτητών αυτής στη γενική συνέλευση των ιδιοκτητών της ζώνης.
Οι αποφάσεις της γενικής συνέλευσης λαμβάνονται με πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) του συνόλου των
ψήφων, εκτός αν πρόκειται για θέματα του προηγούμενου εδαφίου οπότε απαιτείται ομόφωνη απόφαση των
μελών της γενικής συνέλευσης για την τροποποίηση των ρυθμίσεων αυτών.
9. Με την πολεοδομική μελέτη είναι δυνατόν να προβλεφθεί η σύσταση αναγκαστικού συνεταιρισμού των
ιδιοκτητών της ζώνης για την αντιμετώπιση των ζητημάτων της παρ. 8, καθώς και κάθε άλλου ζητήματος που
αφορά στη συμβίωση των εγκατεστημένων στη ζώνη και σχετικά με τις προκύπτουσες σχέσεις και ανάγκες
από την ιδιοκτησία αυτών. Σε περίπτωση σύστασης αναγκαστικού συνεταιρισμού διαχείρισης τα θέματα της
παρ. 8 ρυθμίζονται με το καταστατικό που εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
10. Στους συνεταιρισμούς που συστήνονται με αυτό τον τρόπο εφαρμόζονται ανάλογα τα άρθρα 45 έως
47 και το άρθρο 52.
Άρθρο 41
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ρυθ-
μίζονται και κατά τροποποίηση των ισχυουσών διατάξεων:
α) ο τρόπος, η διαδικασία, τα όργανα και οι προϋποθέσεις καθορισμού Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.),
β) το περιεχόμενο και η διαχείριση του προγράμματος ενεργού πολεοδομίας,
γ) η αναστολή οικοδομικών εργασιών σε Ζ.Ε.Π.,
δ) η κτηματογράφηση της έκτασης της ζώνης για τον καθορισμό των ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε αυτή,
ε) η διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης της Ζ.Ε.Π.,
στ) ζητήματα σχετικά με τον τρόπο, τη διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την απόκτηση ακινήτων που
περιλαμβάνονται στη Ζ.Ε.Π.,
ζ) η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης, και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπο-
ρούν να ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με τον υπολογισμό της εισφοράς σε γη και χρήμα, εντός του πλαισίου
των ισχυουσών διατάξεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΖΩΝΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΑΝΑΔΑΣΜΟΥ
Άρθρο 42
Ζώνες Αστικού Αναδασμού
1. Αστικός αναδασμός εντός οικιστικής περιοχής είναι το σύνολο των διαδικασιών, οι οποίες αποσκοπούν
στην πολεοδομική ενεργοποίηση αυτής με τη συνεισφορά των ιδιοκτησιών τους από όλους τους ιδιοκτήτες
για τη δημιουργία ή διαμόρφωση και εκ νέου παραχώρηση σε αυτούς οικοδομήσιμων γενικά χώρων που να
εξυπηρετούν τις χρήσεις γης που προβλέπονται για την οικεία ζώνη.
2. Τα οικόπεδα που δημιουργούνται με τον αναδασμό και παραχωρούνται στους ιδιοκτήτες που συνει-
σέφεραν ακίνητα, με τα κτίσματα ή άλλες εγκαταστάσεις που τυχόν υπάρχουν σε αυτά πρέπει να έχουν ίση
τουλάχιστον αξία με την αξία του συνόλου του ακινήτου που συνεισέφερε ο καθένας μετά από την αφαίρεση
της εισφοράς του σύμφωνα με το άρθρο 139.
3. Οι Ζώνες Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) περιλαμβάνονται πάντοτε μέσα στην περιοχή του Γενικού Πο-
λεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίου Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή
Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) και καθορίζονται με τη διοικητική πράξη έγκρισης των σχεδίων αυτών.
Σε περίπτωση μη καθορισμού με την πράξη αυτή ως Ζ.Α.Α. ο καθορισμός αυτός μπορεί να γίνει με προεδρικό
διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνώμη των οικείων
δημοτικών συμβουλίων ή με το προεδρικό διάταγμα έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης.
4. Η διαδικασία αυτή καθορισμού μπορεί να αρχίζει μαζί με την εκπόνηση του Γ.Π.Σ. ή του Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή
του Τ.Π.Σ. ή και μεταγενέστερα. Στην πρώτη περίπτωση το περίγραμμα της Ζ.Α.Α. συμπεριλαμβάνεται στην
πρόταση του Γ.Π.Σ. ή του Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή του Τ.Π.Σ..
5. Η κίνηση της διαδικασίας για τον καθορισμό μιας περιοχής ως Ζ.Α.Α. μπορεί να γίνει: α) από τον Υπουργό
Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή β) από τον οικείο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή από δημοτική
επιχείρηση ή γ) από δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης ή εταιρεία μικτής οικονομίας ή δ) μετά
από αίτηση νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου που συνοδεύεται από δήλωση της πλειοψηφίας
του συνολικού αριθμού των ιδιοκτητών της περιοχής που οι ιδιοκτησίες τους καλύπτουν τα τρία τέταρτα (3/4)
τουλάχιστον της επιφάνειάς της, ότι συμφωνούν για τον χαρακτηρισμό της περιοχής ως Ζ.Α.Α..
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3541Τεύχος A’ 88/08.06.2026
6. Για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος καθορισμού Ζ.Α.Α., σύμφωνα με την παρ . 3, εφαρμόζεται η
διαδικασία του άρθρου 60. Η ίδια διαδικασία εφαρμόζεται και για την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων
έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης Ζ.Α.Α. που προβλέπεται από το άρθρο 50.
7. Για το ύψος της εισφοράς σε γη και χρήμα σε Ζ.Α.Α., εφαρμόζονται αντίστοιχα οι παρ. 4 και επόμενες
του άρθρου 139 και το άρθρο 141. Σε περίπτωση που Ζ.Α.Α. χαρακτηρίζεται ως Ζώνες Ειδικής Ενίσχυσης
(Ζ.Ε.Ε.) εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 142, τα εξής: α) η εισφορά γης για τις ιδιοκτησίες των φορέων
ανάπτυξης ή αναμόρφωσης Ζ.Α.Α., όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 43, ορίζεται σε ποσοστό τριάντα πέντε
τοις εκατό (35%), β) για τις υπόλοιπες ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στις πιο πάνω Ζ.Ε.Ε. και μόνο για τα
τμήματα αυτών που υπερβαίνουν τα χίλια (1.000) τετραγωνικά μέτρα οι προβλεπόμενες από το πρώτο εδάφιο
εισφορές της παρ. 4 του άρθρου 139, μειώνονται κατά δέκα τοις εκατό (10%).
8. Η εκπλήρωση της εισφοράς γης γίνεται σύμφωνα με την παρ. 9 του άρθρου 30.
Άρθρο 43
Τρόποι διενέργειας αστικού αναδασμού
1. Ο αστικός αναδασμός ορισμένης ζώνης μπορεί να αναληφθεί και εκτελεστεί είτε απευθείας από το
Δημόσιο, ή από δημόσιο οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης, είτε από αναγκαστικό
οικοδομικό συνεταιρισμό που συστήνεται με προεδρικό διάταγμα που προβλέπεται από την παρ. 3 του άρ-
θρου 42 ή με μεταγενέστερο προεδρικό διάταγμα που έχει ως αντικείμενο τη σύσταση τέτοιου συνεταιρισμού.
Επίσης, ο αστικός αναδασμός μπορεί να αναληφθεί και εκτελεστεί με συνεργασία δημόσιου οργανισμού ή
δημόσιας επιχείρησης πολεοδομίας και στέγασης και αναγκαστικού οικοδομικού συνεταιρισμού.
2. Εφόσον ο αναδασμός εκτελείται από το Δημόσιο ή δημόσιο οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεοδο-
μίας και στέγασης, οι ιδιοκτήτες της ζώνης μπορούν οπωσδήποτε να συστήσουν οικοδομικό συνεταιρισμό για
υποβοήθηση του έργου του αναδασμού, που διέπεται από τις διατάξεις για τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς.
Άρθρο 44
Διαδικασία αστικού αναδασμού
1. Η διαδικασία του αστικού αναδασμού περιλαμβάνει τα ακόλουθα στάδια:
α) σύσταση και συγκρότηση αναγκαστικού οικοδομικού συνεταιρισμού,
β) κτηματογράφηση περιοχής,
γ) σύνταξη και έγκριση της πολεοδομικής μελέτης,
δ) εκτίμηση και καθορισμός της αξίας των συνεισφερομένων ακινήτων,
ε) εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης και παραχώρηση των οικοδομήσιμων εκτάσεων στα μέλη του
συνεταιρισμού,
στ) εκκαθάριση του οικοδομικού συνεταιρισμού.
2. Εφόσον η εκτέλεση του αστικού αναδασμού αναλαμβάνεται κατευθείαν από το Δημόσιο ή δημόσιο
οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης, η διαδικασία αστικού αναδασμού περιορίζεται
στα στάδια των περ. β) έως ε) της παρ. 1.
Άρθρο 45
Συγκρότηση οικοδομικού συνεταιρισμού
1. Από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος καθορισμού της Ζώνης Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) και
εφόσον αυτό προβλέπει ειδικά τη σύσταση αναγκαστικού οικοδομικού συνεταιρισμού, όλοι οι ιδιοκτήτες των
ακινήτων που βρίσκονται μέσα στη Ζ.Α.Α., στους οποίους συμπεριλαμβάνονται και το Δημόσιο και τα νομικά
πρόσωπα δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) για τα ακίνητα που ανήκουν στην ιδιωτική περιουσία αυτών, αποτελούν
αυτοδίκαια αναγκαστικό οικοδομικό συνεταιρισμό. Εφόσον η Ζ.Α.Α. καλύπτει μεγάλη έκταση που υπάγεται
σε διάφορους δήμους είναι δυνατόν να συνιστώνται δύο (2) ή περισσότεροι συνεταιρισμοί, για καθέναν από
τους οποίους καθορίζεται και ιδιαίτερη περιφέρεια μέσα στην παραπάνω ζώνη. Ιδιοκτησίες που εμπίπτουν
στα όρια μεταξύ δύο (2) συνεταιρισμών υπάγονται εξ ολοκλήρου στον συνεταιρισμό στην περιφέρεια του
οποίου βρίσκεται το μεγαλύτερο τμήμα αυτών.
2. Σκοπός του οικοδομικού συνεταιρισμού είναι η προώθηση και ολοκλήρωση των διαδικασιών οι οποίες
απαιτούνται για την κτηματογράφηση της περιοχής και τη σύνταξη, έγκριση και εφαρμογή της πολεοδομι-
κής μελέτης της ζώνης, τη διαμόρφωση των νέων οικοπέδων και τη διανομή αυτών μεταξύ των μελών του
σύμφωνα με τον λόγο της αξίας της ιδιοκτησίας του καθένα. Ο οικοδομικός συνεταιρισμός μπορεί επίσης να
αναλαμβάνει ή και να αναθέτει σε τρίτους την εκτέλεση των έργων υποδομής για τη δημιουργία των κοινό-
χρηστων και κοινωφελών χώρων και γενικά την αρτιότερη διαμόρφωση και την αξιοποίηση των εκτάσεων
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263542
που βρίσκονται μέσα στη ζώνη, σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη. Εφόσον μέσα στη Ζ.Α.Α. περιλαμβά-
νονται και ιδιωτικά δάση ή δασικές εκτάσεις, ο συνεταιρισμός αναλαμβάνει και τη φροντίδα της διατήρησης,
ανάπτυξης και προστασίας αυτών κατά τις διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
3. Στα δικαιώματα των αρχικών μελών του συνεταιρισμού υποκαθίστανται αυτοδίκαια οι καθολικοί ή ειδικοί
διάδοχοι αυτών.
Άρθρο 46
Νομική προσωπικότητα και ευθύνη
1. Οι αναγκαστικοί οικοδομικοί συνεταιρισμοί που συγκροτούνται σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο είναι
νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) και δεν έχουν εμπορική ιδιότητα.
2. Για τις υποχρεώσεις του συνεταιρισμού προς τρίτους και εφόσον για την ικανοποίηση των δανειστών
δεν επαρκεί η περιουσία του συνεταιρισμού, ευθύνονται σε ολόκληρο και τα μέλη του μέχρι την αξία της
ιδιοκτησίας του καθενός. Οι δανειστές μέλους του συνεταιρισμού δεν έχουν δικαίωμα στην περιουσία του
συνεταιρισμού ή στις ιδιοκτησίες των άλλων μελών.
Άρθρο 47
Οργάνωση και λειτουργία του συνεταιρισμού
1. Έδρα του συνεταιρισμού είναι ο δήμος στον οποίο βρίσκεται η Ζώνη Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) ή η
μεγαλύτερη έκταση αυτής. Η επωνυμία του συνεταιρισμού περιλαμβάνει τον χαρακτηρισμό του ως αναγκα-
στικού οικοδομικού συνεταιρισμού και την ονομασία του δήμου ή της περιοχής στην οποία βρίσκεται η ζώνη
του αστικού αναδασμού.
2. Η γενική συνέλευση του συνεταιρισμού είναι το ανώτατο όργανο αυτού και αποφασίζει για κάθε θέμα
το οποίο δεν ανήκει στην αρμοδιότητα άλλου οργάνου. Κάθε μέλος έχει μία (1) ψήφο για κάθε πεντακόσια
(500) τετραγωνικά μέτρα μέχρι έκταση δύο (2) στρεμμάτων, μία (1) ψήφο για κάθε χίλια (1.000) τετραγωνικά
μέτρα για τις εκτάσεις που είναι μεγαλύτερες των δύο (2) στρεμμάτων και μέχρι δέκα (10) στρέμματα και
μία (1) ψήφο για κάθε πέντε (5) στρέμματα για το υπερβάλλον. Περισσότερες ιδιοκτησίες που ανήκουν κατά
κυριότητα στο ίδιο πρόσωπο θεωρούνται για τον καθορισμό του αριθμού των ψήφων, ως μία ιδιοκτησία
που αποτελείται από το άθροισμα των εμβαδών των ιδιοκτησιών αυτών. Αυτοτελές ακίνητο ή περισσότερα
ακίνητα συνολικού εμβαδού μέχρι πεντακόσια (500) τετραγωνικά μέτρα, καθώς και τυχόν υπόλοιπο μεταξύ
των παραπάνω μερικότερων ορίων υπολογίζονται ότι δίνουν μία (1) ψήφο.
3. Το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού είναι τουλάχιστον πενταμελές και εκλέγεται από τη γενική
συνέλευση, ασκεί δε τη διοίκηση και τη διαχείριση του συνεταιρισμού μέσα στα όρια του νόμου και των απο-
φάσεων που λαμβάνονται από τη γενική συνέλευση.
4. Ο πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου εκπροσωπεί τον συνεταιρισμό δικαστικά και εξώδικα, υπογρά-
φει όλα τα έγγραφα του συνεταιρισμού προς τις δημόσιες αρχές ή προς τρίτους και δέχεται όλα τα έγγραφα
τα οποία απευθύνονται ή κοινοποιούνται στον συνεταιρισμό.
5. Με απόφαση της γενικής συνέλευσης είναι δυνατόν να προβλέπεται η παροχή αμοιβής στον πρόεδρο
και τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου.
Άρθρο 48
Κτηματογράφηση της ζώνης αναδασμού
1. Αμέσως μετά τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος καθορισμού της Ζώνης Αστικού Αναδασμού
(Ζ.Α.Α.), γίνεται κτηματογράφηση του συνόλου της έκτασης της ζώνης, για τον καθορισμό των ιδιοκτησιών
που βρίσκονται σε αυτή, της θέσης και του εμβαδού καθεμίας από αυτές, καθώς και για τον προσδιορισμό
των οικοδομών ή άλλων μόνιμων εγκαταστάσεων ή έργων που βρίσκονται σε αυτές.
2. Η κτηματογράφηση γίνεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή το νομικό πρόσωπο δη-
μοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) με την επωνυμία «Ελληνικό Κτηματολόγιο» ή από τον οικείο δήμο, εφόσον το προ-
εδρικό διάταγμα της παρ. 1 προκλήθηκε με πρωτοβουλία του, περιλαμβάνει δε τη σύνταξη κτηματολογικού
χάρτη, που απεικονίζει τις μερικότερες ιδιοκτησίες και τις οικοδομές ή κατασκευές που βρίσκονται σε αυτές,
καθώς και τη σύνταξη κτηματολογικού πίνακα, που εμφανίζει τους φερόμενους ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών
που φαίνονται στον κτηματολογικό χάρτη, το εμβαδόν κάθε μίας από αυτές, τα κύρια προσδιοριστικά στοιχεία
των οικοδομών ή άλλων κατασκευών που βρίσκονται σε αυτές και κάθε άλλο χρήσιμο στοιχείο. Οι ιδιοκτήτες
των ακινήτων της Ζ.Α.Α. είναι υποχρεωμένοι εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος
της παρ. 1 να καταθέσουν στην αρμόδια υπηρεσία ή στον φορέα που ανέλαβε την κτηματογράφηση δήλωση
ιδιοκτησίας προσκομίζοντας και επικυρωμένα αντίγραφα των τίτλων ιδιοκτησίας τους. Αν παραλείψουν, ο
κτηματολογικός πίνακας συντάσσεται με βάση κάθε νόμιμο στοιχείο που υπάρχει.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3543Τεύχος A’ 88/08.06.2026
3. Σε κάθε περίπτωση η κτηματογράφηση μπορεί να ανατεθεί από το Δημόσιο ή τον επισπεύδοντα δήμο
στον οικοδομικό συνεταιρισμό του άρθρου 45 ή στον οικονομοτεχνικό φορέα που ανέλαβε με σύμβαση με
αυτόν την εκτέλεση του αστικού αναδασμού ή και κατευθείαν σε ιδιώτη ή εταιρεία.
4. Ο κτηματολογικός χάρτης που καταρτίζεται και ο πίνακας κοινοποιούνται στον δήμο, καθώς και στον
οικείο αναγκαστικό συνεταιρισμό. Αμέσως μετά την κοινοποίηση αυτή συγκαλείται η γενική συνέλευση του
συνεταιρισμού για να πληροφορηθεί το περιεχόμενο αυτών. Το κτηματολογικό διάγραμμα και ο πίνακας
παραμένουν επί έναν (1) μήνα στον οικείο δήμο για ενημέρωση του κοινού. Σχετικά με αυτό τοιχοκολλάται
ανακοίνωση, η οποία δημοσιεύεται σε μία (1) τουλάχιστον ημερήσια ή εβδομαδιαία τοπική εφημερίδα και σε
μία (1) ημερήσια εφημερίδα των Αθηνών ή της Θεσσαλονίκης και αναρτάται υποχρεωτικά στην ιστοσελίδα
του οικείου δήμου. Η παραπάνω μηνιαία προθεσμία αρχίζει από την ημέρα της τελευταίας δημοσίευσης ή
ανάρτησης της ανακοίνωσης, αναλόγως ποια έγινε μεταγενέστερα.
5. Επιτρέπεται η άσκηση προσφυγής προς το κατά τόπον αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο από τον καθέ-
να που έχει έννομο συμφέρον, κατά του κτηματολογικού χάρτη και του πίνακα εντός δύο (2) μηνών από την
ημέρα της τελευταίας δημοσίευσης στον τύπο της ανακοίνωσης που αναφέρεται στην παρ. 4. Η προσφυγή
εκδικάζεται με τη διαδικασία για τα ασφαλιστικά μέτρα των άρθρων 682 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας
(π.δ. 503/1985, Α’ 182). Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν προσβάλλεται με κανένα ένδικο μέσο
και η έκδοση αυτής ή η άπρακτη πάροδος της προθεσμίας για την άσκηση της προσφυγής δεν εμποδίζει
την έγερση τακτικής αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής. Σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής ή
της τακτικής αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής, διορθώνεται υποχρεωτικά ο κτηματολογικός πίνακας
σύμφωνα με την οικεία απόφαση.
Άρθρο 49
Πρόγραμμα αστικού αναδασμού - Ανάθεση έργου
1. Αυτός που ανέλαβε τη διενέργεια του αστικού αναδασμού (Δημόσιο, δημόσιος οργανισμός ή δημόσια επι-
χείρηση πολεοδομίας και στέγασης, αναγκαστικός οικοδομικός συνεταιρισμός) καταρτίζει το πρόγραμμα αυτού.
2. Αν συστήθηκε αναγκαστικός οικοδομικός συνεταιρισμός, η πρώτη γενική συνέλευση μετά από τη σύ-
σταση αυτού αποφασίζει για το πρόγραμμα διενέργειας του αστικού αναδασμού, καθώς και για την ανάθεση
της εκτέλεσης του προγράμματος αυτού σε ανάδοχο φορέα. Ο φορέας αυτός μπορεί να είναι: α) εταιρεία
ενεργού πολεοδομίας, β) εταιρεία που έχει σκοπό την εκτέλεση έργων αστικού αναδασμού. Το πρόγραμμα
του αστικού αναδασμού μπορεί να συνταχθεί και να εκτελεστεί από κοινού με δημόσιο οργανισμό ή δημόσια
επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης.
3. Η εκτέλεση του προγράμματος του αστικού αναδασμού με τη σύνταξη πολεοδομικής μελέτης και την
εφαρμογή αυτής ανατίθεται στον φορέα που επιλέγεται από τη γενική συνέλευση με σύμβαση που καταρτίζεται
μεταξύ αυτού και του αναγκαστικού οικοδομικού συνεταιρισμού. Η σύμβαση αυτή προβλέπει με λεπτομέ-
ρεια τους όρους ολοκλήρωσης όλου του έργου και μάλιστα τις μερικότερες υποχρεώσεις και τα αντίστοιχα
δικαιώματα, τις προθεσμίες και τις εγγυήσεις που πρέπει να παρασχεθούν. Η παραπάνω σύμβαση πριν από
την εκτέλεση αυτής πρέπει να εγκριθεί από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος μπορεί να
αρνηθεί την έγκριση, αν δεν ανταποκρίνεται στη μελέτη του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.), του Σχε-
δίου Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή του Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου
(Τ.Π.Σ.) που προβλέπει τη Ζώνη.
4. Η ανάθεση του έργου εκτέλεσης του αστικού αναδασμού με σύμβαση σύμφωνα με την παρ. 3 γίνεται
εντός αποκλειστικής προθεσμίας έξι (6) μηνών μετά από τη σύσταση του συνεταιρισμού. Αν παρέλθει η προ-
θεσμία αυτή, το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αποφασίζει την ανάληψη της σύνταξης και εφαρ-
μογής πολεοδομικού σχεδίου και μελέτης και την εκτέλεση του αναδασμού είτε από το ίδιο το Υπουργείο
Περιβάλλοντος και Ενέργειας είτε από οργανισμό ή από δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης που
εποπτεύεται από αυτό. Αν αυτό δεν γίνει εντός δύο (2) ετών από τη δημοσίευση του προεδρικού διατάγματος
της παρ. 3 του άρθρου 42, αίρεται αυτοδίκαια ο χαρακτηρισμός όλης της έκτασης ως Ζ.Α.Α..
Άρθρο 50
Πολεοδομική μελέτη
1. Η πολεοδομική μελέτη της Ζώνης Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) συντάσσεται είτε από το Υπουργείο
Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αν ο αναδασμός εκτελείται από το Δημόσιο, είτε από τον φορέα στον οποίο
ανατέθηκε αυτός σύμφωνα με τα παραπάνω, με βάση τη μελέτη αναγνώρισης της περιοχής ως οικιστικής και
υποβάλλεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από σχετική απόφαση της γενικής συνέλευ-
σης (Γ.Σ.) του συνεταιρισμού που έχει συσταθεί. Στην περίπτωση αυτή η Γ.Σ. συγκαλείται ειδικά για τον σκοπό
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263544
αυτό. Η μελέτη αυτή αρχίζει να ισχύει μετά από έγκριση που δίνεται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται
μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου
Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.).
2. Η μελέτη της παρ. 1 στηρίζεται στην κτηματογράφηση της Ζ.Α.Α. σύμφωνα με το άρθρο 48 και περιέχει:
α) τις ειδικές χρήσεις γης και τους πρόσθετους περιορισμούς, απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις που αναφέ-
ρονται σε κάθε μία από τις χρήσεις αυτές,
β) τα βασικά έργα υποδομής και τους προβλεπόμενους κοινόχρηστους χώρους κάθε είδους (οδούς, πλα-
τείες, κοινόχρηστους κήπους και άλση, πρασιές και άλλους κοινόχρηστους χώρους που είναι αναγκαίοι για
κοινωφελείς σκοπούς),
γ) τα δημόσια, δημοτικά και θρησκευτικά κτίρια και εγκαταστάσεις που προβλέπονται μέσα στη ζώνη,
δ) τους οικοδομήσιμους χώρους,
ε) τους όρους και περιορισμούς δόμησης,
στ) πρόσθετους όρους που αναφέρονται στα χρησιμοποιούμενα δομικά υλικά, τον τρόπο κατασκευής και
την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων και γενικά την αισθητική διαμόρφωση όλου του χώρου, τα ελάχιστα όρια
μεγέθους των οικοδομών, τον τρόπο διαμόρφωσης και χρήσης των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων και τις
συναφείς με αυτούς υποχρεώσεις,
ζ) το ποσοστό εισφοράς σε γη των ιδιοκτησιών της ζώνης,
η) τον προϋπολογισμό των έργων του αναδασμού,
θ) τον χρόνο ή τις χρονικές φάσεις εκτέλεσης των έργων του αναδασμού και τον τρόπο ή τους τρόπους
παραχώρησης των νέων ιδιοκτησιών και υπολογισμού της αξίας αυτών,
ι) τη λήψη ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων προβλημάτων κατοικίας ή επαγγελματικής
στέγης προσώπων που χρειάζονται ιδιαίτερη μέριμνα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την
εφαρμογή του αναδασμού.
3. Η πολεοδομική μελέτη συνοδεύεται από το πολεοδομικό σχέδιο όπου εμφαίνονται η διαμόρφωση
όλου του χώρου, οι εκτάσεις στις οποίες αναφέρεται κάθε ειδική χρήση γης, οι δημιουργούμενοι γενικά κοι-
νόχρηστοι χώροι, οι θέσεις των δημόσιων δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων, καθώς και οι θέσεις άλλων
έργων και εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας, οι οικοδομήσιμοι χώροι και η θέση, το σχήμα και οι διαστάσεις
των οικοπέδων που διαμορφώνονται μέσα σε αυτούς. Η συνολική έκταση των κοινόχρηστων χώρων που
προϋπάρχουν, διατίθενται υποχρεωτικά για τη δημιουργία νέων κοινόχρηστων χώρων ανεξάρτητα από την
αρχική τους θέση. Το παραπάνω σχέδιο δημοσιεύεται σε φωτοσμίκρυνση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως
μαζί με τα στοιχεία της μελέτης που αναφέρονται στην παρ. 2.
4. Στην περίπτωση που στις παλιές ιδιοκτησίες υπάρχουν κτίσματα ή άλλες εγκαταστάσεις, από την πολεο-
δομική μελέτη καθορίζονται η διατήρηση και η χρήση αυτών, διαφορετικά, αν χαρακτηριστούν κατεδαφιστέες,
αποζημιώνεται ο ιδιοκτήτης για την αξία αυτών. Σε περίπτωση διατήρησής τους η ιδιοκτησία που προκύπτει μετά
τον αναδασμό, στην οποία βρίσκονται τα παραπάνω κτίσματα, περιέρχεται κατά προτίμηση στον αρχικό ιδιοκτήτη.
Άρθρο 51
Εκτίμηση αξίας ακινήτων
1. Η εκτίμηση της αξίας των ιδιοκτησιών που συνεισφέρονται στον αστικό αναδασμό, γίνεται με βάση τα
στοιχεία της κτηματογράφησης ενόψει και των συνθηκών της αγοράς γης στην περιοχή, από επιτροπή που ανα-
φέρεται στον χρόνο δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος καθορισμού της Ζώνης Αστικού Αναδασμού.
2. Τυχόν αμφισβητήσεις του ύψους της αξίας που καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 1, επιλύονται δικαστικά
μετά την εκτέλεση του αναδασμού και την παραχώρηση του νέου ακινήτου στον ιδιοκτήτη που αντιτίθεται και
μόνο για την τυχόν διαφορά της αξίας του αρχικού ακινήτου από την αξία του ακινήτου που παραχωρείται.
Άρθρο 52
Εισφορές και δαπάνες ιδιοκτητών
Για την πραγματοποίηση του αστικού αναδασμού, τη διαμόρφωση των κοινόχρηστων χώρων και την κατα-
σκευή των βασικών κοινόχρηστων έργων οι ιδιοκτήτες των περιλαμβανομένων στη Ζώνη Αστικού Αναδασμού
αρχικών ιδιοκτησιών, συμμετέχουν σε γη και σε χρήμα κατά την παρ. 8 του άρθρου 42.
Άρθρο 53
Εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης
1. Αμέσως μετά τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Kυβερνήσεως του προεδρικού διατάγματος σύμφω-
να με την παρ. 1 του άρθρου 50 μαζί με το πολεοδομικό σχέδιο που συνοδεύει τη μελέτη, το Δημόσιο ή ο
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3545Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ανάδοχος φορέας του άρθρου 49 προβαίνει χωρίς καθυστέρηση στην εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης,
σύμφωνα με όσα καθορίζονται στη σύμβαση ανάθεσης των έργων. Για τον σκοπό αυτόν επιτρέπεται η άμεση
κατάληψη των ιδιοκτησιών που συμμετέχουν στον αναδασμό. Σε περίπτωση που νομέας ή κάτοχος ακινήτου
που συμμετέχει στον αναδασμό αρνείται να το παραδώσει στον φορέα εντός προθεσμίας ενός (1) μηνός από
τη σχετική έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή αυτού με απόφαση του Μονομελούς
Πρωτοδικείου που εκδίδεται με αίτηση του Δημοσίου ή του ανάδοχου φορέα σύμφωνα με τη διαδικασία για
τα ασφαλιστικά μέτρα.
2. Κάθε διαφορά μεταξύ του Δημοσίου ή του δημόσιου οργανισμού ή δημόσιας επιχείρησης πολεοδομίας
και στέγασης ή του αναγκαστικού συνεταιρισμού και του ανάδοχου φορέα για το κύρος, την ερμηνεία και
την εφαρμογή όρων της σύμβασης ή σχετικά με την εκτέλεση των έργων μπορεί να επιλύεται με διαιτησία
σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται από τη σύμβαση.
Άρθρο 54
Παραχώρηση νέων ιδιοκτησιών
1. Η παραχώρηση των νέων ακινήτων στους αναγνωριζόμενους ως κυρίους των ιδιοκτησιών που έχουν
υπαχθεί στον αναδασμό, γίνεται αφού ληφθεί υπόψη και η πολεοδομική μελέτη:
α) κατά πρώτον και εφόσον αυτό είναι τεχνικά δυνατό με συσχετισμό των παλαιών και νέων ιδιοκτησιών,
β) με συσχετισμό της αξίας κάθε ακινήτου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά τον χρόνο της παραχώρησης
μετά την εκτέλεση των έργων της πολεοδομικής μελέτης και του ύψους της αξίας του ακινήτου ή των ακινήτων
με τα οποία κάθε ιδιοκτήτης συμμετέχει στον αναδασμό,
γ) με κλήρωση.
2. Η παραχώρηση των νέων ακινήτων σε όσους συμμετέχουν στον αναδασμό μπορεί να γίνεται και τμη-
ματικά κατά φάσεις που προβλέπονται από την πολεοδομική μελέτη ανάλογα με την πορεία των εργασιών
εφαρμογής αυτής.
3. Σε κάθε ιδιοκτήτη παραχωρείται ακίνητο του οποίου η αξία πρέπει να είναι ίση προς την αξία της ιδιοκτη-
σίας που συνεισέφερε. Τυχόν ανατίμηση της αξίας της γης υπολογίζεται συνολικά στη ζώνη ή σε κάθε τμήμα
της παρ. 2 και ωφελεί συμμετρικά όλους τους ιδιοκτήτες της ζώνης ή του οικείου τμήματος. Στην περίπτωση
αυτή η αξία όλων των οικοπέδων που παραχωρούνται, πρέπει να είναι ανώτερη της αξίας των ακινήτων που
συνεισφέρθηκαν κατά το παραπάνω ποσοστό. Είναι δυνατή και η παραχώρηση περισσότερων άρτιων οικο-
πέδων των οποίων η συνολική αξία αντιστοιχεί προς τη συνολική αξία των συνεισφερόμενων ακινήτων του
ίδιου ιδιοκτήτη. Εφόσον στους χώρους που προορίζονται για διανομή περιλαμβάνονται οικόπεδα στα οποία
υπάρχουν οικοδομές, αυτά παραχωρούνται μαζί με τις οικοδομές κατά προτίμηση στους αρχικούς ιδιοκτήτες
και μέχρι να καλυφθεί το ύψος της αξίας των ακινήτων που συνεισφέρονται. Πάντως επιτρέπεται η σύσταση
διαιρεμένης κατά ορόφους συνιδιοκτησίας μεταξύ περισσότερων ιδιοκτητών με απόφαση της επιτροπής της
παρ. 1 του άρθρου 51.
4. Σε όσες περιπτώσεις κατά την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης δεν είναι δυνατή η παραχώρηση
άρτιου οικοπέδου σε μέλος του συνεταιρισμού ενόψει της μικρής έκτασης και αξίας του οικοπέδου που αυτός
συνεισφέρει με απόφαση της επιτροπής της παρ. 1 του άρθρου 51 επιτρέπεται να γίνουν τα παρακάτω:
α) περισσότεροι ιδιοκτήτες στους οποίους δεν μπορεί να παραχωρηθεί άρτιο οικόπεδο συνενώνονται
υποχρεωτικά σε συνιδιοκτησία άρτιου οικοπέδου το οποίο έχει αξία ίση με την αξία του συνόλου των μερι-
κότερων ακινήτων. Στους συνιδιοκτήτες αυτούς μπορεί να προστίθενται και άλλοι ιδιοκτήτες που έχουν ήδη
λάβει άρτιο οικόπεδο μικρότερης αξίας από τη συνεταιρική τους μερίδα ώστε να γίνουν κύριοι ποσοστού
αξίας ίσης με το ενεργητικό υπόλοιπο που παραμένει,
β) στους ιδιοκτήτες ακινήτων των οποίων η αξία δεν επιτρέπει την παραχώρηση άρτιου οικοπέδου δίνεται
ως αντιπαροχή τμήμα ιδιοκτησίας κατά όροφο σε οικοδομή που ήδη υπάρχει στη ζώνη του αναδασμού ή που
ανεγείρεται από τον οικοδομικό συνεταιρισμό για τον σκοπό αυτόν,
γ) μικρές ιδιοκτησίες ή ιδανικά μερίδια σε ιδιοκτησίες που βρίσκονται στη ζώνη του αναδασμού για τα
οποία κρίνεται από το Δημόσιο ή το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού, λόγω του εξαιρετικά περιορι-
σμένου μεγέθους της έκτασης ή του ποσοστού αντίστοιχα, δεν είναι δυνατόν να δοθεί άρτιο οικόπεδο ή να
συνενωθούν αυτά με άλλα ή να παραχωρηθεί με αντιπαροχή τμήμα ιδιοκτησίας κατά όροφο, τότε περιέρχο-
νται στην κυριότητα του Δημοσίου ή του συνεταιρισμού είτε με ελεύθερη αγορά είτε με απαλλοτρίωση υπέρ
αυτών. Η απαλλοτρίωση αυτή που θεωρείται ότι εξυπηρετεί σκοπό κοινής ωφέλειας, δηλαδή την αρτιότερη
πολεοδομική διαμόρφωση της Ζώνης Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) και τη δόμηση σε αυτή, κηρύσσεται με
απόφαση του οικείου γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε
φορά για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263546
Άρθρο 55
Ρύθμιση εμπράγματων σχέσεων
1. Η παραχώρηση των νέων ακινήτων όπως αυτά διαμορφώνονται με το προβλεπόμενο πολεοδομικό
σχέδιο της παρ. 3 του άρθρου 50, στους καθοριζόμενους δικαιούχους σύμφωνα με το άρθρο 54 γίνεται με
πράξη της επιτροπής του άρθρου 51 που επικυρώνεται με απόφαση του οικείου γραμματέα αποκεντρωμένης
διοίκησης. Με βάση την πράξη αυτή που επικυρώθηκε, ο γραμματέας αποκεντρωμένης διοίκησης εκδίδει
για κάθε ιδιοκτησία παραχωρητήριο. Το παραχωρητήριο παραδίδεται στον δικαιούχο που αναγράφεται σε
αυτό και συντάσσεται πάνω σε αυτό σχετική πράξη, μόλις προσκομιστεί από τον δικαιούχο πιστοποιητικό μη
εκποίησης, μη διεκδίκησης και βαρών, που έχει εκδοθεί την ίδια ή την αμέσως προηγούμενη της παράδοσης
ημέρα και που αναφέρεται στο ή στα ακίνητα με τα οποία συμμετέχει στον αναδασμό αυτός προς τον οποίο
γίνεται η παραχώρηση. Διεκδικήσεις ή βάρη σημειώνονται σε ιδιαίτερη θέση στο παραχωρητήριο με αναφορά
των σχετικών στοιχείων. Το παραχωρητήριο που εκδίδεται και παραδίδεται με αυτό τον τρόπο αποτελεί τίτλο
ιδιοκτησίας του νέου ή των νέων ακινήτων, σύμφωνα με τα παραπάνω και μεταγράφεται με αίτηση όποιου
έχει έννομο συμφέρον και αυτεπάγγελτα από την αρχή.
2. Από τον χρόνο της μεταγραφής του παραχωρητηρίου, αυτός προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση του
νέου ακινήτου χάνει κάθε δικαίωμα στο ακίνητο ή στα ακίνητα που εισέφερε στον αναδασμό και αποκτά
πρωτότυπα κυριότητα στο ακίνητο που του παραχωρείται, δικαιούμενος να αποκτήσει τη νομή του. Αν το
νέο ακίνητο κατέχεται από τρίτο, αυτός προς τον οποίο γίνεται η παραχώρηση δικαιούται να αξιώσει την πα-
ράδοση σε αυτόν με τη διαδικασία του άρθρου 734 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).
3. Αν το ακίνητο που εισφέρεται διεκδικείται από τον τρίτο, μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου,
αντικείμενο της δίκης καθίσταται το νέο ακίνητο. Σε περίπτωση διεκδίκησης τμήματος ή ιδανικού μεριδίου του
ακινήτου που εισφέρεται, αντικείμενο της δίκης μετά την παραπάνω μεταγραφή καθίσταται η αξία αυτού με την
επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων 1097 έως 1099 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Αυτός που
διεκδικεί, όμως, δικαιούται στην πρώτη μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου διαδικαστική πράξη ή αλλιώς
με εξώδικη δήλωσή του που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή εντός εξαμήνου από τη μεταγραφή να δηλώσει
ότι εμμένει στη διεκδίκηση τμήματος ή ιδανικού μεριδίου αυτούσιου, εκτός αν η άσκηση της ευχέρειας αυτής
θα οδηγούσε στη δημιουργία μη άρτιων οικοπέδων, ή αν είναι ασυμβίβαστη προς την πολεοδομική μελέτη ή
αν γίνεται καταχρηστικά. Το δεύτερο και τρίτο εδάφιο εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση διεκδίκησης
ενός ακινήτου από περισσότερα ακίνητα που εισφέρθηκαν για τα οποία παραχωρήθηκε ενιαίο νέο ακίνητο.
4. Πραγματικές δουλείες που υπάρχουν μεταξύ ακινήτων από τα οποία το ένα (1) τουλάχιστον περιλαμβά-
νεται στον αναδασμό αποσβένονται.
5. Προσωπικές δουλείες στο εισφερόμενο ακίνητο, μνημονεύονται στο παραχωρητήριο, αντικείμενο δε
αυτών μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου καθίσταται το νέο ακίνητο. Αν η δουλεία εκτεινόταν σε τμήμα
του εισφερομένου ακινήτου ή σε ιδανικό μερίδιο αυτού ή σε ένα (1) από περισσότερα εισφερόμενα ακίνητα
για τα οποία παραχωρήθηκε ενιαίο νέο ακίνητο, περιορίζεται σε ανάλογο ιδανικό μερίδιο αυτού.
6. Υποθήκη ή προσημείωση στο εισφερόμενο ακίνητο αναφέρεται στο παραχωρητήριο και από τη μετα-
γραφή του αντικείμενο της υποθήκης ή της προσημείωσης καθίσταται το νέο ακίνητο. Για τη μεταβολή αυτή
γίνεται σημείωση στα βιβλία υποθηκών σύμφωνα με το άρθρο 1313 του Αστικού Κώδικα. Υποθήκη που έχει
εγγραφεί σε ένα (1) από τα περισσότερα εισφερόμενα ακίνητα για τα οποία παραχωρήθηκε ενιαίο νέο ακίνητο,
εκτείνεται σε ολόκληρο αυτό. Υποθήκη που έχει εγγραφεί στο εισφερόμενο ακίνητο για το οποίο παραχωρή-
θηκαν περισσότερα νέα ακίνητα, εκτείνεται σε όλα αυτά με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 1270
του Αστικού Κώδικα ακόμα και αν η υποθήκη είχε παραχωρηθεί με ιδιωτική βούληση. Σε περίπτωση που έχουν
εγγραφεί περισσότερες από μία (1) υποθήκες σε διάφορα εισφερόμενα ακίνητα για τα οποία παραχωρήθηκε
ενιαίο νέο ακίνητο, κάθε μία (1) από τις υποθήκες αυτές περιορίζεται σε ιδανικό μερίδιο του νέου ακινήτου
ανάλογα με την αξία του ακινήτου που βαρύνεται.
7. Συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στο εισφερόμενο ακίνητο αναφέρεται στο παραχωρητήριο και
από τη μεταγραφή αυτού αντικείμενό της γίνεται το νέο ακίνητο που παραχωρήθηκε. Το τρίτο, τέταρτο και
πέμπτο εδάφιο της παρ . 6 εφαρμόζονται ανάλογα.
Για την επίσπευση του πλειστηριασμού εκδίδεται πάντοτε νέο πρόγραμμα και οι σχετικές προθεσμίες
αρχίζουν από τη μεταγραφή του πρώτου εδαφίου.
Άρθρο 56
Εκκαθάριση του οικοδομικού συνεταιρισμού
1. Μετά από την εκπλήρωση των σκοπών του, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 45, ο οικοδομικός
συνεταιρισμός διαλύεται και τίθεται σε εκκαθάριση με απόφαση του οικείου γραμματέα αποκεντρωμένης
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3547Τεύχος A’ 88/08.06.2026
διοίκησης. Η νομική προσωπικότητα του συνεταιρισμού συνεχίζεται μέχρι να ολοκληρωθεί η εκκαθάριση για
τις ανάγκες αυτής.
2. Την εκκαθάριση ενεργεί το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού. Ο γραμματέας αποκεντρωμένης δι-
οίκησης μπορεί με την απόφαση της παρ. 1, και εφόσον κρίνει αυτό σκόπιμο για την ταχύτερη και χωρίς εμπόδια
διενέργεια της εκκαθάρισης, να ορίσει άλλους εκκαθαριστές, μέχρι τρεις (3) το πολύ για τον ίδιο συνεταιρισμό.
3. Οι εκκαθαριστές φροντίζουν για την ταχύτερη διεκπεραίωση των υποθέσεων και την τακτοποίηση των
λογαριασμών του συνεταιρισμού που εκκρεμούν. Για τα υπόλοιπα εφαρμόζονται οι διατάξεις για την εκκαθάρι-
ση οικοδομικών συνεταιρισμών. Το καθαρό ενεργητικό υπόλοιπο που απομένει περιέρχεται στον οικείο δήμο.
Άρθρο 57
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ρυθ-
μίζονται και κατά τροποποίηση των ισχυουσών διατάξεων: α) ο τρόπος, η διαδικασία, τα όργανα και οι προ-
ϋποθέσεις καθορισμού Ζώνης Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.), β) η συγκρότηση, οργάνωση και λειτουργία των
αναγκαστικών οικοδομικών συνεταιρισμών, γ) η κτηματογράφηση της έκτασης της ζώνης του αναδασμού για
τον καθορισμό των ιδιοκτησιών που βρίσκονται σε αυτή, δ) η διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης της πολε-
οδομικής μελέτης της Ζ.Α.Α., ε) η διαδικασία εκτίμησης της αξίας των ιδιοκτησιών που συνεισφέρονται, στ)
η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης, ζ) η ρύθμιση των εμπραγμάτων σχέσεων που ανακύπτουν από την
παραχώρηση των νέων ακινήτων στους αναγνωριζόμενους ως κυρίους των ιδιοκτησιών που έχουν υπαχθεί
στον αναδασμό, η) η εκκαθάριση του οικοδομικού συνεταιρισμού και θ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπο-
ρούν να ρυθμίζονται ζητήματα σχετικά με το ύψος και τον υπολογισμό της εισφοράς σε γη και χρήμα, εντός
του πλαισίου των ισχυουσών διατάξεων.
ΤΜΗΜΑ VI
ΣΥΣΤΗΜΑ ΠΟΛΕΟΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΟ Ν.Δ. 17.7/16.8.1923
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΤΑΡΤΙΣΗΣ ΚΑΙ ΕΓΚΡΙΣΗΣ ΣΧΕΔΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ
Άρθρο 58
Σχέδια πόλεων
1. Το σχέδιο πόλης που εγκρίνεται κατ’ εφαρμογή του παρόντος Τμήματος πρέπει να εξασφαλίζει την
ικανοποίηση των προβλεπόμενων αναγκών του οικισμού και να συντάσσεται σύμφωνα με τους όρους που
απαιτούνται από τους κανόνες της υγιεινής, της ασφάλειας, της οικονομίας και της αισθητικής.
2. Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας
θεσπίζονται:
α) Οι γενικοί όροι υγιεινής, συγκοινωνίας, ασφάλειας, οικονομίας και αισθητικής προς τους οποίους πρέπει
να συμμορφώνονται κάθε νέο σχέδιο πόλης και κάθε αναθεώρηση και τροποποίηση εγκεκριμένου σχεδίου.
β) Τα γενικής φύσης έργα ύδρευσης, εξυγίανσης, συγκοινωνίας, εξωραϊσμού, αναψυχής, πολιτικής προστα-
σίας κ.λπ. που πρέπει να εκτελεστούν προκειμένου να ικανοποιηθούν οι ανάγκες των πόλεων και οικισμών,
καθώς και οι όροι και ο τρόπος μελέτης, εκτέλεσης, συντήρησης και χρήσης των έργων αυτών.
γ) Οι υποχρεώσεις των δήμων και ιδιοκτητών για την κατασκευή και τη συντήρηση των προαναφερόμενων
έργων. Σε κάθε περίπτωση οι ιδιοκτήτες επιβαρύνονται με μέρος τουλάχιστον των δαπανών για τη διαμόρφωση,
κατασκευή και συντήρηση των οδών, πλατειών και λοιπών κοινόχρηστων χώρων που βρίσκονται μπροστά
από τα οικόπεδά τους. Ρυθμίζεται, επίσης, ο τρόπος επιβολής των υποχρεώσεων αυτών.
δ) Κάθε άλλο γενικής φύσης ζήτημα που σχετίζεται με την εξυπηρέτηση των αναγκών της πόλης.
3. Υπόχρεοι για την εκπόνηση των παραπάνω σχεδίων και την εκτέλεση προπαρασκευαστικών τεχνικών
εργασιών που είναι συναφείς με τη μελέτη και την εφαρμογή αυτών είναι οι οικείοι δήμοι, ενώ είναι δυνατόν να
επιβαρύνονται άμεσα και οι ιδιοκτήτες με μέρος των σχετικών δαπανών. Τις εργασίες αυτές μπορεί να εκτελεί
εν μέρει ή στο σύνολό τους σε βάρος και για λογαριασμό των υπόχρεων και το Δημόσιο μετά από σχετική
απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας που εκδίδεται μετά από γνωμοδότηση του οικείου
Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.). Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται
με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ρυθμίζονται το είδος και ο τρόπος εκπλήρωσης των
παραπάνω υποχρεώσεων και το ποσοστό της επιβάρυνσης των ιδιοκτητών για κάθε περίπτωση.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263548
4. Οι υποχρεώσεις που προβλέπονται στις παρ. 2 και 3 είναι δυνατόν να περιορίζονται εν μέρει ή συνολικά
και σε απλή χρηματική εισφορά των προσώπων τα οποία αναφέρονται στις παρ. 2 και 3. Η εισφορά καταβάλ-
λεται για κάθε περίπτωση πριν ή μετά την εκτέλεση των σχετικών έργων, εφάπαξ ή σε δόσεις και σύμφωνα
με όσα ορίζονται ειδικότερα με προεδρικά διατάγματα.
5. Με εξαίρεση τις περιπτώσεις του άρθρου 60, όπου στο παρόν Τμήμα προβλέπεται έκδοση διατάγματος
μετά από γνωμοδότηση συμβουλίων, η γνωμοδότηση αυτή έχει μόνο δυνητική ισχύ και μπορεί να παραλείπεται.
6. Ως σχέδια πόλεων κατά την εφαρμογή του παρόντος Τμήματος νοούνται όχι μόνο τα αρχικώς εγκρινό-
μενα νέα σχέδια αλλά και κάθε μεταγενέστερη τροποποίηση και επέκτασή τους.
7. Απαγορεύεται να ανεγείρονται δημόσια, δημοτικά και κοινής ωφέλειας κτίρια σε οικόπεδα τα οποία είναι
μεν κατά το εγκεκριμένο σχέδιο οικοδομήσιμα αλλά δεν προορίζονται από τούτο για τον σκοπό αυτόν. Αν το
σχέδιο δεν προβλέπει θέσεις για τα κτίρια του πρώτου εδαφίου ή αν οι θέσεις που προβλέπει κρίνονται ακα-
τάλληλες, επιβάλλεται η προηγούμενη τροποποίηση του σχεδίου για τον καθορισμό των κατάλληλων θέσεων.
Αν δεν υπάρχει εγκεκριμένο σχέδιο, για τον καθορισμό των παραπάνω θέσεων απαιτείται η προηγούμενη
έγκριση αυτού, έστω και σε περιορισμένη γύρω από τις θέσεις αυτές έκταση.
Οι εγκαταστάσεις μικρού μεγέθους του Οργανισμού Τηλεπικοινωνιών Ελλάδος (Ο.Τ.Ε.), της Δημόσιας Επι-
χείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) και άλλων επιχειρήσεων ή εκμεταλλεύσεων κοινής ωφέλειας δεν εμπίπτουν
στους παραπάνω περιορισμούς, καθώς και στις υποχρεώσεις της περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 59. Η ανέγερση
κτιρίων από τις παραπάνω επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις επιτρέπεται σε οικοδομήσιμες σύμφωνα με το εγκε-
κριμένο σχέδιο εκτάσεις και υπόκεινται στους πολεοδομικούς κανόνες και όρους, οι οποίοι προβλέπονται για
την ανέγερση ομοίων κτιρίων και εγκαταστάσεων από οποιαδήποτε άλλη ιδιωτική επιχείρηση ή εκμετάλλευση.
Άρθρο 59
Περιεχόμενο σχεδίων
1. Τα κατά το άρθρο 58 σχέδια καθορίζουν ανάλογα με τις προβλεπόμενες ανάγκες εκτός των άλλων:
α) Τις οδούς και πλατείες, τους κοινόχρηστους κήπους, πρασιές και άλση και γενικά τους κοινόχρηστους
χώρους που είναι αναγκαίοι για κοινωφελείς σκοπούς.
β) Τα οικόπεδα που είναι αναγκαία για την ανέγερση δημόσιων, δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων και
την εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων κοινής ωφέλειας έργων και
γ) Τους οικοδομήσιμους χώρους και γενικά τη χρησιμοποίηση κάθε θέσης για ορισμένο κοινωνικό σκοπό.
Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί
σε κάθε περίπτωση να ορίζονται λεπτομερώς οι κοινωφελείς σκοποί της περ. α) και τα κοινής ωφέλειας έργα
της περ. β). Στα σχέδια της παρούσας δύναται να χαρακτηρίζονται και οι αρχαιολογικοί χώροι σύμφωνα με
τις σχετικές υποδείξεις της αρμόδιας υπηρεσίας.
2. Οι χώροι που καθορίζονται στο εγκεκριμένο σχέδιο σύμφωνα με την περ. α) της παρ. 1 καθίστανται
αυτοδίκαια κοινόχρηστοι με την απαλλοτρίωση των ακινήτων που καταλαμβάνονται από αυτούς.
3. Τα παραπάνω σχέδια συντάσσονται με βάση οριζοντιογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα στο οποίο
εμφανίζονται υπό κλίμακα η μορφή του εδάφους και οι κατά τη σύνταξη του σχεδίου σε αυτό υφιστάμενες οδοί,
ρέματα, οικοδομές και λοιπά αντικείμενα και συνοδεύονται από τους αναγκαίους επεξηγηματικούς πίνακες
και υπομνήματα. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι προδιαγραφές,
ο τρόπος σύνταξης και ελέγχου των τοπογραφικών χαρτών και σχεδίων που αναφέρονται παραπάνω, το πε-
ριεχόμενο της δικαιολογητικής έκθεσης της μελέτης ρυμοτομίας, καθώς και το ειδικότερο περιεχόμενο των
λοιπών μελετών των σχεδίων πόλεως. Με την ίδια απόφαση μπορεί να τροποποιούνται ή και να καταργούνται
οι διατάξεις των παρ. 2, 3, 4 και 5 του άρθρου 18 και των άρθρων 19 και 20 του προεδρικού διατάγματος της
3/22.4.1929 (Α’ 155).
Άρθρο 60
Διαδικασία έγκρισης, αναθεώρησης και τροποποίησης σχεδίου πόλης
1. Το σχέδιο πόλης πριν από την έγκρισή του αναρτάται υποχρεωτικώς στην ιστοσελίδα του οικείου
δήμου και επιπλέον εκτίθεται με τον σχετικό τοπογραφικό χάρτη στο δημοτικό κατάστημα ή στο κατάστη-
μα της οικείας δημοτικής κοινότητας επί δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες. Για το γεγονός αυτό το κοινό
ειδοποιείται από τον δήμαρχο με γενική πρόσκληση που τοιχοκολλάται στα δημοσιότερα μέρη της πόλης
ή του οικισμού. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν μέσα στην προθεσμία αυτή να λάβουν γνώση των παραπάνω
στοιχείων και να υποβάλουν εγγράφως στον δήμο τυχόν ενστάσεις τους κατ’ αυτών, τις οποίες ο δήμος
είναι υποχρεωμένος να διαβιβάσει μαζί με τη γνωμοδότηση της παρ. 2 στην αρμόδια για την έγκριση του
σχεδίου αρχή.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3549Τεύχος A’ 88/08.06.2026
2. Τα κατά τα ανωτέρω σχέδια πόλεων με τους επεξηγηματικούς τους πίνακες και υπομνήματα εγκρίνονται με
προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από
προηγούμενη γνωμοδότηση του οικείου δημοτικού συμβουλίου και του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.). Η γνωμοδότηση του δημοτικού συμβουλίου είναι συμβουλευτική,
και η αρμόδια αρχή μπορεί σε κάθε περίπτωση, μετά από σύμφωνη γνώμη του ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α., να απορρίπτει ή
και να τροποποιεί τα σχέδια που προτείνονται από τα δημοτικά συμβούλια.
3. Η παρ. 2 εφαρμόζεται και για την αναθεώρηση και τροποποίηση ρυμοτομικών σχεδίων και των χρήσεων
και όρων δόμησης αυτών. Εξαιρούνται οι πολεοδομικές αναπτύξεις που ρυθμίζονται από ειδικό νομοθετικό
πλαίσιο, όπως οι διατάξεις για την πολεοδόμηση στρατοπέδων και δημοσίων ακινήτων, που εγκρίνονται
σύμφωνα με τις οικείες ειδικές διατάξεις. Η έγκριση σημειακών - εντοπισμένων τροποποιήσεων ρυμοτομι-
κών σχεδίων και των χρήσεων και όρων δόμησης αυτών γίνεται σύμφωνα με την υποπερ. 39 της περ. ΣΤ’ της
παρ. II του άρθρου 186 και της περ. 19 της παρ. II του άρθρου 280 του ν. 3852/2010 (Α’ 87), τηρουμένης σε
κάθε περίπτωση της π αρ. 10.
4. Ειδικά η έγκριση, τροποποίηση, αναθεώρηση ρυμοτομικού σχεδίου, καθώς και η έγκριση ή τροποποίηση
όρων και περιορισμών δόμησης και χρήσεων γης που εμπίπτουν σε κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους ή
ιστορικούς τόπους του άρθρου 17 του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει
της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’ 220) στις περιοχές χωρικής αρμοδιότητας των Υπουργείων
Εσωτερικών (Τομέας Μακεδονίας Θράκης) και Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής (Περιφέρειες Βορείου και
Νοτίου Αιγαίου) εγκρίνονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από πρόταση των ως άνω, κατά
περίπτωση, αρμόδιων Υπουργών και του Υπουργού Πολιτισμού, μετά από γνωμοδότηση του οικείου ΚΕ.ΣΥ.
ΠΟ.Θ.Α..
5. Κάθε φορά που ζητείται γνωμοδότηση του δημοτικού συμβουλίου για την έγκριση, αναθεώρηση ή
τροποποίηση σχεδίου πόλης, αυτή πρέπει να εκδίδεται και να κοινοποιείται στην αρμόδια αρχή μέσα στην
προθεσμία που ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 77 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων (ν. 3463/2006, Α’ 114)
ή από άλλη ειδική διάταξη. Μέσα στην ίδια προθεσμία πρέπει να τηρούνται και οι διατυπώσεις της παρ. 1.
Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, η αρμόδια αρχή μπορεί μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου
ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. να προβαίνει στην έγκριση, αναθεώρηση ή τροποποίηση του σχεδίου και χωρίς τη γνωμοδότηση
του δημοτικού συμβουλίου ή χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων που αναφέρθηκαν.
6. Αν πρόκειται να επαναληφθεί η διαδικασία που προβλέπεται στις παρ. 1 έως 5, το τμήμα ή το σύνολο του
προς έγκριση ή τροποποίηση σχεδίου αναρτάται στο οικείο δημοτικό κατάστημα και το δημοτικό συμβούλιο
οφείλει να διαβιβάσει στην αρμόδια υπηρεσία τη γνωμοδότηση, τις ενστάσεις, τις παρατηρήσεις επί των εν-
στάσεων και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο, εντός προθεσμίας σαράντα πέντε (45) ημερών από τη διαβίβαση του
ερωτήματος στον δήμο. Μετά από την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας αυτής το αρμόδιο για την έγκριση ή
τροποποίηση του σχεδίου όργανο μπορεί μετά από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. να προωθήσει
την έγκρισή του και χωρίς τη γνώμη του δημοτικού συμβουλίου ή και χωρίς τα στοιχεία και τις διατυπώσεις
της ανάρτησης του σχεδίου.
7. Το αρμόδιο κατά περίπτωση ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. γνωμοδοτεί εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από τη
διαβίβαση της γνωμοδότησης του δημοτικού συμβουλίου.
8. Τα σχέδια ρυμοτομίας ή οι τροποποιήσεις τους που υποβάλλονται από τους δήμους στην αρμόδια αρχή
για έγκριση, πρέπει να συνοδεύονται από τις τυχόν σχετικές ενστάσεις του κοινού με τις παρατηρήσεις των
δήμων επί αυτών και με παραστατική επεξήγηση κάθε ένστασης στο σχέδιο.
9. Καμία τροποποίηση εγκεκριμένου σχεδίου δεν υποβάλλεται για έγκριση στην αρμόδια αρχή αν δεν
δικαιολογείται από κάποια κοινή ανάγκη. Οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες ενημερώνονται υποχρεωτικά, όταν
πρόκειται για μικρής έκτασης εντοπισμένες τροποποιήσεις και δυσδικαιολόγητες από την παραπάνω άποψη
(δηλαδή μετατόπιση ή κατάργηση οδού, διάνοιξη οδού σε οικοδομικό τετράγωνο κ.λπ.). Για τον λόγο αυτόν
καλούνται υποχρεωτικά από τον δήμο σύμφωνα με τις σχετικές για την κοινοποίηση διατάξεις του Κώδικα
Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), ώστε να βεβαιώνεται υπεύθυνα από τον δήμο η πρόσκληση αυ-
τών. Εκτός από την πρόσκληση αυτή, επιβάλλεται, αν μεν πρόκειται για πόλη μέχρι και πέντε χιλιάδες (5.000)
κατοίκους, να τοιχοκολληθεί και ανακοίνωση στα δημοσιότερα μέρη της πόλης (δημαρχείο, κεντρικά καφενεία,
ναοί κ.λπ.), αν, δε, πρόκειται για πόλη μεγαλύτερη των πέντε χιλιάδων (5.000) κατοίκων να δημοσιευθεί η τρο-
ποποίηση που μελετάται δύο (2) συνεχόμενες φορές σε δύο (2) τοπικές εφημερίδες. Αν δεν υπάρχουν τοπικές
εφημερίδες, η δημοσίευση γίνεται σε αυτές οι οποίες περισσότερο κυκλοφορούν στον τόπο που πρόκειται να
τροποποιηθεί το σχέδιο. Η δημοσίευση στις εφημερίδες επιβάλλεται και όταν πρόκειται για γενική έγκριση ή
τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263550
10. Καμία πρόταση για τροποποίηση εγκεκριμένου σχεδίου δεν υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή αν ο
προτείνων δεν διευκρινίζει με πληρότητα, σαφήνεια και υπεύθυνα στα σχετικά σχέδια της τροποποίησης αν
με αυτές θίγονται κτίρια που έχουν ανεγερθεί με βάση το τροποποιούμενο σχέδιο ή οικόπεδα που έχουν τα-
κτοποιηθεί με βάση αυτό και αν οικόπεδα άρτια γίνονται μη άρτια και σε καταφατική περίπτωση αν δεν καθο-
ρίζονται στο σχέδιο τα ακίνητα που θίγονται. Την ίδια υποχρέωση έχει και ο δήμος που υιοθετεί την πρόταση.
11. Οι ιδιώτες που ζητούν την τροποποίηση του σχεδίου είναι υποχρεωμένοι να προπαρασκευάζουν τα
τεχνικά στοιχεία του άρθρου 59 με δική τους δαπάνη και επιμέλεια και να προσκομίζουν στην αρμόδια υπη-
ρεσία τα κατά τις παρ. 9 και 10 στοιχεία.
12. Όπου στο παρόν προβλέπεται αναθεώρηση ή τροποποίηση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων και οικισμών,
οι σχετικές πολεοδομικές ρυθμίσεις:
α) δεν επιφέρουν μείωση της συνολικής επιφάνειας κοινόχρηστων χώρων, ούτε των αναγκαίων κοινωφε-
λών χώρων, σύμφωνα με τα εγκεκριμένα πολεοδομικά σχέδια πρώτου επιπέδου (Γ.Π.Σ., Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π., Τ.Π.Σ.,
Ε.Π.Σ.). Επιτρέπεται η μείωση όταν η τροποποίηση γίνεται λόγω άρσης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, η οποία:
αα) είτε γίνεται σε συμμόρφωση προς αποφάσεις των αρμόδιων δικαστηρίων, με τις οποίες ακυρώνεται η
άρνηση της διοίκησης να άρει την απαλλοτρίωση,
αβ) είτε έχει αρθεί αυτοδικαίως μετά την παρέλευση δεκαπενταετίας από την έγκριση του ρυμοτομικού
σχεδίου, με το οποίο επιβλήθηκε για πρώτη φορά η ρυμοτομική απαλλοτρίωση ή δέσμευση του ακινήτου,
αγ) είτε έχει αρθεί αυτοδικαίως μετά από την παρέλευση πενταετίας από την κύρωση της σχετικής πράξης
εφαρμογής ή της πράξης αναλογισμού,
β) δεν επιφέρουν αύξηση του ισχύοντος συντελεστή δόμησης, ούτε δυσμενέστερη αλλαγή των γενικών
κατηγοριών χρήσεων της περιοχής για το φυσικό και δομημένο περιβάλλον και
γ) δεν είναι αντίθετες με τις διατάξεις και κατευθύνσεις των εγκεκριμένων πολεοδομικών σχεδίων πρώτου
επιπέδου.
Άρθρο 61
Αναστολή οικοδομικών εργασιών και έκδοσης οικοδομικών αδειών
1. Σε περίπτωση δυσχερειών εφαρμογής του εγκεκριμένου σχεδίου που οφείλονται σε ελλείψεις του σχε-
τικού τοπογραφικού χάρτη, καθώς και σε ασυμφωνίες μεταξύ του σχεδίου και της πραγματικής κατάστασης
στο έδαφος, η αρμόδια για την έγκριση ή τροποποίηση του σχεδίου αρχή μπορεί με αιτιολογημένη απόφασή
της την οποία λαμβάνει μετά από τη σύμφωνη γνώμη του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και
Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) να αναστέλλει προσωρινά και μέχρι να αρθούν τα προαναφερθέντα προβλήματα,
συνολικά ή εν μέρει, την εφαρμογή του σχεδίου και την, βάσει αυτού, ανέγερση οικοδομών. Η αρμόδια κατά τα
ανωτέρω αρχή μπορεί ακόμη να καθορίζει, σε επείγουσα ανάγκη και εφόσον πρόκειται για προσαρμογή του
σχεδίου στην πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε εξαιτίας ατελούς εφαρμογής του σε περιορισμένη
έκταση, το σχέδιο που πρέπει να εφαρμοστεί στην πραγματικότητα ανάλογα με τα δεδομένα του εγκεκρι-
μένου σχεδίου και τον βαθμό και τη φύση των προβλημάτων. Εφόσον ο χρόνος της προσωρινής αναστολής
της εφαρμογής του σχεδίου δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες, δεν γεννάται δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ
οποιουδήποτε και κατά του Δημοσίου και του δήμου για τη στέρηση της ανεμπόδιστης χρήσης του ακινήτου.
Αν, όμως, η αναστολή διατηρείται και μετά από την προθεσμία αυτή, υπόχρεος προς αποζημίωση των τυχόν
από αυτή ζημιουμένων είναι ο οικείος δήμος.
Κατά τα λοιπά η παραπάνω απόφαση δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ οποιουδήποτε
πέραν των προβλεπόμενων για τα ακίνητα που απαλλοτριώνονται από το σχέδιο που εφαρμόστηκε.
2. Αν πρόκειται να αρχίσουν εργασίες για την εκπόνηση νέου σχεδίου πόλης ή την αναθεώρηση ή τροπο-
ποίηση εγκεκριμένου σχεδίου επιτρέπεται, με απόφαση της αρμόδιας αρχής που εκδίδεται μετά από γνώμη
του οικείου δημοτικού συμβουλίου και του οικείου ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α., να επιβάλλεται συνολικά ή εν μέρει και μέχρι
έναν (1) το πολύ χρόνο, η πλήρης απαγόρευση των οικοδομικών εργασιών σε όλη την πόλη και στην περιοχή
της ή και σε τμήματα αυτής μόνο ή και η εκτέλεση οικοδομικών εργασιών με όρους και περιορισμούς που
καθορίζονται με την ίδια απόφαση. Η παραπάνω ετήσια προθεσμία μπορεί να παραταθεί με τον ίδιο τρόπο για
δύο (2) ακόμη έτη αν στο μεταξύ εξακριβωθεί ότι οι εργασίες για την εκπόνηση του νέου σχεδίου προόδευ-
σαν σημαντικά. Οι παραπάνω περιορισμοί και απαγορεύσεις δεν δημιουργούν υπέρ οποιουδήποτε δικαίωμα
αποζημίωσης από το Δημόσιο ή τον οικείο δήμο.
3. Για τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 2 μπορεί με απόφαση της αρμόδιας αρχής που εκδίδε-
ται χωρίς τις διατυπώσεις της ίδιας παραγράφου και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, να
επιβάλλεται αναστολή των οικοδομικών εργασιών για τρίμηνο το πολύ χρονικό διάστημα. Ο χρόνος αυτός
συνυπολογίζεται στον κατά την παρ. 2 συνολικό χρόνο των τριών (3) ετών.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3551Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Άρθρο 62
Έγκριση όρων και περιορισμών δόμησης
1. Για λόγους υγιεινής, ασφάλειας, γενικής οικονομίας της πόλης και αισθητικής, επιτρέπεται να επιβάλλο-
νται οποιοιδήποτε όροι κατά την εκτέλεση οικοδομικών εργασιών και περιορισμοί στα οικόπεδα και στις επ’
αυτών ανεγειρόμενες και επισκευαζόμενες οικοδομές στις πόλεις και οικισμούς.
2. Οι κατά τα παραπάνω όροι και περιορισμοί καθορίζονται με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με
πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνώμη του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.), και κανονίζουν για κάθε τμήμα ή για κάθε οικοδομικό τετράγωνο
της πόλης ή οικισμού:
α) τα ελάχιστα επιτρεπόμενα όρια της επιφάνειας και των διαστάσεων των οικοπέδων που περιλαμβάνονται
στο εγκεκριμένο σχέδιο,
β) το μέγιστο και το ελάχιστο επιτρεπόμενο ύψος των οικοδομών,
γ) τον αριθμό των ορόφων και τις ελάχιστες διαστάσεις τους ανάλογα με τον σκοπό για τον οποίο προο-
ρίζονται,
δ) το μέγιστο της επιφάνειας κάθε οικοπέδου που μπορεί να καλυφθεί από οικοδομές,
ε) τον συντελεστή δόμησης,
στ) τη θέση των οικοδομών και των συναφών με αυτές εγκαταστάσεων ύδρευσης, φωτισμού, αποχέτευσης
ακάθαρτων υγρών κ.λπ. σε σχέση με το εγκεκριμένο σχέδιο ρυμοτομίας, με το οικόπεδο επί του οποίου αυτές
βρίσκονται και μεταξύ τους,
ζ) γενικά τις δουλείες φωτισμού και αερισμού των κτιρίων και των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων,
η) τους κοινούς ελεύθερους χώρους που βρίσκονται μέσα στις ιδιοκτησίες και στις δουλείες χρήσης αυτών,
θ) τα ελάχιστα όρια του μεγέθους των οικοδομών, τις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιβάλλεται η πραγματο-
ποίηση τουλάχιστον των ορίων αυτών και τους όρους και τον τρόπο εξασφάλισης της πραγματοποίησης αυτής,
ι) τις επιβαλλόμενες σε κάθε οικοδομή, ανάλογα με τον προορισμό της, εγκαταστάσεις ύδρευσης, αποχέ-
τευσης των ακάθαρτων υγρών, θέρμανσης, αερισμού κ.λπ.,
ια) τους σε κάθε περίπτωση τηρητέους όρους, για λόγους ασφαλείας, υγιεινής και αισθητικής, ως προς την
εσωτερική και εξωτερική γενικά διάταξη πάνω και κάτω από το έδαφος και τη θεμελίωση των οικοδομών, τις
διαστάσεις τους, τις μηχανικές ή άλλου είδους εγκαταστάσεις και τις κάθε είδους πάγιες ή κινητές προσθήκες
στις επιφάνειες αυτών που βλέπουν προς τους κοινόχρηστους χώρους, όπως προστεγάσματα, σκιάδες, βιτρίνες
κ.λπ., τον τρόπο και το είδος δόμησης και τις ποιότητες, ποσότητες και τον τρόπο επεξεργασίας, σύνθεσης και
χρησιμοποίησης των υλικών δόμησης,
ιβ) τον τρόπο κατασκευής και συντήρησης των ιδιωτικών προκηπίων και κήπων και των περιτοιχισμάτων τους και
ιγ) γενικά τους όρους και περιορισμούς με τους οποίους μπορεί να εκτελείται οποιουδήποτε είδους εργασία
δόμησης.
3. Επιτρέπεται, επίσης, για τους λόγους που αναφέρονται στην παρ. 1 να επιβάλλεται με προεδρικό διά-
ταγμα ή με πράξη του γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης που εκδίδεται κατά την παρ. 2 σε
συγκεκριμένες οδούς ή πλατείες ή τμήματα των πόλεων η κατασκευή των οικοδομών με στοές, είτε κατά
μήκος των πεζοδρομίων, είτε και δια μέσου των οικοδομικών τετραγώνων. Με όμοιες πράξεις καθορίζονται
το πλάτος των στοών και γενικά ο τρόπος κατασκευής τους, καθώς και οι απαραίτητοι για την ανεμπόδιστη
χρήση τους περιορισμοί και απαγορεύσεις, που μπορούν να επεκτείνονται και στον υπόγειο χώρο κάτω από
τις στοές. Σε περίπτωση κατασκευής στοάς κατ’ εφαρμογή των παραπάνω πράξεων σε οδό ή πλατεία ή στο
εσωτερικό κάποιου οικοδομικού τετραγώνου, επιτρέπεται, μόνο κατ’ εξαίρεση, τροποποίηση των πράξεων
αυτών για την κατάργηση της στοάς, μετά από ειδικώς αιτιολογημένη κρίση του οικείου ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. ότι η τρο-
ποποίηση αυτή δεν παραβλάπτει την ομαλή κυκλοφορία, όπως αναπτύσσεται αυτή από τις ήδη υπάρχουσες
στοές, ούτε ζημιώνει την οικονομία γενικά και την αισθητική του τμήματος της πόλης στο οποίο γίνεται αυτή.
4. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες με τα προεδρικά διατάγματα της παρ. 2 επιβάλλονται στην περιοχή
εγκεκριμένου σχεδίου πόλης όροι δόμησης επαχθέστεροι από εκείνους που ίσχυαν πριν, είναι δυνατό με το
προεδρικό διάταγμα να ορίζεται ότι εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι προϊσχύοντες ευμενέστεροι όροι, αν
πριν από την επιβολή των νέων όρων είχε εκδοθεί νόμιμη άδεια της αρμόδιας αρχής ή είχαν υποβληθεί σε
αυτήν όλα τα απαραίτητα στοιχεία για την έκδοση της άδειας. Στην περίπτωση αυτή η άδεια εκτελείται όπως
εκδόθηκε ή εκδίδεται με βάση τα υποβληθέντα στοιχεία. Μεταγενέστερη προσθήκη με βάση τους παλαιούς
όρους δόμησης δεν επιτρέπεται.
5. Στις περιπτώσεις που πριν από την επιβολή των νέων όρων δόμησης προηγήθηκαν αναστολές των
οικοδομικών εργασιών, η παρ. 4 εφαρμόζεται για τις άδειες που εκδόθηκαν ή είχε υποβληθεί αίτηση με τα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263552
απαραίτητα στοιχεία για την έκδοσή τους πριν από την επιβολή της πρώτης αναστολής και όχι πριν από την
επιβολή των νέων όρων δόμησης. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περι-
βάλλοντος και Ενέργειας είναι δυνατό να καθορίζονται ειδικές διαδικασίες για την έκδοση των αδειών αυτών,
να προσδιορίζονται τα προς τούτο αρμόδια όργανα και να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την
εφαρμογή της παρούσας.
6. Σε περίπτωση μεταβολής γενικών πολεοδομικών διατάξεων ή κανονισμών σε εντός σχεδίου περιοχή,
αν είχε υποβληθεί στην πολεοδομική υπηρεσία αίτηση οικοδομικής άδειας, η οικοδομική άδεια επιτρέπεται
να χορηγηθεί κατά τις προηγούμενες διατάξεις.
7. Η επιβολή αναστολής οικοδομικών εργασιών σε περιοχή εντός σχεδίου δεν έχει εφαρμογή σε ισχύουσες
οικοδομικές άδειες που εκδόθηκαν μέχρι την ημέρα που αρχίζει να ισχύει η αναστολή αυτή.
8. Αυτοί που εκτελούν οποιεσδήποτε οικοδομικές εργασίες είναι υποχρεωμένοι να τηρούν τους απαιτού-
μενους όρους υγιεινής, ασφάλειας, συγκοινωνίας και τάξης σε σχέση με τους απασχολούμενους στις εργασίες
αυτές εργάτες, με τους γείτονες και γενικά σε σχέση με το κοινό που κυκλοφορεί στους κοινόχρηστους χώρους.
Οι όροι αυτοί, εφόσον δεν προβλέπονται από άλλες ειδικές διατάξεις, θεσπίζονται με προεδρικά διατάγματα
που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
9. Από τους περιορισμούς της παρ. 8, όσοι αναφέρονται στην υγιεινή και στερεότητα επιβάλλονται ανα-
γκαστικά και στις οικοδομές που έχουν ανεγερθεί πριν από τις 16.8.1923, ημερομηνία δημοσίευσης του ν.δ.
της 17.7/16.8.1923 (Α ’ 228) εφόσον αυτό είναι τεχνικά δυνατό, ενώ οι υπόλοιποι μπορούν να εφαρμόζονται και
σε αυτές τις οικοδομές συνολικά ή εν μέρει σε όσες περιπτώσεις ορισθεί ειδικώς με προεδρικό διάταγμα που
εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Αρμόδια να αποφανθεί αν είναι τεχνικά
δυνατή η εφαρμογή των περιορισμών που αναφέρονται στην υγιεινή και την ασφάλεια είναι η αρμόδια για την
εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε περίπτωση
δε ενστάσεων των ενδιαφερομένων αποφασίζει ανέκκλητα ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Πάντως
η επιβολή των περιορισμών αυτών δεν δημιουργεί κανένα δικαίωμα αποζημίωσης υπέρ οποιουδήποτε και
ο ιδιοκτήτης είναι υποχρεωμένος να προβαίνει στην εκτέλεση των σχετικών για την πραγματοποίηση των
εργασιών με δική του δαπάνη και φροντίδα μέσα στην προθεσμία που δίνεται σε αυτόν από την υπηρεσία.
10. Όσες διατάξεις των παρ. 1 και 2 προϋποθέτουν την ύπαρξη εγκεκριμένου σχεδίου, μπορούν να εφαρ-
μόζονται ανάλογα και σε πόλεις και οικισμούς που δεν έχουν ακόμα εγκεκριμένο σχέδιο ή σε οικοδομές που
βρίσκονται έξω από τις πόλεις και τους οικισμούς με τον τρόπο που ορίζεται κάθε φορά με προεδρικό διάταγμα
που εκδίδεται σύμφωνα με την παρ. 2. Στην περίπτωση αυτή μπορεί να ορίζεται, εκτός των άλλων, το όριο των
οικοδομήσιμων χώρων μέσα στις ιδιοκτησίες κ.λπ. σε βάθος μέχρι τρία (3) μέτρα από αυτές.
11. Αν με την εφαρμογή των περιορισμών των παρ. 1, 2 και 3 λόγω της μείωσης του χώρου που μπορεί να
οικοδομηθεί, επέρχεται στο ακίνητο ζημία σε σχέση με άλλα γειτονικά ακίνητα στα οποία για οποιονδήποτε
λόγο δεν εφαρμόσθηκαν οι προαναφερόμενοι περιορισμοί και αυτά ωφελούνται με οποιονδήποτε τρόπο από
τη ζημία αυτή, μπορεί να επιβάλλεται στους ιδιοκτήτες των ωφελούμενων ακινήτων χρηματική εισφορά με
προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται, μία (1) φορά για κάθε πόλη ή οικισμό ή για κάθε τμήμα αυτών, με πρόταση
των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η φύση των ζημιών και
ωφελειών, ο τρόπος καθορισμού αυτών και του ποσού των εισφορών σε κάθε περίπτωση καθώς και ο τρόπος
καταβολής τους κανονίζονται με τα ίδια διατάγματα μετά από σχετική γνώμη του οικείου ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.. Η κατά
τα παραπάνω εισφορά παύει συνολικά ή εν μέρει από τον χρόνο κατά τον οποίο τα τμήματα της οικοδομής
καταστούν ετοιμόρροπα και άχρηστα και παύει οριστικά όταν τα τμήματα αυτά κατεδαφιστούν.
Άρθρο 63
Χρήσεις οικοδομών και κτιρίων
1. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας
και γνώμη του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.), είναι δυνατόν:
α) Να ρυθμίζεται το είδος της χρήσης των οικοδομών ανάλογα με τη θέση, τις διαστάσεις και τη διάταξη,
γενικά, των κτιρίων, καθώς και να απαγορεύεται να χρησιμοποιούνται επικίνδυνες και ανθυγιεινές οικοδομές
για ορισμένους σκοπούς.
β) Να απαγορεύεται, για λόγους γενικότερων κοινωνικών αναγκών, να χρησιμοποιούνται τα κτίρια που
περιλαμβάνονται σε ορισμένα τμήματα των πόλεων και οικισμών και η περιοχή τους ή και ολόκληροι συνοι-
κισμοί για ορισμένους σκοπούς (π.χ. νοσοκομεία και κλινικές μέσα σε κέντρα αναψυχής), μολονότι από τη
χρησιμοποίηση αυτή δεν μπορεί να διατρέξει κανέναν κίνδυνο η δημόσια υγεία και ασφάλεια.
γ) Να επιβάλλονται στους ιδιοκτήτες οικοδομών υποχρεώσεις για την καλή συντήρηση των οικοδομών τους
και των συναφών με αυτές εγκαταστάσεων κάθε φύσης και των γύρω από αυτές προκηπίων, αυλών, κήπων και
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3553Τεύχος A’ 88/08.06.2026
περιτοιχισμάτων. Οι υποχρεώσεις αυτές επιβάλλονται για λόγους υγιεινής, ασφάλειας, ευπρόσωπης παράστα-
σης και δυνατότητας χρησιμοποίησης των οικοδομών σύμφωνα με τον σκοπό για τον οποίο έχουν διατεθεί.
2. Είναι δυνατόν σε ορισμένα τμήματα εντός ή εκτός σχεδίου πόλης (βιομηχανικά τμήματα) να επιβάλλεται
η ανέγερση των κτιρίων που είναι αναγκαία για τις βιομηχανικές εγκαταστάσεις και αποθήκες:
α) όταν οι εγκαταστάσεις αυτές δεν μπορούν να βρίσκονται μέσα ή κοντά σε κατοικημένες περιοχές σύμ-
φωνα με τις σχετικές ειδικές για αυτές διατάξεις για την υγιεινή, την ασφάλεια κ.λπ. και
β) όταν η συγκέντρωση αυτών σε ορισμένες θέσεις θεωρείται αναγκαία εξαιτίας της διαρρύθμισης με το
σχέδιο πόλης της οργανικής διάταξης της πόλης και του καθορισμού κάθε θέσης για ορισμένους κοινωνικούς
σκοπούς.
Η αλλαγή της θέσης της εγκατάστασης σύμφωνα με την περ. α) δεν δημιουργεί υπέρ οποιουδήποτε κα-
νένα δικαίωμα αποζημίωσης κατά του Δημοσίου ή του οικείου δήμου. Για την περ. β) μπορεί να ορισθεί η
πληρωμή αποζημίωσης της οποίας το είδος, ο τρόπος υπολογισμού και οι υπόχρεοι καταβολής καθορίζονται
με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και
Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Άρθρο 64
Ζώνη γύρω από εγκεκριμένα σχέδια πόλεων
1. Στα γήπεδα που περιλαμβάνονται μέσα σε ζώνη η οποία εκτείνεται γύρω από τα τελευταία όρια των
σχεδίων που έχουν εγκριθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, οι εργασίες δόμησης επιτρέ-
πονται σύμφωνα με ορισμένους όρους και περιορισμούς όσον αφορά στο εμβαδόν και στις διαστάσεις των
γηπέδων και τον όγκο των κτιρίων που ανεγείρονται σε αυτά. Στις εργασίες αυτές εφαρμόζεται αναλόγως το
άρθρο 62. Οι πιο πάνω όροι και περιορισμοί ρυθμίζονται με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ύστερα από γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) για κάθε πόλη και μπορεί να μην είναι οι ίδιοι για όλα τα τμήματα
της ζώνης της ίδιας πόλης.
2. Εφόσον στα γήπεδα της παρ. 1 ανεγείρονται κτίρια, οι ιδιοκτήτες τους είναι υποχρεωμένοι να δημιουρ-
γήσουν και να συντηρούν δενδροφυτείες στις θέσεις και με τον τρόπο που θα καθορίσει η αρμόδια τεχνική
υπηρεσία.
3. Τα όρια της ζώνης της παρ. 1 ορίζονται σε κάθε περίπτωση με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά
από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ύστερα από γνώμη του οικείου δημοτικού συμ-
βουλίου και του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.. Αν τα όρια δεν έχουν ορισθεί σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο, θεωρείται ότι
υφίσταται αυτοδικαίως ζώνη η οποία έχει πλάτος πεντακόσια (500) μέτρα. Αν το πλάτος της ζώνης έχει ορισθεί,
το πλάτος μπορεί μόνο να αυξηθεί και όχι να μειωθεί. Στην περίπτωση που το σχέδιο επεκταθεί μέσα στη
ζώνη, θεωρείται ότι επεκτείνεται και αυτή αυτοδίκαια σε κάθε θέση επέκτασης του σχεδίου και κατά πλάτος
ίσο με την επέκταση αυτή.
4. Οι διατάξεις του παρόντος για τις ζώνες ισχύουν και για τις ζώνες πόλεων και οικισμών που έχουν κα-
θοριστεί δυνάμει των διατάξεων που ίσχυαν μέχρι τις 27.5.1924, ημερομηνία δημοσίευσης της απόφασης
29014/24.5.1924 (Β’ 48) και μπορούν να εφαρμόζονται αναλόγως, εν μέρει ή στο σύνολό τους και στις πόλεις
και τους οικισμούς που δεν έχουν ακόμα εγκεκριμένο σχέδιο. Στην τελευταία αυτή περίπτωση ως όρια για τον
καθορισμό της ζώνης λαμβάνονται οι οικοδομές που υπάρχουν στα άκρα της πόλης ή του οικισμού.
5. Για κάθε αμφιβολία ως προς τα όρια και τη θέση γενικά της ζώνης κατά την εφαρμογή του παρόντος
Κεφαλαίου αποφαίνεται η αρμόδια για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου υπηρεσία του Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Αν οι ενδιαφερόμενοι ασκήσουν ένσταση κατά των αποφάσεών της αποφασίζει
ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας ύστερα από γνώμη του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α..
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΣΤΟ ΕΔΑΦΟΣ ΚΑΙ ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΣΧΕΔΙΩΝ ΠΟΛΕΩΝ
Άρθρο 65
Εφαρμογή σχεδίου επί του εδάφους
1. Αν στο εγκεκριμένο σχέδιο δεν προβλέπεται η υψομετρική θέση των οδών, πλατειών και λοιπών κοι-
νόχρηστων χώρων, καθώς και γενικά των επί της επιφάνειας του εδάφους βάσεων των οικοδομών, των περι-
τοιχισμένων ιδιωτικών πρασιών και κήπων, αυτή καθορίζεται με απόφαση του περιφερειάρχη που εκδίδεται
μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.).
Με τον ίδιο τρόπο τροποποιούνται τα παραπάνω υψομετρικά στοιχεία και μετά τον αρχικό καθορισμό τους.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263554
2. Η εφαρμογή των εγκεκριμένων σχεδίων επιτρέπεται μόνο μετά τον υψομετρικό καθορισμό σύμφωνα
με την παρ. 1.
3. Τα κατά τα παραπάνω σχέδια πόλεων μετά την έγκρισή τους εφαρμόζονται με βάση το τοπογραφικό
διάγραμμα επί του οποίου συντάχθηκαν, σύμφωνα με την παρ. 4. Αν το εγκεκριμένο σχέδιο έχει συνταχθεί σε
μικρή κλίμακα, μπορεί για την εφαρμογή να αποτυπωθεί σε μεγαλύτερη κλίμακα με ταυτόχρονο σαφέστερο
καθορισμό στην αποτύπωση αυτή των λεπτομερειών σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο. Αυτές οι αποτυπώσεις
θεωρούνται ως ακριβή αντίγραφα του εγκεκριμένου σχεδίου και ισχύουν αφού κυρωθούν με απόφαση του
περιφερειάρχη που εκδίδεται μετά από γνώμη του οικείου ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.. Σε περίπτωση διαφορών μεταξύ του
αρχικώς εγκεκριμένου σχεδίου και των παραπάνω αντιγράφων που οφείλονται στη διαφορά της κλίμακας,
επικρατέστερα είναι τα κυρωθέντα αντίγραφα, για τα οποία ισχύουν οι διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.
4. Ο δήμος μετά την έγκριση του σχεδίου ρυμοτομίας ή της τροποποίησης αυτού προβαίνει στη μεταφορά
του νέου ρυμοτομικού διαγράμματος στο έδαφος σημειώνοντας επί τόπου τις διασταυρώσεις ή τις αλλα-
γές της κατεύθυνσης των αξόνων των οδών με μόνιμη σήμανση και εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη θέση
των σημείων αυτών με σύντομη περιγραφή τους. Η τοποθέτηση των σημείων αυτών στη διασταύρωση των
αξόνων πρέπει να γίνεται με επιμέλεια, με κατάλληλες μετρήσεις που λαμβάνονται από το διάγραμμα που
εγκρίθηκε και μεταφέρονται κατάλληλα στο έδαφος, ώστε να τηρηθούν οι συγκεκριμένες συνθήκες με τις
οποίες χαράχτηκε η ρυμοτομία. Στο τοπογραφικό διάγραμμα (πρωτότυπο και αντίγραφο σε κλίμακα 1:2.000
και 1:500) σημειώνεται έπειτα με ευκρίνεια η θέση των παραπάνω μόνιμων σημείων των αξόνων των οδών
που εξασφαλίζονται με μετρήσεις προς τα γειτονικά σταθερά σημεία, εφόσον υπάρχουν, και ταυτόχρονα
σημειώνονται και τα υψόμετρα των αξόνων των νέων οδών.
Επιπλέον, καθορίζονται με υπολογισμό και οι συντεταγμένες των τομών των αξόνων των νέων οδών που
χαράχθηκαν, καθώς και των σημείων κατά τα οποία οι άξονες των οδών αλλάζουν κατεύθυνση. Αναγράφο-
νται, επίσης, στο διάγραμμα και τα οριστικά πλέον μήκη των οικοδομικών τετραγώνων, καθώς και τα πλάτη
των οδών, πλατειών κ.λπ. με αριθμούς. Το ρυμοτομικό διάγραμμα που συμπληρώνεται με τον τρόπο αυτό
αποτελεί το τελικό διάγραμμα εφαρμογής. Τα στοιχεία των τεχνικών υπολογισμών, οι πρωτότυπες πινακίδες
και γενικά όλα τα στοιχεία τοπογράφησης και χωροστάθμισης, με βάση τα οποία συντάχθηκε ο χάρτης για
το σχέδιο, ταξινομούνται και φυλάσσονται από τον δήμο σε μέρος ασφαλές για την ενδεχόμενη περίπτωση
ανασύνταξης από αυτά του παραπάνω χάρτη.
Άρθρο 66
Ασυμφωνία μεταξύ εγκεκριμένου σχεδίου και της εφαρμογής του στο έδαφος
1. Αν η αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή του σχεδίου διαπιστώσει ότι υπάρχει ασυμφωνία μεταξύ του εγκε-
κριμένου σχεδίου και εκείνου το οποίο εφαρμόστηκε στο έδαφος ή γενικότερα, αμφιβολία ως προς οποιοδήποτε
ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του σχεδίου, φροντίζει να καταρτισθεί πρόχειρο σκαρίφημα. Στο σκαρίφημα αυτό
πρέπει να εμφανίζονται η υφιστάμενη ανωμαλία και ο τρόπος με τον οποίον είναι δυνατόν αυτή να αρθεί με την
προσαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου προς την υφιστάμενη κατάσταση (διόρθωση του σχεδίου). Οι οικοδομές
που έχουν ανεγερθεί με νόμιμη άδεια λαμβάνονται πάντως υπόψη και με τη διόρθωση παραμένουν άθικτες.
2. Η αρμόδια για την εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσία διαβιβάζει το πιο πάνω σκαρίφημα στον οικείο
δήμο που αμέσως συντάσσει τοπογραφικό χάρτη της περιοχής στην οποία κατά τις υποδείξεις της υπηρεσίας
εμφανίστηκαν οι ανωμαλίες. Στον χάρτη αυτόν εμφανίζεται η υφιστάμενη πραγματική κατάσταση και οι διορ-
θώσεις που πρέπει να γίνουν σύμφωνα με το σκαρίφημα. Ο δήμος διαβιβάζει στην αρμόδια υπηρεσία για την
εφαρμογή του σχεδίου τον χάρτη με όλα τα σχετικά, μόλις συνταχθεί. Πριν από οποιαδήποτε άλλη ενέργεια,
η υπηρεσία ελέγχει αν ο χάρτης είναι επαρκής και ακριβής. Αν χρειάζεται, υποδεικνύει τη συμπλήρωσή του.
3. Οι δήμοι που είναι πρωτεύουσες νομού είναι οπωσδήποτε υποχρεωμένοι να συντάσσουν τους αναφε-
ρόμενους στην παρ. 2 χάρτες για τις πόλεις και τους οικισμούς της περιφέρειάς τους και δεν εφαρμόζεται σε
αυτούς το δεύτερο εδάφιο. Στους λοιπούς δήμους, εφόσον δεν έχουν καθόλου τεχνική υπηρεσία, τους χάρτες
αυτούς συντάσσει η αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή του σχεδίου. Για την εφαρμογή του παρόντος, ο δήμος
που απασχολεί με οποιονδήποτε τρόπο έστω και έναν τεχνικό υπάλληλο θεωρείται ότι έχει τεχνική υπηρεσία.
Άρθρο 67
Διόρθωση του σχεδίου
1. Η έκταση επί της οποίας υποδεικνύεται η διόρθωση του σχεδίου από την αρμόδια για την εφαρμογή
υπηρεσία πρέπει να είναι όσο το δυνατόν πιο περιορισμένη. Η πρόταση της υπηρεσίας ως προς τη διόρθωση
πρέπει να απορρέει από πραγματική δυσχέρεια ή αδυναμία να χορηγηθούν άδειες που έχουν ζητηθεί για την
περιτοίχιση ή ανέγερση οικοδομών σε ορισμένη θέση.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3555Τεύχος A’ 88/08.06.2026
2. Τα όρια της πιο πάνω έκτασης πρέπει να καθορίζονται ανάλογα με τη φύση και τον βαθμό της διόρθω-
σης έτσι ώστε να καθίσταται τεχνικά δυνατή η σύνδεση της διόρθωσης με τα τμήματα του σχεδίου που έχουν
εφαρμοστεί σωστά.
3. Η διόρθωση δεν πρέπει να μεταβάλλει τη γενική διάταξη του εγκεκριμένου σχεδίου και να το τροποποιεί
(π.χ. με την πλήρη μετατόπιση των οδών σε όλο το πλάτος τους, τη διάνοιξη νέων, τη ρυμοτόμηση κτιρίων που
έχουν ανεγερθεί με νόμιμη άδεια, τη μεταβολή οικοπέδων που σύμφωνα με το σχέδιο είναι οικοδομήσιμα σε
μη οικοδομήσιμα), αλλά να περιορίζεται σε απλή διευθέτηση των οικοδομικών γραμμών.
4. Αν η πραγματική κατάσταση είναι τέτοια ώστε για την εφαρμογή της παρ. 2 να απαιτείται να επεκταθεί
η διόρθωση σε μεγάλη έκταση (όπως σε σύμπλεγμα πολλών οδών που διασταυρώνονται), παράλληλα δε
προβλέπεται ότι για την κατάρτιση του σχετικού τοπογραφικού χάρτη απαιτείται για οποιονδήποτε λόγο πο-
λύς χρόνος, τότε η διόρθωση εντοπίζεται προσωρινά στην οδό που βρίσκονται τα ακίνητα για την ανέγερση
οικοδομών επί των οποίων έχει ζητηθεί άδεια. Στην περίπτωση αυτή καθορίζονται μόνο οι κατευθύνσεις των
οικοδομικών γραμμών στην πιο πάνω οδό. Παράλληλα, συνεχίζεται η σύνταξη του τοπογραφικού χάρτη για
να συμπληρωθεί η διόρθωση σύμφωνα με το πνεύμα της παρ. 2.
5. Αν για την προσαρμογή του σχεδίου στην πραγματική κατάσταση δεν αρκεί απλή διόρθωση αλλά
απαιτείται τροποποίηση, αρμόδιος να επιληφθεί είναι ο οικείος δήμος. Για τον σκοπό αυτόν υποβάλλεται
στην αρμόδια υπηρεσία σχετική πρόταση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, προκειμένου αυτή να εγκριθεί
σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, αφού προηγουμένως γνωμοδοτήσει η αρμόδια για την εφαρμογή του
σχεδίου υπηρεσία. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή είναι δυνατό να εφαρμοστεί ανάλογα η παρ. 4, προκειμένου
να μην παρεμποδίζεται η ανέγερση των οικοδομών μέχρις ότου τροποποιηθεί το σχέδιο, αν:
α) η μεταβολή που επέρχεται στο σχέδιο, μολονότι, συνολικά θεωρούμενη, αποτελεί τροποποίησή του, δεν
απομακρύνεται από την έννοια της πραγματικής διόρθωσης της παρ. 3 ως προς τις θέσεις όπου βρίσκονται
τα ακίνητα επί των οποίων έχει ζητηθεί άδεια για την ανέγερση οικοδομών και
β) ο περιφερειάρχης διαπιστώσει, μετά από σχετική βεβαίωση του οικείου δήμου, ότι κανένας από τους
ενδιαφερόμενους γείτονες δεν αντιτάσσεται στη διόρθωση του σχεδίου.
Άρθρο 68
Διαδικασία διόρθωσης
1. Η εισήγηση της αρμόδιας υπηρεσίας για την εφαρμογή του σχεδίου και η σχετική γνώμη του οικείου
δήμου υποβάλλονται στον περιφερειάρχη, ο οποίος, αφού τις λάβει υπόψη, αποφασίζει για τη διόρθωση που
πρέπει να γίνει.
2. Η απόφαση του περιφερειάρχη, με την οποία εγκρίνεται η απαιτούμενη διόρθωση, συνοδεύεται πάντο-
τε από σχετικό διάγραμμα το οποίο θεωρείται ότι είναι παράρτημά της και κοινοποιείται μαζί με αντίγραφό
του στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία. Η υπηρεσία είναι υποχρεωμένη εντός δέκα (10) ημερών από την
κοινοποίηση να διαβιβάσει αντίγραφο της απόφασης αυτής στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και
στον οικείο δήμο. Η υπηρεσία έχει την επιμέλεια για τη σύνταξη των διαγραμμάτων που αναφέρονται στην
παρούσα και την τήρηση σχετικού αρχείου.
3. Η αρμόδια για την εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσία παραπέμπει σύμφωνα με το άρθρο 66 το σκαρίφημα
με τις αναγκαίες οδηγίες απευθείας η ίδια στον οικείο δήμο. Για να συντομευθεί ο χρόνος, η ίδια διεξάγει επίσης
απευθείας με τον δήμο όλη τη σχετική αλληλογραφία για την εφαρμογή των άρθρων 66 και 67. Εφόσον παρα-
στεί ανάγκη να διορθωθεί το σχέδιο, ο προϊστάμενος της πιο πάνω υπηρεσίας οφείλει πάντοτε να αναφέρει το
γεγονός αυτό στον περιφερειάρχη και να κοινοποιεί στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας αντίγραφο
της σχετικής αναφοράς του. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται και όταν η υπηρεσία πρόκειται να συντάξει η ίδια
τον τοπογραφικό χάρτη και όταν πρόκειται να παραπέμψει προς τούτο στον οικείο δήμο.
4. Όταν είναι αδύνατο να χορηγηθεί άδεια οικοδομής χωρίς να διορθωθεί προηγουμένως το σχέδιο, η
αρμόδια για την εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσία οφείλει να εξηγήσει με λεπτομέρειες στον ενδιαφερόμενο
τους λόγους που εμποδίζουν τη χορήγηση της άδειας, τις ενέργειες που θα επακολουθήσουν για τη διόρθωση
και το χρονικό διάστημα το οποίο θα απαιτηθεί για τον σκοπό αυτόν. Πληροφορεί επίσης τους ενδιαφερομέ-
νους ότι δικαιούνται να υποβάλλουν τις σχετικές αντιρρήσεις τους στον περιφερειάρχη, ο οποίος τις εξετάζει
προκειμένου να εκδώσει την απόφασή του σύμφωνα με το άρθρο 67.
5. Όταν ο ενδιαφερόμενος δεν αποδέχεται να αναμείνει τη διόρθωση του σχεδίου σύμφωνα με τις ανωτέρω
διατάξεις, η αρμόδια για την εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσία προτείνει στον περιφερειάρχη να εκδώσει την
προβλεπόμενη από το άρθρο 61 απόφαση για την αναστολή εφαρμογής του σχεδίου.
6. Η αρμόδια υπηρεσία για την εφαρμογή του σχεδίου κρίνει αν για την προσαρμογή του σχεδίου στην
πραγματική κατάσταση απαιτείται απλή διόρθωση ή τροποποίηση του σχεδίου και, γενικότερα, όσον αφορά
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263556
στην εφαρμογή του άρθρου 67. Η υπηρεσία οφείλει να εξετάζει τα ζητήματα που ανακύπτουν σε κάθε πε-
ρίπτωση και να μην προβαίνει στην τροποποίηση του σχεδίου αν αρκεί απλή διόρθωσή του. Σε περίπτωση
αμφιβολιών, αποφαίνεται ο περιφερειάρχης. Εφόσον κριθεί ότι απαιτείται τροποποίηση του σχεδίου, ακολου-
θείται η διαδικασία του άρθρου 60.
7. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής των
άρθρων 66, 67 και του παρόντος με σκοπό την απλοποίηση της αλληλογραφίας και την εξοικονόμηση χρόνου.
Με τις αποφάσεις αυτές οπωσδήποτε επιβάλλεται στους δήμους και ιδιαίτερα σε όσους είναι πρωτεύουσες
περιφερειακής ενότητας, η ταχύτατη άσκηση των αρμοδιοτήτων που τους ανατίθενται με τα άρθρα αυτά.
ΤΜΗΜΑ VΙΙ
ΕΙΔΙΚΕΣ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΗΣΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΠΟΛΕΟΔΟΜΗΣΗ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΘΕΙ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 14.3.1983
Άρθρο 69
Πολεοδόμηση οικισμών που έχουν δημιουργηθεί μέχρι τις 14.3.1983
1. Για την πολεοδόμηση και την επέκταση των οικισμών που έχουν δημιουργηθεί μέχρι τις 14.3.1983, ημε-
ρομηνία δημοσίευσης του ν. 1337/1983 (Α’ 33), περιλαμβανομένων και των οικισμών που προϋφίστανται του
έτους 1923 και οριοθετούνται σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 235, απαιτείται η ύπαρξη εγκεκριμένου
Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) ή Ειδικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Ε.Π.Σ.), σύμφωνα με τα άρθρα 21
και 22. Μέχρι την έγκριση των σχεδίων αυτών για την πολεοδόμηση και επέκταση οικισμού της παρ. 1 του
άρθρου 235, που οριοθετείται με την παρ. 2 του άρθρου 235, απαιτείται η ύπαρξη εγκεκριμένου Γενικού Πο-
λεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίου Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) του
ν. 2508/1997 (Α ’ 124), με το οποίο προβλέπεται η πολεοδόμηση και επέκταση του συγκεκριμένου οικισμού.
Σε περίπτωση που για το εγκεκριμένο Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. δεν έχει τηρηθεί η διαδικασία της Στρατηγικής
Περιβαλλοντικής Εκτίμησης και δεν έχει εκπονηθεί Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (Σ.Μ.Π.Ε.)
σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/28.8.2006 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτε-
ρικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος, Χωροταξίας
και Δημοσίων Έργων «Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων,
σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2001/42/ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση των περιβαλλοντικών
επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της
27ης Ιουνίου 2001» (Β’ 1225), είναι δυνατό να εκπονείται και να εγκρίνεται Σ.Μ.Π.Ε. για τον εκάστοτε οικισμό, για
τον οποίο απαιτείται, επίσης, η εκπόνηση και έγκριση πολεοδομικής μελέτης σύμφωνα με τα άρθρα 70 και 71.
2. Στην περιοχή εντός των ορίων των οικισμών, δύναται και πριν από την έγκριση των γενικών σχεδίων
της παρ. 1, να εγκρίνεται πολεοδομική μελέτη κατά τα άρθρα 70 και 71, η οποία συνοδεύεται από Σ.Μ.Π.Ε.
που εγκρίνεται κατά τις κείμενες διατάξεις. Στην πιο πάνω περιοχή μπορεί επίσης να εγκρίνεται τμηματική
πολεοδομική ρύθμιση κατά μήκος των κυρίων οδικών αξόνων ή σε άλλα πολεοδομικώς ενδιαφέροντα ση-
μεία. Με τη ρύθμιση αυτή, για την οποία εκπονείται και εγκρίνεται ρυμοτομικό σχέδιο κατά το Τμήμα VI του
παρόντος Μέρους, καθορίζονται κοινόχρηστοι, κοινωφελείς και οικοδομήσιμοι χώροι, χρήσεις γης και όροι
και περιορισμοί δόμησης.
3. Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης ή του ρυμοτομικού
σχεδίου της παρ. 2, που εκδίδεται μετά από πρόταση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, μπορεί να επιβλη-
θεί στις ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στην περιοχή εντός των ορίων του οικισμού ή σε τμήμα αυτής, η
υποχρέωση συμμετοχής είτε μόνο εισφοράς σε γη είτε μόνο εισφοράς σε χρήμα είτε εισφοράς σε γη και σε
χρήμα, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 72 και την παρ. 1 του άρθρου 73.
4. Για την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης επέκτασης των οικισμών της χώρας με πληθυσμό μέχρι
και δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους που φέρονται απογεγραμμένοι ως αυτοτελείς σε απογραφή πριν από το
έτος 1983, περιλαμβανομένων και των προϋφισταμένων του έτους 1923 οικισμών, εφαρμόζεται ανάλογα το
άρθρο 144. Στις περιπτώσεις που η επέκταση συγκεκριμένου οικισμού προβλέπεται από εγκεκριμένο Τ.Π.Σ.
ή Ε.Π.Σ. εγκρίνεται Ρυμοτομικό Σχέδιο Εφαρμογής.
5. Οι παρ. 1, 2, 3 και 4 δύναται να εφαρμόζονται και στους οικισμούς που έχουν χαρακτηρισθεί ως αξιόλο-
γοι, παραδοσιακοί, καθώς και σε παραλιακούς οικισμούς ή σε οικισμούς ευρισκόμενους σε περιβαλλοντικά
ευαίσθητες περιοχές, ιστορικούς τόπους ή σε άλλο καθεστώς προστασίας.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3557Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Άρθρο 70
Πεδίο εφαρμογής, περιεχόμενο και διαδικασία εκπόνησης πολεοδομικής μελέτης
1. Για την πολεοδόμηση ή επέκταση οικισμού συντάσσεται πολεοδομική μελέτη. Με την πολεοδομική
μελέτη μπορούν να πολεοδομούνται όλες οι περιοχές που βρίσκονται μέσα στα όρια των οικισμών. Ειδικώς
ως προς τους οικισμούς που προϋφίστανται του έτους 1923, ως περιοχή εντός ορίων οικισμού λαμβάνεται
το όριο της περιοχής που έχει απεικονιστεί στο εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) ως οικισμός
προϋφιστάμενος του 1923 ή ως πυκνοδομημένο τμήμα αυτού ή, ελλείψει τέτοιας ένδειξης, ως το πυκνοδο-
μημένο τμήμα του οικισμού.
2. Με την ίδια μελέτη μπορεί να πολεοδομούνται και οι ακόλουθες περιοχές που βρίσκονται εκτός των
ορίων των ανωτέρω οικισμών:
α) για τις κατηγορίες οικισμών περιαστικών, παραλιακών, τουριστικών, δυναμικών, όπως αυτές καθορίζο-
νται στο άρθρο 228:
αα) διάσπαρτα δομημένες περιοχές συνεχόμενες ή μη με τα όρια του οικισμού με απόσταση κτισμάτων
μεταξύ τους, ίση ή μικρότερη των ογδόντα (80) μ. και σύνολο τουλάχιστον δέκα (10) οικοδομών. Ως οικοδο-
μή νοείται κάθε κτίσμα το οποίο, ανεξάρτητα από τη χρήση του, έχει εμβαδόν τουλάχιστον δέκα (10) τ.μ. Οι
περιοχές αυτές πολεοδομούνται κατά προτεραιότητα,
αβ) αδόμητες περιοχές συνεχόμενες ή μη με τα όρια του οικισμού για την κάλυψη αναγκών κατοικίας και
αναγκών σε κοινόχρηστους, και κοινωφελείς χώρους,
β) για τις λοιπές κατηγορίες οικισμών, όπως καθορίζονται στο άρθρο 228, επιτρέπεται η πολεοδόμηση
περιοχών που μπορεί να είναι και μη συνεχόμενες εκτάσεις του υπάρχοντος οικισμού, κατά προτίμηση εντός
των ορίων του δήμου, εφόσον η εντός του ορίου του οικισμού περιοχή δεν επαρκεί για την κάλυψη αναγκών
κατοικίας ή αναγκών σε κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους.
3. Κατ’ εξαίρεση, ο καθορισμός κοινωφελών και κοινόχρηστων χώρων εντός των ορίων των οικισμών μπορεί
να γίνει με έγκριση τοπικού ρυμοτομικού σχεδίου σύμφωνα με τη διαδικασία και τις διατάξεις του Τμήματος VI.
4. Δεν επιτρέπεται η πολεοδόμηση περιοχών σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο εφόσον αυτή είναι αντίθετη με
τους όρους προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος και με τους γενικότερους αναπτυξιακούς
στόχους μέσα στους οποίους περιλαμβάνεται και η διαφύλαξη της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας.
5. Η κίνηση της διαδικασίας σύνταξης της μελέτης της παρ. 1 γίνεται από τον οικείο δήμο. Η διαδικασία
μπορεί, επίσης, να κινηθεί από την οικεία περιφέρεια μετά από γνωμοδότηση του οικείου Συμβουλίου Πο-
λεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) ή από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
6. Η πολεοδομική μελέτη εναρμονίζεται με τις αρχές, τους στόχους και τις κατευθύνσεις των χωροταξικών
πλαισίων, των εγκεκριμένων Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Γ.Π.Σ.), Σχεδίων Χωρικής και Οικιστικής Οργάνω-
σης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή Ζωνών Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), αν υπάρχουν, όπως και με τις μελέτες
της οριοθέτησης των οικισμών και των ζωνών οικιστικής καταλληλότητάς τους, εφόσον αυτές υπάρχουν για
την ευρύτερη περιοχή τους, εγκεκριμένες ή μη.
Ως ευρύτερη περιοχή νοείται ολόκληρη η περιοχή του δήμου στον οποίο υπάγεται ο οικισμός ή η ομάδα
δήμων βρίσκονται σε λειτουργική εξάρτηση από τον οικισμό.
7. Η πολεοδομική μελέτη της περ. α) της παρ. 8 εκπονείται σε απλά οριζοντιογραφικά και υψομετρικά
τοπογραφικά διαγράμματα και των περ. β) έως ζ) της παρ. 8 σε οριζοντιογραφικά και υψομετρικά και κτημα-
τογραφικά διαγράμματα, ή αν δεν υπάρχει κτηματογραφικό διάγραμμα, σε απλά τοπογραφικά διαγράμματα.
Περιλαμβάνει, επίσης, τους απαραίτητους χάρτες, διαγράμματα και κείμενα ώστε να περιέχει τα στοιχεία που
απαιτούνται από το παρόν άρθρο.
8. Η πολεοδομική μελέτη περιέχει:
α) εκτίμηση των πληθυσμιακών μεγεθών και των περιβαλλοντικών δυνατοτήτων με βάση τις χρήσεις γης
και το ισχύον θεσμικό πλαίσιο, κατ’ αρχήν οριοθέτηση των προς πολεοδόμηση περιοχών του δήμου, καθώς και
εκτίμηση των επιπτώσεων που θα έχει η ανάπτυξη στην ευρύτερη περιοχή, στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον,
β) την οριστικοποίηση των ορίων των προς πολεοδόμηση περιοχών σε συνδυασμό με το όριο του οικισμού
που καθορίζεται με το οικείο διάταγμα,
γ) την οριοθέτηση των συνεκτικών τμημάτων των οικισμών του άρθρου 227,
δ) τη γενική πρόταση οργάνωσης σε γειτονιές, την εκτίμηση αναγκών σε κοινόχρηστους και κοινωφελείς
χώρους, τον τρόπο ανάπτυξης ή αναμόρφωσης του οικισμού και την κατά προσέγγιση έκταση γης που προ-
κύπτει από τις εισφορές σε γη,
ε) τις ζώνες χρήσεων γης του οικισμού και τους σχετικούς περιορισμούς, απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις,
στ) τα διαγράμματα βασικών δικτύων υποδομής,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263558
ζ) τους όρους δόμησης.
9. Η πολεοδομική μελέτη αποτελείται από:
α) Το πολεοδομικό σχέδιο των προς πολεοδόμηση περιοχών του οικισμού που συντάσσεται σύμφωνα με
τις παρ. 7 και 8,
β) τον πολεοδομικό κανονισμό και
γ) έκθεση που να περιγράφει και να αιτιολογεί τις προτεινόμενες από τη μελέτη ρυθμίσεις.
10. Ο συντελεστής δόμησης που ορίζεται για τις περιοχές επεκτάσεως δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος του
μηδέν κόμμα οκτώ (0,8) και ο αριθμός των ορόφων των κτιρίων δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των δύο (2).
Οι λοιποί όροι δόμησης εναρμονίζονται με τους ειδικούς όρους δόμησης κάθε περιοχής, όπως ορίζονται
κατά τη διαδικασία της πα ρ. 2 του άρθρου 235.
11. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι ειδικές προδιαγραφές σύμ-
φωνα με τις οποίες εκπονούνται οι ανωτέρω πολεοδομικές μελέτες και συντάσσονται τα σχετικά τοπογραφικά
και κτηματογραφικά διαγράμματα.
Άρθρο 71
Έγκριση πολεοδομικής μελέτης
1. Η πολεοδομική μελέτη του άρθρου 70 εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του
Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνωμοδότηση του οικείου Συμβουλίου Πολεοδομικών
Θεμάτων και Αμφισβητήσεων και του οικείου δημοτικού συμβουλίου. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργει-
ας μπορεί να ζητήσει και τη γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων.
Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης περιλαμβάνει τα στοιχεία των περ. α) και β) της παρ. 9 του άρθρου 70.
2. Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλης κατά τις διατάξεις του
Τμήματος VI του παρόντος Μέρους.
Άρθρο 72
Εισφορά σε γη
1. Ιδιοκτησίες που εντάσσονται στην πολεοδομική μελέτη και βρίσκονται εκτός των ορίων των οικισμών
συμμετέχουν με εισφορά σε γη στη δημιουργία των απαραίτητων κοινοχρήστων χώρων και γενικά στην ικα-
νοποίηση κοινωφελών χρήσεων και σκοπών.
2. Η εισφορά σε γη κατά την παρ. 1 αποτελείται από ποσοστό επιφάνειας κάθε ιδιοκτησίας πριν από την
πολεοδόμησή της, η οποία υπολογίζεται κατά τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 139.
3. Σε περίπτωση που η συμμετοχή σε γη πρέπει να ληφθεί από μη ρυμοτομούμενο τμήμα ιδιοκτησίας
πλην όμως, κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, το τμήμα γης που πρόκειται να αποτελέσει
αντικείμενο εισφοράς δεν είναι αξιοποιήσιμο πολεοδομικά ή η αφαίρεσή του είναι φανερά επιζήμια για την
ιδιοκτησία μπορεί να μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή που διατίθεται αποκλειστικά για τη δη-
μιουργία κοινόχρηστων χώρων και χώρων κοινωφελών χρήσεων και σκοπών. Για την πραγματοποίηση της
μετατροπής εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 73. Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από εισφορά σε γη
διατίθενται κατά σειρά προτεραιότητας:
α) Για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα.
β) Για την παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες της ίδιας πολεοδομικής ενότητας των οποίων τα οικόπεδα
ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από το καθοριζόμενο στην παρ. 2 και εφόσον δεν
είναι δυνατή η τακτοποίησή τους σύμφωνα με το άρθρο 144.
γ) Για κοινωφελείς χώρους και σκοπούς μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα.
δ) Για τη δημιουργία χώρων κοινοχρήστων και χώρων κοινωφελών χρήσεων και σκοπών για τις γενικότερες
ανάγκες της περιοχής.
4. Οι ιδιοκτησίες που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή σε κρατικά νομικά
πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά το μέρος που από την πολεοδομική μελέτη προορίζονται για τη
δημιουργία κοινωφελών χώρων της αρμοδιότητας του δημοσίου φορέα στον οποίο ανήκουν ή διατίθενται για
τους ίδιους σκοπούς με ανταλλαγή, παραχώρηση ή άλλο τρόπο μεταξύ των αντιστοίχων φορέων, θεωρούνται
αυτοδίκαια εισφερόμενες για τον σκοπό για τον οποίο προορίζονται και δεν υπόκεινται κατά το μέρος αυτό
σε άλλη εισφορά γης.
5. Οι οπωσδήποτε σχηματισμένοι μέσα στην πολεοδομούμενη εκτός των ορίων του οικισμού περιοχή
κοινόχρηστοι χώροι θεωρούνται ως νόμιμα υπάρχοντες και δεν λαμβάνονται υπόψη υπέρ των ιδιοκτητών
για τον υπολογισμό της εισφοράς σε γη.
6. Οι ιδιοκτησίες εντός οικισμών που έχουν οριοθετηθεί σύμφωνα με τα άρθρα 226 έως 236 και πολεοδομούνται,
υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων που προβλέπονται από την πολεοδομική
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3559Τεύχος A’ 88/08.06.2026
μελέτη. Με την επιφύλαξη της παρ. 3 του άρθρου 69, για το ποσοστό της συμμετοχής, τη διαδικασία προσδιορισμού
και τον τρόπο βεβαίωσης, εφαρμόζονται τα άρθρα 157 έως 165 και τα εκτελεστικά τους διατάγματα.
Άρθρο 73
Εισφορά σε χρήμα
1. Για τους ιδιοκτήτες των ακινήτων τα οποία περιλαμβάνονται σε περιοχές επέκτασης οικισμών με πλη-
θυσμό μέχρι και δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους, η εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού μέχρι πεντακόσια (500) τ.μ., ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) της αξίας
των ακινήτων.
β) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού πάνω από πεντακόσια (500) τ.μ. μέχρι χίλια (1.000) τ.μ., ποσοστό δέκα
τοις εκατό (10%) της αξίας των ακινήτων.
γ) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού από χίλια (1.000) τ.μ. μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) τ.μ., ποσοστό δώδεκα
τοις εκατό (12%) της αξίας των ακινήτων.
δ) Για τμήμα ιδιοκτησίας εμβαδού πάνω από δέκα χιλιάδες (10.000) τ.μ., ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό
(15%) της αξίας των ακινήτων.
2. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 141.
Άρθρο 74
Εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης
1. Για την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης του άρθρου 70 εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 144, με
την επιφύλαξη της παρ. 6 του άρθρου 72.
2. Στις περιοχές των παρ. 1 και 2 του άρθρου 70, εφόσον με την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης η ρυ-
μοτομική γραμμή συμπίπτει με το όριο των διαμορφωμένων κοινοχρήστων χώρων, μπορεί στις ιδιοκτησίες
που έχουν πρόσωπο στους χώρους αυτούς η οικοδομική άδεια να χορηγείται πριν κυρωθεί η πράξη εφαρ-
μογής. Επίσης, άδεια μπορεί να χορηγείται πριν κυρωθεί η πράξη εφαρμογής σε περιπτώσεις διαπλάτυνσης
υφιστάμενων δρόμων και σε οποιαδήποτε περίπτωση που κατά την κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας μπορεί
να καθοριστεί η ρυμοτομική γραμμή και εφόσον η πολεοδομική μελέτη προβλέπει στη θέση αυτή προκήπιο.
3. Όταν κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής η εισφορά της ιδιοκτησίας σε γη δεν είναι αξιο-
ποιήσιμη ή η αφαίρεσή της είναι φανερά επιζήμια για την ιδιοκτησία και μετατρέπεται εξ ολοκλήρου σε χρήμα,
τότε προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας πριν από την κύρωση της πράξης εφαρμογής είναι η προκαταβολή
από τον ιδιοκτήτη για υποχρεώσεις του σε γη και χρήμα σύμφωνα με τα άρθρα 72 και 73, ποσού ίσου προς το
δέκα τοις εκατό (10%) των υποχρεώσεών του, όπως υπολογίζονται βάσει υπεύθυνης δήλωσης του ίδιου για
το εμβαδόν και την αξία του ακινήτου του. Όταν τμήμα της ιδιοκτησίας διατίθεται για οποιονδήποτε από τους
σκοπούς της παρ. 3 του άρθρου 72, τότε για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ο ιδιοκτήτης προκαταβάλλει
με βάση την υπεύθυνη δήλωση του πρώτου εδαφίου το είκοσι τοις εκατό (20%) των υποχρεώσεών του για
την εισφορά σε χρήμα. Η προϋπόθεση αυτή δεν ισχύει αν το ρυμοτομούμενο ή οπωσδήποτε παραχωρούμενο
τμήμα είναι μεγαλύτερο της εισφοράς σε γη που αναλογεί στην ιδιοκτησία.
4. Η έκδοση της οικοδομικής άδειας πριν από την πράξη εφαρμογής γίνεται με βάση το σχήμα και το εμβα-
δόν του οικοπέδου που κατά τον υπολογισμό της πολεοδομικής υπηρεσίας θα προκύψουν από την εφαρμογή
της πολεοδομικής μελέτης και την απόδοση της εισφοράς της ιδιοκτησίας σε γη.
5. Οι ακριβείς υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη, σύμφωνα με τα άρθρα 72 και 73, προσδιορίζονται με την κύ-
ρωση της πράξης εφαρμογής και από το ποσό που αναλογίζεται έναντι των εισφορών αφαιρείται το ποσό
που τυχόν κατέβαλε για την έκδοση της άδειας, το δε υπόλοιπο καταβάλλεται σύμφωνα με τα άρθρα 72 και
73. Διαφορά του τελικού εμβαδού του οικοπέδου με αυτό που υπολογίστηκε από την πολεοδομική υπηρεσία
για την έκδοση οικοδομικής άδειας πριν από την πράξη εφαρμογής τακτοποιείται με την καταβολή από τον
ιδιοκτήτη στο Δημόσιο ή αντίστροφα της αντίστοιχης αξίας σε χρήμα.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΠΟΛΕΟΔΟΜΗΣΗ ΠΕΡΙΟΧΩΝ ΔΕΥΤΕΡΗΣ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ
Άρθρο 75
Πολεοδόμηση περιοχών δεύτερης κατοικίας
1. Για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου, ως περιοχή δεύτερης κατοικίας χαρακτηρίζεται περιοχή που
βρίσκεται μέσα σε Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) και χρησιμοποιείται για την παραμονή ατόμων πλέον του
εικοσιτετραώρου για διακοπές ή αναψυχή.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263560
2. Η πολεοδόμηση των περιοχών δεύτερης κατοικίας πραγματοποιείται υπό τις εξής προϋποθέσεις:
α) Να μην αντίκειται στους όρους προστασίας του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος, στους όρους
προστασίας των αρχαιοτήτων και μνημείων, αρχαιολογικών χώρων ή ιστορικών τόπων, παραδοσιακών οικι-
σμών και στοιχείων, στους όρους προστασίας των δασών και των δασικών εκτάσεων και στους όρους προ-
στασίας των ευαίσθητων και προστατευόμενων περιοχών.
β) Να υφίστανται κατευθύνσεις χωροταξικής οργάνωσης τουλάχιστον σε επίπεδο νομού και η πολεοδόμηση
να είναι εναρμονισμένη με αυτές σε ό,τι αφορά τα συστήματα επικοινωνίας και ενέργειας, τις χρήσεις γης και
τους αναπτυξιακούς στόχους, ιδίως δε με την ανάγκη διαφύλαξης της γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότη-
τας και της ισορροπίας των χρήσεων των ακτών, καθώς επίσης και της μορφολογίας και της αισθητικής τους.
γ) Να μην υπερβαίνει τα ανώτατα όρια ανάπτυξης (όρια κορεσμού) των περιοχών, να μην αλλοιώνει τη
φυσιογνωμία τους ούτε να υποβαθμίζει την ποιότητα ζωής. Προκειμένου για παραλιακούς οικισμούς, ενδεί-
κνυται η ανάπτυξή τους κατά κόμβους.
3. Για την πολεοδόμηση των περιοχών δεύτερης κατοικίας απαιτούνται:
α) Η εκπόνηση και έγκριση Σχεδίου Ανάπτυξης Περιοχών (ΣΧ.Α.Π.) δεύτερης κατοικίας για τον καθορισμό
των επιθυμητών προγραμματικών μεγεθών ανάπτυξης της κάθε περιοχής, μέσα στο πλαίσιο των κατευθύνσεων
χωροταξικής οργάνωσης σύμφωνα με την παρ. 2.
β) Η εκπόνηση και έγκριση της οικείας πολεοδομικής μελέτης για την εξειδίκευση των γενικών αρχών και
ρυθμίσεων του ΣΧ.Α.Π. και για τον καθορισμό των κοινόχρηστων, κοινωφελών και δομήσιμων χώρων, καθώς
και των κατάλληλων για τον προορισμό του οικισμού όρων και περιορισμών δόμησης.
4. Το ΣΧ.Α.Π., ιδίως, ορίζει το επιθυμητό μέγεθος των προς πολεοδόμηση περιοχών, την οριοθέτηση των
περιοχών αυτών και τον τρόπο ανάπτυξής τους με κανονιστικούς όρους, ζώνες ενεργού πολεοδομίας, ζώνες
αστικού αναδασμού, συνεταιριστική δόμηση, κ.λπ. Ο προσδιορισμός των ανωτέρω γίνεται ύστερα από ειδική
και τεκμηριωμένη μελέτη, υπό τους όρους του άρθρου αυτού και με βάση τον οικιστικό ιστό της περιφερει-
ακής ενότητας, την προοπτική της δημογραφικής εξέλιξης και τη γενικότερη ανάπτυξή της, τη διάταξη των
λοιπών, παραγωγικών και μη, δραστηριοτήτων, στον ευρύτερο χώρο, τις περιβαλλοντικές και ενδομορφολο-
γικές συνθήκες της, τα συστήματα επικοινωνίας, την ισορροπία των χρήσεων γης και ιδίως τα ανώτατα όρια
ανάπτυξης (όρια κορεσμού) των περιοχών, χωρίς αλλοίωση της φυσιογνωμίας ή υποβάθμιση της ποιότητας
ζωής. Το ΣΧ.Α.Π. καλύπτει τουλάχιστον την περιφέρεια του δήμου στον οποίο βρίσκεται η περιοχή δεύτερης
κατοικίας και των δήμων που βρίσκονται σε λειτουργική εξάρτηση με αυτόν.
5. Η προΰπαρξη οικοδομών στην υπό πολεοδόμηση περιοχή δεύτερης κατοικίας δεν αποτελεί λόγο από-
κλισης από την ορθή αναλογία οικοδομημένων, ελεύθερων και κοινόχρηστων χώρων ή από τους προσήκοντες
στον προορισμό του οικισμού όρους και περιορισμούς δόμησης.
6. Στην περίπτωση που μέσα στη Ζ.Ο.Ε. καθορίζονται περιοχές δεύτερης κατοικίας, στη σχετική μελέτη
περιλαμβάνεται και η ειδική μελέτη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 4. Το ΣΧ.Α.Π. εγκρίνεται ταυτόχρονα και
με τη διαδικασία έγκρισης της Ζ.Ο.Ε. Για περιοχές δεύτερης κατοικίας μέσα σε εγκεκριμένες Ζ.Ο.Ε., κατά τις
3.10.1994, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 2242/1994 (Α’ 162), το ΣΧ.Α.Π. εγκρίνεται με απόφαση του Υπουρ-
γού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, κατόπιν γνώμης του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και
Αμφισβητήσεων. Στην περίπτωση αυτή, η σύνταξη του ΣΧ.Α.Π. γίνεται με πρωτοβουλία του οικείου δήμου
ή περισσότερων δήμων από κοινού ή του αρμόδιου περιφερειάρχη ή του Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας, μετά από ενημέρωση του δήμου.
7. Στις περιοχές των ρυθμιστικών σχεδίων των ευρύτερων περιοχών Αττικής και Θεσσαλονίκης δεν απαι-
τείται η σύνταξη ΣΧ.Α.Π. Στις περιοχές αυτές οι πολεοδομικές μελέτες καταρτίζονται με βάση τις αρχές και
κατευθύνσεις των ρυθμιστικών σχεδίων. Προς τούτο λαμβάνονται υπόψη κυρίως η ανάγκη ανάσχεσης της
εξάπλωσης της οικιστικής χρήσης και η εξυγίανση των βεβαρυμένων περιοχών.
8. Με αποφάσεις του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι προδιαγραφές εκπόνησης του ΣΧ.Α.Π. και οι ειδικές προδιαγραφές εκπόνησης
της πολεοδομικής μελέτης των περιοχών δεύτερης κατοικίας.
Άρθρο 76
Διαδικασία σύνταξης πολεοδομικής μελέτης
1. Η κίνηση της διαδικασίας σύνταξης της πολεοδομικής μελέτης γίνεται από τον οικείο δήμο ή από τους
ενδιαφερόμενους δήμους από κοινού. Η διαδικασία μπορεί, επίσης, να κινηθεί και από το Υπουργείο Περι-
βάλλοντος και Ενέργειας μετά από σχετική ενημέρωση του δήμου.
2. Η μελέτη εναρμονίζεται με τις κατευθύνσεις του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) του οικισμού που
βρίσκεται σε λειτουργική εξάρτηση με τις υπό μελέτη περιοχές, εφόσον υπάρχει, και του Σχεδίου Ανάπτυξης
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3561Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Περιοχής (ΣΧ.Α.Π.) και του σχεδίου Ανάπτυξης Δεύτερης Κατοικίας και εξειδικεύει τις προτάσεις και τα σχετικά
προγράμματά τους.
3. Η πολεοδόμηση γίνεται κατά ενότητες, σύμφωνα με την παρ. 6.
4. Η πολεοδομική μελέτη εκπονείται βάσει οριζοντιογραφικού και υψομετρικού και κτηματογραφικού
διαγράμματος και περιλαμβάνει τους απαραίτητους χάρτες, διαγράμματα και κείμενα, ώστε να περιέχει όλα
τα απαιτούμενα κατά το παρόν Κεφάλαιο στοιχεία και ειδικότερα:
α) την οριστικοποίηση των ορίων των προς πολεοδόμηση Ζωνών της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.)
και τα όρια της κάθε ενότητας,
β) την κατανομή των πληθυσμιακών μεγεθών του σχεδίου ανάπτυξης περιοχών δεύτερης κατοικίας κατά
ενότητα ή στην περίπτωση μη ύπαρξης τέτοιου σχεδίου όπως της παρ. 7 του άρθρου 75, την πρόβλεψη των
πληθυσμιακών μεγεθών. Επίσης περιλαμβάνει τη γενική πρόταση πολεοδομικής οργάνωσης των ενοτήτων,
την εκτίμηση των αναγκών της σε κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους κατά ενότητα της χωρητικότητας
της ενότητας σε κατοίκους και την επιλογή των τρόπων ανάπτυξης ή αναμόρφωσης με τον καθορισμό των
αντίστοιχων ζωνών και την εκτίμηση των αναμενόμενων επιπτώσεων στην ευρύτερη περιοχή καθώς και στο
φυσικό περιβάλλον,
γ) τις χρήσεις γης και τους σχετικούς περιορισμούς, απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις,
δ) τα διαγράμματα δικτύων υποδομής,
ε) τους αναγκαίους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους,
στ) τους οικοδομήσιμους χώρους,
ζ) τα συστήματα, τους όρους και περιορισμούς δόμησης,
η) τυχόν όρους που αφορούν στα δομικά υλικά, στον τρόπο κατασκευής και στην αισθητική εμφάνιση
των κτιρίων, στον τρόπο διαμόρφωσης, χρήσης και σύνδεσης των ακάλυπτων χώρων με τους κοινόχρηστους
χώρους της περιοχής,
θ) την κατά προσέγγιση έκταση γης που προκύπτει από τις εισφορές κατά το άρθρο 78 υπολογισμένη με τις
ενδείξεις του κτηματογραφικού διαγράμματος, τις εισφορές σε χρήμα, τη σύγκριση των παραπάνω με το κόστος
αναγκών σε γη και έργα ανάπτυξης της ενότητας και την πρόταση κατανομής τους κατά ενότητα ή περιοχή,
ι) την ιεράρχηση εφαρμογής κατά φάσεις, προτεραιότητες εκτέλεσης έργων καθώς και τους φορείς και
τους τρόπους παρέμβασης,
ια) κάθε άλλη ρύθμιση επιβαλλόμενη από πολεοδομικούς και περιβαλλοντικούς λόγους.
5. Ο καθορισμός του μεγέθους και των ορίων των ενοτήτων γίνεται κατά τρόπο ώστε να εξασφαλίζεται η
πλέον ενδεδειγμένη οργάνωση των περιοχών δεύτερης κατοικίας με την πρόβλεψη των απαραίτητων εξυπη-
ρετήσεων των κατοίκων τους και απόκτηση γης για κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους.
6. Στις περιοχές δεύτερης κατοικίας που περιλαμβάνουν δομημένα τμήματα, καθώς και αδόμητες περιοχές
άμεσα συνδεδεμένες με αυτά και έχουν ποσοστό κτιρίων με κύρια χρήση δεύτερης κατοικίας μεγαλύτερο
του εξήντα τοις εκατό (60%) του συνόλου των κτιρίων, μπορεί, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος
και Ενέργειας, στην περίπτωση που δεν υπάρχει κτηματογραφικό διάγραμμα, η πολεοδομική μελέτη να συ-
ντάσσεται βάσει απλού οριζοντιογραφικού διαγράμματος. Οι διατάξεις της παρούσας δεν έχουν εφαρμογή
σε περιοχή που προτείνεται ως τρόπος ανάπτυξης Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.) ή Ζώνης Αστικού
Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) κατά το άρθρο 80.
7. Η πολεοδομική μελέτη αποτελείται από:
α) Το πολεοδομικό σχέδιο που συντάσσεται με βάση οριζοντιογραφικό και υψομετρικό, τοπογραφικό και
κτηματογραφικό διάγραμμα.
β) Τον πολεοδομικό κανονισμό.
γ) Έκθεση που περιγράφει και αιτιολογεί τις προτεινόμενες από τη μελέτη ρυθμίσεις.
8. Ο συντελεστής δόμησης για τις περιοχές δεύτερης κατοικίας δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από μη-
δέν κόμμα τέσσερα (0,4) και ο αριθμός των ορόφων των κτιρίων μεγαλύτερος των δύο (2). Για την κατασκευή
κτισμάτων κοινής ωφελείας ο συντελεστής δόμησης μπορεί να είναι μεγαλύτερος του μηδέν κόμμα τέσσερα
(0,4), όχι όμως και του μηδέν κόμμα οκτώ (0,8).
Άρθρο 77
Έγκριση πολεοδομικής μελέτης
1. Η πολεοδομική μελέτη εγκρίνεται κατά το άρθρο 60.
2. Η έγκριση της πολεοδομικής μελέτης έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλης κατά το Τμήμα VI του
παρόντος Μέρους. Για την εισφορά σε γη και την εισφορά σε χρήμα εφαρμόζονται τα άρθρα 78 και 79. Για τις
περιπτώσεις Ζώνης Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) και Ζώνης Ενεργού Πολεοδομίας (Ζ.Ε.Π.) εφαρμόζεται επίσης
αντίστοιχα το άρθρο 80.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263562
3. Η πολεοδομική μελέτη είναι δυνατό να αναφέρεται στο σύνολο της περιοχής, μελέτης ή και σε τμή-
μα της το οποίο πάντως πρέπει να αποτελεί ενότητα κατά τις παρ. 4 και 6 του άρθρου 76. Σε εξαιρετικές
περιπτώσεις όταν προβλέπονται υπερβολικές καθυστερήσεις για τη σύνταξη του κτηματογραφικού δια-
γράμματος ολόκληρης της ενότητας με την επιφύλαξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 76 για
τις διαμορφωμένες περιοχές δεύτερης κατοικίας όπου τούτο δεν απαιτείται, κατά την κρίση της αρμόδιας
υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι δυνατόν να γίνει η έγκριση της πολεοδομι-
κής μελέτης σε τμήμα ενότητας. Στην περίπτωση αυτή επιβάλλεται η σύνταξη πολεοδομικής προμελέτης
σε ολόκληρη τη συγκεκριμένη ενότητα. Η πολεοδομική προμελέτη εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού
Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
4. Για τα προεδρικά διατάγματα με τα οποία εγκρίνεται η πολεοδομική μελέτη ισχύει ανάλογα η παρ. 5 του
άρθρου 7 του ν. 1337/1983 (Α ’ 33).
Άρθρο 78
Εισφορά σε γη
1. Οι ιδιοκτησίες που εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο υποχρεούνται
να συμμετάσχουν με εισφορά σε γη στη δημιουργία των απαραίτητων κοινόχρηστων χώρων και γενικά στην
ικανοποίηση κοινωφελών χρήσεων και σκοπών κατά τις επόμενες διατάξεις.
2. Η εισφορά σε γη κατά την παρ. 1 αποτελείται από ποσοστό επιφάνειας κάθε ιδιοκτησίας πριν από την
πολεοδόμησή της, η οποία υπολογίζεται κατά τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 139.
3. Τα εμβαδά των ιδιοκτησιών για τον υπολογισμό της συμμετοχής σε γη λαμβάνονται κατά την παρ. 5 του
άρθρου 139.
4. Η εισφορά σε γη πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής του άρθρου 144 εκτός αν πρόκειται για
αστικό αναδασμό ή ενεργό πολεοδομία, οπότε γίνεται με το άρθρο 52. Ως προς τα ποσοστά της εισφοράς
σε γη στις περιπτώσεις Ζώνης Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) εφαρμόζεται η παρ. 2. Κατ’ εξαίρεση για τις
περιπτώσεις προγραμμάτων ενεργού πολεοδομίας η εισφορά σε γη ορίζεται σε ποσοστό σαράντα τοις
εκατό (40%).
5. Σε περίπτωση που η συμμετοχή σε γη πρέπει να ληφθεί από μη ρυμοτομούμενο τμήμα ιδιοκτησίας, αλλά
κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής το τμήμα γης που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο
εισφοράς δεν είναι αξιοποιήσιμο πολεοδομικά ή η αφαίρεσή του είναι φανερά επιζήμια για την ιδιοκτησία,
μπορεί να μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή που διατίθεται αποκλειστικά για τη δημιουργία κοινο-
χρήστων χώρων και κοινωφελών χρήσεων και σκοπών. Για την πραγματοποίηση της μετατροπής εφαρμόζεται
ανάλογα το άρθρο 79.
6. Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από εισφορά σε γη διατίθενται κατά σειρά προτεραιότητας:
α) για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων μέσα στην ίδια ενότητα,
β) για την παραχώρηση οικοπέδων, σε ιδιοκτήτες της ίδιας ενότητας των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομού-
νται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό μεγαλύτερο από της παρ. 2 και εφόσον δεν είναι δυνατή η τακτοποίησή
τους, σύμφωνα με το άρθρο 144,
γ) για κοινωφελείς χώρους και σκοπούς μέσα στην ίδια ενότητα,
δ) για τη δημιουργία χώρων κοινόχρηστων και κοινωφελών χρήσεων και σκοπών για τις γενικότερες ανά-
γκες της περιοχής,
ε) για παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες άλλων πολεοδομικών ενοτήτων δεύτερης κατοικίας του
ίδιου δήμου, των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου, σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο, για
τη δημιουργία κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων ή κατά ποσοστό περισσότερο από την προκύπτουσα,
σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, υποχρέωσή τους. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και για ρυμοτομούμενα
οικόπεδα εντός σχεδίου εγκεκριμένου κατά τη διαδικασία του Τμήματος VI του παρόντος Μέρους του ίδιου
δήμου, εφόσον το επιθυμούν οι ιδιοκτήτες τους.
7. Οι ιδιοκτησίες που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή σε κρατικά νομικά
πρόσωπα δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου κατά το μέρος που από την πολεοδομική μελέτη προορίζονται για τη
δημιουργία κοινωφελών χώρων της αρμοδιότητας του δημοσίου φορέα στον οποίο ανήκουν ή διατίθενται για
τους ίδιους σκοπούς με ανταλλαγή, παραχώρηση ή άλλο τρόπο μεταξύ των αντίστοιχων φορέων, θεωρούνται
αυτοδίκαια εισφερόμενες για τον σκοπό που προορίζονται και δεν υπόκεινται κατά το μέρος αυτό σε άλλη
εισφορά γης.
8. Οι οπωσδήποτε σχηματισμένοι μέσα στην πολεοδομούμενη περιοχή κοινόχρηστοι χώροι θεωρούνται ως
νόμιμα υπάρχοντες και δεν λαμβάνονται υπόψη υπέρ των ιδιοκτητών για τον υπολογισμό της εισφοράς σε γη.
9. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 139.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3563Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Άρθρο 79
Εισφορά σε χρήμα
1. Οι ιδιοκτήτες ακινήτων που περιλαμβάνονται σε πολεοδομούμενες περιοχές δεύτερης κατοικίας και
διατηρούμενες περιοχές δεύτερης κατοικίας και διατηρούνται ή διαμορφώνονται σε νέα ακίνητα συμμετέχουν
με καταβολή χρηματικής εισφοράς στην αντιμετώπιση της δαπάνης για την κατασκευή των βασικών κοινό-
χρηστων πολεοδομικών έργων. Η εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 141.
2. Για την εισφορά σε χρήμα εφαρμόζεται ανάλογα η παρ. 3 του άρθρου 78.
3. Ως προς την πολεοδόμηση περιοχών δεύτερης κατοικίας από εταιρείες μικτής οικονομίας, επιχειρήσεις
Ο.Τ.Α. ή άλλων φορέων του δημόσιου τομέα, τη χρηματοδότηση των έργων υποδομής αναλαμβάνουν εξ
ολοκλήρου οι αντίστοιχες εταιρείες ή επιχειρήσεις.
4. Κατά τα λοιπά ισχύουν οι παρ. 4, 5 και 6 του άρθρου 141.
5. Σε περιοχές που εντάσσονται στο σχέδιο και που ίσχυε παλαιότερα εγκεκριμένο σχέδιο πόλης που ακυ-
ρώθηκε για τυπικούς λόγους η εισφορά σε γη της κάθε ιδιοκτησίας υπολογίζεται σύμφωνα με το άρθρο 78.
Στη συνέχεια υπολογίζεται το συνολικό εμβαδόν των διαμορφωμένων κοινόχρηστων χώρων της περιοχής
και αφαιρείται από το συνολικό εμβαδόν των εισφορών της περιοχής. Η τυχόν επιπλέον διαφορά επιμερίζεται
αναλόγως της εισφοράς προς την κατά τα παραπάνω υπολογισμένη εισφορά σε γη της κάθε ιδιοκτησίας και
τα εμβαδά του επιμερισμού οφείλονται ως εισφορά της αντίστοιχης ιδιοκτησίας. Στις περιπτώσεις αυτές δεν
οφείλεται εισφορά σε χρήμα.
Άρθρο 80
Ζώνες Ενεργού Πολεοδομίας και Αστικού Αναδασμού σε περιοχές δεύτερης κατοικίας
Για τις Ζώνες Ενεργού Πολεοδομίας και Ζώνες Αστικού Αναδασμού ισχύουν τα άρθρα 30 και 42 πλην του
ύψους της εισφοράς σε γη και χρήμα για το οποίο εφαρμόζονται τα άρθρα 78 και 79 αντίστοιχα. Στις περιοχές
που πολεοδομούνται με τις παρούσες διατάξεις μπορούν να εφαρμόζονται οι Ζώνες Ειδικής Ενίσχυσης και οι
Ζώνες Ειδικών Κινήτρων σύμφωνα με τα άρθρα 131 και 133.
Άρθρο 81
Εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης
1. Για την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 144.
2. Στις περιοχές της παρ. 6 του άρθρου 76, εφόσον με την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης η ρυμοτομική
γραμμή συμπίπτει με το όριο των διαμορφωμένων κοινόχρηστων χώρων μπορεί στις ιδιοκτησίες που έχουν
πρόσωπο στους χώρους αυτούς η οικοδομική άδεια να χορηγείται πριν κυρωθεί η πράξη εφαρμογής. Επίσης,
άδεια μπορεί να χορηγείται πριν κυρωθεί η πράξη εφαρμογής σε περιπτώσεις διαπλάτυνσης υφισταμένων
δρόμων και σε οποιαδήποτε περίπτωση που κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας μπορεί
να καθοριστεί η ρυμοτομική γραμμή και εφόσον η πολεοδομική μελέτη προβλέπει στη θέση αυτή προκήπιο.
3. Όταν κατά την κρίση της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής η εισφορά της ιδιοκτησίας σε γη δεν είναι αξιο-
ποιήσιμη και μετατρέπεται εξ ολοκλήρου σε χρήμα, τότε προϋπόθεση για την έκδοση της άδειας πριν από την
κύρωση της πράξης εφαρμογής είναι η προκαταβολή από τον ιδιοκτήτη για υποχρεώσεις του σε γη και χρήμα
σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 79, αντίστοιχα, ποσού ίσου προς το δέκα τοις εκατό (10%) των υποχρεώσεών
του, όπως υπολογίζονται βάσει υπεύθυνης δήλωσης του ίδιου για το εμβαδόν και την αξία του ακινήτου του.
Όταν τμήμα της ιδιοκτησίας διατίθεται για οποιονδήποτε από τους σκοπούς της παρ. 6 του άρθρου 78, τότε για
την έκδοση της οικοδομικής άδειας ο ιδιοκτήτης πρέπει να προκαταβάλει με βάση την υπεύθυνη δήλωση του
πρώτου εδαφίου το είκοσι τοις εκατό (20%) των υποχρεώσεών του για την εισφορά σε χρήμα. Η προϋπόθεση
αυτή δεν ισχύει αν το ρυμοτομούμενο ή οπωσδήποτε παραχωρούμενο τμήμα είναι μεγαλύτερο της εισφοράς
σε γη που αναλογεί στην ιδιοκτησία.
4. Η έκδοση της οικοδομικής άδειας πριν από την πράξη εφαρμογής γίνεται με βάση το σχήμα και το εμβα-
δόν του οικοπέδου που κατά τον υπολογισμό της πολεοδομικής υπηρεσίας θα προκύψουν από την εφαρμογή
της πολεοδομικής μελέτης και την απόδοση της εισφοράς της ιδιοκτησίας σε γη.
5. Οι ακριβείς υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 79 προσδιορίζονται με την κύρωση
της πράξης εφαρμογής και από το ποσό που του αναλογίζεται έναντι των εισφορών αφαιρείται το ποσό που
κατέβαλε της πράξης εφαρμογής και από το ποσό που του αναλογίζεται σύμφωνα με τα άρθρα 78 και 79.
Διαφορά του τελικού εμβαδού του οικοπέδου με αυτό που υπολογίστηκε από την πολεοδομική υπηρεσία για
την έκδοση οικοδομικής άδειας πριν από την πράξη εφαρμογής, μπορεί να τακτοποιηθεί με την καταβολή
από τον ιδιοκτήτη στο Δημόσιο ή αντίστροφα της αντίστοιχης αξίας σε χρήμα.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263564
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΣΕ ΖΩΝΕΣ ΕΛΕΓΧΟΜΕΝΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ
Άρθρο 82
Ζώνες Ελεγχόμενης Ανάπτυξης
Σε εντός ή εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου περιοχές, εφόσον πολεοδομικές ή κυκλοφοριακές
παρεμβάσεις μεγάλης κλίμακας το απαιτούν (σταθμοί τρένου, μετρό, κυκλοφοριακοί κόμβοι, και αρτηρίες,
μεγάλοι χώροι στάθμευσης, βιομηχανικά και βιοτεχνικά πάρκα, κ.λπ.), μπορεί με προεδρικό διάταγμα, που
εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από σχετική ενημέρωση ή πρόταση
του οικείου δήμου, να καθορίζονται Ζώνες Ελεγχόμενης Ανάπτυξης (Ζ.Ε.Α.). Στις ζώνες αυτές μπορεί, με προε-
δρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατά τη διαδικασία του
Τμήματος VI του παρόντος Μέρους, να τροποποιείται το εγκεκριμένο σχέδιο, να ορίζονται χρήσεις γης, όροι
και περιορισμοί δόμησης και οποιαδήποτε άλλη απαραίτητη πολεοδομική ρύθμιση για την εξασφάλιση του
ελέγχου της περιοχής. Ειδικότερα στις Ζ.Ε.Α. που καθορίζονται κοντά σε μεγάλα συγκοινωνιακά έργα (μεγάλες
κυκλοφοριακές αρτηρίες, μεγάλοι κυκλοφοριακοί κόμβοι, σταθμοί μετρό, σήραγγες, ζεύξεις, αεροδρόμια
κ.λπ.), καθώς επίσης και σε περιοχές για τη δημιουργία περιαστικού πρασίνου κατ’ εφαρμογή του ρυθμιστικού
σχεδίου, επιτρέπεται από τη δημοσίευση των ανωτέρω προεδρικών διαταγμάτων στην Εφημερίδα της Κυβερ-
νήσεως η αναγκαστική απαλλοτρίωση, λόγω δημόσιας ωφέλειας των ακινήτων που εμπίπτουν στις Ζ.Ε.Α., για
τη δημιουργία ειδικών έργων και εγκαταστάσεων τα οποία απαιτούνται για την καλύτερη και αποδοτικότερη
εκμετάλλευση και λειτουργία των συγκοινωνιακών αυτών έργων και την επίτευξη των σκοπών που επιδιώκο-
νται με αυτά, καθώς και των ακινήτων για τη δημιουργία περιαστικού πρασίνου. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται
οι διατάξεις του ν.δ. 3905/1958 (Α’ 196) και οι παρ. 4 και 5 του άρθρου 26 του ν. 1418/1984 (Α’ 23). Η αναγκα-
στική απαλλοτρίωση των χώρων αυτών ενεργείται υπέρ και με δαπάνες του Πράσινου Ταμείου, κηρύσσεται
με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας και
διέπεται κατά τα λοιπά από τον Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001, Α’ 17). Κατά
την πολεοδομική ενεργοποίηση περιοχής που έχει καθοριστεί ως Ζ.Ε.Α. για την ανάπτυξή της ως οικιστικής ή
ως ζώνης άλλων χρήσεων γης, οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε αυτήν υποχρεούνται να συμμετάσχουν
με εισφορά γης στη δημιουργία των απαραίτητων κοινόχρηστων χώρων και στην ικανοποίηση κοινωφελών
χρήσεων και σκοπών, καθώς και με καταβολή χρηματικής εισφοράς στην αντιμετώπιση της δαπάνης για την
κατασκευή των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων, σύμφωνα με τα άρθρα 139 και 141. Από τις
παραπάνω εισφορές αφαιρούνται προηγούμενες καταβληθείσες επιβαρύνσεις των ιδιοκτησιών που εμπίπτουν
σε εγκεκριμένα, σύμφωνα με το Τμήμα VI, «γραμμικά» ρυμοτομικά σχέδια. Πράξεις εφαρμογής που έχουν
κυρωθεί, σύμφωνα με το άρθρο 144, κατ’ εφαρμογή των ανωτέρω, εξακολουθούν να ισχύουν. Κατά το μέρος
που έχουν ακυρωθεί διορθώνονται και κυρώνονται εκ νέου, σύμφωνα με το παρόν. Πράξεις εφαρμογής που
έχουν κυρωθεί με την εφαρμογή διαφορετικών από τα ανωτέρω, ανασυντάσσονται και κυρώνονται σύμφωνα
με το παρόν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΟΛΕΟΔΟΜΗΣΗΣ
Άρθρο 83
Εκτάσεις περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης
1. Εδαφική έκταση που βρίσκεται εκτός σχεδίου πόλεως, εκτός οικισμών πριν από το 1923, καθώς και εκτός
οικισμών μέχρι και δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους, η οποία ανήκει κατά κυριότητα σε ένα ή, εξ αδιαιρέτου, σε
περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου ή ανήκει κατά διαιρετά τμήματα σε ένα
ή, εξ αδιαιρέτου, σε περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού ή δημοσίου δικαίου ή και σε φορείς
αστικού αναδασμού ή οικοδομικούς συνεταιρισμούς, μπορεί να καθορίζεται ως Περιοχή Περιβαλλοντικής
Αναβάθμισης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) και να πολεοδομείται με τις εξής προϋποθέσεις:
α) Να προβλέπεται:
αα) ως περιοχή κατάλληλη για την εφαρμογή του μηχανισμού των Π.Π.Α.Ι.Π. ή των Περιοχών Ειδικά Ρυθμι-
ζόμενης Πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.ΠΟ.), στα όρια εγκεκριμένων Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίων
Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) κατά το άρθρο 4 του ν. 2508/1997 (Α’ 124) ή
εντός περιοχών Π.Ε.Ρ.Π.Ο., σύμφωνα με τις γενικές κατευθύνσεις της παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 2508/1997 ή
αβ) ως περιοχή κατάλληλη για την εφαρμογή του μηχανισμού των Π.Π.Α.Ι.Π., στα όρια εγκεκριμένων Τοπι-
κών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ.), ή
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3565Τεύχος A’ 88/08.06.2026
αγ) ως περιοχή - πολεοδομική ενότητα - επέκτασης στα όρια εγκεκριμένων Γ.Π.Σ., Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή Τ.Π.Σ. μη
συμπεριλαμβανομένων των περιοχών επέκτασης οικισμών χωρίς ρυμοτομικό σχέδιο.
β) Να μην εμπίπτει σε περιοχή ειδικού νομικού καθεστώτος όπως δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις,
κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους, δημόσιο κτήμα, κοινόχρηστους χώρους αιγιαλού, παραλίας, όχθης
και παρόχθιας ζώνης, να μην αποτελεί τμήμα γης υψηλής παραγωγικότητας και να μην εμπίπτει σε περιοχές
προστασίας, στις οποίες απαγορεύεται η δόμηση, σύμφωνα με τις διατάξεις που τις διέπουν.
γ) Η προς πολεοδόμηση έκταση πρέπει να είναι ενιαία κατά το άρθρο 84 και να έχει ελάχιστη επιφάνεια
πενήντα (50) στρεμμάτων.
2. Η περιοχή περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης οριοθετείται και οργανώνεται
πολεοδομικά:
α) Προς την εξυπηρέτηση του κοινωνικού συνόλου και την αύξηση των οργανωμένων χώρων περιβαλλο-
ντικής προστασίας και αναβάθμισης.
β) Προς εξυπηρέτηση μίας ή περισσότερων κατηγοριών χρήσεων γης κατά τα άρθρα 285, 286, 287, 288,
289 και 290.
3. Το παρόν άρθρο, με εξαίρεση τις περιοχές της υποπερ. αγ) της περ. α) της παρ. 1 έχει εφαρμογή στο
σύνολο της χερσαίας χώρας συμπεριλαμβανομένων των νήσων Κρήτης, Εύβοιας και Ρόδου. Εξαιρούνται οι
περιοχές Αττικής και Θεσσαλονίκης, που καταλαμβάνονται από τα αντίστοιχα όρια αρμοδιότητας των προ-
βλεπόμενων Ρυθμιστικών Σχεδίων, με την επιφύλαξη του άρθρου 89.
Άρθρο 84
Ενιαία έκταση - περιοχή περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης
1. Ενιαία θεωρείται η έκταση που δεν διακόπτεται από εγκεκριμένες εθνικές, επαρχιακές, δημοτικές ή
κοινοτικές οδούς ή δεν διατρέχεται από υδατορέματα, όπως αυτά ορίζονται στην περ. 1 του άρθρου 1 του
ν. 4258/2014 (Α’ 94), τα οποία λόγω του μεγέθους τους και της λειτουργίας τους προκύπτει ότι διασπούν το
ενιαίο της έκτασης.
2. Δεν συνυπολογίζονται στην επιφάνεια της έκτασης που καθορίζεται ως περιοχή περιβαλλοντικής ανα-
βάθμισης τα υδατορέματα (ζώνη εντός των οριογραμμών), καθώς και οι εκτάσεις που απαγορεύεται να χρησι-
μοποιηθούν για οικιστικούς σκοπούς (δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, αρχαιολογικοί χώροι, περιοχές
προστασίας). Οι ανωτέρω εξαιρούμενες εκτάσεις παραμένουν ως εκτός σχεδίου περιοχές με την επιφύλαξη
ειδικότερων διατάξεων του ν. 4280/2014 (Α’ 159).
3. Μη εγκεκριμένες οδοί που περιλαμβάνονται στην εδαφική έκταση που καθορίζεται ως Περιοχή Περιβαλ-
λοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.), προσμετρώνται στο απαιτούμενο, κατά τον
ν. 4280/2014, ποσοστό κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων. Μπορεί δε να μετατοπίζονται κατά το σχήμα και
τη θέση τους, σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη, που εγκρίνεται με το παρόν κεφάλαιο, εξασφαλίζοντας
τον αρχικό λειτουργικό σκοπό τους και διασφαλίζοντας τη χρήση τρίτων παρακείμενων στην περιοχή, που
εξυπηρετούνται από αυτές τις οδούς.
4. Σε περίπτωση που η συνολική επιφάνεια της υπό ρύθμιση έκτασης υπερβαίνει την έκταση των εκατόν
πενήντα (150) στρεμμάτων, ακόμη και αν διακόπτεται από επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές οδούς ή υδα-
τορέματα, μπορεί να πολεοδομηθεί κατά ξεχωριστές πολεοδομικές ενότητες, εφόσον οι ενότητες αυτές που
διαχωρίζονται και τελικώς πολεοδομούνται είναι μεγαλύτερες των είκοσι (20) στρεμμάτων. Η καθεμία από τις
ενότητες αυτές πρέπει να έχει οδική πρόσβαση ή να εξασφαλίζεται η σύνδεση της με τις υπόλοιπες ενότητες.
5. Σε περιπτώσεις εκτάσεων ή τμημάτων αυτών σε κλίσεις άνω του τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) δεν
επιτρέπεται η χάραξη οδικού δικτύου πλάτους άνω των τριών (3) μέτρων κατά μήκος της κλίσης και τα κτίρια
κατά την πολεοδομική μελέτη πρέπει να προσαρμόζονται με το ανάγλυφο του φυσικού εδάφους.
6. Η προς πολεοδόμηση έκταση να έχει πρόσβαση από υφιστάμενη διαμορφωμένη οδό, η οποία έχει τεθεί
σε κοινή χρήση πέραν των είκοσι (20) ετών και έχει πλάτος τουλάχιστον τέσσερα (4) μέτρα. Τα γεωμετρικά
χαρακτηριστικά της υφισταμένης οδού μπορεί να διαμορφωθούν σε μέγεθος που εξυπηρετεί τις ανάγκες του
νέου οικισμού. Οι αποζημιώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών συντελούνται με ευθύνη του οικείου Οργανισμού
Τοπικής Αυτοδιοίκησης και βαρύνουν τον επισπεύδοντα ιδιώτη ή οικοδομικό συνεταιρισμό.
Άρθρο 85
Διαδικασία πολεοδόμησης
1. Η πολεοδόμηση των Περιοχών Πολεοδομικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.)
γίνεται με βάση πολεοδομική μελέτη, η οποία εκπονείται με πρωτοβουλία των ενδιαφερομένων και εγκρίνε-
ται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και
γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263566
2. Για την πολεοδόμηση γενικά των Π.Π.Α.Ι.Π. απαιτείται για τις περιοχές της παρ. 1 του άρθρου 83 προη-
γουμένως η χορήγηση της βεβαίωσης του άρθρου 86 από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλ-
λοντος και Ενέργειας ότι η συγκεκριμένη έκταση βρίσκεται εντός Π.Π.Α.Ι.Π. και πληροί τις προϋποθέσεις του
παρόντος Κεφαλαίου. Το χρονικό διάστημα μεταξύ της ανωτέρω βεβαίωσης και της υποβολής προς έγκριση
στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας της πολεοδομικής μελέτης δεν μπορεί
να είναι μεγαλύτερο της τριετίας. Μετά την τριετία λήγει η ισχύς της βεβαίωσης.
3. Για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης απαιτείται η γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, η
οποία εκδίδεται και κοινοποιείται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε προθεσμία δύο (2) μηνών
από τότε που περιέρχεται στον δήμο η σχετική μελέτη. Αν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, εγκρίνεται
η πολεοδομική μελέτη χωρίς τη γνώμη του δημοτικού συμβουλίου.
4. Η πολεοδομική μελέτη συνοδεύεται από πολεοδομικό σχέδιο συντασσόμενο σε οριζοντιογραφικό και
υψομετρικό τοπογραφικό υπόβαθρο και έχει τις συνέπειες έγκρισης σχεδίου πόλεως κατά το Τμήμα VI του
παρόντος Μέρους. Συντάσσεται, σύμφωνα με ειδικές προδιαγραφές και περιέχει ιδίως:
α) τις χρήσεις γης και τις τυχόν πρόσθετες απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις,
β) τα δίκτυα και έργα υποδομής, τις εκτάσεις περιβαλλοντικής προστασίας που αποδίδονται στο Δημόσιο
ή στον δήμο,
γ) τους κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους, οι οποίοι ανέρχονται σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις
εκατό (50%) της συνολικής έκτασης της περιοχής περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης,
δ) τους γενικούς και ειδικούς όρους και περιορισμούς δόμησης, οι οποίοι μπορεί να ορίζονται ανά οικοδομι-
κό τετράγωνο ή τμήμα οικοδομικού τετραγώνου, εφόσον αυτό επιβάλλεται από τη διαμόρφωση του εδάφους
ή την ανάγκη προστασίας του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος ή άλλες ειδικές πολεοδομικές ανάγκες,
ε) τον καθοριζόμενο μέσο συντελεστή δόμησης, στο σύνολο των οικοδομήσιμων χώρων της περιοχής
περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης, ο οποίος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το μηδέν
κόμμα τέσσερα (0,4) για χρήσεις κατοικίας και το μηδέν κόμμα έξι (0,6) για όλες τις λοιπές επιτρεπόμενες χρήσεις.
Σε κάθε περίπτωση, ο μέσος συντελεστής δόμησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τον μέσο συντελεστή δόμησης
που έχει θεσπιστεί από το αντίστοιχο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής
Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή τον συντελεστή που προβλέπεται από το Τοπικό Πολεοδομικό
Σχέδιο (Τ.Π.Σ.). Ο μέγιστος συντελεστής δόμησης ορίζεται από την πολεοδομική μελέτη,
στ) τη μέση πυκνότητα κατοίκησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τα πενήντα (50) άτομα ανά εκτάριο
πολεοδομούμενης έκτασης,
ζ) το ύψος του κτίσματος, το οποίο για χρήση κατοικίας δε θα υπερβαίνει τα επτάμισι (7,50) μέτρα από
το οριστικά διαμορφωμένο έδαφος. Το ύψος της στέγης δεν μπορεί να υπερβαίνει το ενάμισι (1,50) μέτρο.
5. Τροποποίηση της πολεοδομικής μελέτης είναι δυνατή χωρίς αύξηση του καθορισθέντος με αυτή μέσου
συντελεστή δόμησης και χωρίς μείωση των κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων.
6. Στις περιπτώσεις προβλεπόμενων περιοχών - πολεοδομικών ενοτήτων επέκτασης στα όρια Γ.Π.Σ. ή
Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή Τ.Π.Σ. η διαδικασία πολεοδόμησης γίνεται σύμφωνα με τους όρους, τους περιορισμούς, τον
μέσο συντελεστή και την προβλεπόμενη πυκνότητα που τίθενται από τα εγκεκριμένα σχέδια. Δύνανται κατά
τα λοιπά να εφαρμόζονται οι διαδικασίες πολεοδόμησης του παρόντος Κεφαλαίου.
Άρθρο 86
Βεβαίωση καταλληλότητας
1. Για τη χορήγηση της βεβαίωσης καταλληλότητας της έκτασης των Περιοχών Πολεοδομικής Αναβάθμι-
σης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) της παρ. 2 του άρθρου 85, οι ενδιαφερόμενοι προσκομίζουν στη
Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας τα παρακάτω στοιχεία:
α) Αποφάσεις ή γνωμοδοτήσεις από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού, όπως Εφορείες
Αρχαιοτήτων και Υπηρεσίες Νεώτερων Μνημείων και Τεχνικών Έργων, περί της ύπαρξης ή μη κηρυγμένων ή
και οριοθετημένων αρχαιολογικών χώρων εντός της έκτασης. Οι γνωμοδοτήσεις πρέπει να είναι της τελευταί-
ας πενταετίας και να συνοδεύονται από θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας ένα προς πεντακόσια
(1:500) ή ένα προς χίλια (1:1.000) εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87.
β) Πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 998/1979 (Α’ 289) και πιστοποιη-
τικό τελεσιδικίας αυτής ή απόσπασμα κυρωθέντος δασικού χάρτη κατά τα άρθρα 17 ή 19 του ν. 3889/2010
(Α’ 182), ή δασολογίου, από τα οποία να προκύπτει ο χαρακτήρας της έκτασης από πλευράς υπαγωγής της
στη δασική νομοθεσία.
γ) Απόφαση καθορισμού των γραμμών αιγιαλού και παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης, όπου αυτές
απαιτούνται, καθώς και ακριβές αντίγραφο του διαγράμματος που συνοδεύει την απόφαση, που εκδίδεται
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3567Τεύχος A’ 88/08.06.2026
από την αρμόδια υπηρεσία, καθώς και βεβαίωση από την Κτηματική Υπηρεσία του Υπουργείου Εθνικής
Οικονομίας και Οικονομικών περί ύπαρξης ή μη καταγεγραμμένων δημοσίων κτημάτων. Η βεβαίωση της
Κτηματικής Υπηρεσίας παρέχεται εντός δύο (2) μηνών από τη σχετική αίτηση του ενδιαφερομένου, άλλως η
βεβαίωση καταλληλότητας χορηγείται χωρίς τη βεβαίωση της Κτηματικής Υπηρεσίας. Οι κείμενες διατάξεις
για το απαράγραπτο των δικαιωμάτων του Δημοσίου ισχύουν σε κάθε περίπτωση.
δ) Οριζοντιογραφικό και υψομετρικό τοπογραφικό διάγραμμα σε κλίμακα ένα προς πεντακόσια (1:500)
ή ένα προς χίλια (1:1.000) εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων του Ελληνικού Γεωδαιτικού
Συστήματος Αναφοράς 1987 (ΕΓΣΑ ’87), το οποίο περιλαμβάνει:
δα) κτηματογραφική αποτύπωση με τα όρια και το εμβαδόν τόσο του συνόλου της έκτασης όσο και των
διαιρετών τμημάτων που την απαρτίζουν,
δβ) ειδικά γεωμορφολογικά στοιχεία της έκτασης, όπως γεωλογικά ακατάλληλες περιοχές (όπως αυτές
τυχόν προσδιορίστηκαν από τα συμπεράσματα της έκθεσης γεωλογικής καταλληλότητας) και κλίσεις εδάφους
μεγαλύτερες του τριάντα πέντε τοις εκατό (35%),
δγ) όρια των εκτάσεων υπό προστασία που απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν για οικιστικούς σκοπούς,
όπως δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, κοινόχρηστοι χώροι αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας
ζώνης, αρχαιολογικοί χώροι, περιοχές προστασίας,
δδ) στοιχεία του Εθνικού Κτηματολογίου (όρια και Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου), εφόσον η
έκταση εντάσσεται σε περιοχή λειτουργίας ή σύνταξης του Εθνικού Κτηματολογίου.
ε) Χάρτη κατάλληλης κλίμακας εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87, με εν-
δείξεις για τα όρια της δημοτικής ενότητας που βρίσκεται η υπό ρύθμιση έκταση, τα όρια της έκτασης, τις
προβλεπόμενες χρήσεις γης της ευρύτερης περιοχής, τις δυνατότητες εξυπηρετήσεων από συγκοινωνιακά
δίκτυα, δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτρισμού και τηλεφώνου, καθώς και για τις υφιστάμενες ειδικές
χρήσεις γης μέσα στα όρια της έκτασης και σε ακτίνα χιλίων πεντακοσίων (1.500) μέτρων από τα όρια αυτής,
όπως δασικές εκτάσεις, γη υψηλής παραγωγικότητας, περιοχές μεταλλευτικής ή λατομικής εκμετάλλευσης,
βιομηχανικές εγκαταστάσεις, αρχαιολογικοί χώροι κ.λπ.
στ) Απόσπασμα χάρτη του τυχόν εγκεκριμένου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίου Χωρικής και
Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) ή αντίστοιχου
επιπέδου σχεδιασμού με σημειωμένα ενδεικτικά τα όρια της προς ανάπτυξη έκτασης.
ζ) Πρόταση καθορισμού οριογραμμών των υδατορεμάτων, σύμφωνα με τον ν . 4258/2014 (Α’ 94), η επικύ-
ρωση των οποίων γίνεται στο στάδιο της πολεοδομικής μελέτης. Αν ο τελικός καθορισμός των οριογραμμών
ενδέχεται να επιφέρει απώλεια της απαιτούμενης ελάχιστης επιφάνειας των πενήντα (50) στρεμμάτων, η
επικύρωσή τους γίνεται πριν από τη χορήγηση της βεβαίωσης καταλληλότητας.
η) Έκθεση γεωλογικής - γεωτεχνικής καταλληλότητας υπογραφόμενη από δύο (2) ιδιώτες γεωλόγους, οι
οποίοι φέρουν την ευθύνη για την έκθεσή τους. Η έκθεση γεωλογικής - γεωτεχνικής καταλληλότητας θεωρεί-
ται από την υπηρεσία. Η υπηρεσία ή ειδικοί ελεγκτές από μητρώα της υπηρεσίας προβαίνουν σε έλεγχο της
σχετικής μελέτης έως την έγκριση της πράξης της πολεοδομικής μελέτης.
θ) Έκθεση ελέγχου τίτλων υπογραφόμενη από δύο (2) δικηγόρους, θεωρημένη από τον οικείο δικηγορικό
σύλλογο. Ο έλεγχος τίτλων αναφέρεται στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα και θεωρείται από την υπηρεσία.
ι) Τεχνική έκθεση με τις αιτούμενες χρήσεις γης, καθώς και τα προγραμματικά μεγέθη για την οικιστική
ανάπτυξη της έκτασης όπως πυκνότητα - συντελεστές εκμετάλλευσης - δόμησης κ.λπ., τα οποία πρέπει να
συσχετίζονται με τα αντίστοιχα προβλεπόμενα από τις κατευθύνσεις του Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή άλλου αντί-
στοιχου επιπέδου σχεδιασμού.
2. Διοικητικές πράξεις που έχουν εκδοθεί και είναι σε ισχύ, όπως πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης, και για
τις οποίες δεν εφαρμόστηκαν οι τρέχουσες τεχνικές προδιαγραφές αποτύπωσης και σύνταξης τοπογραφικών
διαγραμμάτων, όπως τοπογραφικό μη εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87, γίνονται
δεκτές προκειμένου να χορηγηθεί η βεβαίωση καταλληλότητας, εφόσον η διαφορά εμβαδού της έκτασης
όπως αναγράφεται στη διοικητική πράξη σε σχέση με τη νέα καταμέτρηση στο πρόσφατο τοπογραφικό
διάγραμμα έχει απόκλιση μέχρι ποσοστό πέντε τοις εκατό (±5%). Το τοπογραφικό διάγραμμα της περ. δ) της
παρ. 1 θεωρείται από την αρμόδια υπηρεσία, και ελέγχεται ως προς το εμβαδόν της έκτασης κατά τα ανωτέρω.
Σε περιπτώσεις αλλαγών που επηρεάζουν τα όρια της έκτασης προς πολεοδόμηση δεν απαιτείται εκ νέου η
υποβολή αιτήματος, αλλά η συμπλήρωση των απαιτούμενων στοιχείων που θα ζητηθούν από την υπηρεσία.
3. Η βεβαίωση καταλληλότητας της παρ. 2 του άρθρου 85, περί πολεοδόμησης περιοχών περιβαλλοντι-
κής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης, μπορεί να χορηγείται για την προσαύξηση σε όμορη περιοχή
εμβαδού, μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%), εκτάσεων με εγκεκριμένη μελέτη Περιοχής Ειδικά Ρυθμιζόμενης
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263568
Πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.Π.Ο.), σύμφωνα με το άρθρο 24 του ν. 2508/1997 (Α’ 124), αν η έκταση της προσαύξησης
εμπίπτει σε περιοχή που είχε προσδιοριστεί από εγκεκριμένο Σχέδιο Γενικών Κατευθύνσεων ως περιοχή ανα-
ζήτησης Π.Ε.Ρ.Π.Ο. και της οποίας η καταλληλότητα τεκμηριώνεται με την υποβολή των στοιχείων της παρ. 1.
4. Κατά τη διαδικασία έκδοσης βεβαίωσης καταλληλότητας κατά τις παρ. 1 και 2, για την εφαρμογή της
περ. δ) της παρ. 5 του άρθρου 32 του ν . 4280/2014 (Α’ 159), και μόνον για τις περιπτώσεις αναγνώρισης της
κυριότητας ή άλλων εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί εκτάσεων που κείνται στις περιοχές του δευτέρου εδαφίου
του άρθρου 62 του ν. 998/1979, όπου η αναγνώριση διενεργείται επί τη βάσει τίτλων ιδιοκτησίας οι οποίοι
ανάγονται σε ημερομηνία πριν από την 23η Φεβρουαρίου 1946 και έχουν μεταγραφεί, έστω και μεταγενέστερα,
κατά τις κείμενες διατάξεις ισχύουν τα εξής:
α) Έως τη σύσταση των επιτροπών του άρθρου 7 του ν. 2308/1995 (Α’ 114) η αναγνώριση διενεργείται, μετά
από αίτημα του ενδιαφερόμενου που ενσωματώνεται στην αίτηση για την έκδοση της ως άνω βεβαίωσης και
περιέχει την έκθεση τίτλων της παρ. 1, από επιτροπή που συστήνεται για αυτόν τον σκοπό με απόφαση του
Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
β) Η ως άνω επιτροπή αποτελείται από: βα) έναν (1) δικηγόρο της αρμόδιας υπηρεσίας για την έκδοση
της βεβαίωσης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ββ) τον προϊστάμενο της Γενικής Διεύθυνσης
Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος, με αναπληρωτή του τον προϊστάμενο της Διεύθυνσης Προστασίας Δασών
και βγ) έναν υπάλληλο ειδικότητας δασολόγου της Γενικής Διεύθυνσης Δασών και Δασικού Περιβάλλοντος.
γ) Οι παραπάνω αναπληρώνονται από τους νόμιμους αναπληρωτές τους στην άσκηση των κύριων καθη-
κόντων τους.
Άρθρο 87
Κοινόχρηστοι, κοινωφελείς, ειδικών χρήσεων χώροι και έργα υποδομής
1. Με την πολεοδομική μελέτη καθορίζονται κοινόχρηστοι, κοινωφελείς και ειδικών χρήσεων χώροι. Ως
ειδικών χρήσεων χώροι ορίζονται από αυτούς που προβλέπονται στις κατηγορίες των χρήσεων γης των άρθρων
285, 286 και 287 σύμφωνα με τους όρους και τους περιορισμούς που θα καθοριστούν από την πολεοδομική
μελέτη κατά τις ειδικότερες προδιαγραφές.
2. Από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης οι κοινόχρηστοι, κοινωφελείς χώροι και τυχόν εκτάσεις που
αποδίδονται στον δήμο ή στο Δημόσιο θεωρούνται ότι περιέρχονται σε κοινή χρήση είτε γίνεται παραίτηση
των, κατά την παρ. 1 του άρθρου 83, προσώπων από την κυριότητα, νομή και κατοχή των κοινόχρηστων και
κοινωφελών χώρων είτε όχι. Οι ειδικών χρήσεων χώροι μπορούν να παραμένουν στην ιδιοκτησία των προ-
σώπων της παρ. 1 του άρθρου 83.
3. Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης γίνεται με πρωτοβουλία και ευθύνη των προσώπων της παρ. 1
του άρθρου 83 μετά από τον έλεγχο της αρμόδιας κατά τόπο πολεοδομικής υπηρεσίας κατά τις κείμενες
διατάξεις. Αμέσως μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, ο ιδιοκτήτης της έκτασης προβαίνει στην
εκτέλεση των έργων διαμόρφωσης του χώρου, καθώς και στην εκτέλεση των έργων υποδομής, όπως αυτά
προβλέπονται από την πολεοδομική μελέτη.
4. Διατάξεις που προβλέπουν την υποχρέωση εισφοράς σε γη και σε χρήμα δεν έχουν εφαρμογή στις
περιπτώσεις πολεοδόμησης με βάση το παρόν Κεφάλαιο.
5. Η δαπάνη της μελέτης κατασκευής και εκτέλεσης των έργων υποδομής της περιοχής περιβαλλοντικής
αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης βαρύνει τα πρόσωπα της παρ . 1 του άρθρου 83. Για την εκτέλεση
των έργων ο βαρυνόμενος μπορεί με σύμβαση έργου που καταρτίζεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο να
αναθέσει την εκτέλεση σε τρίτο έναντι ανταλλάγματος. Η εκτέλεση των βασικών κοινόχρηστων έργων υπο-
δομής από τους ενδιαφερομένους μπορεί:
α) να ανατεθεί μετά από συμφωνία στους αρμόδιους οργανισμούς, όπως ο Οργανισμός Τηλεπικοινωνιών
της Ελλάδος Α.Ε. (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.), η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε. (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), ο Ανεξάρτητος Διαχειριστής
Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (Α.Δ.Μ.Η.Ε. Α.Ε.), ο Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Φυσικού Αερίου
Α.Ε. (Δ.Ε.Σ.Φ.Α. Α.Ε.), η Εταιρεία Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης A.E. (Ε.Υ.Δ.Α.Π. Α.Ε.) κ.λπ.,
β) να αναληφθεί από τους ενδιαφερομένους μετά από θεώρηση των σχετικών μελετών από τους αρμό-
διους οργανισμούς και
γ) να αναληφθεί από τους ενδιαφερομένους με βάση προδιαγραφές που τους παραδίδονται από την αρ-
μόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και που έχουν συνταχθεί από τους πιο πάνω
οργανισμούς, προκειμένου βάσει αυτών να εκτελεστούν τα αντίστοιχα έργα υποδομής.
6. Η προθεσμία της παρ. 3 του άρθρου 6 του ν. 4030/2011 (Α’ 249) παρατείνεται κατά πέντε (5) έτη.
7. Η προς τρίτους μεταβίβαση της κυριότητας οικοδομήσιμων ή μη τμημάτων γηπέδων ή κτιρίων ή δι-
αιρεμένης ιδιοκτησίας μέσα στις οικείες εκτάσεις της Περιοχής Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3569Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) επιτρέπεται μόνο μετά από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης. Στα συμβολαι-
ογραφικά έγγραφα μεταβίβασης επί ποινή ακυρότητας γίνεται ειδική μνεία για:
α) τους υπόχρεους ολοκλήρωσης των έργων υποδομής,
β) τους υπόχρεους παροχής εγγύησης,
γ) την απαγόρευση ανοικοδόμησης πριν από την ολοκλήρωση των βασικών κοινόχρηστων έργων υπο-
δομής, όπως οδικά δίκτυα, δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτρικής ενέργειας, βιολογικοί καθαρισμοί και
δ) προβλεπόμενα εργολαβικά ανταλλάγματα.
8. Η ολοκλήρωση των έργων πιστοποιείται με απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης, αφού
ληφθεί υπόψη η έκθεση της αρμόδιας διεύθυνσης της περιφέρειας, η οποία στηρίζεται σε πόρισμα πέντε (5)
ελεγκτών δόμησης που ορίζονται μετά από κλήρωση. Έως τον ορισμό των ελεγκτών δόμησης η εισήγηση της
αρμόδιας διεύθυνσης γίνεται μετά από έκθεση επιτροπής που αποτελείται από τρεις (3) τεχνικούς υπαλλήλους
της περιφέρειας που συγκροτείται με απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης.
9. Η μελλοντική υποχρέωση έκδοσης διαπιστωτικής απόφασης του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης
κατά την παρ. 8 αναφέρεται υποχρεωτικά στο σχετικό συμβόλαιο μεταβίβασης.
10. Σε κάθε στάδιο έγκρισης των έργων υποδομής και ανωδομής, καθώς και των απαραίτητων έργων για
τη διαμόρφωση και λειτουργία του υπό ίδρυση οικισμού πρέπει να έχουν εγκριθεί περιβαλλοντικοί όροι κατά
το άρθρο 9 του ν. 4014/2011 (Α’ 209), καθώς και την παρ. 10 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου.
11. Στους παραβάτες του παρόντος άρθρου και ειδικότερα στους δικαιοπρακτούντες, στους συντάσσοντες
τεχνικά σχέδια, στους μεσίτες, στους συμβολαιογράφους που συντάσσουν συμβόλαιο κατά παράβαση των
διατάξεων αυτών, στους δικηγόρους που παρίστανται και στους υποθηκοφύλακες ή προϊσταμένους κτημα-
τολογικών γραφείων που μεταγράφουν ή καταχωρούν αντίστοιχα τέτοια συμβόλαια, επιβάλλεται διοικητική
ποινή προστίμου υπέρ του Πράσινου Ταμείου. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του
Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται το αρμόδιο όργανο για την επιβολή του προστίμου, το
ύψος του προστίμου και τα κριτήρια επιβολής.
12. Σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται η έκδοση άδειας δόμησης πριν από την ολοκλήρωση των έργων
υποδομής κατά τα ανωτέρω.
13. Σε περίπτωση εκτάσεων επιφάνειας μεγαλύτερης ή ίσης των εκατό (100) στρεμμάτων, είναι δυνατόν
να προβλέπεται στην οικεία πολεοδομική μελέτη και να αναφέρεται στη σχετική πράξη έγκρισής της ο χρό-
νος ολοκλήρωσης των βασικών κοινόχρηστων έργων υποδομής κατά φάσεις, που αντιστοιχούν σε τμήματα
έκτασης επιφάνειας ίσης ή μεγαλύτερης των πενήντα (50) στρεμμάτων το καθένα.
Άρθρο 88
Ειδική εισφορά για δράσεις περιβαλλοντικής αναβάθμισης
1. Για την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης επιβάλλεται στους ιδιοκτήτες της εδαφικής έκτασης που
πολεοδομείται η υποχρέωση να καταβάλουν στο Πράσινο Ταμείο ειδική χρηματική εισφορά που ανέρχεται
σε τετρακόσια ευρώ ανά στρέμμα (400 ευρώ/στρ.) οικοδομήσιμης έκτασης και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί
να είναι μικρότερη των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ, κατά την παρ. 2.
2. Το είκοσι τοις εκατό (20%) του συνόλου της ειδικής χρηματικής εισφοράς καταβάλλεται από τον αιτού-
ντα στο Πράσινο Ταμείο πριν από την υπογραφή από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας του σχεδίου
προεδρικού διατάγματος έγκρισης πολεοδομικής μελέτης. Ομοίως, πριν από την έγκριση υλοποίησης των
έργων υποδομής κατατίθεται από τον αιτούντα στο Πράσινο Ταμείο εγγυητική επιστολή μίας από τις αναγνω-
ρισμένες τράπεζες της χώρας ίση με το υπόλοιπο ογδόντα τοις εκατό (80%) της εισφοράς. Το υπόλοιπο ποσό
καταβάλλεται το αργότερο εντός διετίας στο Πράσινο Ταμείο για την επιστροφή της εγγυητικής επιστολής.
Σε διαφορετική περίπτωση μετά την πάροδο της διετίας, η εγγυητική επιστολή καταπίπτει οριστικά υπέρ του
Πράσινου Ταμείου.
3. Σε περίπτωση μη έκδοσης προεδρικού διατάγματος έγκρισης πολεοδομικής μελέτης, το σύνολο του
ποσού επιστρέφεται στον αιτούντα από το Πράσινο Ταμείο εντός προθεσμίας δύο (2) μηνών από την αρνητική
γνωμοδότηση και μετά από σχετικό αίτημα.
Άρθρο 89
Ειδικές περιπτώσεις εκτάσεων περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης -
Διαδικασία πολεοδόμησης
1. Εντός των περιοχών Αττικής και Θεσσαλονίκης, που εμπίπτουν εντός Ρυθμιστικών Σχεδίων, δύνανται
να καθορίζονται Ειδικές Περιοχές Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης (Ε.Π.Π.Α.Ι.Π.)
με τις προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων. Για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος έγκρισης στα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263570
σχετικά διαγράμματα αποτυπώνονται το σύνολο των εκτάσεων της υπό ρύθμιση περιοχής, δηλαδή οι εκτάσεις
που αποδίδονται στο Δημόσιο ως προστατευόμενες περιοχές, οι εκτάσεις που διέπονται από ειδικό καθεστώς
προστασίας και παραμένουν ως εκτός σχεδίου αδόμητες περιοχές και οι εκτάσεις που τελικώς πολεοδομούνται.
Τα στοιχεία του άρθρου 86 αναφέρονται στο σύνολο της υπό ρύθμιση έκτασης.
α) Η συνολική υπό ρύθμιση έκταση πρέπει να έχει εμβαδόν τουλάχιστον εκατό (100) στρέμματα και να
επιτρέπεται η οικιστική ανάπτυξη από τα υπερκείμενα επίπεδα σχεδιασμού, ως γενική κατεύθυνση οικιστικών
αναπτύξεων και οργανωμένης δόμησης. Σε κάθε περίπτωση η προς πολεοδόμηση έκταση δεν πρέπει να
υπερβαίνει τα τριακόσια (300) στρέμματα. Κατ’ εξαίρεση, στην περίπτωση εκτάσεων οικοδομικών συνεται-
ρισμών και εγκεκριμένων ζωνών αστικών αναδασμών εντός των περιοχών Ρυθμιστικού Σχεδίου Αθήνας και
Θεσσαλονίκης, που αποκτήθηκαν πριν από την ισχύ των νόμων 1515/1985 (Α’ 18) και 1561/1985 (Α’ 148), δεν
ισχύει το ανώτερο όριο επί της πολεοδομούμενης έκτασης, εφόσον η οικιστική ανάπτυξη δεν αντίκειται προς
τα υπερκείμενα επίπεδα σχεδιασμού. Με την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης και την έκδοση του σχετικού
προεδρικού διατάγματος μπορεί να τροποποιούνται όροι και προβλέψεις του υπερκείμενου επιπέδου σχεδι-
ασμού (Γ.Π.Σ., Ζ.Ο.Ε., Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. κ.λπ.) μετά από ειδική αιτιολόγηση.
β) Ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) της υπό ρύθμιση έκτασης αποδίδεται κατά κυριότητα στο Δημόσιο. Η
αποδιδόμενη έκταση επιβάλλεται να είναι είτε ενιαία είτε διαιρετή σε τμήματα επιφάνειας ίσης ή μεγαλύτερης
των δέκα (10) στρεμμάτων το καθένα. Η έκταση αυτή χαρακτηρίζεται ως προστατευόμενη περιοχή - περιαστι-
κό πάρκο και η διαχείρισή της ανατίθεται στις υπηρεσίες του Δημοσίου και των οικείων Οργανισμών Τοπικής
Αυτοδιοίκησης κατά τις κείμενες διατάξεις αναλόγως του χαρακτήρα προστασίας. Σε αυτή την περίπτωση
ποσοστό μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) των απαιτούμενων κοινωφελών και κοινοχρήστων χώρων, της τελικής
πολεοδομούμενης έκτασης, κατά το παρόν Κεφάλαιο, δύναται να χωροθετείται εντός της αποδιδόμενης στο
Δημόσιο έκτασης, υπό την προϋπόθεση ότι οι προτεινόμενες χρήσεις δεν απαγορεύονται από τις ειδικότερες
διατάξεις προστασίας που ισχύουν για την έκταση και χωρίς να διασπούν το ενιαίο των κατ’ ελάχιστον δέκα
(10) στρεμμάτων έκτασης. Ειδικά στις περιπτώσεις εκτάσεων που προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία
επιτρέπεται μόνον η χωροθέτηση κοινοχρήστων χώρων πρασίνου - πάρκων και αλσών με τις χρήσεις που
επιτρέπονται από τη δασική νομοθεσία.
2. Εκτός των ανωτέρω και υπό την επιφύλαξη του άρθρου 84, σε περίπτωση που τμήμα της συνολικής υπό
ρύθμιση έκτασης εμπίπτει σε προστατευόμενη από τις κείμενες διατάξεις περιοχή (δάσος, δασική ή αναδα-
σωτέα έκταση, αρχαιολογικός χώρος) ή αποτελεί τμήμα γης υψηλής παραγωγικότητας ή εμπίπτει σε περιοχές
προστασίας, η διαδικασία της ρύθμισης επιτρέπεται μόνον υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της υπό προστασία ιδιωτικής έκτασης αποδίδεται
κατά κυριότητα στο Δημόσιο και τίθεται στην αρμοδιότητα και τη διαχείριση των αρμόδιων υπηρεσιών, ως
προστατευόμενη περιοχή κατά τις κείμενες διατάξεις. Η αποδιδόμενη έκταση επιβάλλεται να είναι είτε ενιαία
είτε διαιρετή σε τμήματα επιφάνειας ίσης ή μεγαλύτερης των δέκα (10) στρεμμάτων έκαστο, έτσι ώστε να
εξασφαλίζονται η προστασία και η διαχείριση των εκτάσεων αυτών. Το ποσοστό αυτό συνυπολογίζεται σε
κάθε περίπτωση για την εφαρμογή της περ. β) της παρ. 1. Υπόλοιπο ποσοστό της υπό προστασία ιδιωτικής
έκτασης παραμένει στην ιδιοκτησία των προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 83 ως εκτός σχεδίου. Εκτάσεις
οικοδομικών συνεταιρισμών που έχουν αποδοθεί σε κοινή χρήση κατά το παρελθόν δυνάμει άλλων διατάξεων
προσμετρώνται για τον υπολογισμό του ποσοστού κατά την παρούσα.
β) Ειδικά, στην περίπτωση δασικών και αναδασωτέων κηρυγμένων εκτάσεων απαιτούνται έργα αποκατά-
στασης και αναβάθμισης του φυσικού περιβάλλοντος, όπως η αναδάσωση και δάσωση κατά τον ν. 998/1979
(Α’ 289) και η υποβολή διαχειριστικού σχεδίου προστασίας, συντήρησης και διαχείρισης των εκτάσεων αυτών
που αποδίδονται στο Δημόσιο με ευθύνη των προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 83 πριν από την υλοποίηση των
υπολοίπων έργων υποδομής κατά το παρόν Κεφάλαιο. Για την ολοκλήρωση των συγκεκριμένων έργων υποδο-
μής εκδίδεται ειδικώς διαπιστωτική απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης μετά από εισήγηση
τριμελούς επιτροπής, η οποία συγκροτείται από τον γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης και αποτελείται από:
βα) έναν (1) δασολόγο της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
ββ) έναν (1) δασολόγο μέλος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩ.Τ.Ε.Ε.),
βγ) έναν (1) γεωπόνο μέλος του ΓΕΩ.Τ.Ε.Ε..
Μετά από την έκδοση της διαπιστωτικής απόφασης αρμόδιος φορέας για την παρακολούθηση του σχεδί-
ου διαχείρισης και την προστασία της περιοχής που δασώθηκε ορίζεται ο αρμόδιος φορέας διαχείρισης της
περιοχής, εφόσον υφίσταται, ή, διαφορετικά, η οικεία δασική υπηρεσία.
γ) Οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου που αποδίδονται σε κοινή χρήση, σύμφωνα με την πολεοδομική
μελέτη, πέραν των εκτάσεων που αποδίδονται στο Δημόσιο, καταγράφονται ως περιοχές περιβαλλοντικής
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3571Τεύχος A’ 88/08.06.2026
αναβάθμισης και τίθενται σε ειδικό καθεστώς προστασίας με ευθύνη του οικείου δήμου. Ο δήμος δύναται να
αναθέτει τη διαχείριση και την προστασία των περιοχών αυτών στον αρμόδιο φορέα διαχείρισης της περιοχής,
εφόσον υφίσταται, ή διαφορετικά στην οικεία δασική υπηρεσία.
3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, τμή-
ματα των εκτάσεων που αποδίδονται στο Δημόσιο κατά τα ανωτέρω μπορεί να ανταλλάσσονται με τμήματα
πολεοδομούμενης έκτασης, σύμφωνα με τις σχετικές μελέτες με σκοπό την πολεοδόμηση, εφόσον προκύπτει
η αναγκαιότητα από τη μορφολογία και τη φυσιογνωμία της περιοχής.
4. Σε περιπτώσεις Ζωνών Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.), ολόκληρη η προστατευόμενη περιοχή, που περιέ-
χεται εντός των ορίων της Ζώνης, αποδίδεται στο Δημόσιο για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου. Εφόσον
τα τμήματα που αποδίδονται στο Δημόσιο καταλαμβάνουν ποσοστό άνω του εξήντα τοις εκατό (60%) της
συνολικής έκτασης, των τελικώς πολεοδομούμενων εκτάσεων μετά από γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβου-
λίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων ο μέσος συντελεστής πυκνότητας και δόμησης δύναται να
αυξάνεται κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), εφόσον δεν υπερβαίνει τον συντελεστή που τυχόν έχει οριστεί
από Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) ή σχέδιο αντίστοιχου επιπέδου.
5. Οι ειδικές περιπτώσεις εκτάσεων περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης πολεο-
δομούνται με τη διαδικασία του άρθρου 85, χωρίς να εφαρμόζεται το άρθρο 88. Εφόσον η τελικώς πολεοδο-
μούμενη έκταση είναι μικρότερη του είκοσι τοις εκατό (20%) της συνολικής υπό ρύθμιση έκτασης ο μέσος
συντελεστής πυκνότητας και δόμησης δύναται να αυξάνεται έως μηδέν κόμμα πέντε (0,5).
Άρθρο 90
Ζώνες αστικού αναδασμού
1. Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται και επί εκτάσεων για τις οποίες έχει εγκριθεί με προεδρικό διάταγμα ο
καθορισμός Ζώνης Αστικού Αναδασμού (Ζ.Α.Α.) κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του ν. 1337/1983 (Α’ 33),
καθώς και ο φορέας διενέργειας. Ως περιοχή περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης στην
περίπτωση αυτή νοείται το σύνολο της έκτασης η οποία έχει εγκριθεί κατά τα ανωτέρω ως Ζ.Α.Α..
2. Ως προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας κατά το παρόν Κεφάλαιο μπορεί να απαιτηθεί η συνένωση
οικοδομικών συνεταιρισμών ή η συμμετοχή ιδιοκτητών άλλων ιδιοκτησιών σε υφιστάμενους οικοδομικούς
συνεταιρισμούς, εφόσον με τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνεται σωστότερη πολεοδομική οργάνωση ή εφόσον
κρίνεται αναγκαίο στο πλαίσιο της γενικότερης στεγαστικής και οικιστικής πολιτικής κατά την παρ. 3.
3. Η συμμετοχή ιδιοκτητών άλλων ιδιοκτησιών ή η συνένωση οικοδομικών συνεταιρισμών επιβάλλεται
με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών:
α) όταν η έκταση ενός (1) ή και περισσότερων οικοδομικών συνεταιρισμών γειτνιάζει με περιοχές με μεγά-
λη κατάτμηση γης ή περιοχές αυθαιρέτων ή με περιοχές κατοικίας που χρειάζονται ανάπλαση, πολεοδομική
ανασυγκρότηση και γενικά αναμόρφωση ή με εκτάσεις δημόσιες ή δημοτικές,
β) όταν ιδιοκτησίες τρίτων παρεμβάλλονται στην έκταση οικοδομικού συνεταιρισμού ιδιοκτητών γης και
αντιπροσωπεύουν επιφάνεια έως τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) της συνολικής επιφάνειας της προτεινόμενης
για ανάπλαση περιοχής.
4. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργει-
ας καθορίζονται η διαδικασία συνένωσης των οικοπέδων, η διαδικασία μεταφοράς συντελεστή δόμησης ή
ανταλλαγής εκτάσεων, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα ορισμού και εκπροσώπησης του φορέα διενέργειας
Ζ.Α.Α.. Σε κάθε περίπτωση, δεν απαιτείται εκ νέου η κτηματογράφηση της περιοχής και λαμβάνονται υπόψη
οι εγγραφές του Εθνικού Κτηματολογίου.
5. Το αίτημα για την έναρξη της διαδικασίας υποβάλλεται στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας από
τον φορέα διενέργειας της Ζ.Α.Α. και, εφόσον αυτός δεν υφίσταται, από την απλή πλειοψηφία των καταχωρη-
θέντων ως δικαιούχων εγγραπτέων δικαιωμάτων κυριότητας στα στοιχεία του κτηματολογίου των πρώτων
εγγραφών, εφόσον έχει περαιωθεί η κτηματογράφηση ή από την πλειοψηφία των τριών τετάρτων (3/4) στους
προσωρινούς κτηματολογικούς πίνακες και τα διαγράμματα, αν έχει γίνει ανάρτηση κατά τις ειδικότερες δια-
τάξεις περί Εθνικού Κτηματολογίου και δεν έχουν οριστικοποιηθεί οι πρώτες εγγραφές.
6. Η πολεοδομική μελέτη της περιοχής συντάσσεται είτε από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
αν η διαδικασία εκτελείται από το Δημόσιο, είτε από τον φορέα στον οποίο ανατέθηκε η σύνταξή της, και
υποβάλλεται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από σχετική απόφαση της γενικής συνέλευσης
του συνεταιρισμού, η οποία συγκαλείται ειδικά για τον σκοπό αυτόν. Η μελέτη αυτή εγκρίνεται με προεδρικό
διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνώμη του Κεντρι-
κού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.).
7. Η μελέτη της π αρ. 6 στηρίζεται στην κτηματογράφηση κατά τις διατάξεις του Εθνικού Κτηματολογίου
και περιέχει:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263572
α) τις ειδικές χρήσεις γης και τους πρόσθετους περιορισμούς, απαγορεύσεις ή υποχρεώσεις που αναφέ-
ρονται σε καθεμία από τις χρήσεις αυτές,
β) τα βασικά έργα υποδομής και τους προβλεπόμενους κοινόχρηστους χώρους κάθε είδους (οδούς, πλα-
τείες, κοινόχρηστους κήπους και άλση, πρασιές και άλλους κοινόχρηστους χώρους που είναι αναγκαίοι για
κοινωφελείς σκοπούς),
γ) τα δημόσια, δημοτικά και θρησκευτικά κτίρια και εγκαταστάσεις που προβλέπονται μέσα στη ζώνη,
δ) τους οικοδομήσιμους χώρους,
ε) τους όρους και περιορισμούς δόμησης,
στ) πρόσθετους όρους που αναφέρονται στα χρησιμοποιούμενα δομικά υλικά, τον τρόπο κατασκευής και
την αισθητική εμφάνιση των κτιρίων και γενικά την αισθητική διαμόρφωση όλου του χώρου, τα ελάχιστα όρια
μεγέθους των οικοδομών, τον τρόπο διαμόρφωσης και χρήσης των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων και τις
συναφείς με αυτούς υποχρεώσεις,
ζ) τον προϋπολογισμό των έργων που απαιτούνται,
η) τον χρόνο ή τις χρονικές φάσεις εκτέλεσης των έργων του αναδασμού και τον τρόπο ή τους τρόπους
παραχώρησης των νέων ιδιοκτησιών και υπολογισμού της αξίας αυτών,
θ) τη λήψη ειδικών μέτρων για την αντιμετώπιση ιδιαίτερων προβλημάτων κατοικίας ή επαγγελματικής
στέγης προσώπων που χρειάζονται ιδιαίτερη μέριμνα, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την
εφαρμογή του αναδασμού.
8. Στην περίπτωση κατά την οποία στις παλιές ιδιοκτησίες υπάρχουν κτίσματα ή άλλες εγκαταστάσεις, με
την πολεοδομική μελέτη καθορίζονται η διατήρηση και η χρήση αυτών, διαφορετικά, αν χαρακτηριστούν
κατεδαφιστέες, αποζημιώνεται ο ιδιοκτήτης για την αξία αυτών. Σε περίπτωση διατήρησής τους η ιδιοκτησία
που προκύπτει μετά τη διαδικασία πολεοδόμησης, στην οποία βρίσκονται τα παραπάνω κτίσματα, περιέρχεται
κατά προτίμηση στον αρχικό ιδιοκτήτη.
9. Στις περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου 89, σε Ζ.Α.Α., για τις αποδιδόμενες στο Δημόσιο εκτάσεις,
αναλογούν δικαιώματα δόμησης επί της τελικώς πολεοδομούμενης έκτασης. Για τον υπολογισμό των δικαι-
ωμάτων αυτών λαμβάνονται υπόψη:
α) το είδος της προστατευόμενης περιοχής και ο βαθμός προστασίας,
β) ο ειδικότερος χαρακτήρας της έκτασης,
γ) η αξία της έκτασης.
Ειδικότερα:
i) Για εκτάσεις απόλυτης προστασίας όπου απαγορεύεται η δόμηση, όπως δασικές και αναδασωτέες εκτά-
σεις, καθώς και κηρυγμένους αρχαιολογικούς χώρους αναλογούν δικαιώματα δόμησης επί ποσοστού ογδόντα
τοις εκατό (80%) της πολεοδομούμενης έκτασης που αποδίδεται.
ii) Για εκτάσεις όπου επιτρέπονται περιορισμένες χρήσεις, όπως προστασία ορεινών όγκων, ζώνες Β αρ-
χαιολογικής προστασίας, αναλογούν δικαιώματα δόμησης επί ποσοστού ενενήντα τοις εκατό (90%) της πο-
λεοδομούμενης έκτασης.
10. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία προσδιορισμού της αξίας των συνεισφερόμενων ακινήτων, καθώς
και των τελικών παραχωρουμένων ακινήτων. Αμφισβητήσεις του ύψους της αξίας που καθορίζεται επιλύο-
νται δικαστικά μετά την εκτέλεση του αναδασμού και την παραχώρηση του νέου ακινήτου στον ιδιοκτήτη
που αμφισβητεί τον προσδιορισμό και μόνο για τη διαφορά της αξίας του αρχικού ακινήτου από την αξία
του ακινήτου που παραχωρείται. Η παραχώρηση των νέων ακινήτων στους αναγνωριζόμενους ως κυρίους
των ιδιοκτησιών που έχουν υπαχθεί στον αναδασμό, γίνεται αφού ληφθεί υπόψη και η πολεοδομική μελέτη.
Λαμβάνονται ακόμα υπόψη:
α) αρχικά, και εφόσον αυτό είναι τεχνικά εφικτό, ο συσχετισμός των παλαιών και νέων ιδιοκτησιών,
β) ο συσχετισμός της αξίας κάθε ακινήτου, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά τον χρόνο της παραχώρησης
μετά την εκτέλεση των έργων της πολεοδομικής μελέτης και της αξίας του ακινήτου ή των ακινήτων με τα
οποία κάθε ιδιοκτήτης συμμετέχει στον αναδασμό,
γ) εφόσον δεν καθίσταται δυνατή η εφαρμογή των περ. α) και β), τα νέα παραχωρούμενα ακίνητα στους
κυρίους των ιδιοκτησιών που υπήχθησαν στον αναδασμό ορίζονται με κλήρωση.
11. Η παραχώρηση των νέων ακινήτων σε όσους συμμετέχουν στον αναδασμό μπορεί να γίνεται και τμη-
ματικά κατά φάσεις που προβλέπονται από την πολεοδομική μελέτη ανάλογα με την πορεία των εργασιών
εφαρμογής αυτής. Σε κάθε ιδιοκτήτη παραχωρείται ακίνητο του οποίου η αξία πρέπει να είναι ίση προς την
αξία της ιδιοκτησίας που συνεισέφερε. Τυχόν ανατίμηση της αξίας της γης υπολογίζεται συνολικά στη ζώνη ή
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3573Τεύχος A’ 88/08.06.2026
σε κάθε τμήμα και ωφελεί συμμέτρως όλους τους ιδιοκτήτες της ζώνης ή του οικείου τμήματος. Στην περίπτω-
ση αυτή, η αξία όλων των οικοπέδων που παραχωρούνται πρέπει να είναι ανώτερη της αξίας των ακινήτων
που συνεισφέρθηκαν κατά το παραπάνω ποσοστό. Είναι δυνατή και η παραχώρηση περισσότερων άρτιων
οικοπέδων των οποίων η συνολική αξία αντιστοιχεί προς τη συνολική αξία των συνεισφερόμενων ακινήτων
του ίδιου ιδιοκτήτη. Εφόσον στους χώρους που προορίζονται για διανομή περιλαμβάνονται οικόπεδα στα
οποία υπάρχουν οικοδομές, αυτά παραχωρούνται μαζί με τις οικοδομές κατά προτίμηση στους αρχικούς
ιδιοκτήτες και μέχρι να καλυφθεί το ύψος της αξίας των ακινήτων που συνεισφέρονται. Πάντως επιτρέπεται η
σύσταση διαιρεμένης κατά ορόφους συνιδιοκτησίας μεταξύ περισσότερων ιδιοκτητών. Σε όσες περιπτώσεις
κατά την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης δεν είναι δυνατή η παραχώρηση άρτιου οικοπέδου σε μέλος
του συνεταιρισμού ενόψει της μικρής έκτασης και αξίας του οικοπέδου που αυτός συνεισφέρει επιτρέπεται
να γίνουν τα παρακάτω:
α) Περισσότεροι ιδιοκτήτες στους οποίους δεν μπορεί να παραχωρηθεί άρτιο οικόπεδο συνενώνονται
υποχρεωτικά σε συνιδιοκτησία άρτιου οικοπέδου το οποίο έχει αξία ίση με την αξία του συνόλου των μερικό-
τερων ακινήτων. Στους συνιδιοκτήτες αυτούς μπορεί να προστίθενται και άλλοι ιδιοκτήτες που έχουν, ήδη,
λάβει άρτιο οικόπεδο μικρότερης αξίας από τη συνεταιρική τους μερίδα, ώστε να γίνουν κύριοι ποσοστού
αξίας ίσης με το ενεργητικό υπόλοιπο που παραμένει.
β) Στους ιδιοκτήτες ακινήτων των οποίων η αξία δεν επιτρέπει την παραχώρηση άρτιου οικοπέδου δίνεται
ως αντιπαροχή τμήμα ιδιοκτησίας κατά όροφο σε οικοδομή που, ήδη, υπάρχει στη ζώνη του αναδασμού ή
που ανεγείρεται από τον οικοδομικό συνεταιρισμό για τον σκοπό αυτόν.
γ) Μικρές ιδιοκτησίες ή ιδανικά μερίδια σε ιδιοκτησίες που βρίσκονται στη ζώνη του αναδασμού για τα
οποία κρίνεται από το Δημόσιο ή το διοικητικό συμβούλιο του συνεταιρισμού, ότι λόγω του εξαιρετικά περιο-
ρισμένου μεγέθους της έκτασης ή του ποσοστού αντίστοιχα, δεν είναι δυνατόν να δοθεί άρτιο οικόπεδο ή να
συνενωθούν αυτά με άλλα ή να παραχωρηθεί με αντιπαροχή τμήμα ιδιοκτησίας κατά όροφο, περιέχονται στην
κυριότητα του Δημοσίου ή του συνεταιρισμού είτε με ελεύθερη αγορά είτε με απαλλοτρίωση υπέρ αυτών. Η
απαλλοτρίωση αυτή που θεωρείται ότι εξυπηρετεί σκοπό κοινής ωφέλειας, δηλαδή την αρτιότερη πολεοδομική
διαμόρφωση της Ζ.Α.Α. και τη δόμηση σε αυτή, κηρύσσεται με απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης
διοίκησης, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις.
12. Για την παραχώρηση στους καθοριζόμενους δικαιούχους των νέων ακινήτων, όπως αυτά διαμορφώ-
νονται με την προβλεπόμενη πολεοδομική μελέτη, σύμφωνα με την παρ. 11, συντάσσεται μελέτη διανομής
των παραχωρούμενων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις για τις πράξεις εφαρμογής. Η εν λόγω
μελέτη συντάσσεται από τον φορέα του αστικού αναδασμού ή κατ’ ανάθεση αυτού, κυρώνεται από τον Υπουργό
Περιβάλλοντος και Ενέργειας και μεταγράφεται κατά τις κείμενες διατάξεις. Για κάθε νέα ιδιοκτησία εκδίδεται
παραχωρητήριο από τον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας, το οποίο αποτελεί τον τίτλο ιδιοκτησίας
του νέου ή των νέων ακινήτων, και μεταγράφεται με αίτηση του έχοντος έννομο συμφέρον. Για τον τύπο του
παραχωρητηρίου και τη διαδικασία έκδοσης, εφαρμόζεται, κατ’ αναλογία, το άρθρο 55.
13. Από τον χρόνο της μεταγραφής του παραχωρητηρίου, αυτός προς τον οποίο έγινε η παραχώρηση
του νέου ακινήτου χάνει κάθε δικαίωμα στο ακίνητο ή στα ακίνητα που εισέφερε στον αναδασμό και
αποκτά πρωτοτύπως κυριότητα στο ακίνητο που του παραχωρείται, δικαιούμενος να αποκτήσει τη νομή
του. Αν το νέο ακίνητο κατέχεται από τρίτο, αυτός προς τον οποίο γίνεται η παραχώρηση δικαιούται να
αξιώσει την παράδοση σε αυτόν με τη διαδικασία του άρθρου 734 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ.
503/1985, Α’ 182).
14. Αν το ακίνητο που εισφέρεται διεκδικείται από τον τρίτο, μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου ή
την ενημέρωση του Κτηματολογίου αντικείμενο της δίκης καθίσταται το νέο ακίνητο. Σε περίπτωση διεκδίκη-
σης τμήματος ή ιδανικού μεριδίου του ακινήτου που εισφέρεται, αντικείμενο της δίκης μετά την παραπάνω
μεταγραφή καθίσταται η αξία αυτού με την επιφύλαξη της εφαρμογής των άρθρων 1097 έως 1099 του Αστι-
κού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Αυτός που διεκδικεί, όμως, δικαιούται στην πρώτη μετά τη μεταγραφή
του παραχωρητηρίου διαδικαστική πράξη ή αλλιώς με εξώδικη δήλωσή του που επιδίδεται με δικαστικό
επιμελητή εντός ενός (1) εξαμήνου από τη μεταγραφή να δηλώσει ότι εμμένει στη διεκδίκηση τμήματος ή
ιδανικού μεριδίου αυτούσιου, εκτός αν η άσκηση της ευχέρειας αυτής θα οδηγούσε στη δημιουργία μη άρτιων
οικοπέδων ή αν είναι ασυμβίβαστη προς την πολεοδομική μελέτη ή αν γίνεται καταχρηστικά. Το δεύτερο και
τρίτο εδάφιο εφαρμόζονται ανάλογα και σε περίπτωση διεκδίκησης ενός (1) από περισσότερα ακίνητα που
εισφέρθηκαν για τα οποία παραχωρήθηκε ενιαίο νέο ακίνητο.
15. Πραγματικές δουλείες που υπάρχουν μεταξύ ακινήτων από τα οποία το ένα (1) τουλάχιστον περιλαμ-
βάνεται στον αναδασμό αποσβέννυνται. Προσωπικές δουλείες στο εισφερόμενο ακίνητο, μνημονεύονται
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263574
στο παραχωρητήριο, αντικείμενο δε αυτών μετά τη μεταγραφή του παραχωρητηρίου ή την ενημέρωση του
Κτηματολογίου καθίσταται το νέο ακίνητο. Αν η δουλεία εκτεινόταν σε τμήμα του εισφερόμενου ακινήτου ή
σε ιδανικό μερίδιο αυτού ή σε ένα (1) από περισσότερα εισφερόμενα ακίνητα για τα οποία παραχωρήθηκε
ενιαίο νέο ακίνητο, περιορίζεται σε ανάλογο ιδανικό μερίδιο αυτού. Υποθήκη ή προσημείωση στο εισφερόμενο
ακίνητο αναφέρεται στο παραχωρητήριο και από τη μεταγραφή του αντικείμενο της υποθήκης ή της προση-
μείωσης καθίσταται το νέο ακίνητο. Για τη μεταβολή αυτή γίνεται σημείωση στα βιβλία υποθηκών, σύμφωνα
με το άρθρο 1313 του Αστικού Κώδικα. Υποθήκη που έχει εγγραφεί σε ένα από τα περισσότερα εισφερόμενα
ακίνητα, για τα οποία παραχωρήθηκε ενιαίο νέο ακίνητο, εκτείνεται σε ολόκληρο αυτό. Υποθήκη που έχει
εγγραφεί στο εισφερόμενο ακίνητο για το οποίο παραχωρήθηκαν περισσότερα νέα ακίνητα, εκτείνεται σε όλα
αυτά με την επιφύλαξη της εφαρμογής του άρθρου 1270 του Αστικού Κώδικα ακόμα και αν η υποθήκη είχε
παραχωρηθεί με ιδιωτική βούληση. Σε περίπτωση που έχουν εγγραφεί περισσότερες από μία (1) υποθήκες
σε διάφορα εισερχόμενα ακίνητα για τα οποία παραχωρήθηκε ενιαίο νέο ακίνητο, καθεμία από τις υποθήκες
αυτές περιορίζεται σε ιδανικό μερίδιο του νέου ακινήτου ανάλογα με την αξία του ακινήτου που βαρύνεται.
Συντηρητική ή αναγκαστική κατάσχεση στο εισφερόμενο ακίνητο αναφέρεται στο παραχωρητήριο και από
τη μεταγραφή αυτού ή την ενημέρωση του Κτηματολογίου αντικείμενό της γίνεται το νέο ακίνητο που παρα-
χωρήθηκε. Το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο εδάφιο της παρ. 14 εφαρμόζονται ανάλογα. Για την επίσπευση του
πλειστηριασμού εκδίδεται πάντοτε νέο πρόγραμμα και οι σχετικές προθεσμίες αρχίζουν από την παραπάνω
μεταγραφή.
16. Η ανωτέρω διαδικασία παραχώρησης είναι δυνατόν να διεξαχθεί και μέσω της Ψηφιακής Τράπεζας Γης
του άρθρου 124. Όπου στις διατάξεις του παρόντος απαιτείται μεταγραφή στο υποθηκοφυλακείο, νοείται και
η απαιτούμενη καταχώριση στα κτηματολογικά βιβλία όπου λειτουργούν κτηματολογικά γραφεία.
Άρθρο 91
Ειδικές διατάξεις πολεοδόμησης
1. Βάρη ή υποθήκες ή διεκδικήσεις δεν αποτελούν κώλυμα για την πρόοδο της διαδικασίας εκτός των
περιπτώσεων διεκδίκησης εκτάσεων από το Δημόσιο και σε κάθε περίπτωση πριν από την τελική έγκριση
απαιτείται η εκ νέου προσκόμιση όλων των απαραίτητων στοιχείων που αποδεικνύουν τη συνδρομή των
προϋποθέσεων της παρ. 1 του άρθρου 83.
2. Το παρόν Κεφάλαιο εφαρμόζεται και σε υφιστάμενους οικοδομικούς συνεταιρισμούς, που είναι νομείς
εκτάσεως, στην οποία οργανώνονται περιοχές περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης και
πολεοδομούνται τμήματα αυτής, δυνάμει συμβολαιογραφικών προσυμφώνων σε ισχύ και σχετικών εξοφλη-
τικών αποδείξεων, από τη σύνταξη των οποίων έως τις 8.8.2014, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4280/2014
(Α’ 159), έχει παρέλθει η εικοσαετής κτητική παραγραφή. Προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της διαδικασίας
πολεοδόμησης είναι η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας με συμβολαιογραφική πράξη ή αμετάκλητη
δικαστική απόφαση.
3. Οι περιορισμοί για το ενιαίο και την ελάχιστη επιφάνεια της έκτασης κατά το άρθρο 84, δεν εφαρ-
μόζονται επί υφιστάμενων οικοδομικών συνεταιρισμών, οι εκτάσεις των οποίων περιλαμβάνονται εντός
ορίων εγκεκριμένων Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίων Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης
Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ.) και αποτελούν τμήμα ή τμήματα
πολεοδομικής ενότητας του σχεδίου αυτού, εφόσον τα τμήματα που διακόπτονται είναι μεγαλύτερα των
δέκα (10) στρεμμάτων.
4. Εκτάσεις οικοδομικών συνεταιρισμών ή ιδιωτών, σε περιοχές όπου δεν έχει εγκριθεί Γ.Π.Σ., Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.
ή Τ.Π.Σ., εντάσσονται στις διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου και πολεοδομούνται με τη διαδικασία ιδιωτι-
κής πολεοδόμησης, εφόσον εμπίπτουν σε εγκεκριμένη κατά το άρθρο 274 Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.),
όπου επιτρέπεται η πολεοδόμηση και κατ’ εξαίρεση των χωρικών περιορισμών του άρθρου 83. Σε αυτή την
περίπτωση εγκρίσεις των αρμόδιων υπηρεσιών και βεβαιώσεις που έχουν εκδοθεί την τελευταία δεκαετία
δεν απαιτείται να εκδοθούν εκ νέου και ισχύουν για τη διαδικασία έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης. Στις
περιπτώσεις αυτές πέραν των λοιπών δικαιολογητικών υποβάλλεται ειδική μελέτη πληθυσμιακών κριτηρίων
από την οποία αποδεικνύεται ότι η προτεινόμενη πληθυσμιακή χωρητικότητα της έκτασης πολεοδόμησης δεν
έρχεται σε αντίθεση με το ισχύον πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού. Εκτάσεις, για τις οποίες έχει προβλεφθεί
και επιτρέπεται η πολεοδόμηση σε εγκεκριμένη Ζ.Ο.Ε. και έχει, επιπροσθέτως, χορηγηθεί έγκριση καταλληλό-
τητας, σύμφωνα με τον ν. 1337/1983 (Α’ 33) ή με τον ν. 1947/1991 (Α’ 70) ακολουθούν ως προς τη διαδικασία
πολεοδόμησης το άρθρο 89 του παρόντος Κώδικα και μόνον, εφόσον η τελικώς πολεοδομούμενη έκταση δεν
υπερβαίνει την έκταση των τριακοσίων (300) στρεμμάτων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3575Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Άρθρο 92
Οικοδομικοί συνεταιρισμοί με εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο προ του έτους 1975
1. Τα ρυμοτομικά σχέδια πριν από το έτος 1975, τα οποία δεν έχουν ανακληθεί ή ακυρωθεί για εκτάσεις
οικοδομικών συνεταιρισμών σε περιοχές που προστατεύονται από τη δασική νομοθεσία κατά την 8η.8.2014,
ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4280/2014 (Α’ 159), παύουν να ισχύουν και συντάσσονται νέα με μέριμνα και
δαπάνες των οικοδομικών συνεταιρισμών, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου και υπό τους
όρους και τις προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων.
2. Οικοδομικοί συνεταιρισμοί, νόμιμοι ιδιοκτήτες δασών, δασικών εκτάσεων, εκτάσεων των πε ρ. β) και γ)
της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979 (Α’ 289) και γενικότερα εκτάσεων μη υπαγόμενων στις διατάξεις της
δασικής νομοθεσίας, για τις οποίες είχε εγκριθεί από τη διοίκηση πριν από την 11η.6.1975 ρυμοτομικό σχέδιο ή
είχαν εκδοθεί για τις εκτάσεις αυτές εγκρίσεις δημοσίων υπηρεσιών και έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου από
το αρμόδιο συμβούλιο δημοσίων έργων του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, εντάσσονται σε ειδικό καθεστώς
περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης υπό τις προϋποθέσεις των επόμενων παραγράφων.
3. Για την έκδοση του προεδρικού διατάγματος Περιοχής Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής
Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) καταγράφεται και απεικονίζεται στα σχετικά διαγράμματα το σύνολο των εκτάσεων
της υπό ρύθμιση περιοχής, σύμφωνα με τις επόμενες παραγράφους, δηλαδή, το σύνολο των εκτάσεων που
αποδίδονται ως προστατευόμενες περιοχές στο Δημόσιο, το σύνολο των εκτάσεων που διέπονται από ειδικό
καθεστώς προστασίας και παραμένουν εκτός σχεδίου ως αδόμητες περιοχές και το σύνολο των εκτάσεων
που πολεοδομούνται.
4. Ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της υπό ρύθμιση έκτασης αποδίδεται κατά κυριότητα στο
Δημόσιο. Η αποδιδόμενη έκταση πρέπει να είναι είτε ενιαία είτε διαιρετή σε τμήματα επιφάνειας μεγαλύτερης
ή τουλάχιστον ίσης των δέκα (10) στρεμμάτων το καθένα. Η έκταση αυτή χαρακτηρίζεται προστατευόμενη
περιοχή και τίθεται στην αρμοδιότητα και τη διαχείριση των δασικών υπηρεσιών. Αναδασωτέες εκτάσεις
αποδίδονται υποχρεωτικά κατά κυριότητα στο Δημόσιο και συνυπολογίζονται στο ανωτέρω ποσοστό.
5. Εφόσον τα εναπομένοντα προς πολεοδόμηση τμήματα, εκτός των περιοχών ιδίου νομικού καθεστώτος,
κατά την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 83 του παρόντος Κώδικα, δεν καταλαμβάνουν το πενήντα τοις εκατό
(50%) της υπό ρύθμιση έκτασης, δύναται όλως εξαιρετικά να συμπληρωθούν από εκτάσεις της παρ. 2 του
άρθρου 3 του ν. 998/1979 και δευτερευόντως από εκτάσεις της παρ. 1 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Σε κάθε,
όμως, περίπτωση οι οικοδομήσιμοι χώροι δεν υπερβαίνουν το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του συνόλου της
υπό ρύθμιση έκτασης. Η έγκριση επέμβασης εκδίδεται για τη συγκεκριμένη έκταση εμφαινόμενη σε τοπογρα-
φικό διάγραμμα εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87, κατόπιν υποβολής σχετικού
αιτήματος. Η ανωτέρω έγκριση χορηγείται από τον γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, υπό
την προϋπόθεση ότι για τη συγκεκριμένη χρήση δεν είναι δυνατή η διάθεση όμορων δημοσίων εκτάσεων
μη υπαγόμενων στις προστατευτικές διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου. Στην περίπτωση που βεβαιώνεται
από την αρμόδια αρχή ότι δεν είναι δυνατή η διάθεση των παραπάνω εκτάσεων, εξετάζεται από την αρμόδια
δασική υπηρεσία εάν μπορούν να διατεθούν δημόσιες χορτολιβαδικές και βραχώδεις εκτάσεις των περ. β) και
γ) της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, άλλως διατίθενται δασικές εκτάσεις ή δάση. Εφόσον απαιτείται
η έκδοση Απόφασης Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (Α.Ε.Π.Ο.) ή Πρότυπης Περιβαλλοντικής Δέσμευσης
(Π.Π.Δ.) η έγκριση επέμβασης ενσωματώνεται σε αυτήν.
6. Σε κάθε περίπτωση για την επίτευξη θετικού περιβαλλοντικού ισοζυγίου εκπονείται και εγκρίνεται ειδική
μελέτη περιβαλλοντικού ισοζυγίου. Σε περίπτωση που διατεθούν δασικές εκτάσεις ή δάση για τη συμπλήρωση
του πενήντα τοις εκατό (50%) της αλλαγής χρήσης, κατά την περ. β) της π αρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979,
για την επίτευξη του περιβαλλοντικού ισοζυγίου, σύμφωνα με τη σχετική μελέτη, υποχρεούται ο οικοδομικός
συνεταιρισμός να προβεί σε δάσωση τουλάχιστον ίσου ή και μέχρι του διπλάσιου εμβαδού γειτονικής έκτα-
σης ή έκτασης ευρισκόμενης στην ευρύτερη περιοχή, σύμφωνα με υπόδειξη της δασικής υπηρεσίας. Αν δεν
υπάρχει κατάλληλη έκταση, υποχρεούται ο οικοδομικός συνεταιρισμός να καταθέσει στο Πράσινο Ταμείο
την απαιτούμενη δαπάνη για τη δάσωση αποκλειστικά ανάλογης έκτασης σε άλλη περιοχή από τη δασική
υπηρεσία. Η ειδική μελέτη του θετικού περιβαλλοντικού ισοζυγίου ενσωματώνεται ως διακριτό κεφάλαιο στη
μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων δημιουργίας του οικισμού, η οποία είναι απαραίτητη για τη σχετική
έγκριση των περιβαλλοντικών όρων (Α.Ε.Π.Ο.) και περιλαμβάνει κατ’ ελάχιστον το εμβαδόν της έκτασης που
προορίζεται για αλλαγή χρήσης, τον χαρακτήρα αυτής, το είδος της βλάστησης, την απαιτούμενη έκταση για
την ικανοποίηση του θετικού περιβαλλοντικού ισοζυγίου και τα χαρακτηριστικά αυτής. Λεπτομέρειες σχετικά
με τη σύνταξη και το περιεχόμενο της μελέτης αυτής καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος
και Ενέργειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263576
7. Ειδικά, στην περίπτωση δασικών και κηρυγμένων αναδασωτέων εκτάσεων απαιτείται με ευθύνη των
προσώπων της παρ. 1 του άρθρου 83 πριν από την υλοποίηση των υπολοίπων έργων υποδομής κατά τις
διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου να υλοποιηθούν τα έργα αποκατάστασης και αναβάθμισης του φυσικού
περιβάλλοντος, όπως η αναδάσωση και δάσωση κατά τις διατάξεις του ν. 998/1979, καθώς και να υποβληθεί
διαχειριστικό σχέδιο προστασίας, συντήρησης και διαχείρισης των εκτάσεων αυτών που αποδίδονται στο
Δημόσιο. Για την ολοκλήρωση των συγκεκριμένων έργων υποδομής εκδίδεται ειδική διαπιστωτική απόφαση
του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης μετά από εισήγηση τριμελούς επιτροπής, η οποία συγκροτείται
από τον γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης και αποτελείται από:
α) έναν (1) δασολόγο της Διεύθυνσης Δασών του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
β) έναν (1) δασολόγο μέλος του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΓΕΩΤ.Ε.Ε.) και
γ) έναν (1) γεωπόνο μέλος του ΓΕΩΤ.Ε.Ε..
8. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύναται να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτο-
μέρεια για τη σύσταση και τη λειτουργία της ως άνω επιτροπής.
9. Μετά από την έκδοση της απόφασης αρμόδιος φορέας για την παρακολούθηση του σχεδίου διαχείρισης
και την προστασία της περιοχής που δασώθηκε ορίζεται ο αρμόδιος φορέας διαχείρισης της περιοχής, εφόσον
υφίσταται, ή διαφορετικά η οικεία δασική υπηρεσία.
10. Οι κοινόχρηστοι χώροι πρασίνου που αποδίδονται σε κοινή χρήση, σύμφωνα με την πολεοδομική
μελέτη, πέραν των εκτάσεων που αποδίδονται στο Δημόσιο, διατηρούν στο ακέραιο τον δασικό τους χαρα-
κτήρα, καταγράφονται ως περιοχές περιβαλλοντικής αναβάθμισης και υπάγονται στις διατάξεις της δασικής
νομοθεσίας. Οι χώροι αυτοί τίθενται σε ειδικό καθεστώς προστασίας και η διαχείριση αυτών γίνεται από τον
οικείο δήμο ο οποίος δύναται, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, να αναθέτει τη διαχείριση των περι-
οχών αυτών στον αρμόδιο φορέα διαχείρισης της περιοχής, εφόσον υφίσταται.
11. Οι ειδικές εκτάσεις περιβαλλοντικής αναβάθμισης και ιδιωτικής πολεοδόμησης πολεοδομούνται με
τη διαδικασία του άρθρου 85 και δεν εφαρμόζεται για αυτές το άρθρο 88. Για τις εκτάσεις αυτές, πέραν των
ανωτέρω οριζομένων:
α) Ο συντελεστής δόμησης δεν δύναται να υπερβαίνει το μηδέν κόμμα τρία (0,3).
β) Για την ανοικοδόμηση χρησιμοποιούνται αποκλειστικά υλικά φιλικά προς το περιβάλλον και η επιλογή
του χώρου δόμησης ανά οικόπεδο επιλέγεται ιδιαιτέρως, ώστε να προσαρμόζεται στο φυσικό περιβάλλον.
γ) Δύναται να απαγορεύεται η ασφαλτόστρωση δρόμων, καθώς και η ανέγερση κοινωφελών κτιρίων, εφόσον
αυτό τεκμηριώνεται από τις σχετικές μελέτες. Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διαδικασίες περιβαλλοντικής
προστασίας και πολεοδόμησης του παρόντος Κεφαλαίου. Μετά από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης
επί των οικοδομήσιμων οικοπέδων, καθώς και στις περιπτώσεις ακινήτων των παρ. 12 και 13 δεν εφαρμόζονται
οι διατάξεις της δασικής νομοθεσίας.
12. Ακίνητα που προήλθαν από κλήρωση μεριδιούχων οικοδομικών συνεταιρισμών πριν από την 11η.6.1975
και ήταν άρτια και οικοδομήσιμα κατά παρέκκλιση, σύμφωνα με τους όρους δόμησης που ίσχυαν κατά τον
χρόνο έγκρισης του ρυμοτομικού σχεδίου, οικοδομούνται, σύμφωνα με τα ισχύοντα κατά τον χρόνο έγκρισης
του ρυμοτομικού σχεδίου, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης.
13. Εκτάσεις οικοδομικών συνεταιρισμών που εγκρίθηκαν με διάταγμα ρυμοτομίας πριν από την 11η.6.1975
επί των οποίων έχουν υλοποιηθεί έργα υποδομής, σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη, η ολοκλήρωση των
οποίων διακόπηκε μετά από έγγραφα των αρμοδίων υπηρεσιών, εφόσον το ρυμοτομικό σχέδιο δεν έχει ανα-
κληθεί ή ακυρωθεί, ολοκληρώνουν τη διαδικασία υλοποίησης έργων υποδομής και διανομής των οικοπέδων,
σύμφωνα με την εγκριθείσα πολεοδομική μελέτη, κατ’ εξαίρεση της παρ. 1. Κατ’ εξαίρεση των οριζομένων
στο ρυμοτομικό σχέδιο και την πολεοδομική μελέτη ο συντελεστής δόμησης κάθε οικοπέδου δεν μπορεί να
υπερβαίνει το μηδέν κόμμα τρία (0,3) για την έκδοση της έγκρισης και της άδειας δόμησης. Δεν απαιτείται για
τη μείωση του συντελεστή τροποποίηση της πολεοδομικής μελέτης.
Άρθρο 93
Θεσμικό πλαίσιο παράλληλων εγκρίσεων
1. Με σκοπό την άρτια και εμπρόθεσμη ολοκλήρωση της έκδοσης βεβαίωσης καταλληλότητας κατά τις
διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου των εκτάσεων των Περιοχών Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής
Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) δύναται να καθορίζεται διαδικασία για την ενιαία παράλληλη έκδοση όλων των
αναγκαίων εγκρίσεων (Δασαρχείο - Αρχαιολογικές Υπηρεσίες - Γνωμοδοτήσεις Φορέων Διαχείρισης και άλλων
οργάνων).
2. Στη διαδικασία των παράλληλων αδειοδοτήσεων και εγκρίσεων δύναται να ενταχθούν οι παρακάτω
περιπτώσεις:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3577Τεύχος A’ 88/08.06.2026
α) εκτάσεις επιφάνειας μεγαλύτερης των τριακοσίων (300) στρεμμάτων των προσώπων της παρ. 1 του
άρθρου 83 του παρόντος Κώδικα, για τις οποίες δεν υφίστανται είτε οι απαραίτητες γνωμοδοτήσεις, σύμφω-
να με το άρθρο 86 του παρόντος Κώδικα, είτε πράξη χαρακτηρισμού της έκτασης, σύμφωνα με το άρθρο 14
του ν. 998/1979 (Α’ 289) ή απόσπασμα κυρωθέντος δασικού χάρτη κατά τα άρθρα 17 ή 19 του ν. 3889/2010
(Α’ 182), ή δασολογίου, από τα οποία να προκύπτει ο χαρακτήρας της έκτασης από πλευράς υπαγωγής της
στη δασική νομοθεσία,
β) δημόσιες χορτολιβαδικές και βραχώδεις εκτάσεις των περ. β) και γ) της παρ. 6 του άρθρου 3 του
ν. 998/1979, για τις οποίες δεν απαγορεύεται η δόμηση και τις οποίες διαχειρίζονται οι αρμόδιες δασικές
υπηρεσίες, επιφάνειας μεγαλύτερων των πεντακοσίων (500) στρεμμάτων με σκοπό την ανταλλαγή,
γ) ακίνητα ιδιοκτησίας του Δημοσίου ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή των νομικών προσώπων
δημοσίου δικαίου επιφάνειας μεγαλύτερης των τριακοσίων (300) στρεμμάτων.
3. Η συνολική διαδικασία υπαγωγής των εκτάσεων στο παρόν άρθρο διεκπεραιώνεται ηλεκτρονικά σε
πληροφοριακό σύστημα του Ελληνικού Κτηματολογίου και επί των χαρτογραφικών υποβάθρων του ιδίου.
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης δύναται να
καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την ανάπτυξη και λειτουργία των βάσεων δεδομένων για την
εφαρμογή του παρόντος.
4. Το Ελληνικό Κτηματολόγιο για τη διεκπεραίωση της ανωτέρω διαδικασίας εν όλω ή εν μέρει, καθώς και
κάθε άλλης σχετικής ηλεκτρονικής διαδικασίας, δύναται να ορίζεται ως δικαιούχος χρηματοδότησης κατά
την ισχύουσα νομοθεσία μετά από προγραμματική σύμβαση με το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
5. Για την υπό σχεδιασμό περιοχή υποβάλλεται ηλεκτρονικά από όποιον έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα
με την παρ. 2, αίτηση στον Υπουργό Περιβάλλοντος και Ενέργειας για την υπαγωγή στο παρόν άρθρο και την
ενιαία έκδοση όλων των εγκρίσεων συνοδευόμενη από:
α) Τοπογραφικό διάγραμμα σε κλίμακα ένα προς πεντακόσια (1:500) ή ένα προς χίλια (1:1.000) εξαρτημένο
από το Εθνικό Γεωδαιτικό Σύστημα Αναφοράς (ΕΓΣΑ ’87), το οποίο περιλαμβάνει:
αα) κτηματογραφική αποτύπωση με τα όρια και το εμβαδόν τόσο του συνόλου της έκτασης όσο και των
διαιρετών τμημάτων που την απαρτίζουν,
αβ) όρια των υπό προστασία εκτάσεων που απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν για οικιστικούς σκοπούς
(δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, αρχαιολογικοί χώροι, περιοχές προστασίας) βάσει έγκυρων γνωμο-
δοτήσεων ή τελεσίδικων πράξεων χαρακτηρισμού ή κυρωμένου δασικού χάρτη ή δασολογίου κατά το άρθρο
86, ή πράξεων οριοθέτησης αρχαιολογικών χώρων.
αγ) καθορισμένες οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας ή και παλαιού αιγιαλού, εφόσον η έκταση βρίσκεται σε
απόσταση μικρότερη των εκατό (100) μέτρων από την ακτή,
αδ) πρόταση καθορισμού οριογραμμών ή εγκεκριμένες οριογραμμές των υδατορεμάτων, σύμφωνα με
τον ν. 4258/2014 (Α’ 94).
αε) στοιχεία Εθνικού Κτηματολογίου (όρια και Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου), εφόσον η έκταση
εντάσσεται σε περιοχή λειτουργίας ή σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου,
αστ) απόσπασμα χάρτη του εγκεκριμένου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίου Χωρικής και
Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) και απόσπα-
σμα χάρτη της Γεωγραφικής Υπηρεσίας Στρατού κλίμακας ένα προς πέντε χιλιάδες (1:5.000), με σημειωμένη
τη θέση και ενδεικτικά τα όρια της έκτασης.
β) Αναφορά στα αρμόδια για την έγκριση όργανα, καθώς και τις αρμόδιες υπηρεσίες των δήμων ή των
αποκεντρωμένων διοικήσεων που είναι αρμόδιες για την παροχή στοιχείων και διευκρινίσεων.
γ) Ειδικά, για την περ. α) της παρ. 2 του παρόντος, υποβάλλεται, σύμφωνα με το άρθρο 86, έκθεση ελέγχου
τίτλων με αναφορά στα όρια του ανωτέρω τοπογραφικού διαγράμματος υπογραφόμενη από δικηγόρο, ο
οποίος φέρει την ευθύνη για την έκθεση ελέγχου τίτλων.
6. Ο έλεγχος της πληρότητας της αίτησης και των δικαιολογητικών γίνεται εντός δέκα (10) ημερών από
την ηλεκτρονική υποβολή αυτής. Σε περίπτωση ελλείψεων ενημερώνεται άμεσα ο δικαιούχος προκειμένου
να καλύψει αυτές το αργότερο εντός είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της αίτησης. Αν παρέλθει άπρα-
κτη οποιαδήποτε από τις ως άνω προθεσμίες, η αίτηση θεωρείται απορριφθείσα και ενημερώνεται περί της
απόρριψης άμεσα ο αιτούμενος.
7. Εφόσον η αίτηση υπαγωγής στο σύστημα του παρόντος δεν έχει απορριφθεί κατά την παρ. 6, τα
στοιχεία της παρ. 5 αναρτώνται διαδικτυακά μέσω του πληροφοριακού συστήματος του Ελληνικού Κτημα-
τολογίου εντός ευλόγου χρόνου από τη συμπλήρωση των ελλείψεων που διαπιστώθηκαν και για διάστημα
ενενήντα (90) ημερών και κοινοποιούνται από τον ενδιαφερόμενο στα αρμόδια για την έγκριση όργανα,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263578
τα οποία υποχρεούνται να γνωμοδοτήσουν επί της έκτασης του τοπογραφικού διαγράμματος εντός του
ίδιου χρονικού διαστήματος.
8. Μετά από την έκδοση των σχετικών γνωμοδοτήσεων, οι αιτούντες οφείλουν να ενημερώσουν καταλ-
λήλως το τοπογραφικό διάγραμμα της παρ. 5 και να το υποβάλουν εκ νέου εντός είκοσι (20) ημερών από τη
λήψη όλων των απαιτούμενων γνωμοδοτήσεων. Το τοπογραφικό διάγραμμα αναρτάται διαδικτυακά μέσω
του πληροφοριακού συστήματος του Ελληνικού Κτηματολογίου για διάστημα είκοσι (20) ημερών και, εφόσον
στο διάστημα αυτό δεν υπάρξει οποιαδήποτε αντίρρηση από τα όργανα που εξέδωσαν τις γνωμοδοτήσεις
και τις αρμόδιες υπηρεσίες των δήμων ή των αποκεντρωμένων διοικήσεων, εκδίδεται η απόφαση της παρ. 9.
9. Μετά από την έγκριση του υποβληθέντος τοπογραφικού διαγράμματος, σύμφωνα με τις διαδικασίες
της παρ. 8, εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας με την οποία διαπιστώνεται η
ολοκλήρωση της διαδικασίας του παρόντος άρθρου. Η απόφαση αυτή δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, συνοδευόμενη από το απόσπασμα του χάρτη, και αναρτάται στην ηλεκτρονική σελίδα του
Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του Ελληνικού Κτηματολογίου.
10. Η ως άνω απόφαση αντικαθιστά τις αναγκαίες εγκρίσεις και αδειοδοτήσεις (δασαρχείο - αρχαιολογικές
υπηρεσίες - γνωμοδοτήσεις φορέων διαχείρισης και άλλων οργάνων) για την έκδοση βεβαίωσης καταλληλό-
τητας των εκτάσεων των Π.Π.Α.Ι.Π. κατά τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.
11. Σε κάθε περίπτωση η διαδικασία της έκδοσης όλων των απαραίτητων εγκρίσεων και γνωμοδοτήσεων
ολοκληρώνεται εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την υποβολή του αιτήματος, και, εφόσον διαπιστωθούν
ελλείψεις κατά την παρ. 6, από την υποβολή όλων των απαιτούμενων συμπληρωματικών στοιχείων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΑΝΤΑΛΛΑΓΗ ΕΚΤΑΣΕΩΝ ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ
Άρθρο 94
Εκτάσεις υποδοχέων συντελεστή δόμησης οικοδομικών συνεταιρισμών
1. Καθορίζονται ζώνες υποδοχής - ανταλλαγής εκτάσεων ή τμημάτων εκτάσεων οικοδομικών συνεταιρισμών,
σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο. Οι εκτάσεις αυτές προβλέπονται με την έγκριση των Τοπικών Πολεοδομικών
Σχεδίων ή άλλου αντίστοιχου επιπέδου σχεδιασμού κατά το Κεφάλαιο Α’ του Τμήματος III, στο σύνολο της χερ-
σαίας χώρας συμπεριλαμβανομένων των νήσων Κρήτης, Εύβοιας και Ρόδου. Εξαιρούνται οι περιοχές Αττικής και
Θεσσαλονίκης, που καταλαμβάνονται από τα αντίστοιχα όρια αρμοδιότητας των προβλεπόμενων Ρυθμιστικών
Σχεδίων και με την επιφύλαξη του παρόντος Κεφαλαίου και των Κεφαλαίων Δ’ και ΣΤ’ του παρόντος Τμήματος.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας εγκρίνο-
νται, κατ’ εξαίρεση της παρ. 1, για εθνικούς λόγους αναβάθμισης και αναζωογόνησης των εγκαταλελειμμένων,
μικρών και φθινόντων οικισμών και αποκατάστασης των μεριδιούχων εκτάσεων οικοδομικών συνεταιρισμών,
Ειδικά Σχέδια Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης, με τα οποία καθορίζονται και ζώνες - υποδοχείς
Οικοδομικών Συνεταιρισμών - ιδιωτικών πολεοδομήσεων πλησίον εγκαταλελειμμένων, μικρών και φθινόντων
οικισμών, όπως αυτοί ορίζονται στο άρθρο 101 και ανεξαρτήτως ύπαρξης εγκεκριμένου υπερκείμενου επιπέ-
δου σχεδιασμού μετά από ειδική χωροταξική ανάλυση και γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεο-
δομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις τα Ειδικά Σχέδια μπορεί να τροποποιούν
κατευθύνσεις και περιορισμούς υφιστάμενων υπερκείμενων επιπέδων σχεδιασμού.
3. Οι εκτάσεις της παρ. 1 προέρχονται από:
α) δημόσιες χορτολιβαδικές και βραχώδεις εκτάσεις των π ερ. β) και γ) της παρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979
(Α’ 289), για τις οποίες δεν απαγορεύεται η δόμηση και τις οποίες διαχειρίζονται οι αρμόδιες δασικές υπηρεσίες,
β) εκτάσεις ακινήτων ιδιοκτησίας του Δημοσίου ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή των νομικών
προσώπων δημοσίου δικαίου, ή
γ) ιδιωτικές εκτάσεις υπό τις επιφυλάξεις ειδικότερων διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου και των Κεφα-
λαίων Δ’ και ΣΤ’ του παρόντος Τμήματος.
Άρθρο 95
Εποπτεία οικοδομικών συνεταιρισμών και δικαιούχοι ανταλλαγής
1. Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί υπάγονται στον ν. 1667/1986 (Α’ 196), περί αστικών συνεταιρισμών όσον
αφορά τη σύστασή τους, τη λειτουργία και την εποπτεία τους.
2. Δικαιούχοι της ανταλλαγής είναι όλοι οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί, καθώς και φυσικά ή νομικά πρό-
σωπα που είναι ιδιοκτήτες (κύριοι) δασών ή δασικών εκτάσεων ή εκτάσεων όπου απαγορεύεται η δόμηση ή
διέπονται από ειδικό καθεστώς προστασίας, όπως δάση, δασικές εκτάσεις ή κηρυγμένοι αρχαιολογικοί χώροι,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3579Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ή αποτελούν τμήμα γεωργικής γης υψηλής παραγωγικότητας ή δεν μπορούν να αξιοποιηθούν για άλλους
λόγους προστασίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
3. Οι δικαιούχοι κατατάσσονται, σύμφωνα με το αίτημά τους κατά προτεραιότητα για την ανταλλαγή, ως εξής:
α) Οικοδομικοί συνεταιρισμοί για τους οποίους έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση που προβλέπει
ανταλλαγή της μη κατάλληλης έκτασής τους ή αντίστοιχης αποζημίωσής τους.
β) Οικοδομικοί συνεταιρισμοί των οποίων οι εκτάσεις έχουν, ήδη, ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο και μετά
από τη δημοσίευση του ν. 998/1979 (Α’ 289) τα σχέδια αυτά είτε κρίθηκαν άκυρα είτε πρέπει να ακυρωθούν,
γιατί βρίσκονται σε περιοχές όπου απαγορεύεται η δόμηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού (δάση,
δασικές εκτάσεις κ.λπ.).
γ) Οικοδομικοί συνεταιρισμοί των οποίων οι εκτάσεις υπήχθησαν σε διαδικασία ένταξης σε ρυμοτομικό
σχέδιο που διακόπηκε μετά από την έναρξη ισχύος του ν. 998/1979 και οι οποίοι έχουν άδεια κτήσης.
δ) Οικοδομικοί συνεταιρισμοί των οποίων οι εκτάσεις έχουν, ήδη, ενταχθεί σε ρυμοτομικό σχέδιο που
είτε κρίθηκε άκυρο ή πρέπει να ακυρωθεί επειδή οι εκτάσεις υπήχθησαν μεταγενέστερα σε ειδικό καθεστώς
προστασίας.
ε) Οικοδομικοί συνεταιρισμοί που είχαν προωθήσει τη διαδικασία έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης,
σύμφωνα με το π.δ. 93/1987 (Α’ 52) και η διαδικασία διεκόπη για διάφορους λόγους (έλλειψη Περιοχών Ειδικά
Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης κ.λπ.).
στ) Οικοδομικοί συνεταιρισμοί που έχουν εγκεκριμένη απόφαση οικιστικής καταλληλότητας με το
π.δ. 93/1987.
ζ) Φορείς Ιδιωτικών Πολεοδομήσεων των οποίων η πολεοδομική μελέτη είχε εκπονηθεί και προωθηθεί για
έγκριση με τον ν. 1947/1991 (Α’ 70) και κρίθηκε μη νόμιμη από το Συμβούλιο της Επικρατείας λόγω έλλειψης
εγκεκριμένου χωροταξικού πλαισίου.
η) Φορείς Ιδιωτικών Πολεοδομήσεων για τις οποίες έχει εκδοθεί απόφαση οικιστικής καταλληλότητας κατά
τις διαδικασίες του ν. 1947/1991.
θ) Οικοδομικοί Συνεταιρισμοί που είναι κύριοι δασών και δασικών εκτάσεων και μετά από τη δημοσίευση
του ν. 998/1979 δεν κατέστη δυνατή η προώθηση καμίας διαδικασίας, με συνυπολογισμό για την προτεραι-
ότητα του έτους κτήσης κυριότητας.
4. Στο παρόν άρθρο υπάγονται και οικοδομικοί συνεταιρισμοί οργανισμών υπό τη μορφή νομικών προ-
σώπων δημοσίου δικαίου.
Άρθρο 96
Καταγραφή των ζωνών - υποδοχέων
1. Η αναγνώριση και καταγραφή των ζωνών - υποδοχέων κατά το άρθρο 94 γίνεται με τη διαδικασία έκδο-
σης βεβαίωσης καταλληλότητας του άρθρου 86.
2. Για την εφαρμογή του άρθρου 94 μετά από αίτημα των ενδιαφερομένων, των οικείων Οργανισμών
Τοπικής Αυτοδιοίκησης, της αποκεντρωμένης διοίκησης, των διευθύνσεων δασών ή και των συναρμόδιων
δημοσίων υπηρεσιών με εντολή του οικείου Υπουργού, διαβιβάζονται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργεί-
ου Περιβάλλοντος και Ενέργειας όλα τα προβλεπόμενα στοιχεία για την έκδοση βεβαίωσης καταλληλότητας
κατά το άρθρο 86.
3. Με την έκδοση βεβαίωσης καταλληλότητας, τα όρια των εκτάσεων των ζωνών - υποδοχέων καταγρά-
φονται με ευθύνη του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε ειδική βάση δεδομένων του Ελληνικού
Κτηματολογίου και στα χαρτογραφικά υπόβαθρα αυτής.
Άρθρο 97
Διαδικασία ανταλλαγής
1. Η διαδικασία ανταλλαγής γίνεται μέσω της ηλεκτρονικής διαδικασίας της Ψηφιακής Τράπεζας Γης του
Κεφαλαίου Γ’ του Τμήματος ΙΙ του Μέρους Β’, με την επιφύλαξη του άρθρου 98.
2. Για την ανταλλαγή λαμβάνεται υπόψη η τιμή ζώνης της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο ανταλλαγής,
καθώς και η τιμή ζώνης της περιοχής που βρίσκεται η έκταση που αποδίδεται ως αντάλλαγμα. Για τα ακίνητα σε
περιοχές που δεν έχει καθοριστεί τιμή ζώνης, σύμφωνα με το σύστημα των αντικειμενικών αξιών του Υπουρ-
γείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, για τον υπολογισμό της αξίας λαμβάνεται υπόψη η ελάχιστη τιμή
ζώνης που ισχύει στη δημοτική ενότητα όπου βρίσκεται η έκταση και σε περίπτωση που δεν έχει καθοριστεί
αυτή, η ελάχιστη τιμή ζώνης που ισχύει στην περιφερειακή ενότητα όπου βρίσκεται η έκταση.
3. Σε κάθε περίπτωση η αποδιδόμενη έκταση δεν μπορεί να υπερβαίνει σε ποσοστό το ογδόντα τοις εκα-
τό (80%) της έκτασης του ακινήτου ανταλλαγής (ΕΑΡΧ) πολλαπλασιαζόμενη επί συντελεστή (Τ). Όταν η τιμή
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263580
ζώνης της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο ανταλλαγής (ΤΑΡΧ) είναι μεγαλύτερη ή ίση της τιμής ζώνης της
περιοχής που βρίσκεται η έκταση που αποδίδεται ως αντάλλαγμα (ΤΤΕΛ), ο συντελεστής (Τ) λαμβάνει την
τιμή ένα (1). Όταν η τιμή ζώνης της περιοχής που βρίσκεται το ακίνητο ανταλλαγής (ΤΑΡΧ) είναι μικρότερη
της τιμής ζώνης της περιοχής που βρίσκεται η έκταση που αποδίδεται ως αντάλλαγμα (ΤΤΕΛ), ο συντελεστής
αυτός (Τ) λαμβάνει την τιμή που προκύπτει από το πηλίκο της τιμής ζώνης της περιοχής που βρίσκεται το ακί-
νητο ανταλλαγής προς την τιμή ζώνης της περιοχής που βρίσκεται η έκταση που αποδίδεται ως αντάλλαγμα,
σύμφωνα με τον τύπο Τ= ΤΑΡΧ/ΤΤΕΛ.
Η επιφάνεια της τελικώς αποδιδόμενης έκτασης εξάγεται από τον τύπο ΤΤΕΛ = 80% x ΕΑΡΧ x Τ.
4. Σε περίπτωση που η έκταση που αποδίδεται ως αντάλλαγμα εμπίπτει σε περιοχές με διαφορετικές τιμές
ζώνης, για κάθε τιμή ζώνης υπολογίζεται ξεχωριστά αποδιδόμενο τμήμα, λαμβάνοντας αντίστοιχα υπόψη και
το κάθε τμήμα της έκτασης του ακινήτου ανταλλαγής. Για τον υπολογισμό της τελικής έκτασης, που δύναται να
αποδοθεί ως αντάλλαγμα, γίνεται άθροιση των επιμέρους εκτάσεων ανά τιμή ζώνης. Η επιφάνεια της τελικώς
αποδιδόμενης έκτασης εξάγεται από τον τύπο:
ΤΤΕΛ = ΤΤΕΛi + ΤΤΕΛii+ …+ ΤΤΕΛν = 80% x (ΕΑΡΧixΤi + ΕΑΡΧiixΤii + …+ ΕΑΡΧvxΤv)
5. Σε περίπτωση ανταλλαγής με ιδιωτική έκταση για την οποία έχει εγκριθεί η πολεοδομική μελέτη κατά το
άρθρο 108 η αποδιδόμενη έκταση οικοπέδων, όπως αυτή υπολογίζεται κατά τις παρ. 1 έως 4 του παρόντος,
μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και ο οικοδομικός συνεταιρισμός οφείλει ειδική χρηματική
εισφορά για τη συγκεκριμένη έκταση.
6. Στις περιπτώσεις ανταλλαγής δεν εφαρμόζεται το άρθρο 88.
7. Σε περίπτωση ανταλλαγής με ιδιωτική έκταση για την οποία έχει εγκριθεί η πολεοδομική μελέτη κατά
το άρθρο 108 η αποδιδόμενη έκταση οικοπέδων και η δαπάνη της μελέτης κατασκευής και εκτέλεσης όλων
των έργων υποδομής της περιοχής βαρύνει τον παρέχοντα κατά την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 108 και
προβλέπεται ειδικό αντάλλαγμα.
8. Η έκταση που αποδίδεται ως αντάλλαγμα πρέπει να βρίσκεται στην ίδια ή σε όμορη περιφέρεια με το
ακίνητο ανταλλαγής. Κατ’ εξαίρεση, τα ακίνητα ανταλλαγής που βρίσκονται εντός Αττικής δύνανται να ανταλ-
λάσσονται με εκτάσεις σε όλη την επικράτεια.
Άρθρο 98
Ειδικές διατάξεις περί ανταλλαγής
1. Έως τη θέση σε εφαρμογή των διατάξεων της Ψηφιακής Τράπεζας Γης η διαδικασία ανταλλαγής ολο-
κληρώνεται υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
α) Η κτήση της κυριότητας της έκτασης αποδεικνύεται δυνάμει νόμιμων τίτλων, η νομική τάξη και ακολουθία
των οποίων προκύπτει από την έκθεση τίτλων της περ. β).
β) Για την έναρξη της διαδικασίας ο κύριος της προτεινόμενης προς ανταλλαγή έκτασης υποβάλλει αίτη-
ση στη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας με αντικείμενο
την ανταλλαγή της ιδιοκτησίας του με ακίνητο ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Η αίτηση, επί ποινή απαραδέκτου,
συνοδεύεται από έκθεση τίτλων, η οποία συντάσσεται και υπογράφεται από δύο (2) δικηγόρους τουλάχιστον
παρ’ εφέταις και θεωρείται από τον οικείο δικηγορικό σύλλογο.
γ) Η έκθεση περιλαμβάνει πλήρη περιγραφή του ακινήτου με το ιστορικό της νομικής του κατάστασης
και καταλήγει στην ανεπιφύλακτη διακρίβωση όλων όσοι έχουν δικαίωμα κυριότητας ή άλλα εμπράγματα
δικαιώματα σε αυτό ή έχουν προσημειώσει ή υποθηκεύσει τέτοια δικαιώματα ή διεκδικούν εμπράγματα
δικαιώματα ή έχουν επιβάλει κατάσχεση. Με την έκθεση συνυποβάλλονται και οι αντίστοιχοι τίτλοι με πλήρη
σειρά πιστοποιητικών αυτών από τα αρμόδια κατά τόπον υποθηκοφυλακεία και κτηματολογικά γραφεία, σε
περίπτωση που έχουμε πρώτες εγγραφές, σύμφωνα με τον ν. 2664/1998 (Α’ 275). Αν στην περιοχή που βρίσκε-
ται το ακίνητο βρίσκεται σε εξέλιξη η διαδικασία κτηματογράφησης, προσκομίζεται το προβλεπόμενο από το
άρθρο 5 του ν. 2308/1995 (Α’ 114) πιστοποιητικό ή η βεβαίωση του άρθρου 2 του ίδιου νόμου. Στην έκθεση
αναφέρεται ο χρόνος μέχρι τον οποίο διαπιστώνεται η βεβαιούμενη κατάσταση και ο οποίος δεν επιτρέπεται
να απέχει περισσότερο από τρεις (3) ημέρες από την ημερομηνία της αίτησης.
2. Εντός τριών (3) μηνών από την υποβολή της αίτησης η ως άνω αναφερόμενη διεύθυνση του Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας σε συνεργασία με τη Γενική Γραμματεία Δημόσιας Περιουσίας του Υπουργείου
Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών ενημερώνει τον κύριο περί αποδοχής ή όχι της αίτησής του.
3. Σε περίπτωση αποδοχής της αίτησης γνωστοποιούνται στον αιτούντα τα στοιχεία του προτεινόμενου
ή των προτεινόμενων σε ανταλλαγή ακινήτων ιδιοκτησίας του Δημοσίου. Το προτεινόμενο ακίνητο ιδιοκτη-
σίας του Δημοσίου οφείλει να είναι ελεύθερο βαρών, διεκδικήσεων και άλλων περιορισμών αρχαιολογικής,
περιβαλλοντικής, δασικής ή άλλης σχετικής νομοθεσίας.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3581Τεύχος A’ 88/08.06.2026
4. Ο ενδιαφερόμενος υποχρεούται εντός αποκλειστικής προθεσμίας εξήντα (60) ημερών να αποδεχθεί
εγγράφως την ανταλλαγή της εκτάσεώς του με το προτεινόμενο ακίνητο του Δημοσίου. Άπρακτη παρέλευση
της ως άνω προθεσμίας συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος ανταλλαγής.
5. Η ανταλλαγή εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και
Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία δημοσιεύεται, συνοδευόμενη από τα οικεία διαγράμματα και των δύο
(2) ακινήτων, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
6. Ο ως άνω τίτλος στη συνέχεια μεταγράφεται στην οικεία μερίδα του υποθηκοφυλακείου και των δύο (2)
ακινήτων, άλλως καταχωρίζεται στα οικεία κτηματολογικά φύλλα των δύο ακινήτων, στα αρμόδια κτηματο-
λογικά γραφεία. Τα εκδιδόμενα πιστοποιητικά ή βεβαιώσεις απαιτείται να υποβληθούν στη συνέχεια στην ως
άνω αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας προκειμένου να περαιωθεί η διαδικασία.
Η διαδικασία της ανταλλαγής ολοκληρώνεται με τη μεταγραφή της οικείας σύμβασης στα αρμόδια υποθη-
κοφυλακεία ή την καταχώριση αυτής στα κτηματολογικά βιβλία του αρμόδιου κτηματολογικού γραφείου.
7. Με την ολοκλήρωση της ανταλλαγής δεν είναι δυνατή η αυτούσια απόδοση όλου ή μέρους του ακινήτου
στο οποίο αφορά η ανταλλαγή και το οποίο περιήλθε στην ιδιοκτησία του Δημοσίου. Ο πραγματικός δικαι-
ούχος έχει ενοχική και μόνο αξίωση για την απόδοση του πλουτισμού κατά του αιτηθέντος την ανταλλαγή.
Άρθρο 99
Ρύθμιση θεμάτων οικοδομικών συνεταιρισμών
1. Επί εκτάσεων οικοδομικών συνεταιρισμών υπαγομένων στην εποπτεία οποιουδήποτε υπουργείου ή
δημόσιου φορέα, οι αρμοδιότητες χωροθέτησης, πολεοδόμησης, καθορισμού όρων και περιορισμών δό-
μησης, έγκρισης μελετών περιβαλλοντικών επιπτώσεων και ρύθμισης θεμάτων ενέργειας ασκούνται από το
Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
2. Προϋπόθεση για τη σύσταση των οικοδομικών συνεταιρισμών είναι η έκδοση βεβαίωσης της αρμόδιας
διεύθυνσης του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ότι η προτεινόμενη έκταση είναι μέσα σε Περιοχή
Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.ΠΟ.) ή η πρόβλεψή της ως περιοχής κατάλληλης για την εφαρμογή
του μηχανισμού των Περιοχών Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) κατά
την περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 83. Τα έργα τεχνικής υποδομής στις εκτάσεις των οικοδομικών συνεταιρι-
σμών πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τις 28.10.2025.
3. Οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) στα διοικητικά όρια των οποίων υπάγονται οι εκτάσεις των οικο-
δομικών συνεταιρισμών μπορούν να αναλάβουν να εκτελέσουν ή να ολοκληρώσουν τα έργα τεχνικής υποδομής,
όπως αυτά καθορίζονται στις σχετικές μελέτες έργων, τις πολεοδομικές μελέτες και τα αντίστοιχα προγράμματα
ολοκλήρωσης αυτών. Για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου απαιτείται απόφαση της γενικής συνέλευσης των
μελών του οικοδομικού συνεταιρισμού, καθώς και απόφαση του αρμόδιου συμβουλίου του οικείου Ο.Τ.Α..
4. Στην περίπτωση της παρ. 3 για την κατασκευή των έργων τεχνικής υποδομής επιβάλλεται υπέρ του
οικείου Ο.Τ.Α. η καταβολή χρηματικού ποσού, το οποίο βεβαιώνεται από την αρμόδια υπηρεσία του Ο.Τ.Α.
και εισπράττεται με τη διαδικασία περί είσπραξης δημοσίων εσόδων. Υπόχρεοι σε καταβολή του παραπάνω
χρηματικού ποσού είναι οι ιδιοκτήτες των συνεταιρικών μερίδων, όπως αυτές έχουν υλοποιηθεί από την
εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου, καθώς και οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί που έχουν αδιανέμητες συνε-
ταιρικές μερίδες στην ιδιοκτησία τους. Το ύψος του ποσού αυτού τελεί σε αναλογία με την αξία των έργων
που θα κατασκευαστούν.
5. Για την εφαρμογή των παρ. 3 και 4 απαιτείται οι αρμόδιες υπηρεσίες του οικείου Ο.Τ.Α. να προβούν σε
προκαταρκτική εκτίμηση των έργων τεχνικής υποδομής από οικονομοτεχνική άποψη. Η παραπάνω εκτίμηση
επικυρώνεται με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, η οποία επέχει θέση απόφασης ανάληψης των εν λόγω
έργων υποδομής. Η απόφαση ανάληψης των εν λόγω έργων υποδομής κοινοποιείται αμελλητί με ευθύνη του
Ο.Τ.Α. στις αρμόδιες υπηρεσίες δόμησης, με παραγγελία να μην εκδίδουν άδειες δόμησης για όσο διάστημα
είναι απαραίτητο στους Ο.Τ.Α. προκειμένου να προβούν στη σύνταξη των μελετών για τα έργα υποδομής και
μέχρι την υλοποίηση αυτών κατά την παρ. 8. Οι Ο.Τ.Α. που αναλαμβάνουν την εκπόνηση των μελετών και την
κατασκευή των έργων τεχνικής υποδομής στις οικιστικές περιοχές των οικοδομικών συνεταιρισμών, εντάσσουν
αυτά στους προϋπολογισμούς και τα προγράμματά τους σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
6. Σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 2, η εκτέλεση των έργων υποδομής
υπάγεται στον οικείο Ο.Τ.Α.. Στην περίπτωση αυτή εφαρμόζεται αναλόγως η παρ. 4.
7. Η αρμοδιότητα ελέγχου και εποπτείας των έργων υποδομής (προϋπολογισμός, καλή κατασκευή, πρό-
γραμμα ολοκλήρωσης) ανήκει στην περιφέρεια, στην οποία υπάγεται ο δήμος όπου ο οικοδομικός συνεται-
ρισμός έχει την έκτασή του.
8. Η ολοκλήρωση των έργων υποδομής αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση οικοδομικών αδειών, για
τους οικοδομικούς συνεταιρισμούς που συστάθηκαν μετά από τις 16.4.1987, ημερομηνία δημοσίευσης του
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263582
π.δ. 93/1987 (Α’ 52). Για τους προϋφιστάμενους της 16ης.4.1987 οικοδομικούς συνεταιρισμούς προϋπόθεση
για την έκδοση οικοδομικών αδειών αποτελεί η ολοκλήρωση της χάραξης του οδικού δικτύου, σύμφωνα με
την εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη.
9. Μετά την εκπλήρωση του καταστατικού σκοπού της στέγασης των μελών τους οι οικοδομικοί συνεται-
ρισμοί λύονται με απόφαση του αρμοδίου δικαστηρίου που εκδίδεται κατόπιν αίτησης της περιφέρειας, εκτός
αν εκδοθεί απόφαση της γενικής συνέλευσης των μελών τους, με την οποία επιτρέπεται η λειτουργία τους
για τη διαχείριση των κοινών για δέκα (10) κατ’ ανώτατο όριο έτη. Μετά την πάροδο των δέκα (10) ετών ή του
συντομότερου χρόνου που ορίζεται στην απόφαση της γενικής συνέλευσης, οι εκτάσεις που προορίζονται
για την κατασκευή τεχνικών έργων, καθώς και η ευθύνη συντήρησης των έργων αυτών και των κοινόχρηστων
χώρων, περιέρχονται στους οικείους δήμους. Η παρούσα δεν θίγει υφιστάμενες ειδικές διατάξεις ορισμένων
οικοδομικών συνεταιρισμών.
10. Όσοι οικοδομικοί συνεταιρισμοί αναλάβουν την εκτέλεση των έργων υποδομής στην έκταση τους,
οφείλουν να τα ολοκληρώσουν εντός της προθεσμίας της παρ. 2, διαφορετικά διαλύονται κατόπιν σχετικής
απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου μετά από αίτηση της περιφέρειας και τα έργα αναλαμβάνει ο Ο.Τ.Α..
11. Οι προϋφιστάμενοι της 16ης.1.1984 οικοδομικοί συνεταιρισμοί με εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο
διέπονται από τον ν. 1667/1986 (Α’ 196). Εάν αυτοί δεν έχουν ολοκληρώσει τα έργα υποδομής είτε οι ίδιοι είτε
σύμφωνα με τις παρ. 3 έως 5 μέχρι τις 25.11.2012, την ολοκλήρωση των έργων αναλαμβάνουν αυτοδίκαια
και αποκλειστικά οι οικείοι Ο.Τ.Α..
12. Η απόφαση έγκρισης των διαγραμμάτων εφαρμογής με τη διανομή των οικοπέδων, τον ονομαστικό
πίνακα των αντίστοιχων δικαιούχων μελών και την, αναπόσπαστα συνημμένη στα στοιχεία αυτά, πράξη συμ-
βολαιογραφικής παραχώρησης και μεταβίβασης στον οικείο δήμο των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων
της εγκεκριμένης πολεοδομικής μελέτης οικοδομικών συνεταιρισμών, επέχει θέση πράξης εφαρμογής της
ως άνω πολεοδομικής μελέτης, η οποία, σύμφωνα με την ισχύουσα τοπική αρμοδιότητα, καταχωρίζεται στα
κτηματολογικά βιβλία του οικείου κτηματολογικού γραφείου ή μεταγράφεται στα βιβλία μεταγραφών του
αρμόδιου υποθηκοφυλακείου με επιμέλεια του οικείου οικοδομικού συνεταιρισμού, που ενεργεί τόσο για
ίδιο λογαριασμό, όσο και για λογαριασμό των δικαιούχων μελών του. Με την καταχώριση ή μεταγραφή του
πρώτου εδαφίου επέρχονται όλες οι γεωμετρικές μεταβολές στο ακίνητο, που προβλέπονται στην ως άνω
εγκεκριμένη πολεοδομική μελέτη, καθώς και οι μεταβολές στα εμπράγματα δικαιώματα επί των οικοπέδων
του ακινήτου που περιέρχονται κατά κυριότητα στους δικαιούχους - μέλη του οικοδομικού συνεταιρισμού.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΕΓΚΑΤΑΛΕΛΕΙΜΜΕΝΩΝ, ΜΙΚΡΩΝ ΚΑΙ ΦΘΙΝΟΝΤΩΝ ΟΙΚΙΣΜΩΝ
Άρθρο 100
Ανάδειξη και αναβίωση εγκαταλελειμμένων, μικρών και φθινόντων οικισμών
1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας
εγκρίνονται Ειδικά Σχέδια Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) για την προστασία,
ανάδειξη και αναβίωση των εγκαταλελειμμένων, μικρών και φθινόντων οικισμών της χώρας. Στις οικιστικές
περιοχές των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ.) του άρθρου 21 περιλαμβάνονται τα Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. του
παρόντος Κεφαλαίου. Οι αρμόδιοι δήμοι οφείλουν εντός προθεσμίας ενός (1) έτους να καταθέσουν στο Υπουρ-
γείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ολοκληρωμένο πρόγραμμα δράσης, ανάδειξης και αναβίωσης των ως άνω
οικισμών στο οποίο περιλαμβάνονται η καταγραφή των οικισμών, τα δημόσια αρχιτεκτονικώς ενδιαφέροντα
κτίσματα που χρήζουν αποκατάστασης και ανάδειξης, οι δημόσιοι χώροι που χρήζουν ανάδειξης, καθώς και
προτάσεις ανάδειξης του υφιστάμενου οικιστικού περιβάλλοντος λαμβάνοντας υπόψη τη σύμβαση του τοπίου
και τις διεθνείς συμβάσεις για την προστασία της αρχιτεκτονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς.
Για την έκδοση Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. λαμβάνονται υπόψη τα σχέδια δράσης και καταγραφής κατά τα ανωτέρω.
2. Η βεβαίωση καταλληλότητας του άρθρου 86 εκδίδεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και
Ενέργειας μετά από εισήγηση της Διεύθυνσης Χωροταξίας και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομι-
κών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων.
Άρθρο 101
Εγκαταλελειμμένοι, μικροί και φθίνοντες οικισμοί
1. Για την εφαρμογή του παρόντος ισχύουν οι κατωτέρω ορισμοί:
α) εγκαταλελειμμένος ορίζεται ο οικισμός που εμφανίζεται με μηδενικό πληθυσμό στην απογραφή του
1981 της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) και προϋφίσταται του έτους 1923 και βρίσκεται εντός των
περιοχών της παρ. 3 του άρθρου 83,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3583Τεύχος A’ 88/08.06.2026
β) μικρός και φθίνων ορίζεται ο οικισμός που βρίσκεται εντός των περιοχών της παρ. 3 του άρθρου 83 και
πληροί τις παρακάτω προϋποθέσεις:
βα) κατά την εκάστοτε τελευταία απογραφή της ΕΛΣΤΑΤ εμφανίζει ως μόνιμο πληθυσμό μικρότερο των
εκατόν πενήντα (150) κατοίκων,
ββ) δεν εμφανίζει πληθυσμιακή αύξηση μεγαλύτερη του δέκα τοις εκατό (10%) από την αντίστοιχη απο-
γραφή του μόνιμου πληθυσμού του έτους 1981, και
βγ) προϋφίσταται του έτους 1923 ή έχει οριοθετηθεί με τις ισχύουσες διατάξεις.
2. Για τους εγκαταλελειμμένους οικισμούς της περ. α) της παρ. 1, εφαρμόζεται το άρθρο 102. Για τους
μικρούς και φθίνοντες οικισμούς της περ. β) της παρ. 1, εφαρμόζεται το άρθρο 103.
Άρθρο 102
Βιώσιμη ανάπτυξη εγκαταλελειμμένων οικισμών
1. Σε περίπτωση εγκαταλελειμμένων οικισμών εγκρίνονται Ειδικά Σχέδια Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης
και Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.), εφόσον:
α) Οι εγκαταλελειμμένοι οικισμοί κρίνονται ως αρχιτεκτονικά ενδιαφέροντες, παραδοσιακοί οικισμοί ή
ιστορικοί τόποι και δεν έχουν χαρακτηρισθεί ως γεωλογικά ακατάλληλοι.
β) Αναγνωρίζεται συνεκτικό τμήμα αυτών κατά το άρθρο 231, του οποίου η έκταση είναι ενιαία και έχει
επιφάνεια από δέκα (10) έως πενήντα (50) στρέμματα. Αν το συνεκτικό τμήμα του οικισμού διακόπτεται από
εγκεκριμένες επαρχιακές, δημοτικές ή κοινοτικές οδούς και το κάθε διαιρετό τμήμα αυτού περιλαμβάνει άνω
των δέκα (10) οικοδομών, η έκταση του συνεκτικού τμήματος δύναται να θεωρηθεί ενιαία.
2. Με το Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.:
α) Ορίζεται το όριο του συνεκτικού τμήματος, καθορίζονται οι υφιστάμενοι κοινόχρηστοι χώροι και εγκρίνο-
νται ειδικοί όροι δόμησης, σύμφωνα με την ανάλυση του οικιστικού αποθέματος των υπαρχόντων κτισμάτων
και τα προκύπτοντα (υφιστάμενα) μέσα πολεοδομικά μεγέθη.
β) Μπορεί επιπλέον να καθορίζεται όμορη έκταση ως Περιοχή Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής
Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) υπό τις εξής προϋποθέσεις:
βα) Η όμορη έκταση να έχει ελάχιστη επιφάνεια τριάντα (30) στρεμμάτων και σε καμία περίπτωση να μην
υπερβαίνει το διπλάσιο της έκτασης του συνεκτικού τμήματος.
ββ) Το ενιαίο της έκτασης του συνεκτικού τμήματος και της όμορης προς πολεοδόμηση περιοχής, να έχει
επιφάνεια τουλάχιστον πενήντα (50) στρέμματα και να μην υπερβαίνει τα εκατό (100) στρέμματα.
βγ) Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι ειδικότεροι όροι και προϋποθέσεις πολεοδόμησης του παρόντος
Κεφαλαίου που διέπουν τη διαδικασία πολεοδόμησης με Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α..
3. Για την εφαρμογή της διαδικασίας της περ. α) της παρ. 2, ο αρμόδιος Δήμος υποβάλλει στη Διεύθυνση
Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας τα παρακάτω στοιχεία:
α) Γνωμοδοτήσεις από τις αρμόδιες αρχαιολογικές υπηρεσίες (Εφορείες Αρχαιοτήτων και Υπηρεσίες Νεώτε-
ρων Μνημείων και Τεχνικών Έργων) περί της ύπαρξης ή μη κηρυγμένων ή και οριοθετημένων αρχαιολογικών
χώρων εντός της έκτασης. Οι γνωμοδοτήσεις πρέπει να είναι της τελευταίας τριετίας και να συνοδεύονται
από θεωρημένο τοπογραφικό διάγραμμα κλίμακας ένα προς πεντακόσια (1:500) ή ένα προς χίλια (1:1.000)
εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87.
β) Τοπογραφικό και κτηματογραφικό διάγραμμα σε κλίμακα ένα προς πεντακόσια (1:500) ή ένα προς χίλια
(1:1.000) εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87, το οποίο περιλαμβάνει:
βα) αναγνώριση συνεκτικού τμήματος κατά το άρθρο 231,
ββ) κτηματογραφική αποτύπωση ιδιοκτησιών και κοινόχρηστων χώρων,
βγ) όρια των καθορισμένων υπό προστασία εκτάσεων, που απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν για οικιστι-
κούς σκοπούς (δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, αρχαιολογικοί χώροι, περιοχές προστασίας),
βδ) καταγραφή των δημόσιων, δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων και εγκαταστάσεων που υφίστανται
στον εγκαταλελειμμένο οικισμό, και
βε) στοιχεία Εθνικού Κτηματολογίου (όρια και Κωδικό Αριθμό Εθνικού Κτηματολογίου), εφόσον η έκταση
εντάσσεται σε περιοχή λειτουργίας ή σύνταξης Εθνικού Κτηματολογίου.
γ) Απόσπασμα χάρτη του τυχόν εγκεκριμένου Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίου Χωρικής και
Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Τ.Π.Σ.) ή αντίστοιχου
επιπέδου σχεδιασμού, με σημειωμένη τη θέση και ενδεικτικά τα όρια του προς ρύθμιση οικιστικού συνόλου.
δ) Βεβαίωση από την αρμόδια υπηρεσία του οικείου δήμου, σύμφωνα με τα στοιχεία από το αρχείο του
ότι ο οικισμός δεν έχει χαρακτηριστεί ως κατολισθαίνων και ότι δεν έχουν δοθεί αποζημιώσεις ή δεν έχει
υλοποιηθεί άλλου είδους αποκατάσταση των οικιστών για την εγκατάλειψη αυτού.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263584
ε) Πρόταση για ειδικές ρυθμίσεις όρων δόμησης και χρήσεων γης με σκοπό την ανάδειξη και διατήρηση
αξιόλογων αρχιτεκτονικά κτιρίων μετά από την καταγραφή αξιόλογων πολεοδομικά στοιχείων (ιστός) του
συνεκτικού τμήματος ή άλλων στοιχείων του δομημένου περιβάλλοντος ή του φυσικού περιβάλλοντος.
4. Για την εφαρμογή της διαδικασίας της περ. β) της παρ. 2 οι ενδιαφερόμενοι, κατά την έννοια της παρ. 1
του άρθρου 83 ή και ο αρμόδιος δήμος, υποβάλλουν στη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουρ-
γείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας όλα τα ανωτέρω στοιχεία και επιπλέον για τη χορήγηση βεβαίωσης κα-
ταλληλότητας του άρθρου 86:
α) πράξη χαρακτηρισμού της όμορης προς πολεοδόμηση έκτασης, σύμφωνα με το άρθρο 14 του ν. 998/1979
(Α’ 289) και πιστοποιητικό τελεσιδικίας αυτής ή απόσπασμα κυρωθέντος δασικού χάρτη κατά τα άρθρα 17 ή 19
του ν. 3889/2010 (Α’ 182), ή δασολογίου, από τα οποία να προκύπτει ο χαρακτήρας της έκτασης από πλευράς
υπαγωγής της στη δασική νομοθεσία,
β) τοπογραφικό και υψομετρικό διάγραμμα, το οποίο περιλαμβάνει επιπρόσθετα:
βα) κτηματογραφική αποτύπωση με τα όρια και το εμβαδόν τόσο του συνόλου της προς πολεοδόμηση
έκτασης όσο και των διαιρετών τμημάτων που την απαρτίζουν,
ββ) ειδικά γεωμορφολογικά στοιχεία της έκτασης, όπως γεωλογικά ακατάλληλες περιοχές (όπως αυτές
τυχόν προσδιορίστηκαν από τα συμπεράσματα της γεωλογικής θεώρησης) και κλίσεις εδάφους μεγαλύτερες
του τριάντα πέντε τοις εκατό (> 35%),
βγ) όρια των καθορισμένων υπό προστασία εκτάσεων που απαγορεύεται να χρησιμοποιηθούν για οικι-
στικούς σκοπούς (δάση, δασικές ή αναδασωτέες εκτάσεις, αρχαιολογικοί χώροι, περιοχές προστασίας), και
γ) χάρτη κατάλληλης κλίμακας εξαρτημένο από το κρατικό σύστημα συντεταγμένων ΕΓΣΑ ’87, με ενδείξεις
των ορίων της δημοτικής ενότητας που βρίσκεται η υπό ρύθμιση έκταση, τα όρια της έκτασης, τις προβλε-
πόμενες χρήσεις γης της ευρύτερης περιοχής, τις δυνατότητες εξυπηρετήσεων από συγκοινωνιακά δίκτυα,
δίκτυα ύδρευσης, αποχέτευσης, ηλεκτρισμού και τηλεφώνου, καθώς και τυχόν υφιστάμενες ειδικές χρήσεις
γης μέσα στα όρια της έκτασης και σε ακτίνα χιλίων πεντακοσίων (1.500) μέτρων από τα όρια αυτής (δασικές
εκτάσεις, γη υψηλής παραγωγικότητας, περιοχές μεταλλευτικής ή λατομικής εκμετάλλευσης, βιομηχανικές
εγκαταστάσεις, αρχαιολογικοί χώροι κ.λπ.),
δ) πρόταση καθορισμού οριογραμμών των υδατορεμάτων, σύμφωνα με τον ν. 4258/2014 (Α’ 94),
ε) έκθεση γεωλογικής - γεωτεχνικής καταλληλότητας υπογραφόμενη από δύο (2) ιδιώτες γεωλόγους, οι
οποίοι φέρουν την ευθύνη για την έκθεσή τους. Η έκθεση γεωλογικής - γεωτεχνικής καταλληλότητας θεωρεί-
ται από την υπηρεσία. Η υπηρεσία ή ειδικοί ελεγκτές από μητρώα της υπηρεσίας προβαίνουν σε έλεγχο της
σχετικής μελέτης έως την έγκριση της πράξης της πολεοδομικής μελέτης,
στ) κτηματογραφικό πίνακα ιδιοκτησιών συνοδευόμενο από έκθεση ελέγχου τίτλων υπογραφόμενη από
δύο (2) ιδιώτες δικηγόρους, θεωρημένη από τον οικείο Δικηγορικό Σύλλογο. Ο έλεγχος τίτλων αναφέρεται
στο σχετικό τοπογραφικό διάγραμμα και θεωρείται από την υπηρεσία,
ζ) τεχνική έκθεση με τις αιτούμενες χρήσεις γης, καθώς και τα προγραμματικά μεγέθη για την οικιστική ανά-
πτυξη της έκτασης (πυκνότητα, συντελεστές εκμετάλλευσης, δόμησης κ.λπ.), τα οποία πρέπει να συσχετίζονται
με τα αντίστοιχα προβλεπόμενα από τις κατευθύνσεις του Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή Τ.Π.Σ. ή άλλου αντίστοιχου
επιπέδου σχεδιασμού, κατά τις διατάξεις του Κεφαλαίου Α’ του Τμήματος III του παρόντος Μέρους, καθώς και
ειδική έκθεση χωροταξικής θεώρησης στην οποία περιγράφονται και τεκμηριώνονται οι βασικές χωροθετικές
επιλογές και η ένταξη στον χώρο του σχεδιαζόμενου έργου, ιδίως όσον αφορά τα προτεινόμενα έργα και τις
δραστηριότητες σε συνάρτηση και με τον χαρακτήρα των ομόρων και γειτνιαζουσών περιοχών, την υπάρχουσα
συγκοινωνιακή υποδομή και τις λοιπές εξυπηρετήσεις, τους υφιστάμενους οικισμούς, καθώς και τα βασικά
χωρικά χαρακτηριστικά της ευρύτερης περιοχής, τουλάχιστον στο επίπεδο της οικείας δημοτικής ενότητας.
5. Για την έγκριση των Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. του παρόντος απαιτείται η προηγούμενη γνώμη του Κεντρικού Συμ-
βουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων. Οι διαδικασίες της περ. β) της παρ. 2 δύνανται να
ολοκληρώνονται είτε αυτοτελώς σε δύο (2) διακριτές φάσεις είτε συνολικά με την έκδοση ενός Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α..
Άρθρο 103
Βιώσιμη ανάπτυξη μικρών και φθινόντων οικισμών
1. Σε περίπτωση μικρών και φθινόντων οικισμών, κατά την περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 101, εγκρίνονται
Ειδικά Σχέδια Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) κατά τα οριζόμενα στο παρόν.
2. Με την έγκριση Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. καθορίζονται πλησίον των μικρών και φθινόντων οικισμών και ζώνες - υπο-
δοχείς οικοδομικών συνεταιρισμών - ιδιωτών σε:
α) δημόσιες χορτολιβαδικές και βραχώδεις εκτάσεις των περ. β) και γ) της π αρ. 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979
(Α’ 289), για τις οποίες δεν απαγορεύεται η δόμηση και τις οποίες διαχειρίζονται οι αρμόδιες Δασικές Υπηρεσίες,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3585Τεύχος A’ 88/08.06.2026
β) εκτάσεις ακινήτων ιδιοκτησίας του Δημοσίου ή των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή των
νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή
γ) ιδιωτικές εκτάσεις με τις επιφυλάξεις του παρόντος, με τις εξής προϋποθέσεις:
i) Η απόστασή τους από τους παραπάνω μικρούς και φθίνοντες οικισμούς να μην υπερβαίνει τα τρία (3)
χιλιόμετρα. Λαμβάνονται ως αρχή τα εγκεκριμένα όρια των οικισμών ή τα όρια που υποδεικνύονται από την
αρμόδια Υπηρεσία Δόμησης, εφόσον δεν υφίστανται εγκεκριμένα όρια για τους οικισμούς προ του 1923.
Ειδικά αν οι υπάρχοντες οικισμοί έχουν χαρακτηριστεί ως παραδοσιακοί, η απόσταση των ζωνών πρέπει να
μην υπερβαίνει τα τρία (3) χιλιόμετρα και να απέχει τουλάχιστον ένα (1) χιλιόμετρο από αυτούς.
ii) Η φυσική και λειτουργική τους συνέχεια να εξασφαλίζεται με τους υφιστάμενους οικισμούς.
iii) Οι ζώνες - υποδοχείς να απέχουν κατ’ ελάχιστο απόσταση πέντε (5) χιλιομέτρων από οικισμούς, οι οποίοι
κατά την εκάστοτε τελευταία απογραφή της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) εμφανίζουν ως μόνιμο
πληθυσμό μεγαλύτερο των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων.
iv) Σε κάθε περίπτωση, δεν δύναται να χωροθετηθεί ανά Περιφερειακή Ενότητα αριθμός οικισμών που
υπερβαίνει το δέκα τοις εκατό (10%) του συνολικού αριθμού των υφιστάμενων οικισμών στη συγκεκριμένη
γεωγραφική ενότητα, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ.
v) Η προς πολεοδόμηση έκταση να έχει πρόσβαση από υφιστάμενη διαμορφωμένη οδό η οποία έχει τεθεί
σε κοινή χρήση πέραν των είκοσι (20) ετών και έχει πλάτος τουλάχιστον τέσσερα (4) μέτρα. Τα γεωμετρικά
χαρακτηριστικά της υφιστάμενης οδού μπορεί να διαμορφωθούν σε μέγεθος που εξυπηρετεί τις ανάγκες
του νέου οικισμού. Οι αποζημιώσεις των παρόδιων ιδιοκτητών συντελούνται με ευθύνη του οικείου Ο.Τ.Α. και
βαρύνουν τον επισπεύδοντα ιδιώτη ή οικοδομικό συνεταιρισμό.
vi) Να απέχουν πέραν των διακοσίων (200) μέτρων από την ακτογραμμή, εκτός των περιπτώσεων που έχει
καθοριστεί γραμμή αιγιαλού, παραλίας, όχθης και παρόχθιας ζώνης, οπότε εφαρμόζονται οι οικείες διατάξεις
για την απόσταση που πρέπει να τηρείται.
vii) Ο μικρός και φθίνων οικισμός πλησίον του οποίου οριοθετείται η ζώνη - υποδοχέας να μην έχει οριστεί
ως γεωλογικά ακατάλληλος για δόμηση (ιδίως κατολισθαίνων - σεισμικά ρήγματα κ.λπ.).
viii) Να προβλέπεται εκ των μελετών η δυνατότητα εξυπηρέτησης από βασικά δίκτυα υποδομών (ιδίως,
Δ.Ε.Η., ύδρευση κ.λπ.).
ix) Το μέγεθος του νέου οικισμού να μην υπερβαίνει τα τριακόσια (300) στρέμματα.
x) Για μικρούς και φθίνοντες οικισμούς έως πενήντα (50) κατοίκους το μέγεθος του νέου οικισμού να μην
υπερβαίνει τα εκατό (100) στρέμματα.
xi) Για μικρούς και φθίνοντες οικισμούς έως εκατό (100) κατοίκους το μέγεθος του νέου οικισμού να μην
υπερβαίνει τα διακόσια (200) στρέμματα.
3. Πέραν των ανωτέρω, πλησίον μικρών και φθινόντων οικισμών και όχι σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός
(1) χιλιομέτρου επιτρέπονται η χωροθέτηση και η πολεοδόμηση κατά τις διατάξεις των Περιοχών Περιβαλλο-
ντικής Αναβάθμισης και Ιδιωτικής Πολεοδόμησης (Π.Π.Α.Ι.Π.) των άρθρων 83 έως 88, υπό τις προϋποθέσεις
των παρ. 1 και 2 του παρόντος και αποκλειστικά σε επιφάνεια μέχρι εκατό (100) στρεμμάτων.
4. Εφόσον έχει χωροθετηθεί Περιοχή Ειδικά Ρυθμιζόμενης Πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.ΠΟ.) κατά το άρθρο 24 του
ν. 2508/1997 ( Α’ 124) σε απόσταση μέχρι τριών (3) χιλιομέτρων από μικρούς και φθίνοντες οικισμούς επιτρέ-
πεται και η έγκριση Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. κατά το παρόν και αποκλειστικά σε επιφάνεια μέχρι εκατό (100) στρεμμάτων.
Άρθρο 104
Έγκριση πολεοδομικής μελέτης των Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και
Ανάπτυξης
Η πολεοδόμηση των εκτάσεων εντός Ειδικού Σχεδίου Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης
(Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) γίνεται με βάση ειδική πολεοδομική μελέτη, η οποία εκπονείται με πρωτοβουλία και δαπάνη
των ενδιαφερομένων και εγκρίνεται με την έκδοση του Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. κατά το παρόν Κεφάλαιο. Η πολεοδομική
μελέτη εκπονείται υπό την εποπτεία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Άρθρο 105
Επιτρεπόμενες χρήσεις γης - Υποχρεώσεις κατά την έγκριση Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής
Αναβάθμισης και Ανάπτυξης
1. Οι οικοδομικοί συνεταιρισμοί και ιδιώτες υποχρεούνται με την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης να
παραχωρήσουν ή να υλοποιήσουν έργα χωρίς αποζημίωση προς τον οικείο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης
σε ποσοστό τουλάχιστον πενήντα τοις εκατό (50%) της πολεοδομούμενης έκτασης, ως εξής:
α) Κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους εντός του υπό ίδρυση οικισμού που θα προβλέπονται από την
πολεοδομική μελέτη και σε ελάχιστο ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της πολεοδομούμενης έκτασης.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263586
Η επιθυμητή κατηγορία των χρήσεων αυτών και το επιθυμητό ποσοστό τους ανά χρήση καθορίζονται με τις
προδιαγραφές εκπόνησης των πολεοδομικών μελετών.
β) Ποσοστό έως είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της πολεοδομούμενης έκτασης χωροθετείται σε χρήσεις
ή μετατρέπεται σε ειδική χρηματική εισφορά για έργα αναβάθμισης κοινοχρήστων - κοινωφελών χρήσεων
και χώρων και κτιρίων ειδικών χρήσεων τα οποία προτάσσονται κατ’ αντιστοιχία στον γειτονικό υφιστάμενο
οικισμό. Η ειδική χρηματική εισφορά κατατίθεται στον αρμόδιο δήμο και εγγράφεται σε ειδικό λογαριασμό
αποκλειστικά για τα έργα της παρούσας με την αναφορά του μικρού και φθίνοντα οικισμού. Ως έργο προ-
τεραιότητας αναβάθμισης θεωρείται το έργο για τη σύνδεση με τον βιολογικό καθαρισμό, σύμφωνα με την
εκπονηθείσα μελέτη. Με το ίδιο διάταγμα της έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης και του Ειδικού Σχεδίου
Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) δύναται να καθορίζονται ειδικές χρήσεις γης στον
γειτονικό οικισμό. Πέραν των οριζομένων έργων, ποσό από την ειδική χρηματική των Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. εισφορά
διατίθεται για την αποκατάσταση και ανάδειξη των δημοσίων κτιρίων, καθώς και για την εκπόνηση μελετών
ανάδειξης και προστασίας της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και του τοπίου της περιοχής σύμφωνα με τις
οικείες διατάξεις.
2. Οι χρήσεις που προτείνονται από την πολεοδομική μελέτη και χωροθετούνται στους μικρούς και φθί-
νοντες οικισμούς εξαρτώνται κατά κύριο λόγο από τις ανάγκες του οικισμού και καλύπτουν παράλληλα και
τις ανάγκες των οικιστών στον νέο οικισμό.
3. Σε κάθε περίπτωση, από την πρόταση της πολεοδομικής μελέτης εξασφαλίζεται η πολεοδομική σύνδεση
του νέου οικισμού με τον μικρό και φθίνοντα οικισμό, καθώς και η λειτουργία βιολογικού καθαρισμού και για
τους δύο (2) οικισμούς.
4. Οι απαιτούμενες ειδικές χρήσεις κατά τις γενικές διατάξεις ιδιωτικής πολεοδόμησης για τη λειτουργία
του υπό ίδρυση οικισμού χωροθετούνται αποκλειστικά στον υφιστάμενο οικισμό.
5. Στον υπό ίδρυση οικισμό προβλέπονται μόνον οι εξής χρήσεις:
α) οικοδομήσιμοι χώροι αποκλειστικά κατοικίας,
β) κύριες οδοί, οδοί ήπιας κυκλοφορίας και πεζόδρομοι σε ποσοστό από δεκαπέντε τοις εκατό (15%) έως
δεκαοκτώ τοις εκατό (18%) της πολεοδομούμενης έκτασης ανάλογα με τη μορφολογία του εδάφους,
γ) αμιγείς χώροι πρασίνου,
δ) παιδικές χαρές,
ε) υπαίθριοι χώροι άθλησης,
στ) εμπορικά καταστήματα πολύ μικρής κλίμακας, για την κάλυψη των καθημερινών αναγκών των οικι-
στών, με την προϋπόθεση ότι το μέγεθός τους θα κυμαίνεται από μηδέν κόμμα είκοσι (0,20) έως μηδέν κόμμα
τριάντα (0,30) τετραγωνικά μέτρα ανά κάτοικο.
6. Οι υπόλοιπες ανάγκες των οικιστών σε χώρους ειδικών χρήσεων καλύπτονται από τις υπάρχουσες υπο-
δομές στον υφιστάμενο οικισμό ή ελλείψει αυτών με την πρόταση χωροθέτησης αυτών των χρήσεων εντός
του υφιστάμενου οικισμού.
Άρθρο 106
Πολεοδομική μελέτη - Όροι και περιορισμοί δόμησης - Μορφολογικοί κανόνες
1. Για τη διαδικασία έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης
και Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) καθορίζονται ειδικοί μορφολογικοί κανόνες και κατευθύνσεις, που επιβάλλονται
και εξαρτώνται από την αρχιτεκτονική φυσιογνωμία του υφιστάμενου οικισμού.
2. Για τις περιπτώσεις ανταλλαγής εκτάσεων και ζωνών συγκέντρωσης δόμησης - υποδοχής δεν απαιτείται
προηγουμένως η χορήγηση βεβαίωσης καταλληλότητας της έκτασης από την αρμόδια υπηρεσία του Υπουρ-
γείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας εφόσον αυτή έχει κριθεί στο στάδιο χορήγησης του τίτλου ανταλλαγής
και της έγκρισης του Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α. κατά το παρόν Κεφάλαιο.
3. Αμέσως μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης, οι ιδιοκτήτες της έκτασης προβαίνουν στην εκτέ-
λεση των έργων διαμόρφωσης του χώρου, καθώς και στην εκτέλεση των έργων υποδομής, όπως αυτά προ-
βλέπονται από την πολεοδομική μελέτη στον μικρό και φθίνοντα οικισμό και στον υπό ίδρυση οικισμό. Στη
συνέχεια προβαίνουν στη σύνταξη των κτιριακών μελετών και την εκτέλεση των οικοδομικών έργων στους
διαμορφούμενους οικοδομήσιμους χώρους, σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη.
Άρθρο 107
Πολεοδομικά κίνητρα αναζωογόνησης των μικρών και φθινόντων οικισμών
1. Για την αναζωογόνηση των μικρών και φθινόντων οικισμών της χώρας καθορίζονται ειδικά κίνητρα
πολεοδόμησης:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3587Τεύχος A’ 88/08.06.2026
α) Εφόσον η μορφή των κτιρίων προσεγγίζει τη μορφή των κτιρίων του υφιστάμενου οικισμού επιτρέ-
πεται η αύξηση του καθοριζόμενου συντελεστή δόμησης κατά μηδέν κόμμα μηδέν πέντε (0,05) μετά από
έγκριση του αρμόδιου Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, με την προϋπόθεση ότι τα κτίρια κατατάσσονται στην
κατηγορία Α’ ως προς την ενεργειακή τους κατανάλωση δεν θίγεται ο αντίστοιχος μέσος συντελεστής δό-
μησης του Γενικού Πολεοδομικού Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) ή Σχεδίου Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής
Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή ο προβλεπόμενος συντελεστής από το Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Τ.Π.Σ.) ή από
σχέδιο αντίστοιχου επιπέδου.
β) Μετά από απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας κατόπιν γνωμοδότησης του Κεντρικού
Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων επιτρέπεται ως κίνητρο η αύξηση του συντελεστή
δόμησης κατά μηδέν κόμμα δέκα (0,10) εφόσον πέραν των οριζόμενων προδιαγραφών της μελέτης προτείνεται:
βα) μείωση οδικού δικτύου οχημάτων και χωροθέτηση θέσεων στάθμευσης,
ββ) σχεδιασμός κτιρίων με περιβαλλοντικά κριτήρια, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 222,
βγ) οργανωμένη δόμηση με εσωτερικούς ακάλυπτους χώρους, πλακόστρωτα κ.λπ.,
βδ) χωροθέτηση οργανωμένων ποδηλατοδρόμων, μονοπατιών,
βε) δημιουργία αθλητικών χώρων και χώρων πρασίνου.
2. Σε κάθε περίπτωση, ο μέσος συντελεστής δόμησης δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος από τον μέσο συ-
ντελεστή δόμησης του ισχύοντος Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή τον προβλεπόμενο συντελεστή από το Τ.Π.Σ..
Άρθρο 108
Ιδιωτικές εκτάσεις - Ζώνες συγκέντρωσης δόμησης οικοδομικών συνεταιρισμών
1. Με την έγκριση Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) κατά το
άρθρο 103 πολεοδομούνται ιδιωτικές εκτάσεις, εκτάσεις ακινήτων ιδιωτικής περιουσίας νομικών προσώπων
δημοσίου δικαίου και νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου πλησίον μικρών και φθινόντων οικισμών και
τμήμα αυτών μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης και ως οργανωμένα οικόπεδα αποδίδονται δια
ανταλλαγής σε οικοδομικούς συνεταιρισμούς ως ζώνες συγκέντρωσης δόμησης οικοδομικών συνεταιρισμών.
2. Η πολεοδόμηση των περιοχών αυτών πραγματοποιείται κατά τα άρθρα 103 έως 107 και υπό τους πρό-
σθετους όρους και προϋποθέσεις:
α) Οι ιδιωτικές εκτάσεις, πέραν των προϋποθέσεων του άρθρου 103, να καλύπτουν επιφάνεια ίση ή μεγα-
λύτερη των εκατό (100) στρεμμάτων.
β) Αν η δαπάνη της μελέτης κατασκευής και εκτέλεσης όλων των έργων υποδομής της περιοχής βαρύνει
τον παρέχοντα, σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη, ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%) των οικοδομήσιμων
τμημάτων της πολεοδομούμενης έκτασης να αποδίδεται στην Ψηφιακή Τράπεζα Γης ως ζώνη συγκέντρωσης
δικαιωμάτων δόμησης οικοδομικών συνεταιρισμών. Το υπόλοιπο ποσοστό, ήτοι εξήντα τοις εκατό (60%), να
παραμένει στον παρέχοντα με ελεύθερο το δικαίωμα μεταβίβασης προς τρίτους υπό τις προϋποθέσεις του
παρόντος Κεφαλαίου.
γ) Αν η δαπάνη της εκτέλεσης των έργων υποδομής της περιοχής δεν βαρύνει εξ ολοκλήρου τον παρέχοντα,
σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη, ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%) των οικοδομήσιμων τμημάτων της
πολεοδομούμενης έκτασης να αποδίδεται στην Τράπεζα Γης ως ζώνη συγκέντρωσης δικαιωμάτων δόμησης
οικοδομικών συνεταιρισμών. Το υπόλοιπο ποσοστό, ήτοι σαράντα τοις εκατό (40%), παραμένει στον παρέ-
χοντα με ελεύθερο το δικαίωμα μεταβίβασης προς τρίτους υπό τις προϋποθέσεις του παρόντος Κεφαλαίου.
Στην περίπτωση αυτή ο παρέχων βαρύνεται με τη δαπάνη της μελέτης κατασκευής όλων των έργων
υποδομής της περιοχής και τη δαπάνη εκτέλεσης των έργων υποδομής για την περιοχή που παραμένει σε
αυτόν, σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη. Στην ως άνω μερική εκτέλεση έργων υποδομής περιλαμβάνεται
υποχρεωτικά η κατασκευή των εγκαταστάσεων του βιολογικού καθαρισμού.
δ) Κατά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης να καθορίζονται, σύμφωνα με το ανωτέρω ποσοστό τα
οικοδομήσιμα τμήματα της πολεοδομούμενης έκτασης που περιέχονται στον παρέχοντα την έκταση για τη
δημιουργία ζώνης συγκέντρωσης δικαιωμάτων δόμησης οικοδομικών συνεταιρισμών, καθώς και τα απαιτού-
μενα έργα υποδομής που αντιστοιχούν στην έκταση πολεοδόμησης. Στην πράξη έγκρισης της πολεοδομικής
μελέτης αναφέρεται ο χρόνος ολοκλήρωσης των βασικών κοινόχρηστων έργων υποδομής κατά φάσεις, που
αντιστοιχούν σε τμήματα έκτασης επιφάνειας ίσης ή μεγαλύτερης των πενήντα (50) στρεμμάτων το καθένα.
Στην περίπτωση αυτή οι διατάξεις για τη μεταβίβαση σε τρίτους ισχύουν για κάθε τμήμα και φάση χωριστά.
ε) Μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης τα όρια των πολεοδομημένων εκτάσεων και οι όροι δόμησης
αυτών καταχωρίζονται στη βάση δεδομένων της Ψηφιακής Τράπεζας Γης προκειμένου για την ανταλλαγή ή
κάθε πράξη κατά τα οριζόμενα στο Κεφάλαιο Γ’ του Τμήματος ΙΙ του Μέρους Β’.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263588
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ Δ’, Ε’ ΚΑΙ
ΣΤ’ ΤΜΗΜΑΤΟΣ VII ΜΕΡΟΥΣ Α’
Άρθρο 109
Μεταβατικές διατάξεις
1. Σε εκκρεμείς διαδικασίες για την πολεοδόμηση εκτάσεων, για τις οποίες έχει εκδοθεί βεβαίωση της παρ. 6
του άρθρου 24 του ν. 2508/1997 (Α’ 124), η βεβαίωση αυτή ισχύει έως τις 31.12.2024, υπό την προϋπόθεση ότι
εντός τριετίας από την έκδοσή της έχει υποβληθεί προς έγκριση η πολεοδομική μελέτη.
2. Το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης παρατείνεται κατά πέντε (5) έτη σε περίπτωση που, εντός δεκαετίας
από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της απόφασης έγκρισης Γενικών Κατευθύνσεων της
παρ. 3 του άρθρου 24 του ν. 2508/1997, δεν έχουν καθοριστεί και πολεοδομηθεί ως Περιοχές Ειδικά Ρυθμι-
ζόμενης Πολεοδόμησης (Π.Ε.Ρ.ΠΟ.) τα προβλεπόμενα με αυτή μέγιστα εμβαδά των εδαφικών εκτάσεων. Η
σχετική βεβαίωση της παρ. 6 του άρθρου 24 του ν. 2508/1997 χορηγείται εντός της πενταετίας για αιτήματα
που υποβάλλονται εντός δύο (2) ετών από τη λήξη της δεκαετίας.
3. Σε περίπτωση που εντός του χρονικού διαστήματος της δεκαετίας ή της προβλεπόμενης παράτασης των
πέντε (5) ετών εγκριθεί Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Ανάπτυξης Ανοικτής
Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) για την περιοχή, παύει η ισχύς της απόφασης έγκρισης Γενικών Κατευθύνσεων και η βεβαίωση
της παρ. 6 του άρθρου 24 του ν. 2508/1997 χορηγείται, σύμφωνα με τις σχετικές προβλέψεις των σχεδίων αυτών.
4. Εκτάσεις οικοδομικών συνεταιρισμών σε περιοχές όπου δεν έχει εγκριθεί Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π. ή Μελέτη
Γενικών Κατευθύνσεων εντάσσονται στις διαδικασίες του παρόντος Κεφαλαίου και πολεοδομούνται με τη
διαδικασία ιδιωτικής πολεοδόμησης μόνον, εφόσον έχουν προβλεφθεί και επιτρέπεται η πολεοδόμηση σε
εγκεκριμένη Ζώνη Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.) κατά το άρθρο 250. Σε αυτή την περίπτωση εγκρίσεις των
αρμοδίων υπηρεσιών και βεβαιώσεις που έχουν εκδοθεί την τελευταία δεκαετία δεν απαιτείται να εκδοθούν
εκ νέου και ισχύουν για τη διαδικασία έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης. Στις περιπτώσεις της παρούσας
πέραν των λοιπών δικαιολογητικών υποβάλλεται ειδική μελέτη πληθυσμιακών κριτηρίων από την οποία
αποδεικνύεται ότι η προτεινόμενη πληθυσμιακή χωρητικότητα της έκτασης πολεοδόμησης δεν έρχεται σε
αντίθεση με το ισχύον πλαίσιο χωροταξικού σχεδιασμού.
5. Το άρθρο 88 ισχύει και στις περιπτώσεις αιτημάτων που προωθούνται με τις διαδικασίες του άρθρου
24 του ν. 2508/1997. Για το μέρος της εισφοράς που δεν έχει καταβληθεί εφαρμόζεται το παρόν Κεφάλαιο.
6. Με απόφαση Δημοτικού Συμβουλίου δύναται να μεταβιβάζονται οι χώροι ειδικών χρήσεων στους υπάρ-
χοντες οικοδομικούς συνεταιρισμούς.
7. Στις περιπτώσεις που έχει υποβληθεί αίτημα για την έκδοση βεβαίωσης του άρθρου 24 του ν. 2508/1997
πριν από τη δημοσίευση του ν. 4280/2014 (Α’ 159) και η βεβαίωση δεν έχει εκδοθεί, εφαρμόζονται η περ. θ)
της παρ. 1 και η παρ. 2 του άρθρου 86. Στις περιπτώσεις αυτές δεν απαιτείται η υποβολή νέου αιτήματος παρά
μόνον η συμπλήρωση όσων στοιχείων είναι αναγκαία για την εφαρμογή των ανωτέρω. Στις περιπτώσεις που
έχει εκδοθεί η βεβαίωση του άρθρου 24 του ν. 2508/1997, η λοιπή διαδικασία διέπεται από το παρόν Κεφάλαιο.
8. Οι γενικές κατευθύνσεις του άρθρου 24 του ν. 2508/1997 δύνανται εφεξής να εκπονούνται σε επίπεδο
Καλλικρατικού Δήμου με τις ίδιες τεχνικές προδιαγραφές και εγκρίνονται με απόφαση του γραμματέα απο-
κεντρωμένης διοίκησης.
Άρθρο 110
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται:
α) Οι ειδικότερες προδιαγραφές της πολεοδομικής μελέτης κατά το άρθρο 85.
β) Η εξειδίκευση των στοιχείων σχετικά με τα δικαιολογητικά που προσκομίζονται για την έκδοση βεβαί-
ωσης καταλληλότητας του άρθρου 86.
γ) Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 1 του άρθρου 86 και της παρ. 4 του άρθρου 102,
σχετικά με τη διαδικασία ελέγχου των γεωλογικών - γεωτεχνικών μελετών από ειδικούς ελεγκτές γεωλόγους και
τη σύσταση σχετικού μητρώου, στο οποίο δύναται να μετέχουν και υπάλληλοι άλλων υπηρεσιών υπαγόμενων
στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
δ) Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τον έλεγχο ολοκλήρωσης των έργων υποδομής κατά το άρθρο 87.
ε) Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη σύσταση και λειτουργία της τριμελούς επιτροπής που προβλέπεται
στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 89.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3589Τεύχος A’ 88/08.06.2026
στ) Η διαδικασία κατάρτισης και έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης, τα όργανα που γνωμοδοτούν σχετικά
με αυτήν, Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλοι ενδιαφερόμενοι οργανισμοί ή σύλλογοι, τα σχετικά με
την ενημέρωση του κοινού, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του άρθρου 90.
ζ) Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια και σχετικό θέμα για την εφαρμογή της καταγραφής των ζωνών - υποδοχέων
του άρθρου 96.
η) Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τα δικαιολογητικά που προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 102.
θ) Οι προδιαγραφές της πολεοδομικής μελέτης των Ειδικών Σχεδίων Περιβαλλοντικής Αναβάθμισης και
Ανάπτυξης (Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.) κατά το άρθρο 104.
ι) Το είδος των απαιτούμενων γενικών ή ειδικών μελετών, ιδίως γεωλογικών ή υδραυλικών μελετών που
θα κριθεί ότι απαιτούνται για την προστασία των οικισμών και της ευρύτερης περιοχής τους από φυσικούς
και ανθρωπογενείς κινδύνους και γενικά ό,τι αφορά την εκπόνηση, τον έλεγχο και εφαρμογή αυτών κατά το
άρθρο 106.
ια) Κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την ανάπτυξη και λειτουργία των πληροφοριακών συστημάτων
που προβλέπονται στο άρθρο 93.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών
καθορίζονται:
α) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τη διαδικασία και τον τρόπο υπολογισμού, επιβολής, είσπραξης και
απόδοσης του προστίμου, που προβλέπεται στην παρ. 11 του άρθρου 87,
β) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με τη διαδικασία και τον τρόπο εκτίμησης της αξίας της έκτασης και
τον υπολογισμό του ειδικού ανταλλάγματος, όπως προβλέπεται στην παρ. 7 του άρθρου 97,
γ) κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετικά με την εφαρμογή της ειδικής χρηματικής εισφοράς εντός Ε.Σ.ΠΕΡ.Α.Α.,
που προβλέπεται στην παρ . 1 του άρθρου 105.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Πολιτισμού ή και άλλου συναρ-
μόδιου Υπουργού καθορίζονται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου
93, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά στοιχεία, καθώς και η διαδικασία έγκρισης και έκδοσης γνωμοδοτήσεων
ηλεκτρονικά.
4. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και των συναρμόδιων υπουργών κα-
θορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για τις υπηρεσίες και τους φορείς διαχείρισης των εκτάσεων που χαρα-
κτηρίζονται ως προστατευόμενες περιοχές και προβλέπονται στο άρθρο 89.
ΜΕΡΟΣ Β’
ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ
ΤΜΗΜΑ I
ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΛΟΙΠΕΣ ΣΥΝΑΦΕΙΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΑΣΤΙΚΕΣ ΑΝΑΠΛΑΣΕΙΣ
Άρθρο 111
Ορισμοί - Περιοχές αναπλάσεων - Απαιτούμενα στοιχεία
1. Ανάπλαση περιοχής είναι το σύνολο των κατευθύνσεων, μέτρων, παρεμβάσεων και διαδικασιών πολε-
οδομικού, κοινωνικού, οικονομικού, οικιστικού και ειδικού αρχιτεκτονικού χαρακτήρα, που προκύπτουν από
σχετική μελέτη και που αποσκοπούν κυρίως στη βελτίωση των όρων διαβίωσης των κατοίκων, τη βελτίωση
του δομημένου περιβάλλοντος, την προστασία και ανάδειξη των πολιτιστικών, ιστορικών, μορφολογικών και
αισθητικών στοιχείων και χαρακτηριστικών της περιοχής.
2. Περιοχές ανάπλασης είναι εκείνες οι περιοχές των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οριοθετημένων
οικισμών, στις οποίες διαπιστώνονται προβλήματα υποβάθμισης ή αλλοίωσης του οικιστικού περιβάλλοντος
που δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν μόνο με τις συνήθεις πολεοδομικές διαδικασίες της αναθεώρησης του
σχεδίου πόλεως και των όρων και περιορισμών δόμησης. Η περιοχή ανάπλασης μπορεί να περιλαμβάνει μία
(1) ή περισσότερες πολεοδομικές ενότητες ή τμήματα πολεοδομικών ενοτήτων.
3. Για να χαρακτηριστεί μία περιοχή ως περιοχή ανάπλασης πρέπει να συντρέχουν τουλάχιστον οι περισ-
σότερες από τις παρακάτω κατηγορίες προβλημάτων:
α) Μεγάλες κτιριακές πυκνότητες ή μεγάλες ελλείψεις κοινόχρηστων χώρων και χώρων για κοινωφελείς
εγκαταστάσεις.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263590
β) Συγκρούσεις χρήσεων γης ή ανάγκη ριζικής αναδιάρθρωσης των χρήσεων της, ανάλογα με τις δυνατό-
τητες και προοπτικές της περιοχής.
γ) Έλλειψη προστασίας και ανάδειξης των ιστορικών, αρχαιολογικών και πολιτιστικών στοιχείων και δρα-
στηριοτήτων της περιοχής.
δ) Εντεινόμενη υποβάθμιση της αισθητικής και εν γένει της ποιότητας του δομημένου περιβάλλοντος της
περιοχής και των φυσικών της στοιχείων.
ε) Σοβαρά προβλήματα στο απόθεμα κατοικιών.
4. Στις περιπτώσεις που η περιοχή ανάπλασης δεν ορίζεται από το αντίστοιχο Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο
(Γ.Π.Σ.), Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.) ή Ρυθμιστικό Σχέδιο, μπορεί
να καθοριστεί με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα
της Κυβερνήσεως, εφόσον η ανάπλαση εναρμονίζεται με τις βασικές κατευθύνσεις του σχεδίου αυτού.
5. Ανάλογα με την ένταση της πολεοδομικής επέμβασης ιδίως στους οικοδομήσιμους χώρους της περιοχής,
οι αναπλάσεις μπορούν να έχουν το παρακάτω περιεχόμενο και μορφή:
α) Ανασυγκρότηση δομημένης περιοχής ή και μεμονωμένου οικοδομικού τετραγώνου, η οποία κατά τις δι-
αδικασίες του άρθρου 117 συνεπάγεται την αναδόμηση του μεγαλύτερου τουλάχιστον τμήματος της περιοχής.
β) Βελτίωση οικοδομήσιμων και κοινόχρηστων χώρων της περιοχής με επεμβάσεις στην εσωτερική δι-
αρρύθμιση, στις χρήσεις, στις όψεις των κτιρίων, σε συμπληρωματικό εξοπλισμό τους με τους αναγκαίους
χώρους και δίκτυα, στη διαμόρφωση, ενοποίηση και αισθητική αναβάθμιση των κοινοχρήστων χώρων, και
των ακάλυπτων χώρων των οικοδομικών τετραγώνων (Ο.Τ.), κατασκευή των αναγκαίων υποδομών ή άλλων
παρόμοιων βελτιώσεων.
γ) Βελτίωση της λειτουργίας του εξοπλισμού της μορφής και αισθητικής των κοινοχρήστων χώρων, κοινω-
φελών εγκαταστάσεων και ακάλυπτων χώρων του Ο.Τ..
6. Στις περ. α) και β) της παρ . 5, για τις οποίες διαπιστώνεται η ανάγκη συνδυασμού έργου ανάπλασης με
την κάλυψη στεγαστικών αναγκών της περιοχής ή της ευρύτερης ζώνης όπου ανήκει η περιοχή ανάπλασης,
η ανάπλαση μπορεί να έχει τον χαρακτήρα «Κοινωνικού Στεγαστικού Έργου Ανάπλασης».
7. Για την ανάπλαση μίας περιοχής απαιτούνται:
α) προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης σύμφωνα με το άρθρο 112,
β) πρόγραμμα ανάπλασης σύμφωνα με το άρθρο 113,
γ) πολεοδομική μελέτη ανάπλασης ή σχετικές ειδικές μελέτες σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 114.
8. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυ-
βερνήσεως, καθορίζονται οι προδιαγραφές της προκαταρκτικής πρότασης και των μελετών, οι οποίες μπορεί
να διαφοροποιούνται κατά κατηγορία περιοχών ή τρόπους ανάπλασης.
Άρθρο 112
Προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης
1. Η κατά την περ. α) της παρ. 7 του άρθρου 111 προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης περιέχει τουλάχιστον:
α) Τοπογραφικό διάγραμμα υπό κατάλληλη κλίμακα με τα όρια της προτεινόμενης προς ανάπλαση περιοχής.
β) Τα συγκεκριμένα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι συντρέχουν για την περιοχή αυτή οι προϋποθέσεις
της παρ. 3 του άρθρου 111.
γ) Τον τρόπο ή περισσότερους εναλλακτικώς προτεινόμενους τρόπους ανάπλασης και πρόβλεψη για τις
συνέπειες της ανάπλασης. Εάν προταθούν περισσότεροι εναλλακτικοί τρόποι ανάπλασης, τα στοιχεία της
περ. δ) πρέπει να αναφέρονται για κάθε έναν από τους τρόπους αυτούς και να συνοδεύονται από συγκριτικές
εκτιμήσεις.
δ) Στοιχεία ή προκαταρκτικό σχέδιο του προγράμματος ανάπλασης που να περιλαμβάνει τουλάχιστον
εκτίμηση του συνολικού κόστους της ανάπλασης, πρόταση για τον τρόπο χρηματοδότησης, τις υποχρεώσεις
των διοικητικών ακινήτων της περιοχής και τυχόν άλλων ενδιαφερομένων ιδιωτών, δημόσιων υπηρεσιών και
οργανισμών δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου και χρονοδιάγραμμα εκτέλεσης του προγράμματος ανάπλασης.
Για τις περιπτώσεις έργων της παρ. 6 του άρθρου 111 απαιτούνται, επιπλέον, συστηματικά απογραφικά
στοιχεία για τα στεγαστικά, κοινωνικά και οικονομικά χαρακτηριστικά των οικιστών της περιοχής, εκτίμηση για
την κατανομή και το ύψος των απαιτουμένων επιδοτήσεων και εν γένει ενισχύσεων που προβλέπει το κοινωνικό
στεγαστικό πρόγραμμα, τους όρους και τις προϋποθέσεις των παροχών και τις υποχρεώσεις και συνέπειες
που απορρέουν και τέλος, προκαταρκτική μελέτη οικονομικής εφικτότητας και σκοπιμότητας του έργου, όπου
τεκμηριώνονται οι τυχόν προβλεπόμενες πωλήσεις και άλλα έσοδα με κατάλληλες μελέτες κτηματαγοράς.
ε) Υπόδειξη του φορέα που θα έχει την ευθύνη παρακολούθησης της εκτέλεσης του προγράμματος ανά-
πλασης.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3591Τεύχος A’ 88/08.06.2026
στ) Για περιπτώσεις περιοχών ανασυγκρότησης του άρθρου 117, καθώς και έργων ανάπλασης της παρ. 6
του άρθρου 111, συστηματικά στοιχεία για τις απόψεις των οικιστών και για τα αποτελέσματα συμμετοχικών
διαδικασιών, αφού έχει προηγηθεί γνωστοποίηση των προτάσεων και προβλέψεων για το όφελος και κόστος
της ανάπλασης και για τις παροχές, ενισχύσεις και τις υποχρεώσεις και συνέπειες που απορρέουν. Τα απο-
τελέσματα τεκμηριώνονται με κατάλληλες απογραφές ή άλλους μηχανισμούς καταγραφής απόψεων και με
έγγραφα αναγνωρισμένων αντιπροσωπευτικών συλλογικών φορέων των οικιστών όπου αυτό είναι δυνατόν.
2. Η διαδικασία ανάπλασης ορισμένης περιοχής γίνεται με πρωτοβουλία:
α) του οικείου δήμου,
β) της οικείας περιφέρειας,
γ) του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
δ) δημόσιας επιχείρησης πολεοδομίας και στέγασης,
ε) του οικοδομικού συνεταιρισμού προκειμένου για την έκτασή του.
Η διαδικασία αυτή κινείται είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν αιτήσεων ενδιαφερομένων πολιτών ή φορέων
της περιοχής.
3. Όταν η διαδικασία κινείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η σχετική πρόταση απο-
στέλλεται στον οικείο δήμο ή την περιφέρεια εάν η περιοχή εμπίπτει στα όρια περισσοτέρων δήμων, καθώς
και στους οργανισμούς κοινής ωφελείας των οποίων η δραστηριότητα εκτείνεται στην περιοχή ανάπλασης.
Ο οικείος δήμος ή η περιφέρεια, κατά περίπτωση, μεριμνά για την ευρύτερη δημοσιοποίηση της πρότασης
με κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως με ανοικτές συγκεντρώσεις ή με ανακοινώσεις σε έντυπα και ηλεκτρονικά μέσα,
και αποστέλλει την πρόταση στις δημόσιες υπηρεσίες και οργανισμούς που σχετίζονται με την προτεινόμενη
ανάπλαση. Οι απόψεις των παραπάνω φορέων και του δήμου ή της περιφέρειας, κατά περίπτωση, πρέπει
να περιέρχονται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εντός δύο (2) μηνών από τότε που έλαβαν τη
σχετική μελέτη. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της σχετικής διαδικασίας.
4. Μετά την πάροδο της προθεσμίας της παρ. 3, η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας, εκτιμώντας τα στοιχεία του φακέλου, διαμορφώνει την τελική προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης,
την οποία και αποστέλλει στον οικείο δήμο ή στην οικεία περιφέρεια, η οποία μπορεί είτε να την εγκρίνει είτε
να την απορρίψει με αιτιολογημένη απόφαση.
5. Η προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης εγκρίνεται με απόφαση του Συμβουλίου του οικείου δήμου ή της
περιφέρειας, αν η περιοχή εμπίπτει στα όρια περισσοτέρων δήμων. Η απόφαση συνοδεύεται από το τοπο-
γραφικό διάγραμμα με το όριο της περιοχής και περιλαμβάνει τουλάχιστον τον χαρακτήρα και τους βασικούς
σκοπούς της ανάπλασης, εκτίμηση του κόστους των προβλεπόμενων παρεμβάσεων και χρονοδιάγραμμα
εκτέλεσης των αντίστοιχων έργων, καθώς και τον φορέα ανάπλασης. Η απόφαση συνοδεύεται επίσης, από
τις τυχόν παροχές και ενισχύσεις που παρέχονται σε συγκεκριμένες κατηγορίες οικιστών και ιδιοκτητών της
περιοχής και τις υποχρεώσεις και συνέπειες που απορρέουν από αυτές ή παραπέμπει σε γενικότερο πλαίσιο
ή υπάρχοντα κανονισμό που ρυθμίζει τα θέματα αυτά.
6. Αν η περιοχή ανάπλασης αποτελεί ή περιλαμβάνει παραδοσιακό οικισμό ή ιστορικό τόπο ή αρχαιολογικό
χώρο ή ιστορικό κέντρο πόλης, η πρόταση εγκρίνεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέρ-
γειας που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του συμβουλίου του οικείου δήμου και της αρμόδιας υπηρεσίας του
Υπουργείου Πολιτισμού, όπου συντρέχει περίπτωση, τηρουμένης κατά τα λοιπά της διαδικασίας της παρ. 3. Η
γνώμη των ανωτέρω φορέων πρέπει να περιέλθει στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εντός δύο (2)
μηνών από τότε που λαμβάνουν το σχετικό ερώτημα, άλλως η διαδικασία συνεχίζεται και χωρίς τη γνώμη αυτή.
7. Όταν η διαδικασία κινείται με πρωτοβουλία του δήμου ή της περιφέρειας ή δημόσιας επιχείρησης πο-
λεοδομίας και στέγασης, εφαρμόζονται αναλόγως οι παρ . 3 και 4.
8. Με απόφαση του οργάνου που εγκρίνει την προκαταρκτική πρόταση και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα
της Κυβερνήσεως μπορεί να αναστέλλεται η χορήγηση οικοδομικών αδειών στην περιοχή ή σε τμήματά της
στις περιπτώσεις που η χορήγηση των αδειών αυτών αντιβαίνει στα οριζόμενα στην προκαταρκτική πρόταση
ανάπλασης. Η κατά το προηγούμενο εδάφιο αναστολή ισχύει μέχρι την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης
και πάντως όχι περισσότερο από ένα (1) έτος μετά την έκδοση της σχετικής απόφασης. Η πιο πάνω προθεσμία
μπορεί να παραταθεί για ένα (1) ακόμη έτος, εφόσον διαπιστωθεί ότι οι εργασίες εκπόνησης της πολεοδομικής
μελέτης έχουν προοδεύσει σημαντικά.
Άρθρο 113
Πρόγραμμα ανάπλασης - Φορείς
1. Με το πρόγραμμα ανάπλασης συστηματοποιούνται σε συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα το σύνολο των
κατευθύνσεων, μέτρων, παρεμβάσεων, μελετών και διαδικασιών, οι προτεραιότητες, η κατανομή και εξεύ-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263592
ρεση πόρων, ο προϋπολογισμός επιμέρους έργων και δαπανών ανά εμπλεκόμενο στο πρόγραμμα φορέα
και κάθε άλλη σχετική με την υλοποίηση της ανάπλασης πρόβλεψη. Ειδικότερα, το πρόγραμμα ανάπλασης
περιλαμβάνει κυρίως τη χρονική και οικονομική εκτίμηση και τους σχετικούς προϋπολογισμούς, ιεραρχήσεις
και προτεραιότητες για τις παρακάτω δραστηριότητες:
α) κτηματογράφηση της περιοχής, αν δεν υπάρχει,
β) σύνταξη και έγκριση της πολεοδομικής μελέτης ανάπλασης της περιοχής και των τυχόν ειδικότερων
μελετών,
γ) τρόπο και μέσα πολεοδομικής επέμβασης, όπως ορίζονται στην παρ. 4 του άρθρου 1 του ν. 2508/1997
(Α’ 124) και στο άρθρο 115 του παρόντος Κώδικα,
δ) σχετικά έργα κοινωνικής και τεχνικής υποδομής,
ε) απόκτηση τυχόν απαιτουμένων ακινήτων, καθώς και διάθεση ή παραχώρηση ή πώληση από τον φορέα
τυχόν οικοδομήσιμων χώρων ή οικοδομών σε τρίτους,
στ) για τις περιπτώσεις έργων της παρ. 5 του άρθρου 111, τις παροχές και ενισχύσεις που θα δοθούν, τον
τρόπο διαχείρισης και χρηματοδότησής τους και κανονισμό δικαιούχων, παροχών και υποχρεώσεων.
2. Το πρόγραμμα είναι κυλιόμενο, ετήσιο και μεσοπρόθεσμο. Τη διαχείρισή του έχει ο οικείος δήμος. Στην
περίπτωση λειτουργίας φορέα ανάπλασης πριν από την ολοκλήρωση της πολεοδομικής μελέτης ανάπλασης,
ο φορέας προτείνει και διαχειρίζεται το πρόγραμμα ανάπλασης υπό την εποπτεία του δήμου. Το πρόγραμμα
μπορεί να εξειδικεύεται και αναθεωρείται και μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης ανάπλασης της
περιοχής.
3. Ως φορέας ανάπλασης ορίζεται ο οικείος δήμος. Αν η περιοχή ανάπλασης εμπίπτει στην περιφέρεια
περισσότερων του ενός δήμων ή αν δεν είναι για οποιονδήποτε λόγο εφικτή ή σκόπιμη η παρακολούθηση
της εκτέλεσης του προγράμματος ανάπλασης από έναν από τους παραπάνω οργανισμούς και επιχειρήσεις,
ως φορέας ανάπλασης μπορεί να αναλάβει η οικεία περιφέρεια. Ως φορέας ανάπλασης μπορεί ακόμη να
οριστεί υφιστάμενη ή νεοϊδρυόμενη κατά τις οικείες διατάξεις δημοτική επιχείρηση ή υφιστάμενη ή νεοϊδρυ-
όμενη επιχείρηση της περιφέρειας ή σύνδεσμος δήμων του άρθρου 245 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων
(ν. 3463/2006, Α’ 114) ή δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης ή προβλεπόμενοι από τις ισχύουσες
αντίστοιχες διατάξεις φορείς προγραμμάτων ενεργού πολεοδομίας ή αστικού αναδασμού στις περιπτώσεις
που επιλέγονται αυτοί οι τρόποι για αναπλάσεις της περ. α) της παρ . 5 του άρθρου 111 του παρόντος Κώδικα
ή οικοδομικοί συνεταιρισμοί.
Στις περιπτώσεις του τρίτου εδαφίου η ανάθεση της ανάπλασης στον φορέα γίνεται με σύμβαση μεταξύ του
δήμου ή της περιφέρειας και του οριζομένου φορέα. Για τη σύμβαση αυτή εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 34.
4. Ο φορέας ανάπλασης έχει την ευθύνη για την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών, την προώθηση των
σχετικών διαδικασιών και την εκτέλεση των προβλεπόμενων έργων, την εξασφάλιση των απαιτούμενων πό-
ρων και τη διάθεσή τους σύμφωνα με το πρόγραμμα ανάπλασης, τον συντονισμό των φορέων που έχουν την
υποχρέωση να εκτελέσουν τα σχετικά έργα, στα οποία περιλαμβάνονται και εκείνα που αφορούν τα δίκτυα
υποδομής, και, γενικώς, την ενεργοποίηση και συστηματική παρακολούθηση της εφαρμογής του προγράμ-
ματος ανάπλασης. Επίσης, ο φορέας ανάπλασης γνωμοδοτεί για το περιεχόμενο του προγράμματος ανάπλα-
σης, καθώς και για την έκδοση των αποφάσεων των διοικητικών οργάνων που ακολουθούν προκειμένου να
υλοποιηθεί το πρόγραμμα. Η γνώμη του φορέα δεν απαιτείται αν αυτός δεν έχει ακόμη συσταθεί, κατά τον
χρόνο κατά τον οποίο λαμβάνει χώρα η αντίστοιχη διαδικασία.
5. Η δραστηριότητα του φορέα ανάπλασης εποπτεύεται και ελέγχεται από τον δήμο ή την περιφέρεια που
ενέκρινε την προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 112, εφόσον ως φορέας
δεν έχει οριστεί ο ίδιος αυτός οργανισμός, ή από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, αν η προκαταρ-
κτική πρόταση ανάπλασης έχει εγκριθεί με υπουργική απόφαση, σύμφωνα με την ίδια παράγραφο του ίδιου
άρθρου. Ο φορέας ανάπλασης έχει την υποχρέωση να υποβάλλει τον Ιανουάριο κάθε έτους στο όργανο που
ασκεί την εποπτεία, κατά τα αναφερόμενα στο πρώτο εδάφιο, έκθεση. Στην έκθεση περιέχεται γενική εκτίμη-
ση για την πορεία εφαρμογής του προγράμματος ανάπλασης και τήρησης του σχετικού χρονοδιαγράμματος
κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος, αναφέρονται τα αίτια των καθυστερήσεων και οι ενέργειες του
φορέα για την αντιμετώπισή τους, μνημονεύονται κατά τρόπο συγκεκριμένο τα έργα που προγραμματίζονται
να εκτελεστούν κατά το νέο ημερολογιακό έτος με ειδικότερη αναφορά των σχετικών προτεραιοτήτων και
προτείνεται κάθε αναγκαίο κατά την κρίση του φορέα μέτρο, ώστε να επιτευχθούν η έγκαιρη εξασφάλιση των
απαιτούμενων πόρων και η τήρηση του χρονοδιαγράμματος των έργων.
6. Αν ο φορέας ανάπλασης παύσει να υπάρχει ή περιέλθει σε αδυναμία να συνεχίσει την παρακολούθηση της
εκτέλεσης του προγράμματος ανάπλασης για οποιονδήποτε λόγο, το έργο αυτό και οι σχετικές αρμοδιότητες
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3593Τεύχος A’ 88/08.06.2026
περιέρχονται στον οικείο δήμο στον οποίο μεταβιβάζονται αυτοδικαίως τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις
του φορέα από την εκτέλεση του παραπάνω έργου. Η αδυναμία συνέχισης του έργου αυτού από τον φορέα
διαπιστώνεται με απόφαση του οικείου γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης που εκδίδεται αυτεπαγγέλτως
ή ύστερα από πρόταση του οργάνου που ασκεί την εποπτεία κατά την παρ. 5.
7. Για τις αναπλάσεις της παρ. 6 του άρθρου 111, φορέας της ανάπλασης είναι δημόσια επιχείρηση πολε-
οδομίας και στέγασης ή επιχείρηση Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) α’ ή β’ βαθμού, υφιστάμενη
ή ιδρυόμενη.
8. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί
να καθορίζονται κατά ειδικότερο τρόπο αρμοδιότητες, δικαιώματα και υποχρεώσεις του φορέα ανάπλασης,
εγγυήσεις που παρέχονται από αυτόν για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτού, διαδικασίες και αρμόδια
όργανα για την άσκηση της εποπτείας στον φορέα από τον οικείο Ο.Τ.Α. ή το Υπουργείο Περιβάλλοντος και
Ενέργειας, οι συνέπειες της μη τήρησης από τον φορέα των υποχρεώσεών του και ιδίως, τα επιβαλλόμενα στην
περίπτωση αυτή μέτρα και κυρώσεις, οι όροι και η διαδικασία επιβολής τους, καθώς και κάθε σχετικό ζήτημα.
Άρθρο 114
Μελέτη ανάπλασης
1. Η κατά την παρ. 7 του άρθρου 111 μελέτη ανάπλασης περιοχής περιλαμβάνει την πολεοδομική μελέτη
και τις σχετικές ειδικές μελέτες που απαιτούνται για την υλοποίηση του προγράμματος ανάπλασης του άρθρου
113, ιδίως οικονομοτεχνική μελέτη, ειδική αρχιτεκτονική μελέτη και κτιριακές μελέτες.
2. Η πολεοδομική μελέτη μπορεί να περιλαμβάνει τυχόν τροποποιήσεις ή αναθεώρηση του εγκεκριμένου
σχεδίου της περιοχής, τον τελικό καθορισμό των ειδικών όρων ή περιορισμών δόμησης, των μέσων επέμβα-
σης και τυχόν ζώνες επέμβασης, προσδιορισμό συγκεκριμένων τοπικών ή σημειακών επεμβάσεων και κάθε
άλλη επιβαλλόμενη για τον σκοπό της ανάπλασης παρέμβαση. Η πολεοδομική μελέτη ανάπλασης εγκρίνεται,
με απόφαση του αρμόδιου οργάνου κατά τις ισχύουσες για την τροποποίηση εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων
διαδικασίες του Τμήματος VI του Μέρους Α’.
Άρθρο 115
Μέσα πολεοδομικής επέμβασης σε περιοχές αναπλάσεων
1. Η προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης μπορεί να προβλέπει δικαίωμα προτίμησης υπέρ του φορέα
ανάπλασης για την αγορά όλων των ακινήτων, δομημένων ή αδόμητων, που βρίσκονται στην περιοχή ανά-
πλασης ή σε τμήματά της, ή ορισμένων κατηγοριών ακινήτων, καθώς και τμημάτων κατ’ όροφο ιδιοκτησίας
ή ιδανικών μεριδίων. Στην περίπτωση αυτή, με πράξη του αρμόδιου για την έγκριση της προκαταρκτικής
πρότασης οργάνου, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται τα όρια των
ζωνών άσκησης του δικαιώματος προτίμησης και οι κατηγορίες ακινήτων, για τις οποίες ισχύει το δικαίωμα
αυτό, σύμφωνα με τις προβλέψεις της εγκεκριμένης προκαταρκτικής πρότασης. Το δικαίωμα προτίμησης
ασκείται κατά τη διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 120, από την έκδοση της παραπάνω πράξης έως την
ολοκλήρωση του προγράμματος ανάπλασης και πάντως όχι πέραν της δεκαετίας από την έκδοση της πράξης
αυτής, εφόσον κατά την κρίση του φορέα ανάπλασης η απόκτηση συγκεκριμένου ακινήτου εξυπηρετεί την
εφαρμογή του προγράμματος.
2. Στις περιοχές ανάπλασης είναι δυνατόν να καθορίζονται ζώνες αποκατάστασης και ανανέωσης του κτιρι-
ακού πλούτου και αναβάθμισης, ανάδειξης και ενοποίησης των ελεύθερων χώρων. Στις ζώνες αυτές μπορεί να
επιτρέπεται η χορήγηση ειδικών κινήτρων και ενισχύσεων που ισχύουν στις Ζώνες Ειδικής Ενίσχυσης (Ζ.Ε.Ε.)
και στις Ζώνες Ειδικών Κινήτρων (Ζ.Ε.Κ.), σύμφωνα με τα άρθρα 131 και 133. Για τις ζώνες αυτές μπορεί να
προβλέπεται και αυξημένος συντελεστής δόμησης για την κατασκευή κτιρίων ορισμένων χρήσεων που είναι
αναγκαίες για την ανάπλαση της περιοχής, όπως κτιρίων αναψυχής, πολιτιστικών δραστηριοτήτων, στάθμευσης
αυτοκινήτων. Ο αυξημένος συντελεστής δόμησης δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον κατά κανόνα ισχύοντα
στην περιοχή περισσότερο από μηδέν κόμμα δύο (0,2) ούτε να προσαυξάνει τον συνολικό συντελεστή του
ακινήτου πέραν του δύο (2,0). Τα όρια των παραπάνω ζωνών, τα ειδικά κίνητρα και ενισχύσεις που εφαρμόζονται
σε αυτές και το ύψος του αυξημένου συντελεστή δόμησης καθορίζονται με την πολεοδομική μελέτη ανάπλασης
της περιοχής. Ειδικότερα για τα έργα ανάπλασης της παρ. 6 του άρθρου 111, ο συντελεστής δόμησης μπορεί
να υπερβαίνει το όριο του δύο (2,0), όταν ο ήδη υφιστάμενος συντελεστής δόμησης στην περιοχή ή στην
άμεση ζώνη όπου εντάσσεται η περιοχή είναι κατά πολύ ανώτερος και τεκμηριώνεται ότι το έργο ανάπλασης
θα καταστεί οικονομικά ανέφικτο με συντελεστή δόμησης ίσο με δύο (2,0). Σε καμία περίπτωση, πάντως, ο
νέος συντελεστής δόμησης δεν θα πρέπει να είναι ανώτερος του ισχύοντος στην περιοχή ή την άμεση ζώνη
ένταξης και οπωσδήποτε ο πραγματοποιούμενος συντελεστής δόμησης να μην υπερβαίνει το όριο τρία (3,0).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263594
3. Ο κατά τα ανωτέρω αυξημένος συντελεστής δόμησης, που δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τον κατά
κανόνα ισχύοντα στην περιοχή περισσότερο από μηδέν κόμμα δύο (0,2) ούτε να προσαυξάνει τον συνο-
λικό συντελεστή δόμησης του ακινήτου πέραν του δύο (2,0), μπορεί να ισχύσει και σε ακίνητα εκτός των
ορίων της περιοχής ανάπλασης και εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του ιδίου δήμου, μόνο για την
εξασφάλιση των κοινοχρήστων χώρων και χώρων κοινωφελών εγκαταστάσεων που προβλέπονται από την
πολεοδομική μελέτη ανάπλασης της περιοχής και δεν έχουν αποζημιωθεί οι ιδιοκτήτες τους από τον δήμο.
Απαγορεύεται η έγκριση αυξημένου συντελεστή δόμησης πέρα από εκείνον που αντιστοιχεί στις απαιτού-
μενες δαπάνες για την εξασφάλιση των συγκεκριμένων χώρων του πρώτου εδαφίου. Προϋπόθεση για τον
καθορισμό αυξημένου συντελεστή δόμησης κατά την παρ. 2 και την παρούσα είναι ο μέσος συντελεστής
δόμησης που προκύπτει στο σύνολο των περιοχών του δήμου, με εγκεκριμένο σχέδιο ή σε περίπτωση δή-
μου με διαμερίσματα στην περιοχή του διαμερίσματος να μην υπερβαίνει τον αντίστοιχο προϋφιστάμενο
μέσο συντελεστή δόμησης.
4. Για την πραγματοποίηση του αυξημένου συντελεστή δόμησης καταβάλλεται από τον ιδιοκτήτη του ακι-
νήτου στον οικείο δήμο χρηματικό ποσό. Για τον υπολογισμό του ποσού πολλαπλασιάζεται το εμβαδόν του
ακινήτου επί τον πρόσθετο συντελεστή δόμησης και το προκύπτον γινόμενο επί την αξία γης του ακινήτου
που αντιστοιχεί σε κάθε μονάδα ωφέλιμης οικοδομικής επιφάνειας και καθορίζεται βάσει των ισχυουσών
αντικειμενικών αξιών ή ελλείψει αυτών βάσει εκτίμησης του αρμοδίου οικονομικού Εφόρου. Το ποσό αυτό
κατατίθεται εφάπαξ στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ του οικείου δήμου και διατίθεται στον φορέα
ανάπλασης για την απόκτηση κοινόχρηστων χώρων και χώρων κοινωφελών εγκαταστάσεων, σύμφωνα με το
πρόγραμμα ανάπλασης. Για την έγκριση του αυξημένου συντελεστή δόμησης οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν
σχετική αίτηση στον οικείο δήμο. Η έγκριση χορηγείται με αιτιολογημένη πράξη του δημοτικού συμβουλίου,
μόνον εφόσον ο αυξημένος συντελεστής δόμησης στο συγκεκριμένο ακίνητο δεν αποβαίνει σε βάρος της
περιοχής. Το δικαίωμα υλοποίησης του αυξημένου συντελεστή δόμησης υφίσταται μόνο μετά την καταβολή
του ως άνω χρηματικού ποσού, η οποία πάντως πρέπει να πραγματοποιηθεί εντός ενός (1) έτους από την
έκδοση της οικείας εγκριτικής πράξης του δημοτικού συμβουλίου. Άλλως, μετά την πάροδο της προθεσμίας
αυτής η χορηγηθείσα έγκριση αυξημένου συντελεστή δόμησης αίρεται αυτοδικαίως.
5. Το δικαίωμα χορήγησης αυξημένου συντελεστή δόμησης εντός των ζωνών των παρ. 2 και 3 παύει να
υφίσταται, αμέσως μετά την ολοκλήρωση εφαρμογής του προγράμματος ανάπλασης της περιοχής, με έκδο-
ση σχετικής προς τούτο πράξης του δημοτικού συμβουλίου. Τυχόν ποσά που δεν απορροφήθηκαν από τον
φορέα ανάπλασης επιστρέφονται στον οικείο δήμο και διατίθενται για απαλλοτριώσεις ή για εκτέλεση έργων
κοινωνικής υποδομής κατά προτεραιότητα εντός της αυτής πολεοδομικής ενότητας της περιοχής ανάπλασης.
6. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα κριτήρια σύμφωνα με τα
οποία η χορήγηση του αυξημένου συντελεστή δόμησης δεν αποβαίνει σε βάρος της περιοχής. Με την ίδια
απόφαση μπορεί να καθορίζονται σχετικοί όροι και περιορισμοί χορήγησης του αυξημένου συντελεστή δό-
μησης, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ενδιαφερομένων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την
εφαρμογή του παρόντος.
7. Σε περιπτώσεις αδόμητων οικοπέδων που βρίσκονται σε περιοχές ανάπλασης και εφόσον με την έγκριση
της πολεοδομικής μελέτης ανάπλασης καθορίζεται σε αυτά χρήση υπαίθριου κινηματογράφου ή υπαίθριων
χώρων πολιτιστικών εκδηλώσεων ή υπαίθριου χώρου στάθμευσης, είναι δυνατόν, χωρίς να μεταβάλλεται
το καθεστώς κυριότητας, να χορηγείται στους ιδιοκτήτες, μετά από σύμφωνη γνώμη του οικείου δημοτικού
συμβουλίου δικαίωμα μεταφοράς συντελεστή δόμησης. Για τον υπολογισμό του προς μεταφορά συντελεστή
δόμησης το ακάλυπτο οικόπεδο, τα δικαιώματα χρήσης του οποίου καρπούνται οι ιδιοκτήτες, θεωρούνται ως
ισόγειο (όροφος) και η μεταφορά χορηγείται για τον εναπομείναντα συντελεστή δόμησης. Σε οποιαδήποτε
περίπτωση μεταβολής χρήσης του οικοπέδου με τροποποίηση της πολεοδομικής μελέτης, τα δικαιώματα
δόμησης σε αυτό περιορίζονται στο ποσοστό του συντελεστή δόμησης, για τον οποίο δεν έχει πραγματοποι-
ηθεί η μεταφορά.
8. Ο φορέας ανάπλασης μπορεί να γίνει κύριος ακινήτου εντός της περιοχής ανάπλασης μετά από ελεύθερες
διαπραγματεύσεις. Το αντάλλαγμα μπορεί να είναι ίσης αξίας οικόπεδο ή κτίριο ή διαμέρισμα μέσα στην ίδια
περιοχή ή εκτός αυτής. Για την ανταλλαγή αυτή μπορούν να χρησιμοποιηθούν δημοτικές εκτάσεις γης των
περιοχών επέκτασης του ίδιου δήμου. Η ανταλλαγή υλοποιείται με την πράξη εφαρμογής περιοχής επέκτασης,
ένταξης ή αναμόρφωσης ή με την πράξη παραχώρησης νέων ιδιοκτησιών, όπως ορίζεται στο άρθρο 117.
9. Η ανάπλαση μιας περιοχής αποτελεί δημόσια ωφέλεια και τα ακίνητα που βρίσκονται σε αυτήν μπορεί
να απαλλοτριώνονται χάριν του σκοπού της ανάπλασης, σύμφωνα με την πολεοδομική μελέτη ανάπλασης ή
προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης υπέρ του οικείου δήμου ή του φορέα ανάπλασης.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3595Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Άρθρο 116
Χρηματοδοτικά μέσα - Ειδικά κίνητρα
1. Το τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον των ετησίων εσόδων του Πράσινου Ταμείου διατίθεται στους
φορείς ανάπλασης για μελέτες, έργα και διαμορφώσεις που περιέχονται σε προγράμματα ανάπλασης του
Κεφαλαίου αυτού. Από το ποσοστό του τριάντα τοις εκατό (30%), το μεγαλύτερο μέρος, σε σχέση με αυτό που
διατίθεται για καθεμία από τις άλλες μορφές ανάπλασης της παρ. 5 του άρθρου 111, διατίθεται σε Κοινωνικά
Στεγαστικά Έργα Ανάπλασης.
2. Πόροι των φορέων ανάπλασης μπορεί ακόμη να είναι:
α) πάσης φύσεως επιδοτήσεις,
β) επιχορηγήσεις ή χορηγίες από ιδιωτικούς ή δημόσιους φορείς,
γ) πόροι από τη συμμετοχή σε προγράμματα της Ευρωπαϊκής Ένωσης,
δ) χρηματοδοτήσεις από τον δημοτικό προϋπολογισμό, τον προϋπολογισμό της περιφέρειας από το πρό-
γραμμα δημοσίων επενδύσεων,
ε) δανειοδοτήσεις του φορέα,
στ) οι κρατήσεις που προβλέπονται από την παρ. 3 του άρθρου 2 του ΚΗ/1947 ψηφίσματος (Α’ 184), όπως
ισχύει για τις περιπτώσεις αδειών στην περιοχή του οικείου δήμου,
ζ) οι εισφορές του άρθρου 181,
η) τα έσοδα από τον αυξημένο συντελεστή δόμησης της παρ. 4 του άρθρου 115,
θ) έσοδα από τα κάθε είδους πρόστιμα που επιβάλλονται για πολεοδομικές παραβάσεις στην περιοχή ανά-
πλασης από τον οικείο δήμο, καθώς και τα πρόστιμα της παρ. 6 του άρθρου 3 και του άρθρου 4 του ν. 960/1979
(Α’ 194), καθώς και οι εισφορές της περ. γ) της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 960/1979, που προέρχονται από τον
δήμο της περιοχής ανάπλασης και οι οποίες διατίθενται στον φορέα για την κατασκευή των έργων στάθμευσης.
3. Με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου μετά από εισήγηση του φορέα ανάπλασης μπορεί οι ιδιοκτήτες
ή ενοικιαστές ακινήτων στην περιοχή ανάπλασης να τύχουν απαλλαγών από δημοτικά τέλη. Οι απαλλαγές
αυτές μπορεί να αναφέρονται και σε συγκεκριμένες χρήσεις ή διαρρυθμίσεις των ακινήτων, σύμφωνα με το
πρόγραμμα και τη μελέτη ανάπλασης.
4. Σε περιοχές ή οικοδομικά τετράγωνα των περ . β) και γ) της παρ. 5 του άρθρου 111 μπορεί το Δημόσιο ή ο
δήμος ή ο φορέας ανάπλασης να επιδοτεί τα επιτόκια ειδικών δανείων, τα οποία συνάπτουν οι ενδιαφερόμενοι
με τα τραπεζικά ιδρύματα που χορηγούν στεγαστικά δάνεια, στις εξής περιπτώσεις:
α) για την προσθήκη χώρου δωματίου σε ιδιοκατοικούμενες κατοικίες με υψηλή πυκνότητα κατοίκησης,
β) για την προσθήκη χώρων κουζίνας ή λουτρού σε ιδιοκατοικούμενες κατοικίες ελλείψει τέτοιων χώρων,
γ) για την επισκευή ιδιοκατοικούμενων κατοικιών, όταν απαιτείται η εκτέλεση ουσιωδών εργασιών που
αποβλέπουν στην εξασφάλιση της αντοχής και της μόνωσης των κατοικιών ή και στην αντικατάσταση πεπα-
λαιωμένων στοιχείων φερόντων ή μη αυτών,
δ) για ανακαινίσεις, επισκευές, αναδιαμόρφωση εσωτερικών χώρων ιδιοκατοικούμενων κτιρίων με σκοπό
τη βελτίωση της λειτουργικότητάς τους,
ε) για ανακαινίσεις όψεων ή αποπεράτωση ημιτελών κατασκευών με αισθητική βελτίωση, ανεξαρτήτως χρήσης,
στ) για την εφαρμογή νέων τεχνολογιών εξοικονόμησης ενέργειας ή για εφαρμογή νέων υλικών κατασκευής
που εντάσσονται στους στόχους του προγράμματος.
5. Η δαπάνη που απαιτείται για την επιδότηση του επιτοκίου των δανείων της παρ. 4 διατίθεται από τον
προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων ή τον προϋπολογισμό του δήμου ή της περιφέρειας ή του φορέα
ανάπλασης.
6. Το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθίσταται αρμόδιο για την τεχνική εποπτεία και υποστήριξη
των προγραμμάτων της παρ . 5.
7. Το ύψος, η διάρκεια και ο τρόπος αποπληρωμής των δανείων της παρ. 4, προκειμένου για επιδοτήσεις
από το Δημόσιο, το ύψος της επιδότησης των επιτοκίων των δανείων αυτών, οι υποχρεώσεις των πιστωτικών
ιδρυμάτων, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρ. 5, καθορίζονται με κοινές
αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
8. Οι όροι και περιορισμοί και οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση των δικαιούχων επιδότησης επιτοκίου
των δανείων της παρ. 4, καθώς και η διαδικασία αναγνώρισης του δικαιώματος, τα κριτήρια σειράς προτε-
ραιότητας και γενικά όλα τα θέματα που αφορούν στην εφαρμογή και εποπτεία των προγραμμάτων αυτών
καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
9. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζεται κάθε περαιτέρω λε-
πτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263596
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΝΑΜΟΡΦΩΣΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΙΚΩΝ ΠΕΡΙΟΧΩΝ
Άρθρο 117
Ανασυγκρότηση υποβαθμισμένων περιοχών
1. Η κατά την περ. α) της παρ. 5 του άρθρου 111 ανασυγκρότηση μιας περιοχής ανάπλασης ή τμημάτων
της, που χαρακτηρίζονται από προβληματικές οικιστικές συνθήκες, μπορεί να διενεργηθεί με αντιπαροχή
ίσης αξίας ακινήτων ή τμημάτων ιδιοκτησίας κατά όροφο, αν ο οικείος δήμος ή άλλος φορέας που κινεί τη
διαδικασία ανάπλασης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος πιθανολογεί αιτιολογημένα στη βάση των
στοιχείων της περ. στ) της παρ. 1 του άρθρου 112 τη συναίνεση των ιδιοκτητών που καλύπτει τουλάχιστον
το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) του συνόλου του εμβαδού των οικοπέδων της περιοχής και τουλάχιστον
το πενήντα τοις εκατό (50%) των ξεχωριστών μονάδων οριζόντιας ιδιοκτησίας που αποτελούν καταστήματα,
γραφεία ή κατοικίες. Η κατά το παρόν άρθρο ανάπλαση (ανασυγκρότηση) της συγκεκριμένης περιοχής στην
οποία θα εφαρμοστεί καθορίζεται με την προκαταρκτική πρόταση ανάπλασης ή με τροποποιήσεις της που
εγκρίνονται όπως και η αρχική πρόταση.
2. Ο φορέας της ανάπλασης προβαίνει στην κτηματογράφηση της περιοχής που πρόκειται να αναπλαστεί
κατά το παρόν άρθρο και στη σύνταξη σχετικού κτηματογραφικού διαγράμματος και κτηματολογικού πίνακα
που περιέχουν για κάθε ιδιοκτησία: το εμβαδόν του οικοπέδου, τις υφιστάμενες σε κάθε ακίνητο συνιδιοκτησίες
και διαιρεμένες ιδιοκτησίες, τα στοιχεία των φερομένων ιδιοκτητών και το ποσοστό συμμετοχής τους, καθώς
και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο για την εφαρμογή του παρόντος. Αμέσως μετά τη σύνταξη του κτηματογρα-
φικού διαγράμματος και της πρότασης της ανάπλασης και των ωφελειών και τυχόν παροχών και ενισχύσεων
ή συνεπειών και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτή είτε ειδικά για τις συγκεκριμένες ιδιοκτησίες είτε
γενικά για κοινές κατηγορίες ιδιοκτησιών, καλούνται οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες να λάβουν γνώση αυτού
και να δηλώσουν μέσα σε ορισμένη προθεσμία που αναφέρεται στην πρόσκληση, αν η αποτύπωση των ιδιο-
κτησιών τους στο διάγραμμα αυτό, είναι ορθή ή έχουν εν τω μεταξύ μεταβληθεί είτε κατά τα όρια είτε κατά τα
ονόματα των ιδιοκτητών. Στην περίπτωση αυτή οι ιδιοκτήτες πρέπει να υποβάλουν συγχρόνως τους τίτλους
και τα άλλα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία και να εκδηλώσουν τη συναίνεσή τους για την ανασυγκρότηση
της περιοχής με υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 του ν . 1599/1986 (Α’ 75) που απευθύνεται προς τον οικείο
δήμο. Το δημοτικό συμβούλιο, αφού διαπιστώσει ότι υφίσταται συναίνεση των ιδιοκτητών που καλύπτουν
τουλάχιστον το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%) του συνόλου του εμβαδού των ιδιοκτησιών της περιοχής και
τουλάχιστον το πενήντα τοις εκατό (50%) των ξεχωριστών μονάδων οριζόντιας ιδιοκτησίας, με απόφασή
του εγκρίνει τον κτηματολογικό πίνακα και το διάγραμμα. Στην ίδια απόφαση βεβαιώνεται η συνδρομή της
παραπάνω προϋπόθεσης. Η απόφαση αυτή που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως αποτελεί
και την πράξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης της περιοχής. Για τα ακίνητα για τα οποία δεν είναι δυνατή η ανα-
γνώριση του φερόμενου ως ιδιοκτήτη ο οικείος δήμος φέρεται ως προσωρινός ιδιοκτήτης χωρίς να θίγονται
τα δικαιώματα του αληθούς κυρίου.
3. Με βάση τα στοιχεία της παρ. 2, ο φορέας καταρτίζει το ειδικό πρόγραμμα ανασυγκρότησης της περιοχής,
το οποίο εγκρίνεται από τον γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης. Το πρόγραμμα αυτό περιλαμβάνει τα
αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 113 και επιπλέον περιλαμβάνει τη συνοπτική περιγραφή των έργων
που πρόκειται να εκτελεστούν, το πολεοδομικό και κτιριοδομικό πρόγραμμα, τη γενική εκτίμηση για τα κτίρια
ή τμήματά τους που προορίζονται να δοθούν στους ιδιοκτήτες και τα οικόπεδα ή κτίρια ή τμήματά τους που
περιέρχονται στον φορέα, τα τυχόν έργα υποδομής που πρόκειται να κατασκευαστούν από τον φορέα και τις
γενικές κατευθύνσεις για τον προτεινόμενο τρόπο προσδιορισμού των αντιπαροχών. Το ειδικό πρόγραμμα
συνοδεύεται από σχετική οικονομοτεχνική μελέτη, η οποία περιλαμβάνει τον τρόπο χρηματοδότησης του
έργου από τη διάθεση των ακινήτων που θα περιέλθουν στον φορέα και από άλλες τυχόν πηγές.
4. Στο πλαίσιο του εγκεκριμένου ειδικού προγράμματος, ο φορέας προβαίνει στον καθορισμό των ακινήτων
που θα δημιουργηθούν από την ανασυγκρότηση (νέα ακίνητα) και καταρτίζει για τον σκοπό αυτόν τα απα-
ραίτητα έγγραφα και σχέδια με τα οποία προσδιορίζονται οι συνενώσεις ή άλλες μεταβολές στη μορφή των
οικοπέδων, οι διαιρεμένες ιδιοκτησίες στα νέα ακίνητα, οι τεχνικές προδιαγραφές τους, οι ελεύθεροι χώροι
των οικοπέδων, οι δικαιούχοι των νέων ιδιοκτησιών και σε περίπτωση συνιδιοκτησίας το ποσοστό συμμετοχής
των συνιδιοκτητών και κάθε απαραίτητο στοιχείο. Προσδιορίζει τα συγκεκριμένα νέα ακίνητα που θα δοθούν
σε αντάλλαγμα για καθένα από τα παλαιά ακίνητα, με βάση την αξία των ιδιοκτησιών, όπως προσδιορίζεται
αυτή κατά την παρ. 5. Κατά τη διαδικασία αυτή επιδιώκεται η ανταλλαγή ισάξιων κατά το δυνατόν ακινήτων.
Διαφορές που προκύπτουν καταβάλλονται σε χρήμα. Κατά τον προσδιορισμό αυτόν μπορεί να λαμβάνεται
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3597Τεύχος A’ 88/08.06.2026
υπόψη και η απώλεια προσόδων από τα παλαιά ακίνητα κατά τον χρόνο εκτέλεσης του έργου. Επίσης, μπορεί
να λαμβάνονται υπόψη και οι τυχόν προτιμήσεις των ιδιοκτητών. Διαφορές που προκύπτουν καταβάλλονται
σε χρήμα. Για τους ιδιοκτήτες που κατά την παρ. 2 προσωρινός δικαιούχος των ακινήτων τους φέρεται ο
δήμος ή δεν αποδέχονται την ανταλλαγή, γίνονται από τον φορέα κληρώσεις μεταξύ των ίσης τουλάχιστον
αξίας ιδιοκτησιών, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη των ιδιοκτητών τους. Για τους ιδιοκτήτες που δεν έχουν
αναγνωρισθεί ή δεν αποδέχονται την ανταλλαγή γίνονται από τον φορέα κληρώσεις μεταξύ των ίσης τουλά-
χιστον αξίας ιδιοκτησιών, χωρίς να απαιτείται η σύμπραξη των ιδιοκτητών τους.
5. Τα έγγραφα και σχέδια της παρ. 4 αποστέλλονται στον οικείο δήμο όπου και παραμένουν επί έναν
(1) μήνα στη διάθεση των ενδιαφερομένων για ενημέρωσή τους. Σχετική ανακοίνωση αναρτάται στην
ιστοσελίδα του δήμου, τοιχοκολλάται στο δημοτικό κατάστημα και δημοσιεύεται σε μία (1) τουλάχιστον
τοπική εφημερίδα και μία (1) ημερήσια εφημερίδα της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Κάθε ενδιαφερόμενος
μπορεί να καταθέσει στον φορέα ή στον οικείο δήμο τις παρατηρήσεις ή προτάσεις του μέσα σε προθεσμία
ενός (1) μηνός από την τελευταία ως άνω δημοσίευση. Ο φορέας εξετάζει τις παρατηρήσεις - προτάσεις,
προβαίνει σε τυχόν διορθώσεις των σχετικών εγγράφων και σχεδίων και στη συνέχεια τα υποβάλλει στον
οικείο δήμο.
6. Με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου που εκδίδεται μετά από εισήγηση του φορέα με βάση τα
στοιχεία των παρ. 4 και 5, πραγματοποιείται η ανταλλαγή των παλαιών ακινήτων με νέα ακίνητα, συνιστώνται
οι προβλεπόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες και προσδιορίζονται τα ακίνητα που περιέρχονται στον φορέα. Στην
πρόταση για την έκδοση της απόφασης αυτής, ο φορέας θεωρείται ότι ενεργεί κατά αμάχητο τεκμήριο για
λογαριασμό όλων των ιδιοκτητών. Για την κατάρτιση της εισήγησης ο φορέας λαμβάνει υπόψη και τη γνώμη
των ιδιοκτητών. Η απόφαση αυτή κατατίθεται σε συμβολαιογράφο μαζί με τα σχέδια και τα έγγραφα. Η ανα-
κοίνωση της απόφασης αυτής τοιχοκολλάται στο οικείο δημοτικό ή κοινοτικό κατάστημα και δημοσιεύεται
σε μία (1) τοπική εφημερίδα και μία (1) ημερήσια εφημερίδα της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης.
7. Σύμφωνα με την παραπάνω απόφαση εκδίδονται παραχωρητήρια προς τους δικαιούχους, τα οποία
αποτελούν τίτλο που υπάγεται στην περ. 2 του άρθρου 1192 του Αστικού Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164) και
μεταγράφονται κατά τα νόμιμα. Η μεταγραφή των ιδιοκτησιών, των οποίων ο ιδιοκτήτης δεν προκύπτει από
τα στοιχεία της παρ. 2, γίνεται στη μερίδα του οικείου δήμου με την ένδειξη «Ακίνητο Αγνώστων Ιδιοκτητών
Περιοχής Ανασυγκρότησης...», που ακολουθείται από βραχύλογη ένδειξη της συγκεκριμένης περιοχής. Σε πε-
ρίπτωση μεταγενέστερης διαπίστωσης ιδιοκτητών από τον φορέα ή αναγνώρισής τους με δικαστική απόφαση,
το οικείο δημοτικό συμβούλιο συμπληρώνει ή τροποποιεί την απόφασή του της παρ. 6 με νέα πράξη, η οποία
κατατίθεται και ανακοινώνεται κατά τον ίδιο τρόπο. Κατά τη δικαστική αναγνώριση εφαρμόζονται αναλόγως οι
διατάξεις για την αναγνώριση δικαιούχων με δικαστική απόφαση στις περιπτώσεις αναγκαστικών απαλλοτρι-
ώσεων. Ο δήμος γίνεται κύριος των ακινήτων των μη αναγνωρισθέντων ιδιοκτητών μετά την παρέλευση του
χρόνου έκτακτης χρησικτησίας και με απόφαση του αρμόδιου δικαστηρίου που εκδίδεται κατά την αυτή ως
άνω διαδικασία. Πραγματικές δουλείες που υπάρχουν σε βάρος των παλαιών ακινήτων αποσβένονται. Βάρη
ή διεκδικήσεις στα παλαιά ακίνητα μεταφέρονται στα νέα ακίνητα που δίνονται σε ανταλλαγή. Η μεταφορά
αυτή γίνεται με εγγραφή στα οικεία βιβλία με μέριμνα του φορέα και δεν υπόκειται σε τέλη, φόρο ή κρατήσεις
υπέρ οποιουδήποτε τρίτου.
8. Στις ανταλλαγές ακινήτων και στις σχετικές διαδικασίες που προβλέπει το άρθρο αυτό, έχουν ανάλογη
εφαρμογή τα άρθρα 4 και 5 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’
17). Η αξία τόσο των παλαιών ακινήτων όσο και των νέων ακινήτων, όπως αυτά προσδιορίζονται από τις προ-
ηγούμενες παραγράφους, εκτιμάται από την Εκτιμητική Επιτροπή του άρθρου 15 του Κ.Α.Α.Α.. Η εκτίμηση των
ακινήτων γίνεται με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 13 του Κ.Α.Α.Α.. Όπου στις διατάξεις αυτές αναφέρεται η
δημοσίευση της απόφασης κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, νοείται η δημοσίευση της περίληψης
της πρότασης της παρ. 1. Για την εκτίμηση των νέων ακινήτων λαμβάνεται υπόψη η αξία τους, όπως αυτή θα
διαμορφωθεί με την ανάπλαση της περιοχής.
9. Από την έκδοση της απόφασης που προβλέπεται στην παρ. 6 κάθε νομέας ή κάτοχος των παλαιών ακι-
νήτων οφείλει να παραδώσει ελεύθερη τη χρήση του στον φορέα. Στην περίπτωση άρνησής του να παραδώ-
σει το ακίνητο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη σχετική έγγραφη πρόσκληση του φορέα, διατάσσεται η
αποβολή του με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται ύστερα από αίτηση του φορέα κατά
τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).
10. Όποιος ιδιοκτήτης παλαιού ακινήτου διαφωνεί ως προς το ισάξιο του παλαιού προς το νέο ακίνητο που
του δίνεται ως αντάλλαγμα μπορεί να προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια. Η αγωγή ασκείται κατά του φορέα
εντός ανατρεπτικής προθεσμίας έξι (6) μηνών από την τελευταία δημοσίευση της ανακοίνωσης που προβλέ-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263598
πει η παρ. 6 για όσους έχουν αναγνωρισθεί ως ιδιοκτήτες άλλως από την αναγνώρισή τους. Σε περίπτωση
μεταγενέστερης αναγνώρισης, η προθεσμία αυτή αρχίζει από την τελευταία δημοσίευση της συμπληρωμα-
τικής απόφασης που εκδίδεται κατά την παρ. 7. Η άσκηση της αγωγής αυτής, όπως και οι προσφυγές κατά
του κτηματολογικού πίνακα δεν αναστέλλουν την πρόοδο της περαιτέρω διαδικασίας για την εφαρμογή του
παρόντος και του προγράμματος γενικά.
11. Και στις περιπτώσεις ανασυγκρότησης, που προβλέπει το άρθρο αυτό, εφαρμόζεται το άρθρο 135.
Άρθρο 118
Πολεοδομική αναμόρφωση προβληματικών περιοχών εγκεκριμένων σχεδίων πόλεως ή
οικισμών προ του 1923
1. Περιοχές εντός σχεδίου πόλεως ή εντός οικισμών πριν από το 1923, που είναι πολεοδομικά προβληματικές
και συγκεκριμένα περιοχές για τις οποίες συντρέχουν οι προϋποθέσεις της περ. α) της παρ. 3 του άρθρου 111 ή
περιοχές που εντάχθηκαν στο σχέδιο με τις διατάξεις του Τμήματος VI του Μέρους Α’ και μέχρι τις 25.11.2011,
ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4030/2011 (Α’ 249) δεν έγινε εφαρμογή του σχεδίου στο μεγαλύτερο τμήμα
της περιοχής για οποιονδήποτε λόγο, μπορεί να υπαχθούν στις διατάξεις του παρόντος. Για την εφαρμογή της
παρούσας, ως εφαρμογή του σχεδίου νοείται η συντέλεση των σχετικών απαλλοτριώσεων.
Εξαιρούνται από τις διατάξεις του παρόντος οι ιδιοκτησίες με νόμιμα υφιστάμενα κτίρια που αποτελούν
το τριάντα τοις εκατό (30%) τουλάχιστον της επιτρεπόμενης κάλυψης ή δόμησης των ιδιοκτησιών αυτών.
2. Εφόσον δεν έχει εγκριθεί Τοπικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Τ.Π.Σ.) ή Ειδικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Ε.Π.Σ.), η
κατά την παρ. 1 υπαγωγή που έχει προταθεί με Ρυθμιστικό Σχέδιο ή Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο (Γ.Π.Σ.) ή
Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.), εγκρίνεται με την πολεοδομική
μελέτη. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που η πρόταση υπαγωγής γίνεται μετά την έγκριση Ρυθμιστικού
Σχεδίου ή μετά την έγκριση Γ.Π.Σ. ή Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π., με απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης
κατά την έκδοση της οποίας διαπιστώθηκε η συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 1 και κρίθηκε ότι η
υπαγωγή δεν έρχεται σε αντίθεση προς τις γενικές κατευθύνσεις του Ρυθμιστικού Σχεδίου ή του Γ.Π.Σ. ή
του Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π..
3. Από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης της περιοχής που υπάγεται στο άρθρο αυτό, το Δημόσιο
και ο οικείος δήμος ασκούν δικαίωμα προτίμησης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 55 του ν. 947/1979
(Α’ 169) που εφαρμόζεται ανάλογα και στην περίπτωση αυτή. Μετά την ως άνω πρόταση υπαγωγής μπορεί, με
απόφαση του Περιφερειάρχη, να αναστέλλεται η χορήγηση οικοδομικών αδειών και οικοδομικών εργασιών
για χρονικό διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει την τριετία, για νέες οικοδομές ή προσθήκες κατ’ επέκταση
υφισταμένων κτιρίων, με εξαίρεση προσθήκες περιορισμένης επιφάνειας μέχρι τριάντα (30) τετραγωνικών
μέτρων για λόγους υγιεινής.
4. Η πολεοδομική μελέτη περιοχής αναμόρφωσης του παρόντος εγκρίνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο
άρθρο 7 του ν. 2508/1997 (Α’ 124).
5. Στις ιδιοκτησίες που βρίσκονται σε περιοχή του άρθρου αυτού επιβάλλεται εισφορά σε γη. Ο υπολογισμός
των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη των ιδιοκτησιών γίνεται, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5 του άρθρου 139. Κατά
τον υπολογισμό αυτόν λαμβάνονται υπόψη οι ήδη επιβαρύνσεις των ιδιοκτησιών από τη συμμετοχή τους σε
διάνοιξη ή διεύρυνση κοινόχρηστων χώρων. Στην περίπτωση της εντός εγκεκριμένου σχεδίου περιοχής, από
την εισφορά σε γη αφαιρείται το σύνολο των υποχρεώσεων της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις προϊσχύουσες
διατάξεις, εφόσον οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες προσκομίσουν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία κατά την
υποβολή της δήλωσης ιδιοκτησίας της παρ. 5 του άρθρου 144 ή μέχρι τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των
ενστάσεων κατά της πράξης εφαρμογής. Αν το σύνολο αυτό των επιβαρύνσεων της ιδιοκτησίας είναι ίσο ή
μεγαλύτερο των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την παρ. 4 του άρθρου 139, η ιδιοκτησία θεωρείται ότι
εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, άλλως βαρύνεται με τη διαφορά. Στην περίπτωση της εντός οικισμού πριν
από το 1923 περιοχής αναμόρφωσης, υπολογίζεται το σύνολο εμβαδού των υφιστάμενων κοινόχρηστων
χώρων, το οποίο και αφαιρείται από τη συνολική εισφορά όλων των ιδιοκτησιών. Η επιπλέον διαφορά επι-
μερίζεται σύμμετρα προς την κατά την πιο πάνω λογιζόμενη εισφορά σε γη κάθε ιδιοκτησίας και τα εμβαδά
του επιμερισμού αυτού οφείλονται ως εισφορά της αντίστοιχης ιδιοκτησίας. Στις περιπτώσεις εφαρμογής του
άρθρου αυτού δεν οφείλεται εισφορά σε χρήμα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται ανάλογα οι παρ. 7 έως 10 και
12 του άρθρου 139.
6. Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής. Για την πράξη αυτή
εφαρμόζεται αναλόγως το άρθρο 144.
7. Για την αναμόρφωση της πολεοδομικά προβληματικής περιοχής με ενεργό πολεοδομία ή αστικό ανα-
δασμό, εφαρμογή έχει το άρθρο 30.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3599Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΣΧΕΔΙΑ ΟΛΟΚΛΗΡΩΜΕΝΩΝ ΑΣΤΙΚΩΝ ΠΑΡΕΜΒΑΣΕΩΝ
Άρθρο 119
Σχέδια Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων
1. Για την προώθηση ολοκληρωμένων στρατηγικών αστικού σχεδιασμού σε πόλεις ή τμήματά τους, καθώς
και σε ευρύτερες αστικές περιοχές που παρουσιάζουν κρίσιμα και σύνθετα προβλήματα αναπτυξιακής υστέ-
ρησης, κοινωνικής και οικονομικής συνοχής, περιβαλλοντικής υποβάθμισης και ποιότητας ζωής, καταρτίζονται
και εγκρίνονται Σχέδια Ολοκληρωμένων Αστικών Παρεμβάσεων (Σ.Ο.Α.Π.), κατά τις διατάξεις του παρόντος
άρθρου. Με τα παραπάνω σχέδια επιδιώκονται ειδικότερα, εντός του πλαισίου των κατευθύνσεων του εθνι-
κού και περιφερειακού χωροταξικού σχεδιασμού και των εγκεκριμένων ρυθμιστικών σχεδίων, η βελτίωση
των υποδομών και των βασικών κοινωνικών εξυπηρετήσεων, η αντιμετώπιση της ανεργίας και η δημιουργία
επαρκών ευκαιριών απασχόλησης, η ενσωμάτωση των λειτουργιών και των κοινωνικών ομάδων στον αστικό
ιστό και η καταπολέμηση του κοινωνικού διαχωρισμού, η αρμονική διάρθρωση των χρήσεων γης, η συνετή
διαχείριση του αστικού οικοσυστήματος, η αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών, η ανάπτυξη μέσων πρόσβασης
και διακίνησης ανθρώπων και αγαθών φιλικών προς το περιβάλλον, η διατήρηση και ανάδειξη της αστικής
πολιτιστικής κληρονομιάς, καθώς και η γενικότερη κοινωνική, οικονομική, περιβαλλοντική και πολιτισμική
αναζωογόνηση των πόλεων και των ευρύτερων αστικών περιοχών με μειονεκτικά χαρακτηριστικά. Με τα ίδια
σχέδια επιδιώκεται επίσης, η διευκόλυνση της συμμετοχής των πόλεων και αστικών περιοχών που παρουσι-
άζουν μειονεκτικά χαρακτηριστικά σε προγράμματα και δίκτυα διαπεριφερειακής και διευρωπαϊκής συνερ-
γασίας, με τα οποία προωθούνται η αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων, η ανταλλαγή της σχετικής εμπειρίας
και η ανάπτυξη κοινών μεθόδων και μέσων για την αστική αναγέννηση και την αειφόρο αστική ανάπτυξη. Τα
σχέδια αυτά συνοδεύονται από πρόγραμμα δράσης, στο οποίο εξειδικεύονται οι απαιτούμενες για την εφαρ-
μογή τους κανονιστικές, χρηματοδοτικές και διαχειριστικές ρυθμίσεις, μέτρα και προγράμματα, κατά φάσεις
και φορείς εκτέλεσης και χρηματοδότησης, καθώς και τυχόν συμπληρωματικές δράσεις πληροφόρησης,
κατάρτισης, εκπαίδευσης και κοινωνικής και οικονομικής επανένταξης του πληθυσμού των περιοχών αυτών.
2. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυ-
βερνήσεως, καθορίζονται γενικές προδιαγραφές για τη σύνταξη των Σ.Ο.Α.Π., οι οποίες μπορεί να διαφορο-
ποιούνται κατά κατηγορία περιοχών.
3. Η διαδικασία κατάρτισης των Σ.Ο.Α.Π. κινείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά
από σχετική ενημέρωση της οικείας Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Η διαδικασία μπορεί, επίσης, να κινηθεί με
πρωτοβουλία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης μετά από προηγούμενη ενημέρωση του Υπουργείου Περιβάλ-
λοντος και Ενέργειας.
4. Όταν η διαδικασία κινείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η σχετική πρόταση αποστέλλε-
ται για γνωμοδότηση στο οικείο περιφερειακό συμβούλιο, καθώς και στους οικείους δήμους. Επίσης, μπορεί να
αποστέλλεται και σε οργανισμούς κοινής ωφέλειας και άλλους ενδιαφερόμενους οργανισμούς του ευρύτερου
δημόσιου τομέα των οποίων η δραστηριότητα εκτείνεται στην περιοχή παρέμβασης. Ειδικά για τη σύνταξη
Σ.Ο.Α.Π. στις Περιφέρειες Αττικής και Κεντρικής Μακεδονίας απαιτείται, επιπλέον των προαναφερόμενων
γνωμοδοτήσεων, η γνώμη της Διεύθυνσης Σχεδιασμού Μητροπολιτικών Αστικών και Περιαστικών Περιοχών
του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Οι απόψεις των ανωτέρω συμβουλίων και οργανισμών πρέπει
να περιέρχονται στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας εντός τριών (3) μηνών από τότε που έλαβαν τη
σχετική μελέτη. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή, δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας.
5. Όταν η διαδικασία κινείται με πρωτοβουλία της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, η σχετική πρόταση απο-
στέλλεται στους φορείς της παρ. 4, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας. Οι απόψεις όλων των ανωτέρω φορέων πρέπει να περιέρχονται στην οικεία Αποκεντρωμένη Διοί-
κηση εντός τριών (3) μηνών από τότε που έλαβαν τη σχετική μελέτη. Αν περάσει άπρακτη η προθεσμία αυτή,
δεν εμποδίζεται η πρόοδος της διαδικασίας.
6. Η διαδικασία κατάρτισης των Σ.Ο.Α.Π. μπορεί επίσης να κινηθεί με πρωτοβουλία του οικείου δήμου, με
ανάλογη εφαρμογή των παρ. 4 και 5.
7. Ο οικείος δήμος, σε κάθε περίπτωση, μεριμνά για την ευρύτερη δυνατή δημοσιοποίηση της πρότασης
προς τους πολίτες και τις μη κυβερνητικές οργανώσεις της περιοχής, με κάθε πρόσφορο τρόπο, όπως με ανοι-
κτές συγκεντρώσεις ή ανακοινώσεις στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. Μεριμνά, επίσης, για τη συστηματική
καταγραφή των απόψεων με κατάλληλες απογραφές και με έγγραφα αναγνωρισμένων αντιπροσωπευτικών
συλλογικών οργανώσεων της περιοχής ή και με άλλα πρόσφορα μέσα και μεθόδους. Σε κάθε περίπτωση, στην
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263600
απόφαση του συμβουλίου του οικείου δήμου γίνεται μνεία των διαδικασιών δημοσιοποίησης της πρότασης που
διενεργήθηκαν με πρωτοβουλία του, καθώς και συστηματική καταγραφή και αξιολόγηση των απόψεων των
πολιτών και των μη κυβερνητικών οργανώσεων που διατυπώθηκαν στο στάδιο των συμμετοχικών διαδικασιών.
8. Τα Σ.Ο.Α.Π. εγκρίνονται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας
και των κατά περίπτωση αρμόδιων Υπουργών, που δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στην
περίπτωση που τα σχέδια αυτά επηρεάζουν τη λειτουργία νομικών προσώπων του ευρύτερου δημόσιου
τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τον ν. 4270/2014 (Α’ 143), οι εγκριτικές αποφάσεις συνυπογράφονται και
από τους Υπουργούς που εποπτεύουν τα νομικά αυτά πρόσωπα.
9. Η παρακολούθηση και η αξιολόγηση της εφαρμογής των σχεδίων του παρόντος γίνονται από τον οικείο
δήμο. Στις περιπτώσεις που η περιοχή παρέμβασης εμπίπτει στα όρια δύο (2) ή περισσότερων δήμων, η παρα-
κολούθηση και αξιολόγηση γίνεται από την οικεία περιφέρεια. Για τον σκοπό αυτόν, οι παραπάνω Οργανισμοί
Τοπικής Αυτοδιοίκησης συντάσσουν ανά διετία έκθεση με την οποία αποτιμάται η πορεία εφαρμογής των
σχετικών σχεδίων και του προγράμματος δράσης τους και υποδεικνύονται τα κατάλληλα κατά περίπτωση
μέτρα και ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση προβλημάτων και δυσλειτουργιών που διαπιστώθηκαν κατά την
εφαρμογή. Τα πορίσματα της έκθεσης αυτής κοινοποιούνται στα Υπουργεία Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και
Ενέργειας και σε άλλα Υπουργεία και οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα των οποίων η δραστηριό-
τητα εκτείνεται στην περιοχή παρέμβασης, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες της οικείας Αποκεντρωμένης
Διοίκησης, προκειμένου να λαμβάνονται υπόψη κατά την επεξεργασία και εφαρμογή μέτρων, δράσεων,
ενεργειών και ρυθμίσεων αρμοδιότητάς τους που προωθούν την αποτελεσματική εφαρμογή των σχετικών
σχεδίων και του προγράμματος δράσης τους. Σε περίπτωση που η παρακολούθηση και αξιολόγηση γίνεται από
τον οικείο δήμο, τα πορίσματα της έκθεσης κοινοποιούνται επιπλέον και στην οικεία περιφέρεια. Αντίστοιχα,
σε περίπτωση που η παρακολούθηση και αξιολόγηση γίνεται από την οικεία περιφέρεια, τα πορίσματα της
έκθεσης κοινοποιούνται και στους οικείους δήμους.
10. Εγκεκριμένα Γενικά Πολεοδομικά Σχέδια, Σχέδια Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης ή
άλλα σχέδια χρήσεων γης πολεοδομικού χαρακτήρα πρέπει να τροποποιηθούν ή να αναθεωρηθούν κατά τις
οικείες διατάξεις σε προθεσμία πέντε (5) ετών από την έγκριση των σχεδίων του άρθρου αυτού, προκειμένου
να εναρμονισθούν προς τις κατευθύνσεις και λοιπές ρυθμίσεις των Σ.Ο.Α.Π..
ΤΜΗΜΑ ΙΙ
ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΟΙ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α ’ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΠΡΟΤΙΜΗΣΗΣ
Άρθρο 120
Δικαίωμα προτίμησης
1. Το Δημόσιο έχει δικαίωμα προτίμησης για την αγορά με ίσους όρους ακινήτων από τους ιδιοκτήτες τους,
που επιθυμούν να τα μεταβιβάσουν με πώληση σε όσες περιοχές ή ζώνες προβλέπεται από την πολεοδομική
νομοθεσία. Το δικαίωμα αυτό υφίσταται και για ιδανικά μερίδια ή τμήματα κατ’ όροφο ιδιοκτησίας που βρί-
σκονται στις ίδιες περιοχές ή ζώνες.
2. Το δικαίωμα προτίμησης μπορεί να μεταβιβάζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας
και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας από το Δημόσιο προς τον ανάδοχο φορέα του άρθρου 33
ή τον αναγκαστικό οικοδομικό συνεταιρισμό ή σε δημόσιο οργανισμό πολεοδομίας και στέγασης.
3. Κάθε ιδιοκτήτης ακινήτου που βρίσκεται σε περιοχή ή ζώνη της παρ. 1, εάν προτίθεται να πωλήσει αυτό
προς οποιονδήποτε τρίτο είναι υποχρεωμένος να γνωστοποιήσει την πρόθεσή του σε αυτόν που έχει το δικαίωμα
προτίμησης με έγγραφη δήλωσή του, περιέχουσα συνοπτική περιγραφή του πωλούμενου ακινήτου, μνεία των
τίτλων κτήσης αυτού, τα στοιχεία του υποψήφιου αγοραστή και το τίμημα που έχει συμφωνηθεί για την πώληση.
4. Εντός αποκλειστικής προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την υποβολή ή επίδοση της παραπάνω δήλω-
σης, αυτός που έχει το δικαίωμα προτίμησης πρέπει να γνωστοποιήσει στον δηλούντα με έγγραφη απάντηση
ότι θα ασκήσει το δικαίωμά του και θα αγοράσει το ακίνητο. Εντός της ίδιας προθεσμίας πρέπει να καταθέσει
στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το τίμημα που αναφέρεται στη δήλωση υπέρ του πωλητή με τον
όρο να νομιμοποιηθεί αυτός ως ιδιοκτήτης του πωλουμένου ακινήτου.
Με την ίδια έγγραφη απάντηση ή και με ιδιαίτερη πρόσκληση που περιέρχεται στον δηλούντα εντός δέκα
(10) ημερών από τη λήξη της προηγούμενης προθεσμίας καλείται να προσέλθει σε συμβολαιογράφο σε καθο-
ριζόμενη με την πρόσκληση ημέρα και ώρα για υπογραφή του πωλητηρίου συμβολαίου. Η πρόσκληση αυτή
πρέπει να επιδίδεται τρεις (3) τουλάχιστον ημέρες πριν από την οριζόμενη ημερομηνία.
Η καταβολή του τιμήματος γίνεται με έκδοση εντάλματος υπέρ του πωλητή για την είσπραξη του ποσού
που έχει παρακατατεθεί στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3601Τεύχος A’ 88/08.06.2026
5. Σε περίπτωση που ο υπόχρεος για τη μεταβίβαση δεν προσέλθει, συντάσσεται πράξη μη εμφανίσεως
αυτού ενώπιον του συμβολαιογράφου και η μεταβίβαση ενεργείται με αυτοσύμβαση αυτού που έχει το δικαί-
ωμα προτίμησης και συντελείται με τη μεταγραφή του συμβολαίου και αντιγράφου του σχετικού γραμματίου
σύστασης της παρακαταθήκης. Εάν η υπογραφή της σύμβασης ματαιωθεί από υπαιτιότητα αυτού που γνωστο-
ποίησε την πρόθεσή του να ασκήσει το δικαίωμα προτίμησης, ο πωλητής μπορεί εντός τριών (3) μηνών από
τη ματαίωση να προβεί στην πώληση του ακινήτου με αυτοσύμβαση και δικαιούται να εισπράξει το τίμημα
όταν προσκομίσει την πρόσκληση και το συμβόλαιο με τους τίτλους ιδιοκτησίας του. Η μεταβίβαση του ακι-
νήτου στην περίπτωση αυτή συντελείται με τη μεταγραφή του συμβολαίου με αντίγραφο της εξοφλητικής
απόδειξης της παρακαταθήκης.
6. Εφόσον ο δικαιούχος του δικαιώματος προτίμησης δεν ασκήσει αυτό σύμφωνα με τις παρ. 3 και 4, ο
δηλών δικαιούται να μεταβιβάσει ελεύθερα το ακίνητο στον γνωστοποιηθέντα υποψήφιο αγοραστή με το
τίμημα που δηλώθηκε ή μεγαλύτερο.
7. Κάθε μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου με πώληση σε περιοχή ή ζώνη της παρ. 1 χωρίς την τήρηση
του παρόντος, ή μεταβίβαση σε αγοραστή που δεν κατονομάστηκε στη δήλωση ή με τίμημα μικρότερο από
αυτό που δηλώθηκε κηρύσσεται άκυρη με δικαστική απόφαση που εκδίδεται μετά από σχετική αγωγή που
εγείρεται από τον δικαιούχο του δικαιώματος προτίμησης εντός δύο (2) ετών από τη μεταγραφή του οικείου
συμβολαίου και σημειώνεται στα οικεία βιβλία μεταγραφών. Εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία του πρώτου
εδαφίου, το δικαίωμα για την ακύρωση της μεταβίβασης αποσβέννυται.
8. Τα ακίνητα που αποκτώνται με άσκηση δικαιώματος διατίθενται:
α) για δημιουργία κοινόχρηστων χώρων,
β) για ανέγερση δημόσιων, δημοτικών ή θρησκευτικών κτιρίων ή εκτέλεση έργων κοινής ωφέλειας,
γ) για δημιουργία αποθέματος γης που μπορεί να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά για πολεοδομικούς ή οικι-
στικούς σκοπούς,
δ) για διάθεση κατά κυριότητα ή κατά χρήση για οικιστικούς σκοπούς σε πρόσωπα που χρειάζονται ιδιαί-
τερη μέριμνα βάσει ειδικών διατάξεων ή κατ’ εφαρμογή ειδικών προγραμμάτων.
9. Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικο-
νομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι λεπτομέρειες της τηρητέας διαδικασίας για την
εφαρμογή των παρ. 3 έως 5 και ειδικότερα, ο τύπος της δήλωσης που υποβάλλεται από τον υποψήφιο πωλη-
τή, οι αρμόδιες υπηρεσίες για την παραλαβή της δήλωσης, ο τρόπος επίδοσης αυτής σε περίπτωση που έχει
εκχωρηθεί το δικαίωμα προτίμησης σύμφωνα με την παρ. 2, ο τύπος και τα στοιχεία της έγγραφης συναίνεσης
και πρόσκλησης της παρ. 4, τα όργανα, ο τρόπος και η διαδικασία εκτίμησης για το εύλογο και συμφέρον του
προτεινόμενου τιμήματος, τα αρμόδια όργανα που αποφασίζουν για την άσκηση του δικαιώματος προτίμησης,
τα σχετικά με την εκπροσώπηση του Δημοσίου, κάθε φορά που το δικαίωμα ασκείται απευθείας από το ίδιο,
ο τρόπος βεβαίωσης για την τήρηση της διαδικασίας του παρόντος, καθώς επίσης, και κάθε άλλη αναγκαία
λεπτομέρεια για την εφαρμογή αυτού.
10. Το δικαίωμα προτίμησης του Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος υφίσταται πάντοτε
και για την περίπτωση εκποίησης ιδιωτικών δασών ή δασικών εκτάσεων. Η παρ. 9 εφαρμόζεται ανάλογα και
στις περιπτώσεις αυτές, οπότε τα σχετικά προεδρικά διατάγματα εκδίδονται με πρόταση και του Υπουργού
Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΔΡΑΣΕΙΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΗΣ ΕΞΙΣΟΡΡΟΠΗΣΗΣ
Άρθρο 121
Δράσεις περιβαλλοντικής και πολεοδομικής εξισορρόπησης μέσω της Τράπεζας Δικαιωμάτων
Δόμησης Κοινοχρήστων Χώρων
Μέσω της Ψηφιακής Τράπεζας Γης χρηματοδοτούνται από το Πράσινο Ταμείο, μετά από σύμφωνη γνώμη της
Διεύθυνσης Εφαρμογής Σχεδιασμού και Ελέγχου Δομημένου Περιβάλλοντος - Παρατηρητηρίου του Υπουργεί-
ου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, δράσεις περιβαλλοντικής και πολεοδομικής εξισορρόπησης με αντικείμενο:
α) την κατά προτεραιότητα απόκτηση και παραχώρηση ή αποζημίωση εγκεκριμένων ή δεσμευμένων ως
κοινοχρήστων χώρων, ακινήτων, τα οποία δεν ανήκουν στο Δημόσιο ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, με σκοπό
τη δημιουργία ελεύθερων κοινόχρηστων χώρων,
β) την απόκτηση και παραχώρηση διατηρητέων κτιρίων και του περιβάλλοντος χώρου αυτών, που δεν
ανήκουν σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή σε δημόσιες επιχειρήσεις, για τη δημιουργία χώρων κοι-
νωφελούς χρήσης,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263602
γ) τη δημιουργία υπόγειων και υπέργειων χώρων στάθμευσης με βιοκλιματικά χαρακτηριστικά σε περιοχές
με υπέρμετρη πολεοδομική επιβάρυνση βάσει κριτηρίων ιεράρχησης, όπως είναι ο πολεοδομικός σχεδιασμός,
η αυξημένη ανάγκη για δημιουργία θέσεων στάθμευσης και τα υφιστάμενα Τοπικά Πολεοδομικά Σχέδια,
δ) την απαλλοτρίωση ή ανταλλαγή βάσει κριτηρίων ιεράρχησης, όπως η παλαιότητα δέσμευσης, κοινωνικά
κριτήρια, η πολεοδομική και περιβαλλοντική σημασία, ακινήτων ή τμημάτων αυτών:
δα) ιδιοκτησίας οικοδομικών συνεταιρισμών ή ενώσεων οικοδομικών συνεταιρισμών, τα οποία βρίσκονται
εν όλω ή εν μέρει εντός ιδιωτικών δασικών εκτάσεων ή,
δβ) στα οποία έχει επιβληθεί ολική απαγόρευση δόμησης από κανονιστικές πράξεις της διοίκησης για
λόγους προστασίας του περιβάλλοντος ή της πολιτιστικής κληρονομιάς και στα οποία σωρευτικά, είχε ανα-
γνωριστεί με ατομική ή κανονιστική πράξη της διοίκησης, δικαίωμα δόμησης, το οποίο μεταγενέστερα ανα-
κλήθηκε διοικητικά ή ακυρώθηκε δικαστικά, και έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση με την οποία
υποχρεούται η διοίκηση να προχωρήσει σε αναγκαστική απαλλοτρίωση ή ανταλλαγή αυτών,
ε) ολοκληρωμένες παρεμβάσεις ανάπλασης σε περιβαλλοντικά και πολεοδομικά υποβαθμισμένες ή κορε-
σμένες περιοχές, καθώς και σε περιοχές που χρήζουν ειδικής προστασίας, με σκοπό την ανάδειξη και προστασία
των περιοχών, τη διεύρυνση του αδόμητου ελεύθερου χώρου, την ανανέωση του κτιριακού αποθέματος και
την αύξηση της αστικής βιωσιμότητας των περιοχών.
Στις αναπλάσεις περιλαμβάνεται και η ενοποίηση ακάλυπτων χώρων και άλλων οικοπέδων για τη δημι-
ουργία δικτύου ελεύθερων προσβάσιμων χώρων αποκλειστικά για πεζούς, όπως προβλέπεται στις περ. α)
και β) της παρ. 7 του άρθρου 204.
Άρθρο 122
Δράσεις περιβαλλοντικού ισοζυγίου
Για την περιβαλλοντική και πολεοδομική αποκατάσταση και εξισορρόπηση της επιβάρυνσης που προκα-
λείται από τη διατήρηση αυθαίρετων κατασκευών και αλλαγών χρήσης, χρηματοδοτούνται από το Πράσινο
Ταμείο οι δράσεις περιβαλλοντικού ισοζυγίου με αντικείμενο:
α) Ολοκληρωμένες παρεμβάσεις ανάπλασης σε περιβαλλοντικά και πολεοδομικά υποβαθμισμένες ή κο-
ρεσμένες περιοχές, καθώς και σε περιοχές που χρήζουν ειδικής προστασίας.
β) Τη διαμόρφωση κοινόχρηστων χώρων για την εξασφάλιση μέγιστης περιβαλλοντικής και αισθητικής
ποιότητας και χρηστικότητας από τους πολίτες. Στη δράση αυτή περιλαμβάνονται ιδίως:
βα) η διαμόρφωση νέων και η αναδιαμόρφωση, βελτίωση και αναβάθμιση υφιστάμενων κοινόχρηστων
χώρων στον αστικό ιστό, περιλαμβανόμενης και της δυνατότητας εξοπλισμού τους με υπόγειους χώρους
στάθμευσης οχημάτων,
ββ) η δημιουργία, συμπλήρωση, διαμόρφωση και βελτίωση δικτύων κοινόχρηστων χώρων και δικτύων
πράσινων παρεμβάσεων στον αστικό ιστό,
βγ) η δημιουργία και αναβάθμιση δικτύων ασφαλών διαδρομών πεζών, με την αισθητική, λειτουργική,
περιβαλλοντική και βιοκλιματική αναβάθμιση πεζοδρομίων, πεζοδρόμων και νησίδων γειτονιάς, περιλαμβα-
νομένων των διατάξεων πρασίνου και επιμέρους υποδομών και εξοπλισμού,
βδ) η αναβάθμιση του αστικού εξοπλισμού κάθε είδους στον δημόσιο χώρο των πόλεων, περιλαμβανο-
μένων παιδότοπων και πλατειών,
βε) η βελτίωση και αναβάθμιση της προσβασιμότητας των κοινόχρηστων χώρων, των παιδότοπων, των
πλατειών, των χώρων πρασίνου και του αστικού εξοπλισμού από άτομα με αναπηρία ή εμποδιζόμενα άτομα,
βστ) η εκπόνηση πρότυπων αρχιτεκτονικών μελετών διαμόρφωσης των κοινόχρηστων χώρων στους
οποίους εγκαθίστανται προσωρινές κατασκευές, της περ. 74 του άρθρου 197 και του άρθρου 218, ύστερα από
νόμιμη παραχώρησή τους για συγκεκριμένη εμπορική εκμετάλλευση ή την τοποθέτηση τραπεζοκαθισμάτων
από φορείς του Δημοσίου και δήμους, με τις οποίες αντιμετωπίζονται ενιαία τα μορφολογικά στοιχεία, το
μέγεθος, τα υλικά κατασκευής και η αρμονική ένταξη των προσωρινών κατασκευών στον χώρο με ευθύνη
του οικείου δήμου.
γ) Την κατεδάφιση αυθαίρετων ή και επικίνδυνων κτισμάτων. Στη δράση αυτή περιλαμβάνονται ιδίως:
γα) η κατεδάφιση αυθαίρετων κτισμάτων εντός δασικών και αναδασωτέων εκτάσεων, αρχαιολογικών χώ-
ρων, αιγιαλών, καθώς και σε ποτάμια, λίμνες και ρέματα, για τα οποία έχει δημοσιευθεί αμετάκλητη δικαστική
απόφαση,
γβ) η κατεδάφιση επικινδύνως ετοιμόρροπων κτισμάτων σύμφωνα με το άρθρο 443.
δ) Την αποκατάσταση, ανακαίνιση, αισθητική αναβάθμιση και διαμόρφωση κτιρίων που ανήκουν στην
ιδιοκτησία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, φορέων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και
δημόσιων επιχειρήσεων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3603Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Στη δράση αυτή περιλαμβάνονται ιδίως:
δα) η αποκατάσταση δημόσιων διατηρητέων κτιρίων και μνημείων,
δβ) η ανακαίνιση και διαμόρφωση κτιρίων με στόχο την επανάχρησή τους για την κάλυψη αναγκών εγκα-
τάστασης κοινωνικών, πολιτιστικών ή εν γένει αναπτυξιακών δραστηριοτήτων,
δγ) η αισθητική αναβάθμιση όψεων κτιρίων σε αξιόλογα τουριστικά, κοινωνικά ή πολιτιστικά σημεία της
πόλης ή του δήμου, όπως σε κεντρικές πλατείες, καθώς και κτιρίων κεντρικών αξόνων και παραλιακών μετώπων,
δδ) η ενεργειακή, αισθητική και λειτουργική αναβάθμιση σχολικών κτιρίων και των υπαίθριων χώρων τους.
ε) Τον καθαρισμό και την οριοθέτηση ρεμάτων, καθώς και την εκτέλεση έργων αποκατάστασης και ανά-
δειξής τους.
στ) Την αποκομιδή και ασφαλή διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων και μπάζων με έμφαση σε περιβαλλο-
ντικά και πολεοδομικά ευαίσθητες περιοχές.
ζ) Την ολοκλήρωση ή αναθεώρηση του χωρικού σχεδιασμού, καθώς και την εκπόνηση μελετών περιβαλ-
λοντικής και πολεοδομικής διαχείρισης. Στη δράση αυτή περιλαμβάνεται και η εκπόνηση μελετών δημόσιου
ενδιαφέροντος για την ανάδειξη και προστασία περιοχών εντός και σε οπτική επαφή με τις ζώνες Α αρχαιολογι-
κών χώρων, προστατευόμενων περιοχών, εντός ζώνης πεντακοσίων (500) μέτρων από ακτή ή όχθη λιμνών και
ποταμών, εντός ζώνης είκοσι (20) μέτρων από οριογραμμές ρεμάτων, τοπία ιδιαίτερου φυσικού κάλλους, Natura
2000 κ.λπ., διατηρητέων μνημείων, καθώς και αναδάσωσης αναδασωτέων εκτάσεων στις υπόψη περιοχές.
η) Τη χρηματοδότηση για την απόκτηση μέσω απαλλοτρίωσης ακινήτων, τα οποία δεν ανήκουν στο Δημόσιο
ή τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και τα οποία είναι χαρακτηρισμένα ως κοινόχρηστοι χώροι.
θ) Τη χρηματοδότηση για την προστασία, αποκατάσταση και ανάδειξη του φυσικού περιβάλλοντος, πε-
ριλαμβανομένων των οικοτόπων και των ειδών άγριας πανίδας και χλωρίδας, ιδιαίτερα σε περιοχές όπου
υφίστανται πιέσεις αστικοποίησης ή/και πλήττονται από φυσικές ή ανθρωπογενείς καταστροφές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΜΕΤΑΦΟΡΑ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ ΔΟΜΗΣΗΣ
Άρθρο 123
Ορισμοί
Για την εφαρμογή του παρόντος Κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
α) «Ψηφιακή Τράπεζα Γης»: το ηλεκτρονικό σύστημα, στο οποίο καταγράφονται οι Τίτλοι Μεταφοράς Συ-
ντελεστή Δόμησης και διαμέσου της οποίας γίνεται αποκλειστικά η διαχείριση και αξιοποίηση αυτών.
β) «Μεταφορά Συντελεστή Δόμησης» (Μ.Σ.Δ.): η αφαίρεση Συντελεστή Δόμησης (Σ.Δ.) από ακίνητο προ-
σφοράς Συντελεστή Δόμησης και η προσθήκη αυτού σε ακίνητο υποδοχής Συντελεστή Δόμησης.
γ) «Τίτλος Μ.Σ.Δ.»: ο τίτλος που χορηγείται στον κύριο ακινήτου προσφοράς συντελεστή δόμησης και
ενσωματώνει το δικαίωμα για πραγματοποίηση Μ.Σ.Δ..
δ) «Δικαίωμα για Πραγματοποίηση Μ.Σ.Δ.»: το δικαίωμα προς μη χρηματική αποζημίωση, που παρέχεται
στους ιδιοκτήτες ακινήτων προσφοράς Συντελεστή Δόμησης.
ε) «Ακίνητο προσφοράς συντελεστή δόμησης»: το ακίνητο από το οποίο προέρχεται ο μεταφερόμενος
συντελεστής δόμησης Τίτλος Μ.Σ.Δ.. Ο κύριος του ακινήτου προσφοράς Συντελεστή Δόμησης καλείται, στο
πλαίσιο της διαδικασίας της Ψηφιακής Τράπεζας Γης, «προσφέρων Συντελεστή Δόμησης».
στ) «Ακίνητο υποδοχής συντελεστή δόμησης»: το ακίνητο στο οποίο μπορεί να πραγματοποιηθεί Μ.Σ.Δ..
Ο κύριος του ακινήτου υποδοχής Συντελεστή Δόμησης καλείται, στο πλαίσιο της διαδικασίας της Ψηφιακής
Τράπεζας Γης, «αποδεχόμενος Συντελεστή Δόμησης».
ζ) «Πραγματοποίηση Μεταφοράς Συντελεστή Δόμησης» (Πραγματοποίηση Μ.Σ.Δ.): η προσθήκη Σ.Δ. σε
ακίνητο υποδοχής συντελεστή δόμησης μέσω της διαδικασίας της Ψηφιακής Τράπεζας Γης.
η) «Ζώνη Υποδοχής Συντελεστή» (Ζ.Υ.Σ.): η ζώνη όπου επιτρέπεται η πραγματοποίηση Μ.Σ.Δ. σε ωφελού-
μενα ακίνητα.
Άρθρο 124
Ψηφιακή Τράπεζα Γης
1. Η διαχείριση και αξιοποίηση τίτλων Μ.Σ.Δ. γίνονται αποκλειστικά μέσω της Ψηφιακής Τράπεζας Γης.
2. Η δημιουργία, ανάπτυξη και λειτουργία της Ψηφιακής Τράπεζας Γης γίνονται στο Υπουργείο Περιβάλ-
λοντος και Ενέργειας. Με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
δύναται να ανατίθενται η ανάπτυξη και λειτουργία της Ψηφιακής Τράπεζας Γης σε νομικά πρόσωπα δημοσίου
δικαίου ή σε άλλον φορέα της Γενικής Κυβέρνησης.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263604
Άρθρο 125
Τίτλος μεταφοράς συντελεστή δόμησης
1. Το δικαίωμα Μ.Σ.Δ. ενσωματώνεται σε τίτλο, ο οποίος εκδίδεται από το αρμόδιο όργανο του Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
2. Ο τίτλος Μ.Σ.Δ. αντιστοιχεί στα δομήσιμα τετραγωνικά μέτρα που δεν επιτρέπεται να οικοδομηθούν στο
ακίνητο προσφοράς Σ.Δ., μετά από την έκδοση κανονιστικής ή ατομικής διοικητικής πράξης που περιορίζει τη
δόμηση επ’ αυτού. Ο ανωτέρω τίτλος, μπορεί να αξιοποιηθεί σε ακίνητο υποδοχής Σ.Δ. που βρίσκεται εντός
του αυτού ή όμορου δήμου της ίδιας περιφερειακής ενότητας ή περιφέρειας, σύμφωνα με τη διαδικασία και
με τις προϋποθέσεις του παρόντος Κεφαλαίου.
3. Ο τίτλος Μ.Σ.Δ. είναι ονομαστικός και μεταβιβάζεται αποκλειστικά μέσω της Ψηφιακής Τράπεζας Γης,
εκτός από τις περιπτώσεις κληρονομικής διαδοχής, το δικαίωμα δε, που ενσωματώνεται σε αυτόν είναι διαιρετό.
Άρθρο 126
Ακίνητα προσφοράς συντελεστή δόμησης
Τα ακίνητα προσφοράς συντελεστή δόμησης είναι:
α) ακίνητα επί των οποίων έχει επιβληθεί απαλλοτρίωση είτε μέσω του ρυμοτομικού σχεδίου ή με πράξη
κήρυξης απαλλοτρίωσης, με σκοπό τη δημιουργία κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων που προβλέπονται
στο αντίστοιχο ρυμοτομικό σχέδιο ή έχει καθοριστεί η χρήση κοινόχρηστου ή κοινωφελούς χώρου ή χώρου
πρασίνου από τον υπερκείμενο σχεδιασμό, ακόμη και όταν περιέχουν κτίρια των περ. β) και γ),
β) ακίνητα, στα οποία έχουν επιβληθεί όροι ή περιορισμοί δόμησης, σύμφωνα με το άρθρο 200 ή άλλες
αντίστοιχες διατάξεις,
γ) τα ακίνητα εντός σχεδίου πόλης ή εντός ορίων οικισμού, τα οποία χαρακτηρίζονται, σύμφωνα με τα
άρθρα 6, 10 και 13 του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής
κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’ 220) ή άλλες διατάξεις της νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και
γενικώς της πολιτιστικής κληρονομιάς, αρχαιολογικοί χώροι ή ιστορικοί τόποι και για τα οποία έχουν τεθεί
περιορισμοί στην εξάντληση του Σ.Δ. ή στα οποία απαγορεύεται τελείως η δόμηση.
Άρθρο 127
Ακίνητα υποδοχής συντελεστή δόμησης
Τα ακίνητα υποδοχής Σ.Δ. είναι τα ακίνητα τα οποία:
α) βρίσκονται εντός περιοχών σχεδίου πόλεως ή εντός οικισμού ή εντός γενικού πολεοδομικού σχεδιασμού
ή ρυθμιστικών σχεδίων, οι οποίες χαρακτηρίζονται ως Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή (Ζ.Υ.Σ.), σύμφωνα με τους
όρους της πράξης με την οποία έγινε ο χαρακτηρισμός της Ζ.Υ.Σ.,
β) ανήκουν στο Δημόσιο και για τα οποία, μετά από την έναρξη ισχύος του ν. 4495/2017 (Α’ 167), υποβάλλεται
αίτηση για έγκριση Ειδικών Σχεδίων Χωρικής Ανάπτυξης Δημόσιων Ακινήτων, σύμφωνα με τον ν. 3986/2011
(Α’ 152).
Άρθρο 128
Ζώνες Υποδοχής Συντελεστή
1. Η Μ.Σ.Δ. πραγματοποιείται από ακίνητο προσφοράς συντελεστή σε ακίνητο υποδοχής, που βρίσκεται
εντός Ζ.Υ.Σ..
2. Οι Ζ.Υ.Σ. εγκρίνονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος
και Ενέργειας, με τήρηση της ακόλουθης διαδικασίας:
α) Κίνηση της διαδικασίας επίσπευσης για την έγκρισή τους, με έκδοση απόφασης από τον οικείο δήμο
ή σύνολο όμορων δήμων ή την περιφέρεια ή το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας που δημοσιεύεται
στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
β) Εκπόνηση Στρατηγικής Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, με τήρηση των διαδικασιών δημοσιό-
τητας, σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΧΩΔΕ/ΕΥΠΕ/οικ.107017/28.82006 κοινή απόφαση των Υπουργών
Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και του Υφυπουργού
Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης «Εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων
σχεδίων και προγραμμάτων, σε συμμόρφωση με τις διατάξεις της οδηγίας 2001/42/ΕΚ «σχετικά με την εκτίμηση
των περιβαλλοντικών επιπτώσεων ορισμένων σχεδίων και προγραμμάτων» του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
και του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 2001» (Β’ 1225).
γ) Εκπόνηση της ειδικής πολεοδομικής μελέτης Ζ.Υ.Σ., με τήρηση των διαδικασιών δημοσιότητας αυτής.
δ) Γνωμοδότηση των οικείων Δημοτικών ή Περιφερειακών Συμβουλίων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3605Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ε) Εισήγηση της Διεύθυνσης Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή
της Διεύθυνσης Σχεδιασμού Μητροπολιτικών Αστικών και Περιαστικών Περιοχών του Υπουργείου Περιβάλ-
λοντος και Ενέργειας, κατά περίπτωση.
στ) Γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων.
3. Οι Ζ.Υ.Σ. καθορίζονται, επίσης, στο πλαίσιο εκπόνησης Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων και Ειδικών
Πολεοδομικών Σχεδίων σύμφωνα με τα άρθρα 21 και 22.
4. Το χωρικό πεδίο της ειδικής πολεοδομικής μελέτης Ζ.Υ.Σ. καθορίζεται, ως το σύνολο της έκτασης κάθε
δημοτικής ενότητας ή δήμου ή και των όμορων δήμων ή και της οικείας περιφερειακής ενότητας ή περιφέ-
ρειας, βάσει πολεοδομικών κριτηρίων.
5. Οι Ζ.Υ.Σ. μπορεί να χωροθετούνται σε περιοχές που βρίσκονται:
α) εντός εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ή εντός περιοχών, για τις οποίες έχει εκκινήσει η διαδικασία
πολεοδόμησης με κανονιστική πράξη ή εντός περιοχών προς πολεοδόμηση ή εντός εγκεκριμένων ορίων
οικισμών που υφίστανται πριν από την έναρξη ισχύος του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228), ή έχουν πληθυσμό
κάτω των δύο χιλιάδων (2.000) κατοίκων,
β) εκτός των ορίων ιστορικών τόπων, παραδοσιακών οικισμών, αρχαιολογικών χώρων, περιοχών που
προβλέπονται στην παρ. 3 του άρθρου 18 του ν. 1650/1986 (Α’ 160), στην περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 200
του παρόντος Κώδικα ή στην πε ρ. β) της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν. 1577/1985 (Α’ 210) και περιοχών στις
οποίες έχουν επιβληθεί ειδικοί όροι δόμησης για την προστασία παραδοσιακών ή αρχιτεκτονικών συνόλων,
αρχαιολογικών χώρων ή άλλων πολιτιστικών ή περιβαλλοντικά αξιόλογων στοιχείων,
γ) εκτός ιστορικών κέντρων πόλεων, με εξαίρεση τα τμήματα στα οποία γίνεται ανάπλαση, σύμφωνα με
τα άρθρα 111 έως 118, 180 και 181,
δ) εκτός καθορισμένων ορίων περιοχών, οι οποίες έχουν χαρακτηριστεί ζώνες προστασίας χώρων ή κτιρίων
που έχουν κηρυχθεί για οποιονδήποτε λόγο προστατευόμενοι, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις,
ε) εκτός των δύο (2) πρώτων οικοδομικών τετραγώνων (Ο.Τ.) μετά από τη γραμμή του αιγιαλού ή της όχθης
μεγάλων λιμνών ή πλεύσιμων ποταμών και εκτός ανοικτών Ο.Τ.,
στ) εκτός Ο.Τ. με κλίση του φυσικού εδάφους μεγαλύτερη από είκοσι πέντε τοις εκατό (25%),
ζ) εκτός Ο.Τ. που γειτνιάζουν με δασικές εκτάσεις.
Επιπλέον των χαρακτηριστικών αυτών, πρέπει να τεκμηριώνεται από τη στρατηγική μελέτη περιβαλλοντι-
κών επιπτώσεων της παρ. 2, ότι με τη Μ.Σ.Δ.:
α) Δεν απειλείται η αλλοίωση ευμενών όρων διαβίωσης που έχουν διαμορφωθεί, λαμβανομένων υπόψη
των δράσεων περιβαλλοντικής και πολεοδομικής εξισορρόπησης μέσω της Ψηφιακής Τράπεζας Γης του
άρθρου 121.
β) Δεν επέρχεται υπέρβαση του ορίου κορεσμού της περιοχής, με βάση την οικιστική πυκνότητα και ενόψει
του ήδη ισχύοντος συντελεστή δόμησης.
6. Με τις ειδικές πολεοδομικές μελέτες Ζ.Υ.Σ., προσδιορίζονται μέσα στην περιοχή της δημοτικής ενότητας
ή του δήμου ή των όμορων δήμων ή της οικείας περιφερειακής ενότητας ή περιφέρειας, για την οποία συ-
ντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 5, η ζώνη υποδοχής Μ.Σ.Δ. και, σε ποσοστό επί του συνολικού εμβαδού
των δομήσιμων επιφανειών της ζώνης, όπως το ποσοστό αυτό προκύπτει από τον υπολογισμό των Σ.Δ. που
ισχύουν στην περιοχή, το ανώτατο συνολικό εμβαδόν δομήσιμων επιφανειών που επιτρέπεται να μεταφερθεί
μέσα σε αυτήν, αφού αξιολογηθούν:
α) το προτεινόμενο ποσοστό αύξησης του ισχύοντος Σ.Δ. που προκύπτει, λαμβάνοντας υπόψη τον βαθμό
οικιστικής ανάπτυξης, τη θέση, φυσιογνωμία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής, την οικιστική πυ-
κνότητα και το όριο κορεσμού, σύμφωνα με τον ισχύοντα Σ.Δ., την έκταση που προκύπτει από την αδυναμία
εκμετάλλευσης ακινήτων, όπως διατηρητέων κτιρίων, το σύνολο των Τίτλων Μ.Σ.Δ. που έχουν εκδοθεί για
τη Μ.Σ.Δ. στην περιοχή, την επιβάρυνση από αυθαίρετες κατασκευές και αλλαγές χρήσης του άρθρου 9 του
ν. 4178/2013 (Α’ 174) και του άρθρου 383 του παρόντος Κώδικα,
β) η επακόλουθη μεταβολή της οικιστικής φυσιογνωμίας της περιοχής, με προσδιορισμό της μεταβολής
πυκνοτήτων και του κυκλοφοριακού φόρτου, καθώς και άλλων παραμέτρων του αστικού περιβάλλοντος,
γ) η επάρκεια, μετά και από την πραγματοποίηση της Μ.Σ.Δ., των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων,
που προβλέπονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, για την κάλυψη των αναγκών των κατοίκων της
περιοχής. Σε περιπτώσεις που πληρούνται τα λοιπά κριτήρια εκτός της επάρκειας, είναι δυνατό με τη Ζ.Υ.Σ. να
καθορίζεται σε ακίνητα που εμπίπτουν σε αυτήν η χρήση κοινόχρηστου ή κοινωφελούς χώρου,
δ) η φέρουσα ικανότητα της περιοχής και το τοπίο.
7. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, καθορίζονται οι ειδικότερες προδιαγραφές,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263606
το περιεχόμενο και οι διαδικασίες εκπόνησης των μελετών για την έγκριση Ζ.Υ.Σ. και κάθε άλλο σχετικό με
τις μελέτες αυτές θέμα.
Άρθρο 129
Διαδικασία μεταφοράς συντελεστή δόμησης
1. Η Μ.Σ.Δ. πραγματοποιείται μέσω της Ψηφιακής Τράπεζας Γης. Τα στοιχεία των ακινήτων προσφοράς και
υποδοχής Σ.Δ. καταχωρίζονται από τους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες τους.
2. Το ηλεκτρονικό σύστημα της Ψηφιακής Τράπεζας Γης αντιστοιχίζει τα ακίνητα των προσφερόντων και
αποδεχομένων Σ.Δ., σύμφωνα με τα εξής κριτήρια:
α) την αξία του Σ.Δ. που προσφέρεται ή ζητείται, η οποία προκύπτει από τη δομήσιμη επιφάνεια στην
οποία αυτό αντιστοιχεί, όπως αυτή αποτιμάται, βάσει του αντικειμενικού συστήματος αξιών κατά την ημέρα
καταχώρισης του ακινήτου στην Ψηφιακή Τράπεζα Γης,
β) τη χρονολογική σειρά καταχώρισης των ακινήτων,
γ) τη θέση τους, αντιστοιχίζοντας κατά προτεραιότητα ακίνητα που βρίσκονται στην ίδια δημοτική ενότητα
ή, άλλως, στον ίδιο δήμο ή, άλλως, στην ίδια περιφερειακή ενότητα ή, άλλως, στην ίδια περιφέρεια.
3. Από την αντιστοίχιση προκύπτει η υποχρέωση του αποδεχόμενου Σ.Δ. να καταβάλει ποσό ίσο με την
αξία του Σ.Δ., πλέον της εισφοράς που προβλέπεται στην παρ. 4 του άρθρου 130. Η Μ.Σ.Δ. πραγματοποιείται
μόλις ο αποδεχόμενος τον Σ.Δ. καταβάλλει το ποσό που αντιστοιχεί στην υποχρέωσή του αυτήν. Μετά από
την πραγματοποίηση της Μ.Σ.Δ. γεννάται και η αντίστοιχη αξίωση του προσφέροντος Σ.Δ..
Άρθρο 130
Συνέπειες μεταφοράς συντελεστή δόμησης
1. Μετά από τη Μ.Σ.Δ., που πραγματοποιείται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 129, εκδίδεται σχετικός
τίτλος, ο οποίος μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή καταχωρίζεται στο αρμόδιο Κτηματολογικό
Γραφείο. Η μεταγραφή ή η καταχώριση του πρώτου εδαφίου ενεργεί υπέρ και κατά των καθολικών ή ειδικών
διαδόχων του κυρίου του ακινήτου και το συνοδεύει ακόμη και στην περίπτωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης
κυριότητας σε αυτό.
2. Με την έκδοση του σχετικού τίτλου της παρ. 1, αποσβέννυται το δικαίωμα που ενσωματώνεται στον τίτλο
Μ.Σ.Δ. και αυτός ακυρώνεται με αντίστοιχη διαγραφή του από την Ψηφιακή Τράπεζα Γης. Αν ο τίτλος Μ.Σ.Δ.
χρησιμοποιείται μόνον εν μέρει κατά την ανωτέρω πραγματοποίηση Μ.Σ.Δ., καταχωρίζεται στην Ψηφιακή
Τράπεζα Γης ενημέρωση του τίτλου, που αφορά στο πραγματοποιούμενο μέρος το οποίο στρογγυλοποιείται
προς τα πάνω σε ακέραιες μονάδες τετραγωνικών μέτρων.
3. Ο Σ.Δ. που μεταφέρεται, κατ’ εφαρμογή του παρόντος, δεν μπορεί να υλοποιηθεί πλέον από το ακίνητο
προσφοράς συντελεστή δόμησης. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί υπέρ και κατά των καθολικών ή ειδικών διαδό-
χων του πωλητή και το συνοδεύει ακόμη και στην περίπτωση πρωτότυπου τρόπου κτήσης κυριότητας σε αυτό.
4. Για κάθε Μ.Σ.Δ. που πραγματοποιείται μέσω της Ψηφιακής Τράπεζας Γης καταβάλλεται από τον αποδε-
χόμενο συντελεστή δόμησης ποσό ίσο με το πέντε τοις εκατό (5%) της αξίας του μεταβιβαζόμενου συντελε-
στή δόμησης, όπως αυτή προσδιορίζεται για τον προσδιορισμό του φόρου μεταβίβασης ακινήτων, το οποίο
διατίθεται σε ειδικό λογαριασμό υπό τη διαχείριση του Πράσινου Ταμείου για τη χρηματοδότηση δράσεων
περιβαλλοντικής και πολεοδομικής εξισορρόπησης, με αποκλειστικό δικαιούχο τον δήμο, όπου βρίσκεται το
ακίνητο υποδοχής συντελεστή δόμησης.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΖΩΝΕΣ ΕΙΔΙΚΗΣ ΕΝΙΣΧΥΣΗΣ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΩΝ ΚΙΝΗΤΡΩΝ
Άρθρο 131
Ζώνες Ειδικής Ενίσχυσης
1. Ζώνες Ειδικής Ενίσχυσης (Ζ.Ε.Ε.) καθορίζονται σε πολεοδομούμενες περιοχές που ορίζονται για τον
σκοπό αυτόν από Γενικό Πολεοδομικό Σχέδιο ή Σχέδιο Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης Ανοικτής Πόλης
και σε περιοχές με ήδη εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο ή περιοχές οριοθετημένων οικισμών προϋφιστα-
μένων του έτους 1923, με σκοπό την αναμόρφωση, την ανάπλαση ή την ανάπτυξή τους. Οι ζώνες αυτές
καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέρ-
γειας μετά από σχετική ενημέρωση ή πρόταση του οικείου δήμου. Ο καθορισμός αυτός μπορεί να γίνει και
με την πολεοδομική μελέτη.
2. Η εκτέλεση προγραμμάτων οικιστικής ανάπτυξης στις Ζ.Ε.Ε. ή τμήματά τους συνιστά δημόσια ωφέλεια
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3607Τεύχος A’ 88/08.06.2026
και επιτρέπεται για τον σκοπό αυτόν η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων. Η εκτέλεση των προγραμμάτων
αυτών αναλαμβάνεται με συνεργασία από το Δημόσιο ή δημόσιο οργανισμό ή δημόσια επιχείρηση πολεο-
δομίας και στέγασης ή ανατίθεται σε δήμους ή δημοτικές επιχειρήσεις ή εταιρείες μικτής οικονομίας κατά το
άρθρο 31.
3. Με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 1 μπορεί να προβλέπεται ανάλογη εφαρμογή στις Ζ.Ε.Ε. των άρθρων
120 και 134. Οι διατάξεις αυτές μπορεί να εφαρμόζονται χωρίς την έκδοση των προεδρικών διαταγμάτων που
προβλέπονται σε αυτές. Το άρθρο 135 εφαρμόζεται και στην περίπτωση των Ζ.Ε.Ε..
4. Για την ανάπτυξη των Ζ.Ε.Ε. χορηγείται από το Δημόσιο κρατική ενίσχυση στον αντίστοιχο Οργανισμό
Τοπικής Αυτοδιοίκησης και σε δημόσια επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης για συμμετοχή στην εκτέλεση
των βασικών κοινόχρηστων πολεοδομικών έργων.
Άρθρο 132
Συντελεστές δόμησης και κίνητρα στις Ζώνες Ειδικής Ενίσχυσης
1. Με το προεδρικό διάταγμα με το οποίο καθορίζεται Ζώνη Ειδικής Ενίσχυσης (Ζ.Ε.Ε.) μπορεί να ορίζεται
για τη ζώνη αυτή συντελεστής δόμησης μεγαλύτερος από τον προβλεπόμενο στην πολεοδομική ενότητα,
ανάλογα με τη χρήση του κτιρίου, χωρίς όμως υπέρβαση των ανώτατων ορίων που προβλέπονται στην
παρ. 1 του άρθρου 18 του ν . 2508/1997 (Α’ 124). Αν η Ζ.Ε.Ε. καθορίζεται με την πολεοδομική μελέτη, ο αυ-
ξημένος αυτός συντελεστής δόμησης ορίζεται με τη μελέτη αυτήν. Σε περίπτωση αυξημένου συντελεστή
κατά την παρούσα, εφαρμόζονται τα αναφερόμενα στο τέταρτο και πέμπτο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου
18 του ν. 2508/1997.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της παρ. 1, μπορεί να προβλέπονται ειδι-
κότερα μέτρα οικονομικής ενίσχυσης που ισχύουν στην καθοριζόμενη ζώνη, όπως επιδότηση στεγαστικών
δανείων, οικονομική ενίσχυση του οικείου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ή άλλου αρμόδιου
φορέα για την εκτέλεση των βασικών έργων στους κοινόχρηστους χώρους, καθώς και έργων ανάπλασης ή
οικιστικής ανάπτυξης, επιδότηση συμβάσεων που συνάπτει ο Ο.Τ.Α. ή άλλος αρμόδιος φορέας με τρίτους
για την εκτέλεση των παραπάνω έργων και καθορίζονται οι προϋποθέσεις εφαρμογής των μέτρων αυτών.
Τα μέτρα αυτά μπορεί να προβλέπονται και με το διάταγμα, με το οποίο καθορίζεται η Ζ.Ε.Ε.. Αν μεταξύ των
μέτρων περιλαμβάνεται η επιδότηση δανείων, το διάταγμα εκδίδεται με πρόταση και του Υπουργού Εθνικής
Οικονομίας και Οικονομικών.
3. Οι παρ. 1 και 2 του παρόντος και η παρ. 1 του άρθρου 131 έχουν ανάλογη εφαρμογή και για τις Ζώνες
Ειδικών Κινήτρων του άρθρου 133.
Άρθρο 133
Ζώνες Ειδικών Κινήτρων
Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί
να καθορίζονται μέσα στις πολεοδομικές ενότητες Ζώνες Ειδικών Κινήτρων μέσα στις οποίες παρέχονται ει-
δικά χρηματοδοτικά και πολεοδομικά κίνητρα για να κατασκευάζονται ή διαμορφώνονται κτίρια ή τμήματά
τους, που είναι αναγκαία για τα κέντρα των πολεοδομικών ενοτήτων, όπως κτίρια αναψυχής, πολιτιστικών
δραστηριοτήτων, στάθμευσης αυτοκινήτων κ.λπ. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των
Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί να καθορίζονται
το ειδικότερο περιεχόμενο των κινήτρων, οι όροι που πρέπει να πληρούν τα κτίρια, οι διαδικασίες και κάθε
σχετική λεπτομέρεια.
Άρθρο 134
Κίνητρα - Ηθικές αμοιβές
1. Εντός τριών (3) μηνών από τη δημοσίευση του διατάγματος έγκρισης Τοπικού Πολεοδομικού Σχεδίου
εκδίδεται απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τη διάθεση ορισμένου κονδυλίου ή για
την παροχή οικονομικής ενίσχυσης στον οικείο δήμο ή τον ανάδοχο φορέα ανάπτυξης ή αναμόρφωσης της
οικιστικής περιοχής για την κάλυψη μέρους των βασικών δαπανών εφαρμογής της σχετικής μελέτης. Το ύψος
της επιχορήγησης αυτής που επιμερίζεται με την ίδια απόφαση κατά ζώνες από αυτές που περιλαμβάνονται
στην περιοχή, καθορίζεται σε συνάρτηση με την έκταση της οικιστικής περιοχής ή της οικείας ζώνης και με βάση
κλίμακα συντελεστών. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας
και Οικονομικών, Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα κλιμάκια των συντελεστών της
συνεισφοράς του Δημοσίου κατά ζώνες της οικιστικής περιοχής και κατά περιοχές της χώρας, καθώς και κάθε
λεπτομέρεια για τον τρόπο καταβολής των οικείων ποσών ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών ανάπτυξης
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263608
ή αναμόρφωσης της περιοχής και τον τρόπο ελέγχου για τη χρησιμοποίηση των ποσών για τους σκοπούς για
τους οποίους διατίθενται.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών,
Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, μπορεί να προβλέπο-
νται ειδικά οικονομικά και πολεοδομικά κίνητρα υπέρ των κυρίων ή νομέων ακινήτων, που βρίσκονται μέσα σε
ρυμοτομικά σχέδια τα οποία έχουν εγκριθεί ή μέσα σε Ζώνες Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε.), για την υλοποίηση
των πολεοδομικών μελετών ή την εφαρμογή των χρήσεων στις Ζ.Ο.Ε. αντίστοιχα.
3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ-
νήσεως, μπορεί να καθιερώνονται, κατά γεωγραφικές περιοχές ή σε εθνική κλίμακα, ηθικές διακρίσεις, όπως
βραβεία και έπαινοι και χρηματικά έπαθλα που απονέμονται ύστερα από σχετική προκήρυξη σε μελετητές και
ιδιοκτήτες κτιρίων, καθώς και σε μελετητές πολεοδομικών μελετών. Οι διακρίσεις και τα έπαθλα απονέμονται
για τον σχεδιασμό, την ανέγερση, την ανάπλαση νέων και παλαιών κτιρίων και οικισμών και την κάθε μορφής
επίπλωση κτισμάτων και χώρων ή για την πρόταση σχετικών ιδεών. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι
όροι και η διαδικασία της προκήρυξης και της απονομής των διακρίσεων και των επάθλων. Χρηματικά έπαθλα
αποζημιώσεις κριτών και λοιπές δαπάνες βαρύνουν το Πράσινο Ταμείο.
Άρθρο 135
Φορολογικές απαλλαγές
1. Η απόκτηση κυριότητας με αναγκαστική απαλλοτρίωση κατ’ εφαρμογή του ν. 947/1979 (Α’ 169) από
το Δημόσιο, δήμο ή άλλο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), δημόσιο οργανισμό ή δημόσια
επιχείρηση πολεοδομίας και στέγασης ή αναγκαστικό οικοδομικό συνεταιρισμό ή ανάδοχο φορέα, από
αυτούς που αναφέρονται στα άρθρα 33 και 46, απαλλάσσεται συνολικώς από τον φόρο μεταβίβασης, κα-
θώς και κάθε άλλον φόρο, τέλος ή εισφορά ή δικαίωμα υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ δήμου ή οποιουδήποτε
άλλου Ν.Π.Δ.Δ..
2. Απαλλάσσονται πλήρως από τον φόρο μεταβίβασης καθώς και από κάθε άλλο φόρο, τέλος ή εισφο-
ρά ή δικαίωμα υφιστάμενο ή που επιβάλλεται υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ δήμου ή οποιουδήποτε άλλου
Ν.Π.Δ.Δ., αλλά υπάγονται σε πάγιο τέλος χαρτοσήμου οι εκούσιες μεταβιβάσεις ακινήτων στη Ζώνη Ενεργού
Πολεοδομιίας (Ζ.Ε.Π.) από οποιονδήποτε προς το Δημόσιο ή τον ανάδοχο φορέα, καθώς και οι μεταβιβάσεις
οποιουδήποτε ακίνητου περιουσιακού στοιχείου που βρίσκεται στη ζώνη αυτή και παρέχεται ως αντάλλαγμα,
αντί για αποζημίωση προς ιδιοκτήτη ακινήτου που απαλλοτριώνεται μέσα σε Ζ.Ε.Π. ή ως αντιπαροχή για τη
συμμετοχή του με την ιδιοκτησία του στην ενεργοποίηση της ζώνης αυτής.
3. Για την πώληση οικοπέδων, κατοικιών, διαμερισμάτων ή χώρων επαγγελματικής στέγης στη Ζ.Ε.Π.
απευθείας από τον ανάδοχο φορέα του άρθρου 33, ο φόρος μεταβίβασης ορίζεται ο μισός (1/2) εκείνου που
ισχύει κάθε φορά και βαρύνει τον αγοραστή. Οι μεταβιβάσεις οποιουδήποτε ακινήτου που βρίσκεται μέσα
στη Ζ.Ε.Π. από τον ανάδοχο φορέα προς το Δημόσιο ή Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή άλλο Ν.Π.Δ.Δ.
έχουν όλες τις απαλλαγές της παρ. 2.
4. Για τις συμβάσεις δανεισμού ή άλλης χρηματοδότησης που συνάπτονται από τον ανάδοχο φορέα του
άρθρου 33 για την αγορά της γης ή την εκτέλεση των έργων μέσα στη ζώνη, καθώς και για τη σύσταση ή εξά-
λειψη υποθήκης ή ενέχυρου που παρέχονται για ασφάλεια των παραπάνω δανείων ή άλλων χρηματοδοτήσεων
και των τόκων αυτών, περιορίζονται στο ένα πέμπτο (1/5) τα προβλεπόμενα ή επιβαλλόμενα στο μέλλον τέλη,
εισφορές, δικαιώματα και υπόλοιπες επιβαρύνσεις υπέρ του Δημοσίου και κάθε τρίτου.
5. Η κατά την παρ. 1 του άρθρου 24 του ν. 947/1979 μετατροπή ανωνύμων εταιριών σε εταιρίες ενεργού
πολεοδομίας απαλλάσσεται από κάθε προβλεπόμενο ή επιβαλλόμενο στο μέλλον τέλος χαρτοσήμου, φόρο
ή τέλος υπέρ του Δημοσίου και από κάθε εισφορά ή δικαίωμα υπέρ τρίτων.
6. Τα κατά το άρθρο 33 προσύμφωνα και οι κατά τα άρθρα 34 και 49 συμβάσεις για την ανάθεση έργων
ενεργού πολεοδομίας και αστικού αναδασμού απαλλάσσονται από κάθε τέλος υπέρ του Δημοσίου, δήμου ή
άλλου Ν.Π.Δ.Δ..
7. Σε όλες τις περιπτώσεις απαλλαγών του παρόντος, τα δικαιώματα για τη σύνταξη συμβολαίων και τη
μεταγραφή αυτών δεν μπορούν να υπερβούν τα δεκαοκτώ (18) ευρώ για τον συμβολαιογράφο και τα έξι (6)
ευρώ για τον Υποθηκοφύλακα.
8. Οι οικοδομικές άδειες για την ανέγερση κάθε κτίσματος στη Ζ.Ε.Π., καθώς και στη Ζώνη Αστικού Αναδα-
σμού, απαλλάσσονται της εισφοράς που προβλέπεται από το ΚΗ’/1947 ψήφισμα (Α’ 184).
9. Οι απαλλαγές του ανάδοχου φορέα του άρθρου 33, σύμφωνα με τις προηγούμενες παραγράφους, ισχύουν
και για τον αναγκαστικό οικοδομικό συνεταιρισμό και τον ανάδοχο φορέα του άρθρου 49.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3609Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΕΝΟΠΟΙΗΣΗ ΑΚΑΛΥΠΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΚΑΙ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗ ΣΕ ΚΟΙΝΗ ΧΡΗΣΗ
Άρθρο 136
Παραχώρηση σε κοινή χρήση ακάλυπτων χώρων
1. Οι υποχρεωτικοί ακάλυπτοι χώροι των οικοπέδων ενός οικοδομικού τετραγώνου (Ο.Τ.), ενοποιούνται,
τίθενται σε χρήση όλων των ενοίκων του Ο.Τ. και διαμορφώνονται κατάλληλα για τη χρήση αυτή χωρίς να
θίγονται τα δικαιώματα κυριότητας.
2. Για την εφαρμογή της παρ. 1 απαιτείται απόφαση της συνέλευσης των ιδιοκτητών των ακινήτων που
βρίσκονται στο Ο.Τ., με την οποία καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και ο τρόπος ενοποίησης διαμόρφωσης
και χρήσης των ακάλυπτων χώρων, καθώς και τα αναγκαία μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η προσπέλαση
στους χώρους αυτούς.
3. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης, Περιβάλλοντος και Ενέρ-
γειας και Δικαιοσύνης ρυθμίζονται όλα τα θέματα που σχετίζονται με τη σύγκληση της συνέλευσης των ιδιο-
κτητών, την πρόσκληση των μελών, τη λήψη και γνωστοποίηση των αποφάσεων, τον τρόπο καθορισμού του
συνολικού αριθμού των ψήφων και κατανομής τους στους ιδιοκτήτες, η οποία γίνεται με βάση το εμβαδόν
της ιδιοκτησίας και το ποσοστό συμμετοχής σε αυτή σε σχέση με το ολικό εμβαδόν του Ο.Τ., την απαιτούμενη
πλειοψηφία για τη λήψη των αποφάσεων, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το εξήντα πέντε τοις
εκατό (65%) των ψήφων, τον τρόπο εφαρμογής της απόφασης της συνέλευσης και τον ορισμό ειδικού διαχει-
ριστή, την παροχή κινήτρων, στα οποία μπορεί να περιλαμβάνεται και επιδότηση από το Πράσινο Ταμείο για
την εκτέλεση σχετικών έργων ή ανάληψη από το Ταμείο αυτό του συνόλου ή μέρους των τόκων για δάνεια
που συνάπτει ο ειδικός διαχειριστής για τα έργα αυτά, καθώς και κάθε σχετική λεπτομέρεια.
4. Οι διαφορές μεταξύ των ιδιοκτητών ακινήτων του Ο.Τ. ή μεταξύ αυτών και του ειδικού διαχειριστή από
την εφαρμογή των παρ. 1 έως 3 δικάζονται από το Μονομελές Πρωτοδικείο, κατά τη διαδικασία των μισθω-
τικών διαφορών του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182).
5. Κατά την έγκριση, επέκταση, αναθεώρηση ή τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου μπορεί να προβλέπεται
η υποχρεωτική ενοποίηση των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων κάθε Ο.Τ. και η θέση των χώρων αυτών στη
χρήση όλων των ενοίκων των κτιρίων, του τετραγώνου αυτού. Στην περίπτωση αυτή, η ενοποίηση γίνεται
σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζονται με το ρυμοτομικό σχέδιο και δεν έχει εφαρμογή η διαδικασία των
παρ. 1 έως 3.
6. Κατά την έγκριση, επέκταση, αναθεώρηση ή τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου μπορεί να προβλέπεται
η δημιουργία δευτερεύοντος δικτύου ελεύθερων κοινόχρηστων χώρων αποκλειστικά για πεζούς. Το δίκτυο
αυτό αποτελείται από ακάλυπτους χώρους των οικοπέδων, πρόσφορους για προσπέλαση ημιϋπαίθριους χώ-
ρους και υποχρεωτικές εσωτερικές στοές. Στην περίπτωση αυτή για τα οικόπεδα στα οποία περιλαμβάνονται
οι παραπάνω χώροι, αυξάνεται η επιτρεπόμενη δομήσιμη επιφάνεια που αναλογεί στο εμβαδόν των χώρων
του οικοπέδου που εντάσσονται στο δίκτυο κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%), χωρίς πάντως να θίγονται
οι υποχρεωτικοί ακάλυπτοι χώροι.
Άρθρο 137
Ενεργό οικοδομικό τετράγωνο
1. Οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.), δομημένο ή μη, μπορεί να χαρακτηρίζεται ως ενεργό, με απόφαση του
αρμοδίου οργάνου για την έγκριση ή τροποποίηση της πολεοδομικής μελέτης, εφόσον συντρέχει μία από τις
εξής προϋποθέσεις:
α) έλλειψη του απαραίτητου τεχνικού και κοινωνικού εξοπλισμού και γενικά υποβάθμιση της ποιότητας
ζωής των κατοίκων του οικοδομικού τετραγώνου ή της περιοχής,
β) ειδικές πολεοδομικές, οικιστικές ή περιβαλλοντικές συνθήκες στο Ο.Τ. που προκύπτουν ιδίως από την
ύπαρξη ακάλυπτων μη οικοδομήσιμων οικοπέδων και διατηρητέων κτιρίων.
2. Ο χαρακτηρισμός Ο.Τ. ως ενεργού αποβλέπει:
α) στην οργάνωση της δόμησης με βάση ενιαία μελέτη, ώστε να επιτυγχάνονται η αρμονική ένταξη του
τετραγώνου στο φυσικό και οικιστικό περιβάλλον της περιοχής, η άρση των δυσμενών συνεπειών που δη-
μιουργεί η μεμονωμένη μελέτη κάθε οικοπέδου, η αξιοποίηση του ακάλυπτου χώρου των οικοπέδων και η
εξυπηρέτηση των κοινωνικών αναγκών των κατοίκων του Ο.Τ.,
β) στην ανάπλαση του Ο.Τ., ιδίως με την ενοποίηση των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων του, τη διάνοιξη
στο ισόγειο των κτιρίων προσβάσεων από τους κοινόχρηστους χώρους στον ενοποιημένο ακάλυπτο χώρο
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263610
του τετραγώνου, την κατασκευή αίθουσας κοινωνικών εκδηλώσεων, τη δημιουργία χώρων και εγκαταστάσε-
ων κοινής χρήσης για την εξυπηρέτηση των κατοίκων του τετραγώνου, όπως κοινό λεβητοστάσιο κεντρικής
θέρμανσης και χώρο απορριμμάτων, την αναμόρφωση του δώματος και των όψεων των κτιρίων και γενικά με
επεμβάσεις που συμβάλλουν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης των κατοίκων και στην αντιμετώπιση
των δυσμενών επιδράσεων από τις συνθήκες που αναφέρονται στην παρ. 1.
3. Η διαδικασία χαρακτηρισμού Ο.Τ. ως ενεργού κινείται με πρωτοβουλία της αρμόδιας πολεοδομικής
υπηρεσίας ή του οικείου δήμου, μετά από γνώμη του δημοτικού συμβουλίου ή του συμβουλίου δημοτικής
κοινότητας, όπου υπάρχει, ή της συνέλευσης των ιδιοκτητών του τετραγώνου για την οποία έχει ανάλογη
εφαρμογή η παρ. 3 του άρθρου 136.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζεται η διαδικασία του χαρακτηρισμού
και ρυθμίζεται κάθε σχετική λεπτομέρεια.
4. Με την πράξη χαρακτηρισμού Ο.Τ. ως ενεργού επιτρέπεται να θεσπίζονται όροι δόμησης και περιορισμοί
χρήσης κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη χωρίς υπέρβαση, όμως, του συντελεστή δόμησης
που ισχύει για την περιοχή και του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους των κτιρίων, καθώς και να επιβάλλονται
περιορισμοί, υποχρεώσεις και κάθε είδους ρυθμίσεις για την ανάπλαση του τετραγώνου, σύμφωνα με την
παρ. 3, χωρίς να θίγονται δικαιώματα ιδιοκτησίας. Οι επιβαλλόμενοι όροι δόμησης αποσκοπούν ιδίως στην
ενιαία αντιμετώπιση του Ο.Τ. ως προς τον συντελεστή δόμησης, την κάλυψη, τη θέση και τη μορφή των κτιρίων.
Για τα οικόπεδα του ενεργού οικοδομικού τετραγώνου μπορεί να γίνει μεταφορά του συντελεστή δόμησης
σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
ΕΞΟΥΣΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ
Άρθρο 138
Εξουσιοδοτικές διατάξεις
1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας
και Δικαιοσύνης, καθορίζονται οι προϋποθέσεις και οι επιμέρους όροι έκδοσης, τα απαιτούμενα δικαιολογη-
τικά, το περιεχόμενο και η διαδικασία έκδοσης των τίτλων Μ.Σ.Δ., καθώς και η διαδικασία μεταγραφής τους
στα Υποθηκοφυλακεία και εγγραφής τους στα Κτηματολογικά Γραφεία της χώρας.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, εξειδι-
κεύονται οι διαδικασίες για την εφαρμογή του Κεφαλαίου Γ’ του παρόντος Τμήματος, όπως ο τρόπος κατα-
χώρισης των στοιχείων των ακινήτων στην Ψηφιακή Τράπεζα Γης, ο τρόπος υπολογισμού των αξιών γης των
ακινήτων, η ηλεκτρονική διαδικασία αντιστοίχισης των ακινήτων προσφοράς προς τα ακίνητα υποδοχής Σ.Δ.,
το τυχόν παράβολο και λοιπά τέλη, οι υπόχρεοι καταβολής και οι δικαιούχοι που τα εισπράττουν, η διαδικασία
καταβολής/παρακατάθεσης της αξίας του μεταφερόμενου Σ.Δ. από τον αποδεχόμενο Σ.Δ. και της εκταμίευσής
του προς τον προσφέροντα Σ.Δ., η προθεσμία καταβολής/παρακατάθεσης, μετά από την πάροδο της οποίας
ματαιώνεται η διαδικασία Μ.Σ.Δ., η έντυπη και ηλεκτρονική αποτύπωση της ολοκλήρωσής της και ο σχετικός
τίτλος που μπορεί να μεταγραφεί στα Υποθηκοφυλακεία και να καταχωρισθεί στα Κτηματολογικά Γραφεία
της χώρας. Με την ως άνω κοινή απόφαση, εξειδικεύονται ο τρόπος και οι προϋποθέσεις καταχώρισης τίτλων
μεταφοράς συντελεστή δόμησης, που έχουν εκδοθεί βάσει των νόμων 880/1979 (Α’ 58), 2300/1995 (Α’ 69) και
3044/2002 (Α’ 197) και προσδιορίζεται ο χρόνος έναρξης λειτουργίας της Ψηφιακής Τράπεζας Γης.
ΜΕΡΟΣ Γ’
ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ
ΤΜΗΜΑ Ι
ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΓΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ - ΠΡΑΞΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΕΙΣΦΟΡΑ ΣΕ ΓΗ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ
Άρθρο 139
Εισφορά σε γη
1. Οι ιδιοκτησίες: α) που εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο για πρώτη φορά ή β) στις οποίες επεκτείνεται
το πολεοδομικό σχέδιο ή γ) που εντάσσονται στο πολεοδομικό σχέδιο και βρίσκονται εκτός των ορίων των
οικισμών πριν από το 1923 ή των οικισμών με πληθυσμό μέχρι και δύο χιλιάδες (2.000) κατοίκους υποχρεούνται
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3611Τεύχος A’ 88/08.06.2026
να συμμετάσχουν με εισφορά γης στη δημιουργία των απαραίτητων κοινόχρηστων χώρων και γενικά στην
ικανοποίηση κοινωφελών χρήσεων και σκοπών κατά τις επόμενες διατάξεις.
2. Με απόφαση του αρμόδιου για την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου οργάνου που εκδίδεται ύστερα
από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, μπορεί να υπάγονται στις διατάξεις περί εισφορών γης και
χρήματος οι ιδιοκτησίες που βρίσκονται εντός των ορίων των οικισμών με πληθυσμό μέχρι και δύο χιλιάδες
(2.000) κατοίκους.
3. Η εισφορά σε γη κατά την παρ. 2 αποτελείται από ποσοστό επιφάνειας κάθε ιδιοκτησίας πριν από την
πολεοδόμησή της, το οποίο υπολογίζεται, σύμφωνα με τις παρ. 4 έως 6.
4. Η εισφορά σε γη υπολογίζεται κατά τον ακόλουθο τρόπο:
α) Για τμήμα ιδιοκτησίας μέχρι πεντακόσια (500) τετραγωνικά μέτρα ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%).
β) Για τμήμα ιδιοκτησίας πάνω από πεντακόσια (500) τετραγωνικά μέτρα μέχρι χίλια (1.000) τετραγωνικά
μέτρα ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
γ) Για τμήμα ιδιοκτησίας πάνω από χίλια (1.000) τετραγωνικά μέτρα μέχρι δύο χιλιάδες (2.000) τετραγωνικά
μέτρα ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
δ) Για τμήμα ιδιοκτησίας πάνω από δύο χιλιάδες (2.000) τετραγωνικά μέτρα μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000)
τετραγωνικά μέτρα ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%).
ε) Για τμήμα ιδιοκτησίας πάνω από δέκα χιλιάδες (10.000) τετραγωνικά μέτρα ποσοστό πενήντα τοις εκατό
(50%).
στ) Σε περίπτωση που κατά την εκπόνηση της μελέτης οι υπολογιζόμενες εισφορές σε γη κατά τα ανωτέρω
εντός της πολεοδομικής ενότητας, συμπεριλαμβανομένων και των υφιστάμενων κοινόχρηστων χώρων, δεν
καλύπτουν την ελάχιστη έκταση κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων κατά τα πολεοδομικά σταθερότυπα
ή τις προβλέψεις των Γενικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Γ.Π.Σ.), Σχεδίων Χωρικής και Οικιστικής Οργάνωσης
Ανοικτής Πόλης (Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π.), Ειδικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Ε.Π.Σ.) ή Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων
(Τ.Π.Σ.), τα ποσοστά των περ. α), β), γ) και δ) υποχρεωτικά αυξάνονται αναλογικά και κατά ίσο αριθμό ποσοστι-
αίων μονάδων με σκοπό να συμπληρωθεί η απαιτούμενη εισφορά σε γη και χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετη
απόφαση έγκρισης της προσαύξησης αυτής. Σε κάθε περίπτωση, τα ποσοστά των περ. α) και β) δεν υπερβαί-
νουν το τριάντα τοις εκατό (30%), το ποσοστό της περ. γ) δεν υπερβαίνει το σαράντα τοις εκατό (40%) και το
ποσοστό της περ. δ) δεν υπερβαίνει το πενήντα τοις εκατό (50%). Σε κάθε περίπτωση απαγορεύεται η μείωση
των απαραίτητων κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων και οι προκύπτοντες κοινόχρηστοι και κοινωφελείς
χώροι πρέπει να καλύπτουν την ελάχιστη έκταση κατά τα πολεοδομικά σταθερότυπα ή τις προβλέψεις των
Γ.Π.Σ., Σ.Χ.Ο.Ο.Α.Π., Ε.Π.Σ. ή Τ.Π.Σ. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού
Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύναται να τροποποιείται ο καταμερισμός των ποσοστών εισφοράς σε γη των
περ. α) έως ε).
ζ) Εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από ειδικότερες διατάξεις, που διέπουν ειδικά σχέδια, όπως οι Βιομη-
χανικές Περιοχές του ν. 4458/1965 (Α’ 33), οι Βιομηχανικές Επιχειρηματικές Περιοχές (Β.Ε.ΠΕ.) του ν. 2545/1997
(Α’ 254) και τα Επιχειρηματικά Πάρκα του ν. 3982/2011 (Α’ 143) και του ν. 4982/2022 (Α’ 195), η εισφορά σε γη
ειδικά για τις χρήσεις που αναφέρονται στα άρθρα 5, 6 και 7 του π.δ. της 23.2/6.3.1987 (Δ ’ 166) και στα άρθρα
292, 293 και 294 του παρόντος Κώδικα, όπως ισχύουν, ορίζεται:
ζα) Για τμήμα ιδιοκτησίας μέχρι χίλια (1.000) τετραγωνικά μέτρα ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%).
ζβ) Για τμήμα ιδιοκτησίας πάνω από χίλια (1.000) τετραγωνικά μέτρα μέχρι τέσσερις χιλιάδες (4.000) τε-
τραγωνικά μέτρα ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%).
ζγ) Για τμήμα ιδιοκτησίας πάνω από τέσσερις χιλιάδες (4.000) τετραγωνικά μέτρα ποσοστό σαράντα τοις
εκατό (40%).
5. Ως εμβαδά ιδιοκτησιών για τον υπολογισμό της συμμετοχής σε γη λαμβάνονται τα εμβαδά που είχαν οι
ιδιοκτησίες στις 28 Μαΐου 2014. Για την εφαρμογή της παρ. 4, ως ιδιοκτησία νοείται το γεωτεμάχιο υπό την
έννοια της συνεχόμενης έκτασης γης που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε έναν ή περισ-
σότερους κυρίους εξ αδιαιρέτου. Kατατμήσεις που έλαβαν χώρα μετέπειτα της προαναφερθείσας ημερομη-
νίας δεν λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό των εισφορών σε γη. Εφόσον μετά την κύρωση της πράξης
εφαρμογής διαπιστωθεί ότι κατά τον υπολογισμό των εισφορών σε γη, εσφαλμένα λήφθηκαν υπόψη υπαίτιες
κατατμήσεις και συνεπάγονται την αυτοδίκαιη ακυρότητα της μεταβίβασης κυριότητας, με διορθωτική πράξη
εφαρμογής μετατρέπονται οι διαφορές σε γη σε εισφορά σε χρήμα. Ως υπαίτιες κατατμήσεις νοούνται κυρίως
οι οριζόμενες στα άρθρα 276 και 280.
6. Η εισφορά γης πραγματοποιείται με την πράξη εφαρμογής του άρθρου 144, εκτός αν πρόκειται για
αστικό αναδασμό ή ενεργό πολεοδομία, οπότε γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 30, 34 και 42.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263612
7. Σε περίπτωση που η συμμετοχή σε γη πρέπει να ληφθεί από μη ρυμοτομούμενο τμήμα ιδιοκτησίας,
πλην, όμως, κατά την κρίση της αρχής το τμήμα γης που πρόκειται να αποτελέσει αντικείμενο εισφοράς δεν
είναι αξιοποιήσιμο πολεοδομικά ή η αφαίρεσή του είναι φανερά επιζήμια για την ιδιοκτησία, μπορεί να μετα-
τρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή που διατίθεται αποκλειστικά για τη δημιουργία κοινόχρηστων και
κοινωφελών χρήσεων και σκοπών. Για την πραγματοποίηση της μετατροπής εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο
141 για την εισφορά σε χρήμα. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται όροι
και προϋποθέσεις για την εφαρμογή της παρούσας.
8. Τα εδαφικά τμήματα που προέρχονται από εισφορά γης διατίθενται κατά σειρά προτεραιότητας:
α) Για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα.
β) Για την παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες της ίδιας πολεοδομικής ενότητας των οποίων τα οικόπεδα
ρυμοτομούνται εξ ολοκλήρου ή κατά ποσοστό περισσότερο από το καθοριζόμενο στην παρ. 4 και εφόσον
δεν είναι δυνατή η τακτοποίησή τους, σύμφωνα με το άρθρο 144.
γ) Για κοινωφελείς χώρους και σκοπούς μέσα στην ίδια πολεοδομική ενότητα.
δ) Για τη δημιουργία χώρων κοινοχρήστων και κοινωφελών χρήσεων και σκοπών για τις γενικότερες
ανάγκες της περιοχής, καθώς και για παραχώρηση οικοπέδων σε ιδιοκτήτες άλλων πολεοδομικών ενοτήτων
του ίδιου δήμου μέσα στα όρια του Γ.Π.Σ. ή Τ.Π.Σ. ή Ε.Π.Σ., των οποίων τα οικόπεδα ρυμοτομούνται εξ ολο-
κλήρου, σύμφωνα με το εγκεκριμένο σχέδιο, για τη δημιουργία κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων, η κατά
το ποσοστό περισσότερο από την προκύπτουσα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, υποχρέωσή τους. Τα
ανωτέρω εφαρμόζονται και για ρυμοτομούμενα οικόπεδα εντός σχεδίου εγκεκριμένου κατά τη διαδικασία
του Τμήματος VI του Μέρους Α’, που περιλαμβάνονται ή αποτελούν πολεοδομική ενότητα του ίδιου δήμου
εφόσον το επιθυμούν οι ιδιοκτήτες τους.
Με τη σχετική πράξη εφαρμογής, με την οποία πραγματοποιείται η παραχώρηση του νέου οικοπέδου, το
παλαιό εντός σχεδίου πόλεως ρυμοτομούμενο οικόπεδο περιέρχεται αυτοδικαίως στην κυριότητα του οικείου
δήμου, ο οποίος υποκαθιστά επίσης τον ιδιοκτήτη στα δικαιώματα έναντι τρίτων υπόχρεων για την αποζημίωση
λόγω ρυμοτομίας. Στην περίπτωση αυτή, αν ο οικείος δήμος εντός τριών (3) ετών από την ως άνω παραχώρηση
του νέου οικοπέδου δεν εισπράξει από τους τρίτους την οφειλόμενη αποζημίωση, τότε το Πράσινο Ταμείο υπο-
καθιστά τον δήμο στα δικαιώματα έναντι των τρίτων, δυνάμενο να συνεχίσει τη σχετική διαδικασία. Με απόφαση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στη Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται
η διαδικασία και ο τρόπος παρέμβασης του Πράσινου Ταμείου για την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών και κάθε
αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος. Σε κάθε περίπτωση η προτεραιότητα διάθεσης της
εισφοράς σε γη κατά τα ανωτέρω, τηρείται απόλυτα και δύναται η κάλυψη των επομένων, σε προτεραιότητα,
αναγκών, να γίνεται μόνο εφόσον καλυφθούν οι ανάγκες της εκάστοτε τρέχουσας προτεραιότητας.
9. Οι ιδιοκτησίες που ανήκουν στο Δημόσιο, σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης ή σε κρατικά νομικά
πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου κατά το μέρος που από την πολεοδομική μελέτη προορίζονται για
τη δημιουργία κοινωφελών χώρων της αρμοδιότητας του δημόσιου φορέα στον οποίο ανήκουν ή διατίθενται
για τους ίδιους σκοπούς με ανταλλαγή, παραχώρηση ή άλλον τρόπο, μεταξύ των αντίστοιχων φορέων, θεω-
ρούνται αυτοδίκαια εισφερόμενες για τον σκοπό που προορίζονται και δεν υπόκεινται κατά το μέρος αυτό
σε άλλη εισφορά γης.
10. Οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι στεγαστικών προγραμμάτων μέσα στις ιδιοκτησίες των δημόσιων
φορέων της παρ. 9, που το ποσοστό που καταλαμβάνουν μνημονεύεται στο διάταγμα έγκρισης της πολεοδομικής
μελέτης, θεωρούνται αυτοδίκαια συνεισφερόμενοι, περιέρχονται αυτοδικαίως στους οικείους κατά τον προο-
ρισμό τους φορείς και συμψηφίζονται στην εισφορά σε γη της αντίστοιχης ιδιοκτησίας, όπως η εισφορά αυτή
προκύπτει με την εφαρμογή των ποσοστών της παρ. 4, υπολογιζομένων μόνο για το εμβαδόν της ιδιοκτησίας
αυτής. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και σε εγκεκριμένες, μέχρι την 24η.12.2014, ημερομηνία δημοσίευσης του
ν. 4315/2014 (Α’ 269), πολεοδομικές μελέτες έστω και αν στην πράξη έγκρισής τους δεν αναφέρεται το ποσοστό
των κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων. Στις περιπτώσεις αυτές εκδίδεται διαπιστωτική απόφαση του οικείου
Περιφερειάρχη ή του εκάστοτε αρμοδίου οργάνου που προσδιορίζει το ποσοστό αυτό βάσει των ενδείξεων της
μελέτης. Για ιδιοκτησίες που ανήκουν στη διαχείριση του Υπουργείου Υγείας και σε δημόσιους οργανισμούς που
είναι αρμόδιοι για την εφαρμογή στεγαστικών προγραμμάτων και προορίζονται για εφαρμογή στεγαστικών
προγραμμάτων αυτών, για το τμήμα τους άνω των δύο χιλιάδων (2.000) τετραγωνικών μέτρων ορίζεται ποσοστό
εισφοράς γης σαράντα τοις εκατό (40%), κατ’ εξαίρεση των περ. ε) και στ) της παρ. 4.
11. Οι οπωσδήποτε σχηματισμένοι μέσα στην περιοχή επέκτασης κοινόχρηστοι χώροι θεωρούνται ως
νόμιμα υπάρχοντες κοινόχρηστοι χώροι και δεν λαμβάνονται υπόψη υπέρ των ιδιοκτητών για τον υπολογισμό
της εισφοράς σε γη.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3613Τεύχος A’ 88/08.06.2026
12. Κοινόχρηστοι χώροι της παρ. 11 του παρόντος και του άρθρου 193 του παρόντος Κώδικα που καταργού-
νται με την ένταξη της περιοχής στο σχέδιο ή την αναμόρφωσή της λόγω υπαγωγής της περιοχής στο άρθρο
13 του ν. 1337/1983 (Α’ 33), μπορεί μετά την εφαρμογή της παρ. 4 του άρθρου 148 του παρόντος Κώδικα, με
την πράξη εφαρμογής να διατίθενται περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 8 του παρόντος.
13. Στις περιπτώσεις κατάτμησης οικοπέδων μετά την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης και πριν την
κύρωση της πράξης εφαρμογής, επιβάλλεται, πέρα από τα ελάχιστα όρια εμβαδού και διαστάσεων, η εξα-
σφάλιση στη μεταβιβαζόμενη και στην εναπομένουσα έκταση του αναλογούντος σε κάθε τμήμα ποσοστού
της εισφοράς σε γη που προκύπτει κατ’ ελάχιστον βάσει του άρθρου αυτού. Κάθε δικαιοπραξία (εν ζωή ή αιτία
θανάτου) που έχει αντικείμενο μεταβίβαση κυριότητας κατά παράβαση των ανωτέρω είναι αυτοδικαίως και
εξ υπαρχής άκυρη.
14. Στις ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται στο πυκνοδομημένο τμήμα πολεοδομικών μελετών σύμφωνα
με την καταργηθείσα με την παρ. 8 του άρθρου 25 του ν. 2508/1997 (Α’ 124 διάταξη της παρ. 2 του παρόντος,
δύναται να χορηγούνται οικοδομικές άδειες πριν από την πράξη εφαρμογής με την προϋπόθεση τακτοποίη-
σης των κατά τον υπολογισμό υποχρεώσεων εισφοράς σε χρήμα και μετατροπής σε χρήμα της υποχρέωσης
εισφοράς σε γη και τήρησης των οριζόμενων στην παρ. 10 του άρθρου 43 του ν. 1337/1983 προϋποθέσεων.
Άρθρο 140
Ειδικές περιπτώσεις εισφοράς σε γη
1. Οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε πολεοδομούμενες για πρώτη φορά περιοχές υποχρεούνται να
συμμετάσχουν με εισφορά σε γη για τη δημιουργία των απαραίτητων κοινόχρηστων χώρων και γενικά την
ικανοποίηση κοινωφελών χρήσεων και σκοπών, σύμφωνα με το άρθρο 139.
2. Κατ’ εξαίρεση της παρ. 1:
α) Οι ιδιοκτησίες που περιλαμβάνονται σε ζώνες ενεργού πολεοδομίας και πολεοδομούνται έχουν υπο-
χρέωση εισφοράς σε γη, σύμφωνα με το άρθρο 30.
β) Οι ιδιοκτησίες, οι οποίες έχουν ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και στις οποίες
αίρεται η ρυμοτομική αναγκαστική απαλλοτρίωση, που επιβλήθηκε με την ένταξη στο σχέδιο για τη δημιουργία
κοινόχρηστου χώρου, κατά την περ. α) της παρ. 12 του άρθρου 60, υποχρεούνται σε εισφορά σε γη, σύμφωνα
με τα ποσοστά που προβλέπονται στην πα ρ. 4 του άρθρου 139. Η εισφορά υπολογίζεται και επιβάλλεται με
την πράξη τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου και αποτελεί ποσοστό επιφάνειας της ιδιοκτησίας όπως
αυτή υφίσταται κατά τον χρόνο της πράξης τροποποίησης. Η εισφορά αρχικώς υπολογίζεται κατά τις παρ. 4 και
5 του άρθρου 139 και στη συνέχεια μειώνεται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%). Σε περίπτωση άρσης
ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης είτε σε κοινόχρηστους χώρους, που δεν καθορίστηκαν εκ της αρχικής έγκρισης
ρυμοτομικών σχεδίων αλλά προέκυψαν από τροποποίηση οικοδομήσιμων χώρων, είτε γενικά σε κοινωφελείς
χώρους, οι ιδιοκτησίες δεν υποχρεούνται σε εισφορά σε γη. Σε περίπτωση άρσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
προς συμμόρφωση δικαστικής απόφασης, η οποία εκδόθηκε πριν από τη δημοσίευση του ν. 3212/2003 (Α’ 308)
δεν επιβάλλεται η ανωτέρω εισφορά σε γη. Όπου επιβάλλεται εισφορά, αυτή διατίθεται ολόκληρη υποχρεωτικά
για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων που θεσμοθετούνται με την τροποποίηση αυτή. Το μέγεθος της εισφοράς
μνημονεύεται και απεικονίζεται ως θέση στην πράξη τροποποίησης, είναι αυτοδίκαια εισφερόμενο, τίθεται σε
κοινή χρήση μετά τη δημοσίευση της πράξης και δεν απαιτείται σύνταξη της πράξης εφαρμογής που προβλέ-
πεται στο άρθρο 144. Αν με την τροποποίηση του σχεδίου επιβάλλεται για λόγους πολεοδομικούς η δημιουργία
κοινόχρηστου χώρου μεγαλύτερου αυτού της εισφοράς σε γη, συντάσσεται πράξη αναλογισμού, σύμφωνα με το
Τμήμα VI του Μέρους Α’ και του άρθρου 165 για το επιπλέον τμήμα όπου κατ’ εξαίρεση ο υπόχρεος σε εισφορά
δεν συμμετέχει στις επιπλέον επιβαρύνσεις από την πράξη αναλογισμού, αλλά υποκαθίσταται από τον οικείο
δήμο. Αν η ύπαρξη οικοδομής, κατά την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 146, νομίμως υφισταμένης, εμποδίζει τη
διάθεση της εισφοράς για τη δημιουργία κοινόχρηστου χώρου, είναι δυνατόν, κατά την κρίση της υπηρεσίας να
μετατρέπεται σε ισάξια χρηματική συμμετοχή. Στην περίπτωση αυτή ο προσδιορισμός της αξίας για την πραγ-
ματοποίηση της μετατροπής αυτής γίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο, σύμφωνα με τον Κώδικα Αναγκαστικών
Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’ 17). Η πράξη τροποποίησης του σχεδίου της παρούσας
κατά το μέρος που αφορά στη μετάσταση κυριότητος υπέρ του οικείου δήμου μεταγράφεται νόμιμα στο οικείο
Υποθηκοφυλακείο ή καταχωρίζεται στο Κτηματολογικό Γραφείο.
Άρθρο 141
Εισφορά σε χρήμα
1. Η εισφορά σε χρήμα υπολογίζεται με βάση το εμβαδόν της ιδιοκτησίας, όπως αυτή διαμορφώνεται με
την πράξη εφαρμογής και την τιμή ζώνης του οικοπέδου κατά τον χρόνο κύρωσης της πράξης εφαρμογής.
Ως τιμή ζώνης του οικοπέδου για την εφαρμογή του πρώτου εδαφίου νοείται:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263614
α) Στις περιοχές όπου ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακι-
νήτων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, η ανά τετραγωνικό μέτρο αξία του οικοπέδου η
οποία προκύπτει από την Τιμή Οικοπέδου συναρτήσει της Τιμής Ζώνης και του Συντελεστή Αξιοποίησης του
Οικοπέδου πολλαπλασιαζόμενης με τον Συντελεστή του Οικοπέδου, όπως καθορίζονται στους πίνακες τιμών
των αποφάσεων του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση των
κείμενων διατάξεων.
β) Στις περιοχές όπου δεν ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας
των ακινήτων, και με την επιφύλαξη ότι δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 του Κώδικα Φορολογίας Περιουσίας
(ν. 5219/2025, Α’ 130), η ανά τετραγωνικό μέτρο αξία των ακινήτων, όπως αυτή προσδιορίζεται από την επιτροπή
του άρθρου 142 του παρόντος Κώδικα. Για ιδιοκτησίες που στην πράξη εφαρμογής οι ιδιοκτήτες αναγράφονται
με ελλιπή στοιχεία ή με την ένδειξη «άγνωστος», ώστε να καθίσταται αδύνατη η βεβαίωση και είσπραξη του
ποσού της εισφοράς του άρθρου αυτού, για τον υπολογισμό της εισφοράς, λαμβάνεται υπόψη η οικοπεδική
αξία κατά τον χρόνο κύρωσης της διορθωτικής πράξης του αρμοδίου οργάνου, εκτός αν δεν έχουν βεβαιωθεί
ήδη οι εισφορές σε χρήμα της αρχικής πράξης εφαρμογής, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η οικοπεδική αξία κατά
τον χρόνο κύρωσης της αρχικής πράξης εφαρμογής. Η εισφορά αυτή αποτελεί έσοδο του οικείου δήμου και
βεβαιώνεται στην ταμειακή του υπηρεσία από την αρμόδια υπηρεσία δόμησης μετά την κύρωση της πράξης
εφαρμογής. Η εισφορά αυτή εισπράττεται, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εισπράξεως δημόσιων εσόδων, ως
έσοδο του οικείου δήμου και αποδίδεται σε αυτούς κατά μήνα. Η οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα καταβάλ-
λεται εντός προθεσμίας εννέα (9) ετών από την πράξη επιβολής της, σε εκατόν οκτώ (108) ισόποσες μηνιαίες
δόσεις ή σε τριάντα έξι (36) ισόποσες τριμηνιαίες δόσεις ή σε δεκαοκτώ (18) ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις. Σε
περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει την καταβολή του συνολικού ποσού εντός προθεσμίας ενός (1) έτους από
την πράξη επιβολής της εισφοράς, παρέχεται έκπτωση ποσοστού είκοσι τοις εκατό (20%) επί του συνολικού
ποσού. Σε περίπτωση βεβαίωσης της εισφοράς σε χρήμα μετά την κύρωση διορθωτικής πράξης ως προς τα
στοιχεία του ιδιοκτήτη, η προθεσμία καταβολής των οφειλών υπολογίζεται από την ημερομηνία της αρχικής
πράξης επιβολής. Σε κάθε περίπτωση ως ελάχιστη μηνιαία δόση ορίζεται το ποσό των πενήντα (50) ευρώ, ως
ελάχιστη τριμηνιαία το ποσό των εκατόν πενήντα (150) ευρώ και ως ελάχιστη εξαμηνιαία δόση το ποσό των
τριακοσίων (300) ευρώ. Τα ανωτέρω ισχύουν αποκλειστικά για την οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα και όχι για
μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα ή προσκυρώσεις. Το ποσό της εισφοράς αυτής διατίθεται από τους οικείους
δήμους για την κατασκευή, εντός της περιοχής μελέτης, των βασικών κοινόχρηστων έργων υποδομής, όπως
οδικό δίκτυο και δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, είτε από τον ίδιο είτε από εξουσιοδοτημένο από αυτόν
φορέα, καθώς και για την εκπόνηση μελετών πολεοδόμησης, πράξεων εφαρμογής και ρυμοτομικών σχεδίων
εφαρμογής. Κάθε διάθεση της εισφοράς αυτής για άλλο σκοπό είναι άκυρη και η παράβαση αυτής αποτελεί
παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) για όλους τους εμπλε-
κομένους. Οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου δεν
απαλλάσσονται της εισφοράς σε χρήμα για τους προβλεπόμενους από την πολεοδομική μελέτη κοινωφελείς
χώρους αρμοδιότητάς τους. Η καταβολή της εισφοράς αυτής γίνεται μετά την απόκτηση του χώρου από τον
φορέα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Σε περίπτωση μετατροπής σε χρηματική εισφορά, σύμφωνα με
την παρ. 7 του άρθρου 139 εφαρμόζεται η παρ. 13 του άρθρου 144 ως προς τον προσδιορισμό της αξίας και
οι ανωτέρω διατάξεις ως προς τον τρόπο καταβολής των οφειλόμενων εισφορών σε χρήμα. Με προεδρικό
διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας
και Οικονομικών, επικαιροποιούνται ο προσδιορισμός αξίας ακινήτων για την επιβολή εισφοράς σε χρήμα, ο
τρόπος καταβολής αυτής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
2. Μετά από σχετική αίτηση του ιδιοκτήτη και έγκριση της κατά περίπτωση αρμόδιας αρχής, είναι δυνατόν
αντί της καταβολής εισφοράς σε χρήμα, να προσφέρεται τμήμα της επιφάνειας της ιδιοκτησίας ίσης αξίας.
Η μετατροπή γίνεται μέχρι την πραγματοποίηση της εισφοράς σε γη και εφαρμόζεται μόνο στις ακόλουθες
περιπτώσεις:
α) η αποδιδόμενη επιφάνεια της ιδιοκτησίας και η εναπομένουσα ιδιοκτησία καλύπτουν τους περιορισμούς
της κατά κανόνα αρτιότητας, ή
β) η αποδιδόμενη επιφάνεια της ιδιοκτησίας μπορεί να συμπεριληφθεί σε όμορο κοινόχρηστο χώρο όπως
πλατεία, άλσος ή μεγάλο χώρο πρασίνου, ή όμορο κοινωφελή χώρο.
Μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, ομοίως κατά τα ανωτέρω, δύναται αντί της καταβολής εισφοράς
σε χρήμα να προσφέρεται τμήμα της επιφάνειας της ιδιοκτησίας ίσης αξίας. Η μετατροπή γίνεται με τη διαδι-
κασία διορθωτικής πράξης εφαρμογής, η οποία εκδίδεται μετά από αίτηση του ιδιοκτήτη, που υποβάλλεται
εντός εξαμήνου από την έκδοση της πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα και έγκριση της κατά περίπτωση
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3615Τεύχος A’ 88/08.06.2026
αρμόδιας αρχής. Ειδικώς στην περίπτωση που η επιφάνεια αποδίδεται για τη δημιουργία κοινόχρηστων ή
κοινωφελών χώρων απαιτείται, πέρα από την κύρωση διορθωτικής πράξης εφαρμογής, η τροποποίηση του
εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου. Ειδικά για ακίνητα, τα οποία ανήκουν στο Δημόσιο ή σε ανώνυμη εται-
ρεία, το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανήκει εξ ολοκλήρου στο Δημόσιο ή σε ανώνυμη εταιρεία με μοναδικό
μέτοχο το Δημόσιο, η αίτηση του τετάρτου εδαφίου υποβάλλεται και μετά την παρέλευση της ως άνω εξά-
μηνης προθεσμίας και ανεξάρτητα από τον χρόνο έκδοσης της οικείας πράξης εφαρμογής. Η μετατροπή της
εισφοράς σε χρήμα στην περίπτωση αυτή είναι δυνατή και εφόσον η αποδιδόμενη επιφάνεια της ιδιοκτησίας
μπορεί να αξιοποιηθεί αυτοτελώς ως κοινόχρηστος ή κοινωφελής χώρος.
3. Οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου δεν απαλ-
λάσσονται της εισφοράς σε χρήμα για τους προβλεπόμενους από την πολεοδομική μελέτη κοινωφελείς
χώρους αρμοδιότητάς τους. Η καταβολή της εισφοράς αυτής γίνεται μετά την απόκτηση του χώρου από τον
φορέα, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Από την προβλεπόμενη με την παρούσα υποχρέωση εισφοράς σε
χρήμα απαλλάσσεται η Δημόσια Υπηρεσία Απασχόλησης κατά το μέρος που ασκεί αρμοδιότητες του πρώην
Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας.
4. Σε κάθε συμβολαιογραφική πράξη που αφορά δικαιοπραξία εν ζωή και έχει ως αντικείμενο μεταβίβαση
της κυριότητας ακινήτου που οφείλει εισφορά σε χρήμα, σύμφωνα με κυρωμένη πράξη εφαρμογής, επισυνά-
πτεται βεβαίωση του οικείου δήμου, ότι έχει καταβληθεί τουλάχιστον το ποσό των δόσεων, που αντιστοιχεί
σε ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) των συνολικών υποχρεώσεων που αναλογούν στο μεταβιβαζόμενο
ακίνητο. Στα συμβολαιογραφικά έγγραφα μεταβίβασης επί ποινή ακυρότητας γίνεται ειδική μνεία για τους
υπόχρεους οφειλέτες και το υπολειπόμενο ποσό οφειλής εισφοράς σε χρήμα. Εντός δεκαπέντε (15) ημερών
από τη μεταγραφή ή την καταχώριση των δικαιωμάτων κυριότητας αντίστοιχα στα αρμόδια Υποθηκοφυλα-
κεία ή Κτηματολογικά Γραφεία, ο αποκτών οφείλει να υποβάλει δήλωση ιδιοκτησίας στον οικείο δήμο προ-
κειμένου να βεβαιώσει σε αυτόν το υπόλοιπο των οφειλών σε χρήμα και να προσκομίσει αντίγραφο αυτής
στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή Κτηματολογικό Γραφείο, το οποίο κάνει σχετική επισημείωση στο περιθώριο
της μεταγραφής. Σε κάθε περίπτωση το μη καταβληθέν υπόλοιπο των οφειλών εισφορών σε χρήμα βαρύνει
τον αποκτώντα το δικαίωμα κυριότητος, ανεξαρτήτως του είδους της πράξης με την οποία το απέκτησε. Η
απαίτηση του οικείου δήμου για το μη καταβληθέν υπόλοιπο των οφειλών εισφορών σε χρήμα δεν υπόκειται
σε παραγραφή.
5. Σε πράξεις επιβολής εισφοράς σε χρήμα που εκδόθηκαν μετά την 1η.1.2009 και μέχρι την 31η.12.2019
εφαρμόζεται ενιαία ποσοστιαία μείωση επί του αρχικού ποσού εισφοράς σε χρήμα ίση με είκοσι τοις εκατό
(20%). Η ως άνω μείωση και ο αντίστοιχος συμψηφισμός δεν εφαρμόζονται σε βεβαιωθείσες και ολοσχερώς
καταβληθείσες οφειλές, σε μετατροπές εισφοράς γης σε χρήμα ή σε προσκυρώσεις. Διαφορά που προκύπτει
μεταξύ του ήδη καταβληθέντος ποσού και του ποσού που προκύπτει μετά την εφαρμογή της μείωσης του
πρώτου εδαφίου δεν επιστρέφεται.
6. Για τις περιοχές που ισχύει το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των
ακινήτων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, με απόφαση της επιτροπής του άρθρου 142
δύναται να επιβάλλεται μειωτικός συντελεστής στην τιμή ζώνης του οικοπέδου που συνυπολογίζεται στην
εισφορά σε χρήμα ο οποίος δεν δύναται να είναι μεγαλύτερος του είκοσι τοις εκατό (20%) της ισχύουσας τι-
μής ζώνης. Τα ανωτέρω ισχύουν αποκλειστικά για την οφειλόμενη εισφορά σε χρήμα και όχι για μετατροπές
εισφοράς γης σε χρήμα ή προσκυρώσεις.
Άρθρο 142
Προσδιορισμός αξίας ακινήτων
1.α) Με απόφαση του αρμόδιου Περιφερειάρχη συγκροτούνται επιτροπές στην έδρα κάθε περιφερειακής
ενότητας που είναι αρμόδιες για τον προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων που περιλαμβάνονται σε πράξεις
εφαρμογής για τις περιοχές που εμπίπτουν στις διατάξεις περί εισφορών σε γη και χρήμα. Στις νησιωτικές
περιοχές μπορούν να συγκροτούνται επιτροπές με αρμοδιότητα σε περισσότερες από μία περιφερειακές
ενότητες. Εκτός των νησιωτικών περιοχών σε εξαιρετικές περιπτώσεις δύναται να συγκροτούνται επιπλέον
επιτροπές στην έδρα κάθε περιφερειακής ενότητας μετά από προηγούμενη απόφαση του γραμματέα αποκε-
ντρωμένης διοίκησης ανεξαρτήτως της περιφέρειας στην οποία συγκροτούνται. Η επιτροπή επιλαμβάνεται:
α) στην περίπτωση που δεν είναι δυνατός ο προσδιορισμός της αξίας τους είτε γιατί δεν έχει οριστεί στην
περιοχή αντικειμενικό σύστημα υπολογισμού της αξίας μέχρι σήμερα είτε γιατί κατά τον χρόνο κύρωσης της
πράξης δεν εφαρμόζεται το σύστημα αυτό είτε γιατί δεν εφαρμόζεται το άρθρο 12 του Κώδικα Φορολογίας
Περιουσίας (ν. 5219/2025, Α ’ 130) και β) στον υπολογισμό της αξίας των επικειμένων.
β) Η επιτροπή είναι τετραμελής και αποτελείται από: βα) τον προϊστάμενο του οικείου Τμήματος Χωρικού
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263616
Σχεδιασμού της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού ως Πρόεδρο με αναπληρωτή τον νόμιμο
αντικαταστάτη του, ββ) έναν υπάλληλο της Διεύθυνσης Τεχνικών Έργων της οικείας περιφερειακής ενότητας
με τον αναπληρωτή του, βγ) έναν υπάλληλο της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (Δ.Ο.Υ.) που βρίσκεται
στην έδρα της οικείας περιφερειακής ενότητας με τον αναπληρωτή του και βδ) έναν εκπρόσωπο του τοπικού
παραρτήματος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (Τ.Ε.Ε.). Ο υπάλληλος της Δ.Ο.Υ. υποδεικνύεται από τον
Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.). Ο εκπρόσωπος του τοπικού παραρτήματος
του Τ.Ε.Ε. ορίζεται μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία δέκα (10) ημερών από τότε που το σχετικό έγγραφο του
Περιφερειάρχη περιέλθει στο σχετικό νομικό πρόσωπο. Αν μετά την πάροδο των δέκα (10) ημερών δεν έχει
οριστεί εκπρόσωπος, καθώς και ο αναπληρωτής αυτού, η επιτροπή νόμιμα συγκροτείται από τα υπόλοιπα
μέλη. Γραμματέας της επιτροπής ορίζεται με πράξη του Προέδρου ο υπάλληλος - μέλος της περιφερειακής
ενότητας. Η επιτροπή έχει απαρτία όταν παρευρίσκονται τρία (3) μέλη της και αποφασίζει κατά πλειοψηφία.
Στην επιτροπή συμμετέχει κατά περίπτωση ως πέμπτο μέλος και με ισότιμο δικαίωμα ψήφου ο Προϊστάμε-
νος της οικείας υπηρεσίας δόμησης με τον αναπληρωτή του, οι οποίοι ορίζονται με απόφαση του Δημάρχου
κατά την υποβολή του αιτήματος για προσδιορισμό της αξίας των ακινήτων από την επιτροπή. Σε περίπτωση
ισοψηφίας, υπερισχύει η ψήφος του Προέδρου.
γ) Ο Δήμαρχος υποχρεούται όπως εντός ενός (1) μηνός από την κύρωση της πράξης εφαρμογής διαβιβάσει
στην επιτροπή τον πίνακα της πράξης και τα σχετικά σχέδια που προσδιορίζουν τη θέση και το μέγεθος των
ακινήτων που υπόκεινται σε εισφορά, σύμφωνα με το παρόν. Επίσης, υποχρεούται να αποστείλει τους πίνακες
επικειμένων προκειμένου να προσδιοριστεί η αξία τους.
δ) Η επιτροπή συγκαλείται από τον Πρόεδρό της και μετά από αυτοψία και έλεγχο των στοιχείων που
υποβλήθηκαν σε αυτήν καταρτίζει, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από τότε που ελήφθησαν τα ως
άνω στοιχεία της πράξης εφαρμογής και τα συγκριτικά στοιχεία προσδιορισμού της αξίας, έκθεση στην οποία
περιγράφεται η κατάσταση των ακινήτων και των συστατικών τους, καθώς και οι ιδιαίτερες συνθήκες αυτών
και εκτιμάται αιτιολογημένα η αξία τους, η οποία και αναγράφεται στις αντίστοιχες στήλες του πίνακα της
πράξης εφαρμογής.
ε) Η ως άνω έκθεση συντάσσεται ανά κατηγορία ή ζώνες ακινήτων και ανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρα-
κτηριστικά τους (π.χ. γωνιακά ακίνητα, ακίνητα εντός εμπορικής ζώνης, ακίνητα με μεγάλο πρόσωπο επί
βασικού οδικού άξονα), εντάσσοντας τα υπό διαχείριση ακίνητα στην αντίστοιχη κατηγορία που ανήκουν.
Αν προκύψει διαφωνία για την αξία του ακινήτου, καταχωρούνται στην έκθεση όλες οι γνώμες που διατυπώ-
θηκαν. Ως χρόνος για τον προσδιορισμό της αξίας του ακινήτου λαμβάνεται ο χρόνος κύρωσης της πράξης
εφαρμογής, σύμφωνα με το άρθρο 141. Ως κριτήρια για την εκτίμηση της αξίας του ακινήτου λαμβάνονται
υπόψη τα σχετικά στοιχεία από την οικεία Δ.Ο.Υ., την αρμόδια κτηματική υπηρεσία του Δημοσίου, τα οποία
εκτιμώνται ελεύθερα από την επιτροπή, ο μειωτικός συντελεστής της παρ. 6 του άρθρου 141, καθώς και κάθε
άλλο στοιχείο το οποίο κρίνεται αναγκαίο. Οι οικείες Δ.Ο.Υ. συνεργάζονται με την επιτροπή και παρέχουν κάθε
σχετικό στοιχείο προς διευκόλυνση του έργου της, όταν τους ζητείται. Εφόσον η επιτροπή αυτοβούλως ή και
μετά από σχετικό αίτημα του οικείου δημοτικού συμβουλίου διαπιστώσει ασυμφωνία μεταξύ αντικειμενικών
και εμπορικών αξιών σε περιοχή αρμοδιότητάς της, εισηγείται αιτιολογημένα στην αρμόδια επιτροπή του
άρθρου 41 του ν. 1249/1982 (Α’ 43) την αναπροσαρμογή των τιμών ζωνών του αντικειμενικού συστήματος
προσδιορισμού της φορολογητέας αξίας των ακινήτων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
στ) Σε περίπτωση διορθωτικών πράξεων εφαρμογής εφαρμόζεται υποχρεωτικά η προηγούμενη έκθεση της
επιτροπής για την προγενέστερη πράξη εφαρμογής που κυρώθηκε στην ίδια περιοχή, υπό την προϋπόθεση
ότι δεν έχει παρέλθει δεκαοκτάμηνο από τη σύνταξη της προηγούμενης έκθεσης.
2.α) Μετά την επιστροφή των στοιχείων προσδιορισμού της αξίας των ακινήτων στην αρμόδια πολεοδομική
υπηρεσία, αυτή εκδίδει πράξεις επιβολής της εισφοράς σε χρήμα, για κάθε κύριο ακινήτου που εμπίπτει στην
περιοχή ένταξης ή επέκτασης, όπως φαίνεται στον πίνακα της πράξης εφαρμογής.
β) Η πράξη επιβολής περιλαμβάνει αναλυτικά εκτός από τα στοιχεία του υπόχρεου ιδιοκτήτη και όλα τα
απαραίτητα στοιχεία για τον υπολογισμό της εισφοράς σε χρήμα σύμφωνα με την παρ. 3 και του πρώτου
εδαφίου της παρ. 4 του άρθρου 141.
γ) Αν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής και της παρ. 7 του άρθρου 139, οι σχετικές υποχρεώσεις του ιδι-
οκτήτη περιλαμβάνονται στην ίδια πράξη ή εκδίδεται, εκτός της ανωτέρω, και δεύτερη αυτοτελής πράξη με
εφαρμογή, κατά τα λοιπά των προηγουμένων παραγράφων του παρόντος.
δ) Στις περιπτώσεις εφαρμογής της παρ. 6 του άρθρου 141 στην πράξη επιβολής της εισφοράς σε χρήμα
αναφέρεται το υπόλοιπο της εισφοράς σε χρήμα που δεν μετατρέπεται σε γη.
ε) Κάθε πράξη συνοδεύεται από απόσπασμα έκθεσης εκτίμησης ή και από οποιαδήποτε άλλα στοιχεία
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3617Τεύχος A’ 88/08.06.2026
βάσει των οποίων προσδιορίζεται η αξία του ακινήτου και κοινοποιείται στον υπόχρεο κατά το άρθρο 5 του
Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 5104/2024, Α ’ 58).
στ) Αν ο κύριος του ακινήτου είναι άγνωστος, η σχετική πράξη επιβολής εισφοράς και τα στοιχεία που τη
συνοδεύουν κοινοποιούνται στον οικείο δήμο, για τη διενέργεια περαιτέρω έρευνας εξακρίβωσης τούτου.
Όταν εξακριβωθεί ο κύριος του ακινήτου εκδίδεται νέα πράξη επιβολής εισφοράς.
3.α) Σε περίπτωση άσκησης προσφυγής κατά πράξης επιβολής εισφοράς σε χρήμα, σύμφωνα με τον
Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Α’ 97), βεβαιώνεται αμέσως στην οικονομική υπηρεσία
του οικείου δήμου, ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) της εισφοράς που ορίζεται σε δύο (2) ισόποσες μηνιαίες
δόσεις που δεν μπορεί να είναι μικρότερες από εκατό (100) ευρώ.
β) Αν η προθεσμία για άσκηση της προσφυγής παρέλθει άπρακτη το ποσό της εισφοράς γίνεται οριστικό
και βεβαιώνεται ολόκληρο.
γ) Με βάση την τελεσίδικη επί της προσφυγής απόφαση βεβαιώνεται στην ταμειακή υπηρεσία του δήμου,
το ποσό της εισφοράς στο οποίο συμψηφίζεται το ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%) και το επί πλέον ποσό
αυτού εκπίπτει ή επιστρέφεται κατά περίπτωση.
4. α) Οι εισφορές σε χρήμα καταβάλλονται, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 141.
β) Σε περίπτωση που καταστούν ληξιπρόθεσμες άνω των έξι (6) μηνιαίων ή άνω των δύο (2) τριμηνιαίων ή
άνω της μίας (1) εξαμηνιαίας δόσης, χάνεται αμετάκλητα το δικαίωμα καταβολής της εισφοράς σε δόσεις και
καθίσταται εφάπαξ απαιτητή και ληξιπρόθεσμη, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων
Εσόδων (ν . 4978/2022, Α’ 190). Σε περιπτώσεις ακινήτων που έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές κατά τα ανωτέρω,
απαγορεύεται η μεταβίβαση ή η σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων και η χορήγηση έγκρισης ή άδειας
δόμησης.
5. α) Σε περίπτωση εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 141 το τμήμα της επιφάνειας γης της ιδιοκτησίας
του προσφέρεται αντί για εισφορά σε χρήμα, υπολογίζεται ίσο με τα τετραγωνικά μέτρα που προκύπτουν από
την εφαρμογή των ποσοστών επί της ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διακρίσεις του άρθρου 10 του ν. 1221/1981
(Α’ 292), βάσει των οποίων επιβάλλεται η εισφορά σε χρήμα. Το τμήμα γης που αντιστοιχεί στην εισφορά σε
χρήμα δύναται να περιλαμβάνεται χωριστά στον πίνακα της πράξης εφαρμογής ή να συμψηφίζεται με τις
λοιπές υποχρεώσεις.
β) Αν μετά από σχετικό προσδιορισμό της αξίας προκύψει λόγω διαφορετικής τιμής μονάδας των διαφόρων
οικοπέδων του βαρυνομένου ιδιοκτήτη, διαφορά μεταξύ της οφειλόμενης εισφοράς σε χρήμα και της αξίας
της γης με την οποία ανταλλάχθηκε, η επιπλέον διαφορά οφείλεται σε χρήμα από τον υπόχρεο ιδιοκτήτη ενώ
η επί έλαττον επιστρέφεται σε αυτόν.
Άρθρο 143
Υπολογισμός υποχρεώσεων ιδιοκτησιών ευρισκόμενων εκατέρωθεν του κοινού ορίου περιοχών
ενταγμένων σε σχέδιο πόλεως
1.α) Στις περιπτώσεις που τμήματα ιδιοκτησίας ή κοινόχρηστου χώρου περιλαμβάνονται σε περιοχές εγκε-
κριμένου πολεοδομικού σχεδίου, για την εφαρμογή του οποίου ισχύει διαφορετικό καθεστώς επιβαρύνσεων, για
τον υπολογισμό των υποχρεώσεων και ωφελειών λαμβάνονται υπόψη οι επιβαρύνσεις και ωφέλειες που προ-
βλέπονταν για τα τμήματα αυτά από το καθεστώς που ίσχυε πριν την εφαρμογή του νέου ρυμοτομικού σχεδίου.
β) Ο τρόπος υπολογισμού των υποχρεώσεων και ωφελειών καθορίζεται κατά περίπτωση από το παρόν. Ο
προσδιορισμός των υποχρεώσεων και ωφελειών γίνεται σε κάθε περίπτωση με τη διαδικασία του άρθρου 144.
γ) Όπου από τις διατάξεις του παρόντος προβλέπεται προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων κατά τη δια-
δικασία σύνταξης της πράξης εφαρμογής των περ. β) και γ) της παρ. 3, της περ. β) της παρ. 4 και της πα ρ. 7
καλούνται προς τούτο οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες με πρόσκληση που δημοσιεύεται σε μία (1) περιφερειακή
ή τοπική εφημερίδα, αν εκδίδεται, και σε δύο (2) ευρείας κυκλοφορίας ημερήσιες πανελλαδικές εφημερίδες
της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης, σε δύο (2) συνεχείς δημοσιεύσεις. Η προθεσμία υποβολής των στοιχείων
αρχίζει από την ημερομηνία της τελευταίας δημοσίευσης.
δ) Ο κατά το παρόν άρθρο συμψηφισμός αφορά την εισφορά σε γη του άρθρου 139 και όχι την εισφορά
σε χρήμα του άρθρου 141.
2. Για την εφαρμογή του παρόντος ορίζονται ως:
α) Περιοχές Α, αυτές των οποίων το πολεοδομικό σχέδιο εγκρίθηκε:
αα) με βάση το Τμήμα VI του Μέρους Α’,
αβ) με τις ίδιες διατάξεις μετά την ένταξη ισχύος του ν. 1337/1983 (Α’ 33) αλλά αποτελούν πυκνοδομημένο
τμήμα οικισμού υφιστάμενου πριν από το έτος 1923 και δεν υπάγονται στο άρθρο 13 του ν. 1337/1983,
β) Περιοχές Β, αυτές των οποίων το πολεοδομικό σχέδιο εγκρίθηκε:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263618
βα) με βάση τον ν. 1337/1983 και υπάγονται στις παρ. 4 και επόμενες του άρθρου 139 του παρόντος Κώδικα,
ββ) με βάση το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και υπάγονται στο άρθρο 13 του ν. 1337/1983,
βγ) με βάση τον ν. 1337/1983, αποτελούν πυκνοδομημένο τμήμα οικισμού υφιστάμενου πριν από το έτος
1923 και υπάγονται στο άρθρο 13 του ίδιου νόμου.
γ) Περιοχές Γ, αυτές των οποίων το πολεοδομικό σχέδιο εγκρίθηκε με βάση τον ν. 1337/1983 και υπάγονται
στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 139 του παρόντος Κώδικα.
3. Όταν εγκεκριμένος κοινόχρηστος χώρος διαχωρίζει περιοχές Α από περιοχές Β, συντάσσεται η πράξη
εφαρμογής της περ. β) της παρ. 1, ως εξής:
α) Αν δεν έχουν καταβληθεί αποζημιώσεις λόγω ρυμοτομίας για τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο:
αα) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Α υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα σύμφωνα με το
Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο 165 και
αβ) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Β:
i) υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο 165,
ii) υπολογίζεται η εισφορά σε γη σύμφωνα με τις παρ. 4 και επόμενες του άρθρου 139 και
iii) συγκρίνονται οι προκύπτουσες υποχρεώσεις.
Αν οι υπολογιζόμενες σύμφωνα με τo στοιχείο i) υποχρεώσεις ιδιοκτησίας είναι μικρότερες από αυτές
του στοιχείου ii), η ιδιοκτησία υποχρεούται να εισφέρει επιπλέον έκταση εμβαδού (ε) μέχρι να καλυφθεί η
διαφορά. Η επιπλέον αυτή έκταση εμβαδού (ε) μειώνεται κατά τμήμα γης που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες
στην ιδιοκτησία υποχρεώσεις σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο 165. Η αποζημίωση που
αντιστοιχεί στο τμήμα αυτό καταβάλλεται στον οικείο δήμο για το υπόλοιπο τμήμα της υποχρέωσης της ιδι-
οκτησίας μπορεί να εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 139. Αν οι υπολογιζόμενες σύμφωνα με το στοιχείο i)
υποχρεώσεις ιδιοκτησίας είναι μεγαλύτερες από αυτές του στοιχείου ii), η ιδιοκτησία βαρύνεται μόνο με τις
υποχρεώσεις του στοιχείου i).
β) Αν για τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο έχουν εκπληρωθεί οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις σύμφωνα
με τις κείμενες κατά περίπτωση διατάξεις και μεταβάλλεται η θέση ή το πλάτος του, τότε:
βα) Για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Α, υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και οι ωφέλειες, σύμφωνα με το Τμήμα
VI του Μέρους Α’, το άρθρο 165 και τα εκτελεστικά διατάγματα. Κατά τον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη και
συμψηφίζονται παλαιότερες επιβαρύνσεις εφόσον οι ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν τα σχετικά αποδεικτικά
στοιχεία είτε εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη σχετική πρόσκληση της περ. γ)
της παρ. 1, είτε κατά το στάδιο των ενστάσεων κατά της πράξης εφαρμογής.
ββ) Για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Β:
i) υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο
165. Κατά τον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη παλαιότερες επιβαρύνσεις και συμψηφίζονται εφόσον οι
ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε
(15) ημερών από τη σχετική πρόσκληση της περ. γ) της παρ. 1, είτε κατά το στάδιο των ενστάσεων κατά της
πράξης εφαρμογής,
ii) υπολογίζεται η εισφορά σε γη σύμφωνα με τις παρ. 4 και επόμενες του άρθρου 139 και
iii) συγκρίνονται οι προκύπτουσες υποχρεώσεις.
Αν οι υπολογιζόμενες σύμφωνα με το στοιχείο i) υποχρεώσεις ιδιοκτησίας είναι μικρότερες από αυτές του
στοιχείου ii), η ιδιοκτησία υποχρεούται να εισφέρει επιπλέον έκταση εμβαδού (ε) μέχρι να καλυφθεί η διαφο-
ρά. Η επιπλέον αυτή έκταση (ε) μειώνεται κατά τμήμα γης που αντιστοιχεί στις οφειλόμενες στην ιδιοκτησία
υποχρεώσεις σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο 165.
Η αποζημίωση που αντιστοιχεί στο τμήμα αυτό καταβάλλεται στον οικείο δήμο. Για το υπόλοιπο τμήμα
της υποχρέωσης της ιδιοκτησίας μπορεί να εφαρμόζεται η παρ. 7 του άρθρου 139. Αν οι αυτοαποζημιώσεις
και υποχρεώσεις προς τρίτους που προκύπτουν από τον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο i) είναι μεγαλύ-
τερες από την οφειλόμενη εισφορά σε γη που προκύπτει από τον υπολογισμό σύμφωνα με το στοιχείο ii), η
ιδιοκτησία βαρύνεται μόνο με τις υποχρεώσεις του στοιχείου i).
γ) Αν για τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο έχουν εκπληρωθεί οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις σύμφωνα
με τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και δεν μεταβάλλεται η θέση ή το πλάτος του, τότε ο υπολογισμός
των υποχρεώσεων και των ωφελειών των ιδιοκτησιών των περιοχών Β γίνεται ως εξής:
γα) υπολογίζεται η εισφορά σε γη σύμφωνα με τις παρ. 4 και επόμενες του άρθρου 139 και
γβ) συγκρίνονται οι προκύπτουσες υποχρεώσεις της υποπερ. γα) με παλαιότερες επιβαρύνσεις των ιδιο-
κτησιών εφόσον οι ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία είτε εντός ανατρεπτικής
προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη σχετική πρόσκληση της περ. γ) της παρ. 1 είτε κατά το στάδιο των
ενστάσεων κατά της πράξης εφαρμογής.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3619Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Αν οι υπολογιζόμενες σύμφωνα με την υποπερ. αα) της περ. α) υποχρεώσεις ιδιοκτησίας είναι μεγαλύτε-
ρες από τις παλαιότερα καταβληθείσες υποχρεώσεις από αυτοαποζημιώσεις ή λόγω αποζημίωσης τρίτων, η
ιδιοκτησία υποχρεούται να εισφέρει επιπλέον έκταση εμβαδού (ε) μέχρι να συμπληρωθεί η διαφορά. Αν είναι
μικρότερες, θεωρείται ότι εξαντλήθηκαν οι υποχρεώσεις της.
4. Όταν εγκεκριμένος κοινόχρηστος χώρος διαχωρίζει περιοχές Α από περιοχές Γ, συντάσσεται η πράξη
εφαρμογής της περ. β) της παρ. 1, ως εξής:
α) Αν δεν έχουν εκπληρωθεί αποζημιώσεις λόγω ρυμοτομίας για τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο:
αα) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Α και τις ιδιοκτησίες των περιοχών Γ με εμβαδόν έως πεντακόσια (500)
τετραγωνικά μέτρα υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και οι ωφέλειες σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’
και το άρθρο 165,
αβ) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Γ με εμβαδόν μεγαλύτερο των πεντακοσίων (500) τετραγωνικών
μέτρων υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και οι ωφέλειες σύμφωνα με την υποπερ. αβ) της περ. α) της παρ. 3.
β) Αν για τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο έχουν εκπληρωθεί οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις σύμφωνα
με τις κείμενες κατά περίπτωση διατάξεις και μεταβάλλεται η θέση ή το πλάτος του, τότε:
βα) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Α και τις ιδιοκτησίες των περιοχών Γ με εμβαδόν έως πεντακόσια (500)
τετραγωνικά μέτρα υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και οι ωφέλειες σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και
το άρθρο 165. Κατά τον υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη και συμψηφίζονται παλαιότερες επιβαρύνσεις εφό-
σον οι ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία είτε εντός ανατρεπτικής προθεσμίας
δεκαπέντε (15) ημερών από τη σχετική πρόσκληση της περ. γ) της παρ. 1 είτε κατά το στάδιο των ενστάσεων
κατά της πράξης εφαρμογής,
ββ) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Γ με εμβαδόν μεγαλύτερο των πεντακοσίων (500) τετραγωνικών
μέτρων υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και οι ωφέλειες σύμφωνα με την υποπερ. ββ) της περ. β) της παρ. 3.
γ) Αν για τον παραπάνω κοινόχρηστο χώρο έχουν εκπληρωθεί οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις σύμφωνα με
τις ισχύουσες κατά περίπτωση διατάξεις και δεν μεταβάλλονται η θέση και το πλάτος του, τότε για τον υπολο-
γισμό των υποχρεώσεων των ιδιοκτησιών των περιοχών Γ που έχουν εμβαδόν μεγαλύτερο των πεντακοσίων
(500) τετραγωνικών μέτρων εφαρμόζεται η περ. γ) της παρ. 3.
5. Όταν το όριο που διαχωρίζει περιοχές Α από περιοχές Β βρίσκεται σε οικοδομικό τετράγωνο και τέμνει
ιδιοκτησία σε δύο (2) τμήματα, για τον υπολογισμό των υποχρεώσεων και ωφελειών τα τμήματα αυτά θε-
ωρούνται ανεξάρτητες ιδιοκτησίες. Αν λόγω τακτοποίησης ή προσκύρωσης μεταβάλλεται το εμβαδόν των
παραπάνω επιμέρους τμημάτων, ο υπολογισμός των υποχρεώσεων και ωφελειών γίνεται με βάση το αρχικό
εμβαδόν των τμημάτων αυτών και το προκύπτον μετά την τακτοποίηση ή προσκύρωση πρόσωπο. Ειδικότερα,
όταν η ιδιοκτησία των περιοχών Β αποκτά πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο των περιοχών Α, ο υπολογισμός
των υποχρεώσεων αυτής γίνεται σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο 165 και είναι ανάλογος
προς το συνολικό αποκτώμενο πρόσωπο. Η κατά το άρθρο 165 μέγιστη επιβάρυνση υπολογίζεται στο εμβαδόν
των τμημάτων της ιδιοκτησίας που περιλαμβάνονταν αρχικά στην περιοχή Α.
6. Για τον υπολογισμό των υποχρεώσεων και ωφελειών των ιδιοκτησιών περιοχών Β και Γ που βρίσκονται
στο κοινό όριο των περιοχών αυτών συντάσσεται η πράξη εφαρμογής ως εξής:
α) Όταν εγκεκριμένος κοινόχρηστος χώρος διαχωρίζει τις περιοχές Β από τις περιοχές Γ:
αα) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Β υπολογίζεται η εισφορά σε γη σύμφωνα με τις παρ. 4 και επόμενες
του άρθρου 139,
αβ) για τις ιδιοκτησίες των περιοχών Γ υπολογίζονται οι υποχρεώσεις και οι ωφέλειες σύμφωνα με τις παρ. 1
και 2 του άρθρου 139,
αγ) οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των ιδιοκτησιών των περιοχών Β έναντι των ιδιοκτησιών των περιοχών
Γ όπως προκύπτουν από την εφαρμογή της υποπερ. αβ) αναλαμβάνονται από τον οικείο δήμο.
β) Όταν το όριο που διαχωρίζει περιοχές Β από περιοχές Γ βρίσκεται σε οικοδομικό τετράγωνο, τότε:
βα) Όταν τέμνει ιδιοκτησία σε δύο τμήματα, αυτά θεωρούνται ανεξάρτητες ιδιοκτησίες και εφαρμόζονται
η περ. α) της παρ. 1 και οι περ. β) και γ) της π αρ. 2.
ββ) Όταν οι ιδιοκτησίες των περιοχών Β αποκτούν πρόσωπο με προσκύρωση ή τακτοποίηση σε κοινόχρη-
στο χώρο των περιοχών Γ, τις υποχρεώσεις λόγω ρυμοτομίας των ιδιοκτησιών των περιοχών Β αναλαμβάνει
ο οικείος δήμος.
βγ) Όταν οι ιδιοκτησίες των περιοχών Γ τακτοποιούνται συμμετέχουν στη δημιουργία των κοινόχρηστων
χώρων αυτών ανάλογα με το μήκος του προσώπου που αποκτούν μετά την τακτοποίηση. Η κατά το άρθρο
165 μέγιστη επιβάρυνση υπολογίζεται στο εμβαδόν των τμημάτων της ιδιοκτησίας που περιλαμβάνονταν
αρχικά στην περιοχή Γ.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263620
7. Κατά τον υπολογισμό των υποχρεώσεων και ωφελειών των ιδιοκτησιών που εντάσσονται σε πολεοδομικό
σχέδιο σύμφωνα με τα άρθρα 139 και 141 λαμβάνονται υπόψη επιβαρύνσεις από τη συμμετοχή σε διάνοιξη
οδού εκτός σχεδίου πόλης, σύμφωνα με τον ν. 653/1977 (Α’ 214), εφόσον οι ενδιαφερόμενοι προσκομίσουν
τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία είτε εντός ανατρεπτικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από τη σχετική
πρόσκληση της περ. γ) της παρ. 1 είτε κατά το στάδιο των ενστάσεων κατά της πράξης εφαρμογής. Ειδικότερα
υπολογίζονται οι υποχρεώσεις της ιδιοκτησίας σύμφωνα με το άρθρο 139 και αν το σύνολο των υποχρεώσεων
της ιδιοκτησίας για τη διάνοιξη της εκτός σχεδίου οδού (αυτοαποζημιώσεις και αποζημιώσεις προς τρίτους)
είναι ίσο ή μεγαλύτερο των υποχρεώσεων που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 139 θεωρείται
ότι εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της, άλλως βαρύνεται με τη διαφορά.
8. Κατά τον υπολογισμό, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, των υποχρεώσεων ιδιοκτησιών οικοδομήσιμων
σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 1577/1985 (Α’ 210) που εντάσσονται σε πολεοδομικό σχέδιο και
υπάγονται στις παρ. 4 και επόμενες του άρθρου 139 του παρόντος Κώδικα, δεν λαμβάνεται υπόψη το τμήμα
της ιδιοκτησίας που αντιστοιχεί στις ελάχιστες κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση απαιτούμενες για το εμβαδόν
διαστάσεις αρτιότητας, που ίσχυαν για το οικόπεδο και προβλέπονταν από τις πολεοδομικές διατάξεις για το
απέναντι οικοδομικό τετράγωνο αλλά το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας.
9. Πράξεις τακτοποιήσεως, προσκυρώσεως και αναλογισμού αποζημιώσεως λόγω ρυμοτομίας που έχουν
συνταχθεί για κοινόχρηστους χώρους που διαχωρίζουν περιοχές Α από περιοχές Β ή Γ, αλλά δεν έχουν τελειωθεί
μέχρι τη 14η.6.1993, ημερομηνία δημοσίευσης του π.δ. της 26.5/14.6.1993 (Δ’ 648) ανασυντάσσονται κατά τις
παρ. 1 έως 7 του παρόντος ως προς το μέρος που έρχονται σε αντίθεση με αυτές.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΠΡΑΞΗ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ
Άρθρο 144
Εφαρμογή πολεοδομικής μελέτης
1. Η εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης πραγματοποιείται με τη σύνταξη πράξεων εφαρμογής και με
επιφύλαξη των παρ . 1 και 2 του άρθρου 139. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, οι πράξεις αναλογισμού που
προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται σε πράξη εφαρμογής.
2. Η πράξη εφαρμογής περιλαμβάνει ολόκληρη την έκταση στην οποία αναφέρεται η πολεοδομική μελέτη
ή τμήμα της. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις η πράξη εφαρμογής μπορεί να συντάσσεται και για μεμονωμένη
ιδιοκτησία, και σε κάθε περίπτωση σε ολόκληρη την πλευρά του οικοδομικού τετραγώνου.
3. Η πράξη εφαρμογής καθορίζει τα τμήματα που αφαιρούνται από κάθε ιδιοκτησία για εισφορά γης, τα
τμήματα που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά σύμφωνα με την παρ. 7 του άρθρου 139 και προσδιορίζει τα
τμήματα που ρυμοτομούνται για κοινόχρηστους χώρους η καταλαμβάνονται από κοινωφελείς χώρους. Με την
πράξη εφαρμογής τα οικόπεδα που δεν είναι άρτια κατά το εμβαδόν τους και δεν μπορούν να τακτοποιηθούν
κατά την παρ. 3 του άρθρου 148 προσκυρώνονται στα γειτονικά οικόπεδα ή συνενώνονται για τη δημιουργία
ενιαίων εξ αδιαιρέτου οικοπέδων ή ανταλλάσσονται υποχρεωτικά με ίσης αξίας οικόπεδα ή ιδανικά μερίδια
οικοπέδων ή τμήματα διαιρεμένης ιδιοκτησίας κατά τον ν. 3741/1929 (Α’ 4) και το ν.δ. 1024/1971 (Α’ 232). Τα
οικόπεδα που δεν είναι άρτια κατά τις διαστάσεις τακτοποιούνται και, αν αυτό δεν είναι δυνατό, εφαρμόζε-
ται και σ’ αυτά το δεύτερο εδάφιο. Με την πράξη εφαρμογής πραγματοποιείται επίσης η τακτοποίηση ή η
εφαρμογή του δεύτερου εδαφίου για τα τμήματα των ιδιοκτησιών που προβλέπονται από την πολεοδομική
μελέτη για κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους και που είναι μεγαλύτερα της οφειλόμενης εισφοράς γης
ή τα τμήματα της εισφοράς σε γη εφόσον δεν είναι πολεοδομικά αξιοποιήσιμα στην αρχική τους θέση. Κατά
την παραπάνω τακτοποίηση των οικοπέδων επιτρέπεται να μεταβληθεί το σχήμα και η θέση τους ώστε να
γίνονται άρτια και οικοδομήσιμα. Για την εφαρμογή της παρ. 8 του άρθρου 139 επιτρέπεται μέσα στην περιοχή
επέκτασης ή ένταξης, που περιλαμβάνεται κάθε φορά στην πολεοδομική μελέτη, η συνένωση των τμημάτων
που αποτελούν την εισφορά γης, η μετακίνηση σε άλλη θέση και η μεταβολή κατά το σχήμα, το μέγεθος
και τις διαστάσεις τους. Επιτρέπεται, επίσης, για τον ίδιο λόγο και η μετακίνηση σε άλλη θέση των λοιπών
ιδιοκτησιών της ίδιας περιοχής και η μεταβολή τους κατά το σχήμα. Όποιος ιδιοκτήτης διαφωνεί ως προς το
ισάξιο του παλαιού προς το νέο ακίνητο που του δίνεται με την πράξη εφαρμογής, μπορεί να προσφύγει στα
αρμόδια δικαστήρια, όπως προβλέπεται από τον Κώδικα Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.,
ν. 2882/2001, Α’ 17), μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία έξι (6) μηνών από την κύρωση της πράξης εφαρμογής,
για να καθοριστεί δικαστικώς η αξία των ακινήτων, χωρίς στο διάστημα αυτό να αναστέλλεται η εφαρμογή
των διατάξεων του παρόντος.
4. Η πράξη εφαρμογής συνοδεύεται από κτηματογραφικό διάγραμμα εφαρμογής και κτηματολογικό πίνακα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3621Τεύχος A’ 88/08.06.2026
εφαρμογής. Το κτηματογραφικό διάγραμμα και ο πίνακας εφαρμογής περιλαμβάνουν για κάθε ιδιοκτησία το
εμβαδόν της, τα στοιχεία των ιδιοκτητών της και το ποσοστό συμμετοχής τους στην ιδιοκτησία, το ρυμοτο-
μούμενο τμήμα και το απομένον εμβαδόν, τον όγκο κτισμάτων ή άλλων συστατικών των ρυμοτομούμενων
τμημάτων, τα στοιχεία του τμήματος που αφαιρείται ως εισφορά γης και κάθε άλλο στοιχείο αναγκαίο για την
εφαρμογή του νόμου αυτού.
5. Η πράξη εφαρμογής συντάσσεται με την ακόλουθη διαδικασία που προωθείται παράλληλα με τη διαδι-
κασία έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης:
α) Κατά τη σύνταξη του κτηματογραφικού διαγράμματος της πολεοδομικής μελέτης, οι κύριοι ή νομείς
ακινήτων υποχρεούνται, κατόπιν προσκλήσεως, να υποβάλουν δήλωση ιδιοκτησίας στον οικείο δήμο προ-
σκομίζοντας συγχρόνως τίτλους κτήσεως, πιστοποιητικό μεταγραφής, ιδιοκτησίας, βαρών, διεκδικήσεων,
κατασχέσεων και τοπογραφικό διάγραμμα. Η υποχρέωση αυτή υφίσταται μέχρι την κύρωση της πράξης
εφαρμογής, η παράλειψη δε αυτής συνεπάγεται τα εξής:
i) Κάθε δικαιοπραξία εν ζωή είναι άκυρη, αν δεν επισυνάπτεται σε αυτή πιστοποιητικό του οικείου δήμου,
με το οποίο θα βεβαιώνεται η υποβολή της δήλωσης ιδιοκτησίας. Η ακυρότητα αυτή αίρεται με την υποβο-
λή εκ των υστέρων της σχετικής δήλωσης. Στην περίπτωση αυτή, εφόσον ο ιδιοκτήτης είχε προσκληθεί και
αμέλησε να υποβάλει εγκαίρως δήλωση υποχρεούται σε καταβολή εφάπαξ προστίμου καθοριζομένου από
τον οικείο δήμο.
ii) Δεν χορηγείται οικοδομική άδεια στο ακίνητο χωρίς την υποβολή κυρωμένου αντιγράφου της δήλωσης
ιδιοκτησίας και του ανωτέρω πιστοποιητικού. Μετά την κύρωση της πράξης εφαρμογής, η προσάρτηση του
ως άνω πιστοποιητικού υποβολής δήλωσης ιδιοκτησίας απαιτείται να γίνεται στην πρώτη δικαιοπραξία εν
ζωή, η οποία καταρτίζεται και μεταγράφεται στα οικεία βιβλία του Υποθηκοφυλακείου ή καταχωρίζεται στο
κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, μετά τη μεταγραφή ή την καταχώριση της πράξης εφαρμογής. Σε κάθε
επόμενη δικαιοπραξία εν ζωή αρκεί να γίνεται η σχετική μνεία της προσάρτησης του στην αρχική ως άνω δι-
καιοπραξία. Η παράλειψη της ως άνω αναφερόμενης μνείας στις δικαιοπραξίες οι οποίες συντάχθηκαν μέχρι
την έναρξη του παρόντος νόμου δεν επιφέρει ακυρότητα.
β) Με βάση τα στοιχεία της περ. α), συντάσσονται το κτηματογραφικό διάγραμμα εφαρμογής και ο πίνακας
εφαρμογής.
γ) Μετά τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής καλούνται οι φερόμενοι ιδιοκτήτες, μέσα σε προθεσμία που
αναφέρεται σε σχετική πρόκληση, να λάβουν γνώση της πράξης εφαρμογής και να ασκήσουν ενστάσεις.
δ) Σε περιοχές που λειτουργεί Κτηματολογικό Γραφείο λαμβάνονται υποχρεωτικά υπόψη, για τη σύνταξη
κτηματογραφικών πινάκων και διαγραμμάτων, τα τηρούμενα στοιχεία του κτηματολογίου. Στις περιοχές που
συντάσσεται κτηματολόγιο και έχει πραγματοποιηθεί ανάρτηση κτηματολογικών στοιχείων, με μέριμνα του
Ελληνικού Κτηματολογίου διατίθενται τα τηρούμενα στοιχεία στον οικείο δήμο προκειμένου να ληφθούν
υπόψη για τη σύνταξη της πράξης εφαρμογής. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας
καθορίζονται οι λεπτομέρειες και προδιαγραφές για την εφαρμογή των παραπάνω.
6. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυ-
βερνήσεως, καθορίζονται ο χρόνος και ο τρόπος δημοσιότητας της πρόσκλησης για υποβολή δηλώσεων
ιδιοκτησίας, το περιεχόμενο αυτών, οι προθεσμίες υποβολής και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
7. α) Η πράξη εφαρμογής κυρώνεται με απόφαση του Περιφερειάρχη, αποτελεί ταυτόχρονα και πράξη
βεβαίωσης για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων εισφοράς σε γη, όπως και κάθε μεταβολής που επέρχεται
στα ακίνητα σύμφωνα με την παρ. 3 και μεταγράφεται στο οικείο Υποθηκοφυλακείο ή καταχωρίζεται στο
Κτηματολόγιο. Η μορφή και το σχήμα των υπόλοιπων στοιχείων της πράξης (κτηματογραφικοί πίνακες και
διαγράμματα) καθορίζονται με την απόφαση της παρ. 10. Ο τρόπος τήρησης των στοιχείων αυτών στα Υπο-
θηκοφυλακεία ή Κτηματολογικά Γραφεία και λοιπές σχετικές λεπτομέρειες καθορίζονται με κοινή απόφαση
των Υπουργών Δικαιοσύνης και Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Για ιδιοκτησίες, οι οποίες στις πράξεις εφαρμογής
αναγράφονται με ελλιπή στοιχεία ή με την ένδειξη «άγνωστος», η καταχώριση στη μερίδα των ιδιοκτητών
γίνεται μετά από έκδοση διορθωτικής πράξης του οικείου Περιφερειάρχη. Με τη μεταγραφή επέρχονται
όλες οι αναφερόμενες στην πράξη εφαρμογής μεταβολές στις ιδιοκτησίες, εκτός από αυτές που οφείλεται
αποζημίωση και για τη συντέλεση των οποίων πρέπει να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες του Τμήματος VI του
Μέρους Α’ του παρόντος Κώδικα και του Κ.Α.Α.Α..
β) Αμέσως μετά την κύρωση και μεταγραφή των πράξεων εφαρμογής ο οικείος δήμος, το Δημόσιο ή
τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, καθώς και κάθε ενδιαφερόμενος, μπορούν να καταλάβουν τα νέα
ακίνητα που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής και περιέρχονται σ’ αυτούς με την προϋπόθεση ότι
έχουν καταβληθεί οι αποζημιώσεις της περ. α). Για τα ακίνητα αυτά δεν ισχύουν οι διατάξεις περί χρησικτη-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263622
σίας. Δικαιώματα της περ. δ) μετατρέπονται σε ενοχική αξίωση για αποζημίωση. Σε περίπτωση άρνησης του
κατόχου ή νομέα να παραδώσει το ακίνητο που του αφαιρείται σύμφωνα με την πράξη εφαρμογής εντός
δεκαπέντε (15) ημερών από την έγγραφη πρόσκληση προς αυτόν, διατάσσεται η αποβολή του με απόφαση
του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που εκδίδεται μετά από αίτηση των παραπάνω ενδιαφερομένων, κατά τη
διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ, π.δ. 503/1985, Α’ 182). Τα
ανωτέρω εφαρμόζονται και για νέα ακίνητα από εισφορές γης που διαμορφώθηκαν με την πράξη εφαρμογής
και δεν διατέθηκαν σύμφωνα με αυτήν. Τα ακίνητα αυτά καταλαμβάνονται από τον οικείο δήμο, ο οποίος
νομιμοποιείται να ασκήσει τα πιο πάνω δικαιώματα, φυλάσσονται από αυτόν και απαγορεύεται κάθε χρήση
τους μέχρι την οριστική τους διάθεση για τους σκοπούς του άρθρου 139.
γ) Η μεταβολή ακινήτων σύμφωνα με την παρ. 3 και την πράξη εφαρμογής συνεπάγεται την άμεση απόσβε-
ση κάθε εμπραγμάτου δικαιώματος τρίτου και που υφίσταται στα μεταβαλλόμενα ακίνητα. Στην περίπτωση
αυτήν, ως προς την τύχη των παραπάνω δικαιωμάτων, εφαρμόζονται αναλογικά οι παρ. 2 έως 7 του άρθρου 55.
δ) Δέντρα, φυτείες, μαντρότοιχοι, συρματοπλέγματα, φρέατα και λοιπές εγκαταστάσεις και κατασκευές νο-
μίμως υφιστάμενες σε ιδιοκτησίες που με την πράξη εφαρμογής μεταβάλλουν ιδιοκτήτη αποζημιώνονται από
τον οικείο δήμο. Το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται από την επιτροπή του άρθρου 142 και καταβάλλεται
στον δικαιούχο. Σε περίπτωση διαφωνίας ως προς την αξία των ανωτέρω αποφαίνεται το καθ’ ύλην αρμόδιο
δικαστήριο με τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας του ΚΠολΔ.
ε) Η πράξη εφαρμογής μετά την κύρωσή της γίνεται οριστική και, με την επιφύλαξη του δεύτερου εδαφίου,
αμετάκλητη. Η Διοίκηση κατ’ εξαίρεση μόνο επιτρέπεται να ανακαλεί εν όλω ή εν μέρει την πράξη εφαρμογής,
για λόγους νομιμότητας ή για πλάνη περί τα πράγματα που αποδεικνύεται από στοιχεία που δεν ήταν γνωστά
κατά τον χρόνο κύρωσης της πράξης ή από τελεσίδικη δικαστική απόφαση. Η ανάκληση γίνεται αυτεπάγγελ-
τα ή ύστερα από αίτηση του ενδιαφερομένου. Η πράξη ανακαλείται μόνο κατά το μέρος που διαπιστώνεται
η παράβαση ή η πλάνη, μέσα σε εύλογο χρόνο από την κύρωση της πράξης εφαρμογής και συντάσσεται
διορθωτική πράξη. Κατά τη σύνταξη της διορθωτικής πράξης λαμβάνεται υπόψη η πραγματική και νομική
κατάσταση που είχαν οι ιδιοκτησίες κατά τον χρόνο σύνταξης της αρχικής πράξης. Αν κατά την αιτιολογημένη
κρίση της Διοίκησης η αυτούσια διόρθωση δεν είναι δυνατή για λόγους που επιβάλλονται από τις αρχές της
καλής πίστης και της ασφάλειας του δικαίου, οι διαφορές που προκύπτουν κατά τη σύνταξη της διορθωτικής
πράξης μετατρέπονται σε χρηματική αποζημίωση. Με τη διορθωτική πράξη καθορίζονται ο υπόχρεος και ο
δικαιούχος της αποζημίωσης, το ύψος της οποίας καθορίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Α.Α.Α..
στ) Σε περιπτώσεις ακινήτων που ανταλλάσσονται με την πράξη εφαρμογής και η αξία του τελικώς απο-
διδομένου ακινήτου, όπως αυτή προσδιορίζεται με το άρθρο 142, προκύψει μικρότερη από την αντίστοιχη
στην αρχική του θέση, υποχρεούται ο δήμος να καταθέσει τη διαφορά, κατά την ισχύουσα διαδικασία, στο
Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Σε περίπτωση που η αξία του τελικώς αποδιδομένου ακινήτου είναι
μεγαλύτερη, τότε η επιπλέον διαφορά επιβάλλεται στον υπόχρεο κατά τη διαδικασία της πα ρ. 2 του άρθρου
142, καταβάλλεται σε δόσεις κατά την παρ. 4 του άρθρου 142 και εισπράττεται ως έσοδο του οικείου δήμου.
8. Αν οι ιδιοκτήτες όλων των ιδιοκτησιών μιας πολεοδομικής ενότητας ή ενός τμήματός της συμφωνήσουν
μεταξύ τους για την εφαρμογή της ως προς τον τρόπο που πρόκειται να γίνουν οι απαιτούμενες εκχωρήσεις
γης για την πραγματοποίηση της εισφοράς σε γη και τις αντίστοιχες τακτοποιήσεις οικοπέδων, τότε η πράξη
εφαρμογής εγκρίνεται κατά προτίμηση και όπως συμφωνήθηκε για την ενότητα ή το τμήμα αυτό, εφόσον δεν
αντίκειται στις κείμενες διατάξεις.
9. Για την εφαρμογή της πολεοδομικής μελέτης στις Ζώνες Ενεργού Πολεοδομίας και Ζώνες Αστικού Ανα-
δασμού εφαρμόζονται τα άρθρα 30, 34 και 42.
10. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι σχετικές διαδικασίες και ο
τρόπος σύνταξης της πράξης εφαρμογής, του κτηματογραφικού διαγράμματος και του πίνακα εφαρμογής
και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια και εγκρίνονται οι σχετικές προδιαγραφές. Όταν πρόκειται για στεγαστι-
κά προγράμματα δημόσιων φορέων της παρ. 10 του άρθρου 139, εφόσον το αναγραφόμενο στο διάταγμα
έγκρισης της πολεοδομικής μελέτης ή τη σχετική απόφαση του γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης
ποσοστό κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων δεν υπολείπεται του ποσοστού εισφοράς γης του άρθρου
139, όπως συμπληρώνεται με την παρ. 1 του παρόντος, δεν απαιτείται η σύνταξη της πράξης εφαρμογής του
άρθρου αυτού.
11. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
κανονίζονται όλα τα θέματα που αναφέρονται στον υπολογισμό της εισφοράς σε γη του άρθρου 139 ή της
επιβάρυνσης για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων κατά τις προϊσχύουσες διατάξεις στα κοινά όρια πε-
ριοχών με τα πιο πάνω διαφορετικά συστήματα υπολογισμού των υποχρεώσεων αυτών, όπως και τα θέματα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3623Τεύχος A’ 88/08.06.2026
που αναφέρονται στον συνυπολογισμό στην εισφορά σε γη των επιβαρύνσεων των ιδιοκτησιών στις οποίες
έχουν υποβληθεί σύμφωνα με τον ν. 653/1977 (Α’ 214) για τη διάνοιξη οδών εκτός σχεδίου. Με το ίδιο προε-
δρικό διάταγμα μπορεί να ορίζεται η υποκατάσταση των δήμων στα δικαιώματα ή υποχρεώσεις από πράξεις
αναλογισμού ή την πράξη εφαρμογής, να κανονίζεται ο τρόπος συμμετοχής στη συνεισφορά σε γη τμημάτων
καταλαμβανόμενων από κοινόχρηστους χώρους ανάλογα με το αν καταβλήθηκε για αυτά ή όχι η σχετική
αποζημίωση και γενικά κάθε λεπτομέρεια που είναι αναγκαία για τον συνδυασμό εφαρμογής των διαφόρων
συστημάτων επιβαρύνσεων σε γη.
12.α) Τροποποιήσεις εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, οι οποίες διενεργούνται μετά τη μεταγραφή της
πράξης εφαρμογής δεν συνεπάγονται άλλη επιβάρυνση των παρόδιων ιδιοκτητών. Οι ρυμοτομούμενες ιδιο-
κτησίες αποκαθίστανται σε αδιάθετα οικόπεδα που προέκυψαν από την κυρωθείσα πράξη εφαρμογής ή απο-
ζημιώνονται από τον οικείο δήμο. Μετά την κατά τα ανωτέρω τροποποίηση του σχεδίου συντάσσεται πράξη
εφαρμογής. Στην περίπτωση αυτήν, εφόσον οι ιδιοκτήτες, των οποίων οι ιδιοκτησίες ρυμοτομούνται, οφείλουν
σύμφωνα με την κυρωθείσα πριν από την τροποποίηση του σχεδίου πράξη εφαρμογής χρηματική εισφορά,
επέρχεται συμψηφισμός σε όσο μέρος καλύπτεται από την οφειλόμενη αποζημίωση λόγω της νέας ρυμοτομίας.
β) Κατά την ένταξη στο σχέδιο εκτάσεων για τις οποίες είχαν καθοριστεί όροι δόμησης, σύμφωνα με την
παρ. 2 του άρθρου 62, για τον υπολογισμό της εισφοράς σε γη συμψηφίζεται το ποσοστό της ιδιοκτησίας, που
παραχωρήθηκε με συμβολαιογραφική πράξη, στους οικείους δήμους.
γ) Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερ-
νήσεως, καθορίζονται ο τρόπος και η διαδικασία συμψηφισμού και κάθε άλλη λεπτομέρεια για την εφαρμογή
της παρούσας.
13. Ο προσδιορισμός της αξίας των τμημάτων που μετατρέπονται σε χρηματική εισφορά σύμφωνα με την
παρ. 7 του άρθρου 139 του παρόντος Κώδικα γίνεται με ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Κεφαλαίου
Δ’ του Κ.Α.Α.Α.. Τα ποσά από τη μετατροπή διατίθενται αποκλειστικά για την αποζημίωση ρυμοτομούμενων
τμημάτων ιδιοκτησιών της ίδιας περιοχής. Κάθε διάθεση των ποσών αυτών για άλλον σκοπό είναι άκυρη.
14. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν και για την εφαρμογή των πολεοδομικών μελετών που εγκρίνο-
νται σύμφωνα με τον ν. 2508/1997 (Α’ 124). Η πράξη εφαρμογής στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να εκπονείται
ταυτόχρονα με την πολεοδομική μελέτη και σε άμεση συσχέτιση με αυτήν. Η πράξη εφαρμογής του δευτέρου
εδαφίου εγκρίνεται με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ Ι
Άρθρο 145
Μεταβατικές διατάξεις
1. Οι πα ρ. 1, 2, 3, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 1 και η παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4315/2014 (Α’ 269) δεν ισχύουν
για τις πράξεις εφαρμογής που έχουν κυρωθεί πριν από την 24η.12.2014, ημερομηνία έναρξης της ισχύος του
ν. 4315/2014. Μετά από αίτηση του οφειλέτη μπορεί να υπάγονται στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. 4315/2014,
ως προς τον τρόπο καταβολής, οι οφειλές που προκύπτουν από κυρωθείσες πράξεις εφαρμογής για τις οποίες
δεν έχει ολοκληρωθεί η καταβολή των εισφορών σε χρήμα. Στις περιπτώσεις αυτές η προθεσμία καταβολής
των οφειλών υπολογίζεται από την ημερομηνία της αρχικής πράξης επιβολής της εισφοράς.
2. Σε διορθωτικές πράξεις εφαρμογής, που κυρώνονται μετά από τις 24.12.2014, ημερομηνία ισχύος του
ν. 4315/2014, και αφορούν διορθώσεις σε ήδη κυρωθείσες πράξεις εφαρμογής, δεν ισχύουν οι παρ. 1, 3, 4, 5,
6 και 7 του άρθρου 1 του ν. 4315/2014.
3. Σε εκκρεμείς διαδικασίες πολεοδόμησης εφαρμόζονται τα άρθρα 1 και 2 του ν. 4315/2014. Στις περι-
πτώσεις που μέχρι τις 24.12.2014 έχει δοθεί εντολή σύνταξης του Κεφαλαίου Γ’ της Πράξης Εφαρμογής, με
απόφαση του αρμόδιου για την κύρωση της πράξης εφαρμογής, που εκδίδεται ύστερα από γνώμη του οικείου
δημοτικού συμβουλίου, οι ως άνω εκκρεμείς διαδικασίες δύνανται να υπάγονται στις προϊσχύουσες διατάξεις
περί εισφοράς γης των παρ. 1, 3, 4, 5, 6 και 7 του άρθρου 1 του ν. 4315/2014.
4. Σε πράξεις εφαρμογής που έχουν κυρωθεί μέχρι τις 24.12.2014, χωρίς να προσδιοριστεί η αξία των
ακινήτων ή και των επικειμένων, εφαρμόζεται το άρθρο 2 του ν . 4315/2014.
5. Στην περίπτωση επανέγκρισης σχεδίων για οποιονδήποτε λόγο, μετά τις 24.12.2014, δεν απαιτείται η εκ
νέου σύνταξη πράξης εφαρμογής, εφόσον δεν θίγονται κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι και δεν επέρχο-
νται αλλαγές και οι προτεινόμενες από το Ρυθμιστικό Σχέδιο Εφαρμογής ρυμοτομικές γραμμές συμπίπτουν
με τα όρια διαμορφωμένων κοινοχρήστων χώρων και αντιστοίχως οι προτεινόμενες οικοδομικές γραμμές με
τα όρια διαμορφωμένων οικοδομικών γραμμών ή οικοδομικών τετραγώνων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263624
ΤΜΗΜΑ ΙΙ
ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΡΩΣΗ ΟΙΚΟΠΕΔΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΣΚΥΡΩΣΗ ΟΙΚΟΠΕΔΩΝ
Άρθρο 146
Τακτοποίηση οικοπέδων
1. α) Πριν από την ανέγερση οποιασδήποτε οικοδομής και γενικά την εκτέλεση οποιωνδήποτε εγκαταστά-
σεων στις περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 13 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228), απαιτείται
τακτοποίηση του οικοπέδου στο οποίο θα εκτελεστούν τα έργα.
β) Δεν επιτρέπεται η δόμηση ακόμη και σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, αν για οποιονδήποτε λόγο
απαιτείται τακτοποίηση των γειτονικών του οικοπέδων και κατά την κρίση της πολεοδομικής υπηρεσίας η
δόμηση θα παρεμποδίσει ή θα δυσχεράνει με οποιονδήποτε τρόπο την τακτοποίηση.
2. Η τακτοποίηση των οικοπέδων ενεργείται με μεταβολή τους κατά τη θέση, το σχήμα και το μέγεθος, αν
απαιτείται, προκειμένου κάθε ένα (1) από αυτά να αποκτήσει διάταξη που να ανταποκρίνεται πληρέστερα
στις ανάγκες και τον σκοπό της χρησιμοποίησης αυτού και του συνόλου των οικοδομήσιμων οικοπέδων που
βρίσκονται στην ίδια πόλη ή στον ίδιο οικισμό ή απλώς αυτών που βρίσκονται στην ίδια περιοχή και διέπο-
νται από κοινές διατάξεις. Κατά την τακτοποίηση αυτή αποκλείεται οποιαδήποτε μεταβολή των τμημάτων
των τακτοποιητέων οικοπέδων που καταλαμβάνονται από οικοδομές. Δεν περιλαμβάνονται στην έννοια των
οικοδομών και δεν παρακωλύουν την τακτοποίηση κατασκευές όπως κινητές εγκαταστάσεις, φρέατα, περι-
τοιχίσματα, υπόστεγα προσωρινού χαρακτήρα, παραπήγματα και ετοιμόρροπα μέρη κτιρίων, μη επιδεχόμενα,
είτε λόγω της κατάστασής τους, είτε από την εφαρμογή του άρθρου 24 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923, επισκευή
χωρίς προηγούμενη κατεδάφιση.
3. Με προεδρικά διατάγματα μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθμίζονται ο
τρόπος, η φύση και η έκταση της τακτοποίησης σε κάθε περίπτωση. Πάντως αρμόδια να κρίνει για την ανάγκη
και για τη δυνατότητα της τακτοποίησης, καθώς και για την έννοια των οικοδομών που την αποκλείουν, είναι
η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, της οποίας οι σχετικές αποφάσεις υπόκεινται στην έγκριση του οικείου
Περιφερειάρχη, ο οποίος μπορεί να τις αναθεωρεί.
Άρθρο 147
Όροι και προϋποθέσεις τακτοποίησης οικοπέδων
1. Κάθε οικόπεδο του οποίου το υπολειπόμενο τμήμα μετά τη ρυμοτομία δεν έχει τουλάχιστον το οριζό-
μενο από τις κείμενες για την περιοχή διατάξεις εμβαδόν ή έχει μεν τούτο, αλλά στερείται των απαιτούμενων
ελάχιστων διαστάσεων, που ορίζονται από τις ίδιες διατάξεις, ή από άποψη εμβαδού και διαστάσεων είναι
άρτιο, αλλά στερείται προσώπου σε οδό, η δε τακτοποίησή του και στις δύο τελευταίες περιπτώσεις καθίσταται
ανέφικτη, θεωρείται μη οικοδομήσιμο και αφαιρούμενο αναγκαστικά από τον ιδιοκτήτη, προσκυρώνεται σε
κάποιο από τα γειτονικά οικοδομήσιμα οικόπεδα, για να αποτελέσει με αυτό ενιαίο οικόπεδο. Αν παράκεινται
περισσότερα από ένα τέτοια οικόπεδα, τα μεν προσκυρώνονται στα δε, ή και όλα συνενώνονται μεταξύ τους
για σχηματισμό ενός ή περισσότερων οικοδομήσιμων οικοπέδων. Στις περιπτώσεις αυτές επιτρέπεται η προ-
σκύρωση ενός μη οικοδομήσιμου οικοπέδου σε άλλα περισσότερα, αφού προηγουμένως αυτά τεμαχιστούν.
2. Η κατά τα παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση και προσκύρωση των μη οικοδομήσιμων οικοπέδων
αποκλείεται εφόσον επί τούτων υπάρχουν οικοδομές, ως προς την έννοια των οποίων ισχύει η παρ. 2 του
άρθρου 146.
3. Δεν επιτρέπεται η τακτοποίηση οικοπέδων για απόκτηση προσώπων ή βάθους, αν η έλλειψη αυτών
οφείλεται σε υπαίτια κατάτμηση που έγινε μετά τις 8.5.1948, ημερομηνία ισχύος του ν.δ. 690/1948 (Α’ 133)
από τους ιδιοκτήτες ή τους δικαιοπαρόχους τους με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, με τεμαχισμό με-
γαλύτερης έκτασης που έχει το απαιτούμενο ελάχιστο πρόσωπο ή βάθος.
4. Οικόπεδα αποκλεισμένα από παντού από τις οδούς του εγκεκριμένου σχεδίου τα οποία δεν μπορούν να
αποκτήσουν με τακτοποίηση το απαιτούμενο πρόσωπο σε αυτές, μπορούν να θεωρούνται οικοδομήσιμα υπό
ορισμένες προϋποθέσεις και ειδικούς όρους, ως προς την ανέγερση κτιρίων επ’ αυτών, οι οποίοι ρυθμίζονται
με απόφαση του οικείου Περιφερειάρχη.
Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε οικόπεδα που αποκλείονται από τις οδούς με υπαιτιότητα των ιδιοκτη-
τών ή των δικαιοπαρόχων τους, με τεμαχισμό μεγαλύτερης έκτασης που αποτελούσε άρτιο οικόπεδο, εφόσον
η κατάτμηση έγινε με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, μετά την παραπάνω ημερομηνία.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3625Τεύχος A’ 88/08.06.2026
5. Οι απαγορεύσεις των παρ. 3 και 4 δεν ισχύουν αν η τακτοποίηση γίνεται επ’ ωφελεία των όμορων ιδιο-
κτησιών.
6. Η αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία οφείλει να ειδοποιεί με πρόσκλησή της τους ενδιαφερομένους, πριν
από τη σύνταξη των κατά τα παραπάνω πράξεων προσκύρωσης, για να διακανονίσουν σε έναν (1) μήνα από
την κοινοποίηση της πρόσκλησης τα σχετικά με την προσκύρωση με ιδιωτικά συμφωνητικά μεταξύ τους και,
σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της προθεσμίας αυτής, προβαίνει η ίδια στις ενέργειες που καθορίζονται
στα επόμενα άρθρα.
Άρθρο 148
Ειδικές περιπτώσεις
1. Η προσκύρωση οικοπέδων που επιβάλλεται από τις κείμενες διατάξεις, τα οποία στερούνται του ελά-
χιστου εμβαδού, αποκλείεται αν το εμβαδόν του οικοπέδου, αφού συνυπολογιστεί σε αυτό και το εμβαδόν
του εδάφους των ομόρων οικοπέδων που καταλαμβάνεται ή μπορεί να καταληφθεί από τους υπάρχοντες ή
εκείνους που μπορούν να ανεγερθούν, κατά τις σχετικές διατάξεις, μεσότοιχους επί των ορίων του οικοπέδου,
ανταποκρίνεται στο απαιτούμενο σε κάθε περίπτωση ελάχιστο εμβαδόν, εφόσον το τελευταίο αυτό μετά τον
συνυπολογισμό δεν είναι μικρότερο των τριάντα (30) τετραγωνικών μέτρων.
Ο παραπάνω συνυπολογισμός του εδάφους των ομόρων οικοπέδων σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται
την αφαίρεση ή προσκύρωση του εδάφους αυτού. Τα παραπάνω εφαρμόζονται αναλόγως και ως προς το
ελάχιστο πρόσωπο ή το ελάχιστο βάθος, εφόσον αποκλείεται η απόκτησή του, με τακτοποίηση, λόγω ύπαρξης
οικοδομών.
Πάντως για την εφαρμογή των παραπάνω το πάχος του μεσότοιχου υπολογίζεται σε κάθε περίπτωση σε
εξήντα εκαστοστά (0,60 μέτρα).
2. Σε περίπτωση κατά την οποία παράκεινται περισσότερα του ενός μη άρτια οικόπεδα, επιτρέπεται αντί
για την προσκύρωση μερικών εξ αυτών σε άλλα, με σκοπό τη δημιουργία ενός ή περισσότερων αρτίων οι-
κοπέδων, η προσκύρωση να γίνεται με τη συνένωση αυτών με σκοπό τη δημιουργία ενός ή περισσότερων
αρτίων οικοπέδων τα οποία παραχωρούνται εξ αδιαιρέτου, κατά ποσοστό ίσο προς τo εμβαδόν της έκτασης
που ανήκει σε κάθε ιδιοκτήτη των μη αρτίων οικοπέδων. Η συνένωση δεν αποκλείεται και στην περίπτωση μη
συγκατάθεσης, για τη δημιουργία κοινών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων, ενός ή περισσότερων από τους ιδιοκτήτες
των παρακειμένων μη αρτίων οικοπέδων, η οποία εκδηλώνεται εγγράφως μέχρι την έκδοση της οριστικής
και ανέκκλητης απόφασης για την πράξη προσκύρωσης. Επί των κοινών οικοπέδων, που δημιουργούνται με
τον τρόπο αυτό, εφαρμόζονται οι περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους διατάξεις και απαγορεύεται οποιαδήποτε
εξώδικη ή δικαστική διανομή των οικοπέδων αυτών.
3. Αν το εμβαδόν του οικοπέδου που κρίνεται προσκυρωτέο, υπολείπεται του ελάχιστου απαιτουμένου σε
κάθε περίπτωση, μέχρι ποσοστού είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), το εμβαδόν δε κάποιου από τα συνορεύοντα
με αυτό οικόπεδα υπερβαίνει το απαιτούμενο σε κάθε περίπτωση τουλάχιστον κατά ποσοστό πενήντα τοις
εκατό (50%), η προσκύρωση του μη άρτιου οικοπέδου ματαιώνεται και αντιθέτως επιτρέπεται η προσκύρωση
σ’ αυτό, από το παραπάνω μεγαλύτερο ως άνω εμβαδόν όμορου οικοπέδου, της αναγκαίας έκτασης, ώστε
το μη άρτιο οικόπεδο να αποκτήσει το απαιτούμενο απολύτως ελάχιστο εμβαδόν, εφόσον η προσκύρωση
αυτή δεν εμποδίζεται από υπάρχουσες οικοδομές ή δεν συνεπάγεται τη μείωση των απαιτούμενων, από τις
κείμενες διατάξεις, υποχρεωτικώς ακαλύπτων αποστάσεων ή ποσοστού του μεγαλύτερου οικοπέδου κάτω
του ελάχιστου ορίου. Αν η παραπάνω προϋπόθεση του εμβαδού του μεγαλύτερου οικοπέδου συντρέχει σε
περισσότερα από ένα όμορα προς το μη άρτιο οικόπεδα, η προσκύρωση γίνεται κατά την κρίση της αρμόδιας
υπηρεσίας είτε σε βάρος όλων εξ ίσου ή όχι είτε σε βάρος μερικών είτε σε βάρος ενός. Τα παραπάνω εφαρμό-
ζονται αναλόγως και στα οικόπεδα που κρίνονται προσκυρωτέα από την έλλειψη του ελάχιστου προσώπου
ή του ελάχιστου βάθους, εφόσον αποκλείεται η απόκτηση τους με τακτοποίηση, λόγω ύπαρξης οικοδομών.
Η παρούσα εφαρμόζεται και σε παρακείμενα μη άρτια οικόπεδα, αν το άθροισμα των εμβαδών αυτών υπο-
λείπεται του ελάχιστου απαιτούμενου εμβαδού όχι περισσότερο του ίδιου παραπάνω ποσοστού είκοσι πέντε
τοις εκατό (25%). Στην περίπτωση αυτή ισχύει η παρ. 2 για τη δημιουργία κοινών εξ αδιαιρέτου οικοπέδων.
4. Οι καταργούμενες από το σχέδιο ρυμοτομίας παλαιές οδοί και γενικά κοινόχρηστοι χώροι διατίθενται
στο σύνολό τους ή μερικώς με προσκύρωση, έστω και αν το εμβαδόν τους έχει το εμβαδόν αρτίου οικοπέδου,
πρωτίστως για να καταστούν άρτια οικόπεδα που δεν είναι άρτια και για να τακτοποιηθούν άρτια οικόπεδα που
όμως έχουν ανάγκη τακτοποίησης. Το ίδιο ισχύει και για ιδιωτικές οδούς που δεν έχουν εγκριθεί από το σχέδιο
ρυμοτομίας, εφόσον κατά την κρίση της αρμόδιας υπηρεσίας, δεν αποκλείεται με την προσκύρωση η επικοινω-
νία με τις εγκεκριμένες οδούς οικοδομών που έχουν ανεγερθεί με άδεια της αρμόδιας αρχής και σύμφωνα με
τους όρους αυτής ή η επικοινωνία αυτή εξασφαλίζεται με τρόπο που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263626
5. Οι παρ. 1 έως 4 δεν εφαρμόζονται σε οικόπεδα που έγιναν μη άρτια με υπαιτιότητα των ιδιοκτητών ή
των δικαιοπαρόχων τους με τεμαχισμό μεγαλύτερης έκτασης που έχει το ελάχιστο εμβαδόν.
Ειδικά η πα ρ. 3 δεν εφαρμόζεται στα μη άρτια οικόπεδα που περιήλθαν στους ιδιοκτήτες ή στους δικαιοπα-
ρόχους τους, μετά από τεμαχισμό μεγαλύτερης έκτασης, που είχε το ελάχιστο εμβαδόν, γενικά με δικαιοπραξία
εν ζωή ή αιτία θανάτου ή και με δικαστική διανομή.
6. Οι διατάξεις των παρ. 1, 2 και 3, με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ. 5, εφαρμόζονται και για τα
πριν από την 8η.5.1948, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.δ. 690/1948 (Α’ 133), προσκυρωθέντα οικόπεδα.
Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η ανάκληση πράξεων προσκύρωσης που κυρώθηκαν, εάν με την εφαρμο-
γή των παραπάνω διατάξεων καθίσταται δυνατή η ματαίωση της προσκύρωσης και μόνον εφόσον δεν έχει
ανεγερθεί οικοδομή που εμποδίζει την εφαρμογή των διατάξεων αυτών.
Άρθρο 149
Προϋποθέσεις οικοδομησιμότητας
1. α) Κατά την τακτοποίηση οικοπέδων στα ήδη εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια και σε εκείνα που εγκρί-
νονται σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’, εκτός από τα ελάχιστα όρια προσώπου και εμβαδού κατά τον
κανόνα ή κατά παρέκκλιση, πρέπει στο οικοδομήσιμο τμήμα του οικοπέδου να εγγράφεται κάτοψη κτιρίου με
ελάχιστη επιφάνεια πενήντα (50) τετραγωνικά μέτρα και ελάχιστη πλευρά πέντε (5) μέτρα. Οικόπεδο που δεν
έχει τις παραπάνω προϋποθέσεις τακτοποιείται με τα γειτονικά σύμφωνα με το παρόν Κεφάλαιο. Δεν απαιτείται
η εγγραφή κάτοψης κτιρίου ελάχιστης επιφάνειας πενήντα (50) τετραγωνικών μέτρων και ελάχιστης πλευράς
πέντε (5) μέτρων σε οικόπεδα των οποίων η διαδικασία τακτοποίησης έχει αρχίσει πριν από τις 18.2.1986,
ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 1577/1985 (Α’ 210) με τη σύνταξη πράξης τακτοποίησης.
β) Δεν επιτρέπεται η δόμηση ακόμη και σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο αν για οποιονδήποτε λόγο
απαιτείται τακτοποίηση των γειτονικών του οικοπέδων και κατά την κρίση της πολεοδομικής υπηρεσίας η
δόμηση θα παρεμποδίσει ή θα δυσχεράνει με οποιονδήποτε τρόπο την τακτοποίηση.
2. Σε οικόπεδα με περισσότερα από ένα πρόσωπα σε κοινόχρηστο χώρο, η ύπαρξη του ελάχιστου προσώ-
που κατά τον κανόνα ή κατά παρέκκλιση απαιτείται μόνο για ένα από τα πρόσωπα αυτά.
3. Σε οικόπεδο που βρίσκεται στη συνάντηση δύο (2) γραμμών δόμησης που τέμνονται είτε με πλάγια ή
εισέχουσα απότμηση είτε με κοίλη ή κυρτή γωνία, ως μήκος προσώπου λαμβάνεται ολόκληρο το ανάπτυγμα
της ρυμοτομικής γραμμής που αντιστοιχεί στο οικόπεδο.
4. Οικόπεδο άρτιο κατά τον κανόνα ως προς το εμβαδόν, το οποίο δεν έχει το κατά παρέκκλιση ελάχιστο
πρόσωπο, αν δεν μπορεί να τακτοποιηθεί κατά τρόπο ώστε να αποκτήσει το κατά κανόνα πρόσωπο, θεω-
ρείται άρτιο και οικοδομήσιμο, εφόσον με την τακτοποίηση αποκτήσει το κατά παρέκκλιση πρόσωπο, εκτός
αν η παραπάνω έλλειψη οφείλεται σε υπαίτια κατάτμηση από τους ιδιοκτήτες ή τους δικαιοπαρόχους τους
με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου μετά από τις 27.7.1977, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 651/1977
(Α’ 207). Οικόπεδα που δεν έχουν πρόσωπο σε εγκεκριμένη οδό ή οδό προϋφιστάμενη του έτους 1923 εφόσον
δεν προέρχονται από υπαίτια κατάτμηση μετά το διάταγμα ρυμοτομίας της περιοχής και προϋφίστανται της
ημερομηνίας του πρώτου εδαφίου, όταν προσκυρώνουν καταργούμενη ιδιωτική οδό ή γενικά καταργηθέντα
κοινόχρηστο χώρο και δεν αποκτούν πρόσωπο ή εμβαδόν κατά τον κανόνα ή την παρέκκλιση της περιοχής,
θεωρούνται οικοδομήσιμα εφόσον αποκτούν τουλάχιστον πέντε (5) μέτρα πρόσωπο σε εγκεκριμένη οδό ή
οδό προϋφιστάμενη του έτους 1923 και εγγράφεται στο οικοδομήσιμο τμήμα τους κάτοψη κτιρίου με ελάχι-
στη επιφάνεια πενήντα (50) τετραγωνικά μέτρα και ελάχιστη πλευρά πέντε (5) μέτρα. Οικόπεδο μη άρτιο κατ’
εμβαδόν που δεν μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις αρτίου οικοπέδου σύμφωνα με το άρθρο 148, επιτρέπεται
να προσκυρωθεί κατά προτεραιότητα σε οικόπεδο που έχει το ελάχιστο εμβαδόν και δεν έχει το ελάχιστο
πρόσωπο, για την απόκτηση και του ελάχιστου προσώπου.
5. Τμήματα οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου που δεν επιδέχονται εν όλω ή εν μέρει τακτοποίηση
αφαιρούνται αναγκαστικά και προσκυρώνονται στα γειτονικά οικόπεδα. Η προσκύρωση αυτή γίνεται μόνο αν
τα γειτονικά οικόπεδα έχουν το ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν και η προσκύρωση είναι απόλυτα απαραίτητη
για να αποκτήσουν το ισχύον ελάχιστο πρόσωπο κατά τον κανόνα ή, σε περίπτωση που αυτό είναι αδύνατο,
κατά παρέκκλιση.
6. Η παρ. 5 δεν εφαρμόζεται:
α) Αν στα παραπάνω τμήματα υπάρχουν οικοδομές, με την έννοια της παρ. 2 του άρθρου 146.
β) Αν η έλλειψη του ελάχιστου απαιτούμενου προσώπου των γειτονικών οικοπέδων στα οποία προσκυρώνο-
νται τα παραπάνω τμήματα, οφείλεται σε υπαίτια κατάτμηση από τους ιδιοκτήτες ή τους δικαιοπαρόχους τους
με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, μετά από τις 27.7.1977, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 651/1977.
7. Η κατά την παρ . 5 προσκύρωση γίνεται μόνο ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3627Τεύχος A’ 88/08.06.2026
8. Με την επιφύλαξη της παρ. 4 του παρόντος, το άρθρο 202 έχει εφαρμογή μόνο για τα οικόπεδα που
υπάγονται στην παρέκκλιση, σύμφωνα με τις σχετικές ειδικές διατάξεις.
9. Το Δημόσιο και οι δήμοι, όταν επισπεύδουν την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου, αποζημιώνουν
και τα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τμήματα των ρυμοτομούμενων οικοπέδων που απομένουν μετά τη
ρυμοτομία, εκτός αν οι ιδιοκτήτες δηλώσουν έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο για τον καθορισμό
της προσωρινής τιμής μονάδας ότι δεν επιθυμούν την αποζημίωση. Στην περίπτωση αυτή, τα παραπάνω μη
άρτια και μη οικοδομήσιμα οικόπεδα βαρύνονται με ενδεχόμενη αποζημίωση λόγω παροδιότητας.
10. Σε καμία περίπτωση δεν επιτρέπεται οικόπεδα άρτια και οικοδομήσιμα να χάνουν την ιδιότητα αυτή
με την τακτοποίηση.
Άρθρο 150
Σύνταξη πράξης προσκύρωσης - τακτοποίησης
1. Οι κατά τα παραπάνω τακτοποιήσεις και προσκυρώσεις ενεργούνται με πράξη της αρμόδιας υπηρεσίας, η
οποία ενεργεί με αίτηση των ενδιαφερομένων ή και αυτεπάγγελτα. Στην πράξη αυτή καθορίζονται με πρόχειρο
κτηματολογικό διάγραμμα όλα τα ακίνητα που υφίστανται οποιαδήποτε μεταβολή από την τακτοποίηση ή
την προσκύρωση και οι μεταβολές αυτές.
2. Για την πρόσκληση των ενδιαφερόμενων ιδιοκτητών, την κοινοποίηση προς αυτούς της πράξης που
κυρώθηκε, την υποβολή από αυτούς ενστάσεων κατά της πράξης και την απόφαση του Περιφερειάρχη επί
της πράξης και των ενστάσεων, εφαρμόζονται αναλόγως τα άρθρα 157 και 159.
3. Σε περίπτωση που για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη η σύνταξη της πράξης, εφαρμόζεται η παρ. 3
του άρθρου 157 και αναφέρεται ρητά σε σχετικό πρωτόκολλο αν το αδύνατο οφείλεται στο άρθρο 147.
4. Αν η εξακρίβωση των ορίων των μεταξύ των τακτοποιητέων ή προσκυρωτέων ιδιοκτησιών καθίσταται
αδύνατη για οποιονδήποτε λόγο, η σύνταξη της πράξης αναβάλλεται μέχρι τον οριστικό καθορισμό αυτών
με φροντίδα των ενδιαφερομένων.
Άρθρο 151
Διαδικασία καταβολής αποζημίωσης
1. Υπόχρεοι για αποζημίωση των ζημιούμενων ιδιοκτητών, από τη μεταβολή που συνεπάγεται στην αξία
των ακινήτων η κατά τα παραπάνω τακτοποίηση και προσκύρωση οικοπέδων, είναι οι ιδιοκτήτες των ακινήτων
που ωφελήθηκαν από αυτή την τακτοποίηση και προσκύρωση.
2. Προς κανονισμό των παραπάνω αποζημιώσεων οι ενδιαφερόμενοι υποβάλλουν σχετική αίτηση στο
Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας που βρίσκονται τα ακίνητα, με αντίγραφο της κυρωμένης από τον
Περιφερειάρχη πράξης. Το Μονομελές Εφετείο ορίζει προσωρινά τις αποζημιώσεις που πρέπει να καταβληθούν,
σύμφωνα με τον Κώδικα Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’ 17).
3. Τα υφιστάμενα βάρη και περιορισμοί κυριότητας υπέρ τρίτων επί του οικοπέδου που πρέπει να τακτο-
ποιηθεί μετατρέπονται, από την κατά τα παραπάνω κατάθεση της αποζημίωσης, σε προσωπική αγωγή κατά
του ιδιοκτήτη του υπόψη οικοπέδου, για αποζημίωση του δικαιούχου για το βάρος ή τον περιορισμό. Από
αυτά εξαιρούνται τα υποθηκικά δικαιώματα υπέρ τρίτων, τα οποία μεταφέρονται αυτοδίκαια και με την ίδια
τάξη στο τακτοποιηθέν οικόπεδο και ο φύλακας των μεταγραφών οφείλει να κάνει αυτεπάγγελτα τις σχετικές
σημειώσεις κατά τη μεταγραφή.
4. Τα προσκυρωθέντα οικόπεδα περιέρχονται στον νέο κύριο ελεύθερα από οποιαδήποτε βάρη και περιορι-
σμούς κυριότητας υπέρ τρίτων. Κάθε τέτοιο εμπράγματο δικαίωμα επ’ αυτών μετατρέπεται από την κατάθεση
της αποζημίωσης, σε αξίωση επί του ποσού της αποζημίωσης, κατά τον Κ.Α.Α.Α., στην πρώτη περίπτωση, ή
σε προσωπική απαίτηση κατά του προηγούμενου ιδιοκτήτη, στη δεύτερη.
5. Οι δικαστικές αποφάσεις δεν μπορούν να τροποποιούν την πράξη που κυρώθηκε από τον Περιφερειάρχη
ως προς την τακτοποίηση ή προσκύρωση των οικοπέδων που καθορίστηκε με αυτή. Κάθε απαίτηση ιδιοκτήτη
ακινήτου, για τα μέχρι την τακτοποίηση ή προσκύρωση όρια αυτού, μετά την κύρωση της τακτοποίησης ή
προσκύρωσης μετατρέπεται αυτοδίκαια σε χρηματική απαίτηση.
Άρθρο 152
Αναλογισμός και υπόχρεοι αποζημίωσης
Εκείνοι υπέρ των οποίων γίνεται η προσκύρωση μη οικοδομήσιμων οικοπέδων, είναι υπόχρεοι για την
πληρωμή της αποζημίωσης που αναλογεί σε αυτά, για τα ακίνητα που καταλαμβάνονται από τους χώρους
της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 59, κατά τις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) αν δεν καταβλήθηκε καθόλου η αποζημίωση από τον τέως ιδιοκτήτη του προσκυρωθέντος,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263628
β) αν η αποζημίωση καταβλήθηκε από τον ιδιοκτήτη πριν από τον καθορισμό των επιτρεπομένων ελάχι-
στων ορίων εμβαδού και διαστάσεων των οικοδομήσιμων οικοπέδων και από την καταβολή αυτής δεν έγινε
από εκείνον που κατέβαλε την αποζημίωση καμία εν ζωή μεταβίβαση της κυριότητας του προσκυρωθέντος,
γ) αν η αποζημίωση καταβλήθηκε από τον ιδιοκτήτη μετά τον παραπάνω καθορισμό, και από τότε δεν
έγινε από αυτόν εν ζωή καμία μεταβίβαση του προσκυρωθέντος οικοπέδου, ούτε υπήρξαν σε αυτό, μετά την
καταβολή της αποζημίωσης, χρησιμοποιήσιμες οικοδομές για διάστημα συνολικά μεγαλύτερο της δεκαετίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΟΜΑΔΙΚΗ ΤΑΚΤΟΠΟΙΗΣΗ - ΑΝΑΔΑΣΜΟΣ (ΚΤΗΜΑΤΙΚΗ ΟΜΑΔΑ)
Άρθρο 153
Ομαδική τακτοποίηση
1. Αν επιβάλλεται για οποιονδήποτε λόγο ταυτόχρονη τακτοποίηση πολλών παρακείμενων (εφαπτόμενων
ή μη) οικοπέδων, αυτή μπορεί να εκτελείται σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις.
2. Ο γραμματέας αποκεντρωμένης διοίκησης συνιστά με απόφασή του κτηματική ομάδα, η οποία αποτε-
λείται από τα κτήματα που πρέπει να τακτοποιηθούν και να προσκυρωθούν, δηλαδή τα υπόλοιπα τμήματα που
απομένουν από κάθε ιδιοκτησία εντός των οικοδομήσιμων χώρων, μετά από την αφαίρεση των τμημάτων που
καταλαμβάνονται από χώρους της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 59. Η κτηματική ομάδα καθίσταται νομικό
πρόσωπο δημοσίου δικαίου από τη δημοσίευση της απόφασης αυτής, εκπροσωπείται από το Δημόσιο ή τον
οικείο δήμο ή όπως αλλιώς ορίζεται κάθε φορά στην απόφαση και βαρύνεται με την υποχρέωση της πληρωμής
των αποζημιώσεων της παρ. 1 του άρθρου 151 και την είσπραξη αυτών από τους υποχρέους, σύμφωνα με
την ίδια διάταξη. Με την ίδια απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης καθορίζονται τα όρια της
κτηματικής ομάδας, ενώ μπορούν να εξαιρούνται από αυτήν ορισμένα ακίνητα που περιλαμβάνονται μέσα
στα όρια αυτά, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια.
3. Αν κατά την τακτοποίηση, σύμφωνα με το παρόν άρθρο, προκύψει περίπτωση προσκύρωσης μη οικο-
δομήσιμων οικοπέδων, τα οποία περιλαμβάνονται στην κτηματική ομάδα που συστήθηκε, αυτή εκτελείται
σε συνδυασμό με την τακτοποίηση σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2. Πάντως στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται,
μετά από απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης, οποιαδήποτε παρέκκλιση από το άρθρο 147,
σχετικά με την πρόσκληση των ενδιαφερομένων για διακανονισμό της προσκύρωσης με δική τους φροντίδα.
4. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου η κατά το άρθρο 150 πράξη μπορεί να περιορίζεται στον
καθορισμό κάθε οικοπέδου, όπως αυτό προκύπτει τελικά μετά από την τακτοποίηση και την προσκύρωση σε
αυτό άλλων μη οικοδομήσιμων οικοπέδων. Στην περίπτωση αυτή παραλείπεται η ένδειξη των μεταβολών που
έγιναν μεταξύ των οικοπέδων της κτηματικής ομάδας, ενώ η απόλυτη μεταβολή που έγινε σε κάθε ένα από
αυτά, σε σχέση προς την αρχική του κατάσταση, κρίνεται από την παραβολή της κατάστασης αυτής με την
παραπάνω πράξη. Η παραπάνω πράξη πρέπει να συνοδεύεται από επεξηγηματικό υπόμνημα των ωφελειών
και ζημιών που επήλθαν σε κάθε ακίνητο (χωρίς εκτίμηση της αξίας τους) που θεωρείται ως αναπόσπαστο
στοιχείο της πράξης. Επίσης πρέπει να τη συνοδεύει και η γνωμοδοτική έκθεση της υπηρεσίας που τη συντάσ-
σει, στην οποία περιγράφεται η εκτίμηση των μεταβολών που επήλθαν σε κάθε ακίνητο από τις παραπάνω
ωφέλειες και ζημίες. Την έκθεση αυτή λαμβάνει υπόψη του το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία
του άρθρου 151 και τη μνημονεύει στη σχετική απόφασή του. Πάντως, ο τρόπος σύνταξης της πράξης και οι
λεπτομέρειες αυτής ρυθμίζονται κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ενώ
μπορεί να ανατεθεί η σύνταξή της και σε επιτροπή που ορίζεται με την ίδια απόφαση. Ενστάσεις κατά της
πράξης επιτρέπονται μόνον ως προς τα όρια, τις διαστάσεις και τη θέση των οικοπέδων, όπως αυτά ίσχυαν
πριν από την πράξη και τα συνοδευτικά της έγγραφα, καθώς και για παράβαση ή εσφαλμένη εφαρμογή του
παρόντος Κεφαλαίου και αποκλείεται κάθε ένσταση ή προσφυγή, όποτε αυτή επιτρέπεται, ως προς το τεχνι-
κό μέρος της πράξης, ιδίως ως προς τον τρόπο τακτοποίησης, τη διάταξη νέων οικοπέδων και το ποσοστό
μείωσης και αυξομείωσης αυτών.
5. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθμίζονται οι λεπτομέρειες της διαδικασίας
του παρόντος άρθρου με βάση τα άρθρα 150 και 151, οι οποίες ισχύουν και για την περίπτωση του παρόντος
άρθρου, και η κτηματική ομάδα μπορεί να υποκαθιστά στη διαδικασία αυτή εν όλω ή μέρει τους ενδιαφε-
ρόμενους ιδιοκτήτες. Την υποκατάσταση αυτή μπορεί να επιβάλλει ο Υπουργός υποχρεωτικά με απόφασή
του. Πάντως, η κατά το άρθρο 151 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου πρέπει να ορίζει προσωρινά
και ιδιαίτερα για κάθε ιδιοκτησία, εκτός των αποζημιώσεων για τις ζημίες που έγιναν στα ακίνητα από την
τακτοποίηση και προσκύρωση, και την αξία των ωφελειών που προέκυψαν από τις μεταβολές σε αυτά. Οι
οφειλόμενες μόνον στις μεταβολές που έγιναν στα γήπεδα αποζημιώσεις πρέπει απαραιτήτως να καλύπτουν
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3629Τεύχος A’ 88/08.06.2026
στο σύνολό τους τις ζημίες που προέκυψαν από τις ίδιες μεταβολές. Το ίδιο ισχύει και για κάθε άλλη απόφαση
δικαστηρίου για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης.
Άρθρο 154
Κτηματική ομάδα
1. Η κτηματική ομάδα του άρθρου 153 μπορεί να συνιστάται και για τον γενικότερο σκοπό της δίκαιης
κατανομής των μεταβολών στην αξία των ακινήτων που θα προκύψουν από την εφαρμογή του εγκεκριμένου
σχεδίου. Στην περίπτωση αυτή, στην κτηματική ομάδα, που συνιστάται με τον τρόπο που αναφέρεται στο άρθρο
153, περιλαμβάνονται και τα ακίνητα που καταλαμβάνονται από τους χώρους που προβλέπονται στην περ. α)
της παρ. 1 του άρθρου 59 και αντί των άρθρων 157, 158, 159, 161 και 165 εφαρμόζεται η ακόλουθη διαδικασία:
α) Προσδιορίζεται η συνολική επιφάνεια των οικοπέδων της κτηματικής ομάδας που καταλαμβάνονται
από τους χώρους της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 59.
β) Από την παραπάνω συνολική επιφάνεια για τη δημιουργία κοινόχρηστων χώρων υπολογίζεται το γενικό
ποσοστό που αναλογεί σε κάθε οικόπεδο της κτηματικής ομάδας. Επιτρέπονται η αυξομείωση του γενικού
αυτού ποσοστού λόγω ειδικών συνθηκών, όπως το μέγεθος του οικοπέδου, η μεταβολή της θέσης του οικο-
πέδου γενικά, οι αυξομειώσεις του προσώπου και του βάθους και η μετάθεση αποκλεισμένου οικοπέδου επί
της οδού. Το παραπάνω ποσοστό και η αυξομείωσή του ρυθμίζονται με τη σχετική πράξη που συντάσσεται.
Μέρος του εμβαδού της κατά την προηγούμενη περίπτωση συνολικής επιφάνειας μπορεί να καταλογιστεί
στον οικείο δήμο. Η θέση και η έκταση του μέρους αυτού καθορίζονται με την πράξη τακτοποίησης στην
περίπτωση κατά την οποία το εμβαδόν του μέρους αυτού δεν πρόκειται να υπερβεί κατά μιάμιση φορά το
εμβαδόν που προκύπτει σε βάρος του δήμου από την εφαρμογή του άρθρου 165, καθώς και σε κάθε άλλη
περίπτωση που το εμβαδόν αυτού είναι μικρότερο των πέντε χιλιάδων (5.000) τετραγωνικών μέτρων. Αν το
εμβαδόν του μέρους αυτού υπερβαίνει την κατά τα παραπάνω μιάμιση φορά, τότε η έκταση και η θέση αυτού
καθορίζονται με απόφαση του γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης. Η θέση του μέρους αυτού
συνολικά ή κατά τμήματα μπορεί να καθορίζεται οπουδήποτε μέσα στα όρια της κτηματικής ομάδας, ακόμα
και μέσα σε οικοδομήσιμους κατά το εγκεκριμένο σχέδιο χώρους του δήμου, οι οποίοι για την εξόφληση των
υποχρεώσεων λόγω ρυμοτομίας, σύμφωνα με την παρ. 3, μειώνονται και κατά το μέρος αυτό, επιπλέον της
γενικής μείωσης, που προκύπτει από την εφαρμογή της περ. γ) Οι υφιστάμενες στην πραγματικότητα παλαιές
οδοί και οι υπόλοιποι κοινόχρηστοι χώροι, οι οποίοι περιλαμβάνονται μέσα σε οικοδομικά τετράγωνα, καθώς
και όλες οι ιδιωτικές οδοί ή δίοδοι διατίθενται σε κάθε περίπτωση ομαδικής τακτοποίησης για τη δημιουργία
των νέων οδών και των υπόλοιπων κοινόχρηστων χώρων που προβλέπονται από το σχέδιο ρυμοτομίας.
γ) Από το εμβαδόν κάθε οικοπέδου της κτηματικής ομάδας αφαιρείται το ποσοστό, που αναλογεί σε αυτό,
σύμφωνα με την περ. β).
δ) Τα ιδανικά υπόλοιπα οικοπέδων της κτηματικής ομάδας που προκύπτουν από την αφαίρεση, σύμφωνα
με την περ. γ), τακτοποιούνται σύμφωνα με το άρθρο 146.
2. Αν μερικά από τα ιδανικά υπόλοιπα, που προκύπτουν από την εφαρμογή της περ. δ) της παρ. 1, έχουν
εμβαδόν μικρότερο του καθορισμένου ελάχιστου ορίου οικοπέδων, απαλλοτριώνονται και προσκυρώνονται
συνολικά ή τμηματικά το κάθε ένα σε άλλα μικρότερα ή και μεγαλύτερα του ορίου αυτού ιδανικά υπόλοιπα,
ανεξάρτητα από τη σχετική θέση των οικοπέδων και με τρόπο ώστε τα εμβαδά που προσκυρώνονται στα μη
άρτια οικόπεδα να καλύπτουν το τμήμα που υπολείπεται για να γίνουν άρτια. Σε κάθε περίπτωση, αρχή γίνεται
με την προσκύρωση συνολικά ή τμηματικά του μη αρτίου οικοπέδου που έχει το μικρότερο ιδανικό υπόλοιπο
και αν αυτό δεν επαρκεί του αμέσως επόμενου και ούτω καθεξής μέχρι να είναι αρκετά τα προσκυρούμενα
ιδανικά υπόλοιπα μη αρτίων οικοπέδων σε άρτια. Κατά την προσκύρωση αυτή ισχύει η παρ. 3 του άρθρου 153
ως προς την προβλεπόμενη παρέκκλιση. Κατά την προσκύρωση αυτή, καθώς και την τακτοποίηση σύμφωνα
με την περ. δ) της παρ. 1, επιτρέπεται εξαιρετικά και μόνο σε απόλυτη ανάγκη, η εκτίμηση της οποίας ανήκει
στην αρμόδια υπηρεσία που συντάσσει την πράξη, παρέκκλιση από την προβλεπόμενη στην παρ. 2 του άρθρου
146 απαγόρευση μεταβολής των οικοπέδων ή των τμημάτων τους που καταλαμβάνονται από οικοδομές, και
μόνον εφόσον πρόκειται για παλαιές και ανθυγιεινές οικοδομές, κατά την κρίση της ίδιας όπως παραπάνω
υπηρεσίας, και εφόσον όλοι οι ιδιοκτήτες αυτών αποζημιώνονται πλήρως σύμφωνα με την παρ. 4. Επίσης
μπορεί, κατά την κρίση της υπηρεσίας που συντάσσει την πράξη, αντί για την προσκύρωση των μη άρτιων,
να επιβάλλεται η συνένωση δύο ή και περισσότερων ιδανικών υπολοίπων, που έχουν εμβαδόν μικρότερο του
καθορισμένου, σε ένα άρτιο οικόπεδο το οποίο παραχωρείται εξ αδιαιρέτου στους ιδιοκτήτες των παραπάνω
μη οικοδομήσιμων ιδανικών υπολοίπων και με ποσοστό εξ αδιαιρέτου ανάλογο προς το εμβαδόν καθενός
ιδανικού υπολοίπου. Δεν αποκλείεται, επίσης, και ο συνδυασμός της παρούσας, ειδικά στην περίπτωση μη
συγκατάθεσης για τη δημιουργία κοινής αδιαίρετης ιδιοκτησίας ενός (1) ή περισσότερων ιδιοκτητών ιδανι-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263630
κών υπολοίπων, η οποία εκδηλώνεται μετά από τη σύνταξη της πράξης είτε με ένσταση κατ’ αυτής είτε με
προσφυγή κατά της κυρωτικής απόφασης. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται η τροποποίηση της πράξης με
την επ’ αυτής απόφαση με σκοπό την προσκύρωση του ιδανικού υπολοίπου εκείνου του ιδιοκτήτη που δεν
συγκατατίθεται στη συνένωση σε κοινή ιδιοκτησία.
Εφόσον υπάρχει η παραπάνω συγκατάθεση, τα δημιουργούμενα, κατά τις παραπάνω διατάξεις, εξ αδιαιρέ-
του συνιδιόκτητα ακίνητα διέπονται από τις διατάξεις περί ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και απαγορεύεται ρητά
οποιαδήποτε διανομή αυτών είτε δικαστική είτε εξώδικη, η οποία χαρακτηρίζεται με το παρόν αυτοδίκαια άκυρη.
3. Με τη μείωση της επιφάνειας κάθε οικοπέδου της κτηματικής ομάδας, σύμφωνα με την παρ. 1, επέρχεται
αυτοδίκαια εξόφληση της υποχρέωσης των ιδιοκτητών καθενός από αυτά, για την αποζημίωση του αναλο-
γούντος μέρους του γηπέδου που βρίσκονται μέσα στα όρια της κτηματικής ομάδας και καταλαμβάνονται
από τους χώρους της περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 59. Στην περίπτωση που η ύπαρξη οικοδομών αποκλείει
την αφαίρεση μέρους ή όλου του ποσοστού που αναλογεί, σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 1, η μεν ιδιοκτη-
σία θεωρείται ότι συμμετέχει στην τακτοποίηση, η δε μείωση της επιφάνειας αυτής, κατά το ποσοστό που
καθορίστηκε, μετατρέπεται αντίστοιχα εν μέρει ή εν όλω σε υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης, προς την
κτηματική ομάδα, ίσης προς την αξία του μη αφαιρεθέντος μέρους ή όλου του ποσοστού, κατά τον χρόνο της
προσφυγής στο Μονομελές Πρωτοδικείο.
4. Κατά την τακτοποίηση σύμφωνα με την περ. δ) της παρ. 1, οι οποιεσδήποτε επερχόμενες μεταβολές στο
μέγεθος των ιδανικών υπολοίπων ή στη θέση ή στο σχήμα των οικοπέδων ή στις επ’ αυτών φυτείες ή εγκα-
ταστάσεις, δηλαδή φρέατα, περιφράγματα, υπονόμους κ.λπ., που βρίσκονται σε αυτά, καθώς επίσης και οι
προσκυρώσεις σύμφωνα με την παρ. 2 του παρόντος, υπόκεινται, ως προς τις αποζημιώσεις, στην παρ. 1 του
άρθρου 151. Σε περίπτωση, όμως, κατά την οποία δεν προκύπτει πραγματική ωφέλεια από την πρόσκτηση
περιφραγμάτων ή φρεάτων ή υπονόμων κ.λπ. υπέρ εκείνου στον οποίο αυτά αποδίδονται, υπόχρεος για την
καταβολή της αποζημίωσης γι’ αυτά είναι ο οικείος δήμος.
5. Η αποζημίωση του ποσοστού εμβαδού που αφαιρέθηκε σύμφωνα με την περ. γ) της παρ. 1, από οικό-
πεδα των οποίων το υπόλοιπο μετά από την αφαίρεση αυτή προσκυρώνεται κατά την παρ. 2, καθώς και του
ποσοστού που ενδεχομένως αναλογεί στον δήμο, σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 1, καθώς και των κάθε
είδους οικοδομών ή εγκαταστάσεων κ.λπ. επί ρυμοτομούμενων ιδιοκτησιών, βαρύνει τον δήμο.
6. Για τον καθορισμό των αποζημιώσεων που θα καταβληθούν στους ζημιωθέντες ιδιοκτήτες της κτηματι-
κής ομάδας, σύμφωνα με τις παρ. 4 και 5, η αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων υπολογίζεται σύμφωνα με
το άρθρο 13 του Κώδικα Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’ 17) και ως πράξη
κύρωσης της απαλλοτρίωσης θεωρείται η απόφαση σύστασης της κτηματικής ομάδας. Κατά τον ίδιο τρόπο
υπολογίζεται και η αποζημίωση που καταβάλλεται συνολικά σε περίπτωση εφαρμογής της πα ρ. 9.
7. Για τον υπολογισμό της αξίας των ωφελειών που προστίθενται στα τακτοποιηθέντα οικόπεδα της κτη-
ματικής ομάδας, από την εφαρμογή της τακτοποίησης και της ρυμοτομίας, η μεν αξία του αρχικού, πριν την
τακτοποίηση του ακινήτου, υπολογίζεται σύμφωνα με την παρ. 6, η δε αξία του ακινήτου που προκύπτει μετά
την τακτοποίηση, με βάση την ανά μονάδα επιφάνειας αξία αυτού, κατά τον χρόνο της προσφυγής στο Μο-
νομελές Πρωτοδικείο για καθορισμό της αξίας.
8. Κατά τα λοιπά εφαρμόζεται και στις περιπτώσεις του παρόντος άρθρου το άρθρο 153. Πάντως, για την
εφαρμογή του παρόντος άρθρου, δεν απαιτείται η έκδοση των κανονιστικών προεδρικών διαταγμάτων και
αποφάσεων, που προβλέπονται στα προηγούμενα άρθρα. Στο σχετικό με την πράξη υπόμνημα της παρ. 4 του
άρθρου 153, καθώς και στη σχετική γνωμοδότηση πρέπει επιπλέον να καθορίζονται και οι υπέρ ορισμένων
ομάδων ακινήτων ή και όλης της πόλης κοινές ωφέλειες που προκύπτουν και οι αποφάσεις της παρ. 5 του
άρθρου 153 πρέπει να ορίζουν και την αξία των τελευταίων αυτών ωφελειών. Οι οποιεσδήποτε διαφορές, που
προκύπτουν από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, μεταξύ της αξίας των ζημιών και ωφελειών καταβάλ-
λονται και αυτές εν όλω ή εν μέρει από τους ιδιοκτήτες της κτηματικής ομάδας, οι οποίοι ωφελήθηκαν ή από
εκείνους που ωφελήθηκαν εκτός αυτής, προς την κτηματική ομάδα, με ποσοστό και τρόπο που καθορίζονται
κάθε φορά με αποφάσεις του οικείου γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης, διατίθενται δε με όμοιο τρόπο,
και μπορεί να κατανέμονται μεταξύ των ιδιοκτητών αυτών ή και μόνον μεταξύ των κατά τα παραπάνω υποχρέ-
ων προς καταβολή αποζημιώσεων. Πάντως, κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, δεν είναι απαραίτητη
η κατά την παρ. 5 του άρθρου 153 εξίσωση των ζημιών και ωφελειών, που οφείλονται μόνον στις μεταβολές
στην έκταση των γηπέδων.
9. Κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου η κτηματική ομάδα μπορεί, με απόφαση του γραμματέα
αποκεντρωμένης διοίκησης, για την επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στην παρ. 1, να υποδιαιρεθεί και
σε περισσότερους ανεξάρτητους οικονομικούς οργανισμούς, κάθε ένας από τους οποίους αποτελείται από
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3631Τεύχος A’ 88/08.06.2026
τμήματα που έχουν τις ίδιες ή ανάλογες συνθήκες, ως προς την εφαρμογή του σχεδίου και τις συνέπειες απ’
αυτήν. Για κάθε οργανισμό από αυτούς εφαρμόζεται το παρόν άρθρο σύμφωνα με όρους που ρυθμίζονται με
την απόφαση του πρώτου εδαφίου.
10. Αν ο ιδιοκτήτης οικοπέδου που τακτοποιήθηκε ή προέκυψε από την προσκύρωση αδυνατεί να κατα-
βάλλει στην κτηματική ομάδα ή και άλλους δικαιούχους την αποζημίωση για την οποία είναι υπόχρεος από την
εν γένει ωφέλεια που απέκτησε το οικόπεδό του, μπορεί αυτό να κριθεί αναγκαστικώς απαλλοτριωτέο υπέρ
της κτηματικής ομάδας, με απόφαση του οικείου γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης. Για τη διαδικασία
της απαλλοτρίωσης και τον καθορισμό της αποζημίωσης εφαρμόζονται οι σχετικές διατάξεις του Κ.Α.Α.Α.. Η
αποζημίωση του ποσοστού, που αφαιρέθηκε κατά την περ. γ) της παρ. 1, ως προς την οποία ισχύει αναλόγως
η παρ. 4, καταβάλλεται από την κτηματική ομάδα στον ιδιοκτήτη του απαλλοτριωθέντος. Τα απαλλοτριωθέντα
ακίνητα διατίθενται από την κτηματική ομάδα με τρόπο και όρους που ρυθμίζονται κάθε φορά με απόφαση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
11. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης, εφαρμόζεται η διαδικασία προσωρινού καθορισμού της αποζημί-
ωσης του άρθρου 19 του Κ.Α.Α.Α.. Το επείγον της ανάγκης αναγνωρίζει ο γραμματέας της οικείας αποκεντρω-
μένης διοίκησης με την απόφαση που εκδίδει για τη σύσταση της κτηματικής ομάδας, με την οποία ορίζει και
την εφαρμογή της παραπάνω διαδικασίας.
Άρθρο 155
Αναδασμός
1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις στις οποίες επιβάλλεται η επείγουσα εφαρμογή του σχεδίου μπορεί να ακο-
λουθείται η επόμενη διαδικασία.
2. Ολόκληρη η έκταση που καταλαμβάνεται από την κτηματική ομάδα του άρθρου 154, που έχει τον ίδιο
σκοπό, με την απόφαση του οικείου γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης περί σύστασης της ομάδας αυτής,
θεωρείται απαλλοτριούμενη ως ενιαίο σύνολο υπέρ των ιδιοκτητών ακινήτων, που έχουν περιληφθεί στην
ομάδα αυτή, για τη διανομή μεταξύ τους των οικοδομήσιμων χώρων που ορίζονται στην έκταση αυτή από
την εφαρμογή του σχεδίου. Κάθε ιδιοκτήτης βαρύνεται, λόγω της παραπάνω απαλλοτρίωσης, με αποζημίωση
των υπόλοιπων ιδιοκτητών ίση με την αξία των ακινήτων του, που περιλήφθηκαν στην κτηματική ομάδα.
3. Οι οικοδομήσιμοι χώροι, σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο, της έκτασης της παρ. 2 διαιρούνται σε οικό-
πεδα τα οποία παραχωρούνται στους παλαιούς ιδιοκτήτες της έκτασης αυτής. Στους ιδιοκτήτες των οποίων τα
ακίνητα που έχουν περιληφθεί στην έκταση της κτηματικής ομάδας έχουν συνολική επιφάνεια μικρότερη των
πενήντα (50) τετραγωνικών μέτρων, επιτρέπεται να μην παραχωρείται νέο οικόπεδο, αλλά να καταβάλλεται
σε αυτούς η νόμιμη αποζημίωση για την απαλλοτρίωση αυτή των ακινήτων τους. Επίσης, επιτρέπεται, αντί
για την αποζημίωση αυτή, να παραχωρούνται στους παραπάνω ιδιοκτήτες οικόπεδα κατά συνιδιοκτησία εξ
αδιαιρέτου με άλλους ιδιοκτήτες ομοίων ακινήτων. Κατά την παραπάνω διαίρεση σε οικόπεδα και εφόσον
τούτο ενδείκνυται από τεχνικούς λόγους ή από την όλη οικονομία της εφαρμογής του σχεδίου ρυμοτομίας,
επιτρέπεται να διαμορφώνονται και οικόπεδα που έχουν εμβαδόν ή και πρόσωπο ή και βάθος μικρότερα των
ελαχίστων ορίων εμβαδού και διαστάσεων οικοπέδων, καθώς και οικόπεδα, που βρίσκονται στο εσωτερικό
των οικοδομικών τετραγώνων και επικοινωνούν με τους κοινόχρηστους χώρους του σχεδίου με ιδιωτικές
διόδους. Όλα τα παραπάνω οικόπεδα θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα. Κοινόχρηστοι χώροι που καταρ-
γούνται με το ρυμοτομικό σχέδιο, κατά το μέρος που εμπίπτουν σε οικοδομήσιμους χώρους, δεν διατίθενται
για τη δημιουργία οικοπέδων του Δημοσίου ή του δήμου, αλλά για τη δημιουργία των κοινόχρηστων χώρων
του ρυμοτομικού σχεδίου. Ο τρόπος της παραχώρησης, η οποία μπορεί να εκτελείται απ’ ευθείας με συσχέτιση
των παλαιών και των νέων ιδιοκτησιών ή με κλήρωση ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ρυθμίζεται σε κάθε
περίπτωση με απόφαση του γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης.
4. Για τη διαίρεση και παραχώρηση των παραπάνω οικοπέδων συντάσσεται πράξη αναδασμού που αποτε-
λείται από διάγραμμα με απαιτούμενο υπόμνημα, στην οποία εμφαίνονται τα οικόπεδα που παραχωρούνται
και σε περίπτωση απευθείας παραχώρησης εκείνοι στους οποίους γίνεται η παραχώρηση. Οι ενδιαφερόμενοι
καλούνται να λάβουν γνώση της πράξης αυτής και να υποβάλουν ενστάσεις κατ’ αυτής ή σχετικές παρατηρήσεις.
Επί της πράξης, των ενστάσεων και των παρατηρήσεων αποφαίνεται αιτιολογημένα ο γραμματέας της οικείας
αποκεντρωμένης διοίκησης, κυρώνοντας ή ακυρώνοντας ή τροποποιώντας την πράξη εν όλω ή εν μέρει με
την απόφασή του, χωρίς να απαιτείται, σε περίπτωση τροποποίησης, νέα πρόσκληση για να λάβουν γνώση
οι ενδιαφερόμενοι. Η απόφαση αυτή είναι οριστική και αμετάκλητη. Εκείνοι στους οποίους γίνεται η διανομή
των οικοπέδων μπορούν να χρησιμοποιήσουν τα παραχωρούμενα οικόπεδα για ανέγερση οικοδομής, από
την έκδοση της απόφασης του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης, ακόμη και πριν από τη μεταγραφή
των τίτλων, σύμφωνα με την παρ. 8.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263632
5. Κάθε ιδιοκτήτης των ακινήτων που έχουν περιληφθεί στην έκταση της κτηματικής ομάδας, στον οποίο
παραχωρείται οικόπεδο, βαρύνεται με την καταβολή αποζημίωσης για δημιουργία των κοινόχρηστων χώ-
ρων που προβλέπονται από το σχέδιο ρυμοτομίας, ίσης προς ποσοστό επί της όλης αξίας των ακινήτων του
στην κτηματική ομάδα. Το ποσοστό αυτό είναι το πηλίκο της διαφοράς, μεταξύ του συνολικού αθροίσματος
των επιφανειών όλων των ιδιόκτητων ακινήτων της κτηματικής ομάδας και του συνολικού αθροίσματος των
επιφανειών όλων των οικοδομήσιμων χώρων του σχεδίου ρυμοτομίας μέσα στην κτηματική ομάδα δια του
ανωτέρω συνολικού αθροίσματος των επιφανειών των ιδιόκτητων ακινήτων. Η υποχρέωση αυτή αφαιρείται
από την αξία των παλαιών ακινήτων του ιδιοκτήτη, που καθορίζεται και πιστώνεται σε αυτόν κατά τις παρ. 6
και 7. Δεν υπόκεινται στην υποχρέωση αυτή ιδιοκτήτες στους οποίους δεν παραχωρούνται οικόπεδα στην
περιοχή της κτηματικής ομάδας.
6. Με αίτηση της κτηματικής ομάδας ή του Δημοσίου το Μονομελές Πρωτοδικείο καθορίζει προσωρινά,
κατά τη διαδικασία του άρθρου 19 του Κώδικα Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001,
Α’ 17) τη μεταβολή στην αξία των ακινήτων που έγινε με τον παραπάνω αναδασμό, καθορίζοντας τη συνολική
αξία κάθε ακινήτου που περιλήφθηκε (ή κατά το μέρος που περιλήφθηκε) στην έκταση της κτηματικής ομά-
δας, καθώς και τη συνολική αξία κάθε νέου ακινήτου που προέκυψε από τη διαίρεση σε οικόπεδα σύμφωνα
με την παρ. 3. Για τον καθορισμό της συνολικής αξίας κάθε οικοπέδου (παλαιού ή νέου) λαμβάνονται υπόψη
η έκταση αυτού, που προκύπτει για μεν τα παλαιά οικόπεδα από τα κτηματολογικά στοιχεία, για δε τα νέα
από το διάγραμμα διανομής των νέων οικοπέδων κατά την παρ. 4 και η ανά μονάδα επιφανείας περισσότερο
πιθανολογούμενη αξία αυτού. Αποκλείεται, κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου, ο καθορισμός τιμής
μονάδας επιφανείας αντί της συνολικής αξίας οικοπέδων. Η παραπάνω αξία καθορίζεται βάσει των τιμών
ακινήτων (παλαιών και νέων) κατά τον χρόνο της αίτησης για τον καθορισμό της. Σε περίπτωση καταστρο-
φών από θεομηνία ή άλλα αίτια, που συνεπάγονται αμφιβολίες για την αξία αυτών, λαμβάνεται υπόψη η αξία
των ακινήτων κατά το εγγύτερο παρελθόν πριν από τις καταστροφές. Για την έκταση κάθε παλαιού και νέου
οικοπέδου, καθώς και για την περισσότερο πιθανολογούμενη αξία αυτού, ανά μονάδα επιφανείας, ανάλογα
με τη θέση ή τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του, για τον παραπάνω προσωρινό προσδιορισμό της συνολικής
αξίας του συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας για την εφαρμογή του σχεδίου υπηρεσίας συμβου-
λευτική έκθεση προς το Μονομελές Πρωτοδικείο, στην οποία μνημονεύονται τα συμβόλαια μεταβίβασης ή
οποιαδήποτε άλλα επίσημα έγγραφα ή πληροφορίες αρμόδιων αρχών τα οποία έχουν ληφθεί υπόψη κατά τη
σύνταξη της έκθεσης. Ομοίως, καθορίζεται προσωρινά η αξία του παλαιού ακινήτου που περιλήφθηκε (ή κατά
το μέρος που περιλήφθηκε) στην κτηματική ομάδα σε περίπτωση που δεν παραχωρείται νέο ακίνητο αντί για
το παλαιό. Ο προσωρινός καθορισμός των αξιών κατά την εφαρμογή του παρόντος άρθρου αναγνωρίζεται σε
κάθε περίπτωση ως επείγουσας ανάγκης και εφαρμόζεται η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 18Α του
ν.δ. 797/1971 (Α’ 1). Το Μονομελές Πρωτοδικείο οφείλει να εκδίδει την απόφασή του μέσα σε δεκαπέντε (15)
ημέρες από την υποβολή της σχετικής αίτησης, την οποία πάντως πρέπει να συνοδεύουν κυρωμένο αντίγραφο
της πράξης αναδασμού με το συνημμένο σε αυτήν διάγραμμα και η παραπάνω έκθεση του προϊσταμένου της
υπηρεσίας. Κατά την παραπάνω ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου διαδικασία επιτρέπεται παρέμβαση
κάθε ενδιαφερομένου χωρίς κοινοποίηση ιδιαίτερου δικογράφου παρέμβασης.
7. Μέσα σε τρεις (3) μήνες από την έκδοση της κατά τα παραπάνω απόφασης του Μονομελούς Πρωτο-
δικείου δικαιούνται οι ενδιαφερόμενοι να ζητήσουν τον οριστικό καθορισμό της μεταβολής στην αξία των
ακινήτων λόγω αναδασμού με προσφυγή ενώπιον του αρμόδιου πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία.
Όταν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η μεταβολή των αξιών που καθορίστηκε με την απόφαση του
Μονομελούς Πρωτοδικείου καθίσταται οριστική.
8. Μετά την κατά την παρ. 6 έκδοση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου παρακατατίθενται οι
καθορισθείσες αποζημιώσεις και εκδίδονται από την κτηματική ομάδα τίτλοι ιδιοκτησίας (παραχωρητήρια),
υπέρ εκείνων προς τους οποίους παραχωρούνται τα νέα ακίνητα, για το παραχωρούμενο στον καθένα ακίνητο.
Οι τίτλοι αυτοί μεταγράφονται με επιμέλεια των ενδιαφερομένων. Η μεταγραφή μπορεί να ενεργείται και με
επιμέλεια της κτηματικής ομάδας ή της αρμόδιας υπηρεσίας για την εφαρμογή του σχεδίου.
9. Η απόδοση προς τους δικαιούχους των παραπάνω αποζημιώσεων που παρακατατέθηκαν ενεργείται με
εντολή της κτηματικής ομάδας, με βάση την εγγραφή στον κτηματολογικό πίνακα, κατά την παρ. 12, χωρίς
άλλη διαδικασία για αναγνώριση του δικαιούχου.
10. Σε περίπτωση που αμφισβητηθεί η κυριότητα ή η επικαρπία ακινήτου που περιλήφθηκε στην κτη-
ματική ομάδα, με άσκηση ένστασης κατά του κτηματολογικού πίνακα ή διαγράμματος, σύμφωνα με την
παρ. 12, μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία που τάσσεται από την παράγραφο αυτή, δεν χορηγείται ο τίτλος
του νέου ακινήτου του αντιστοιχούντος εν όλω ή εν μέρει προς το διεκδικούμενο παλαιό, ούτε καταβάλλεται
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3633Τεύχος A’ 88/08.06.2026
η αποζημίωση που καθορίστηκε, παρά μόνο μετά τη δικαστική αναγνώριση του δικαιούχου. Ο ενιστάμενος
υποχρεούται στην κατάθεση της κατά νόμο αγωγής, άλλως η ένσταση είναι απαράδεκτη.
11. Οι ενυπόθηκοι δανειστές διατηρούν τα δικαιώματά τους, για εγγραφή αντίστοιχης υποθήκης ή προ-
σημείωσης με την ίδια όπως και προηγουμένως σειρά, στα παραχωρηθέντα στον οφειλέτη ακίνητα, μέσα σε
ένα (1) έτος από την παραπάνω μεταγραφή. Η παρέλευση του έτους απράκτου έχει συνέπεια την απόσβεση
κάθε δικαιώματος προτεραιότητας.
12. Ο τρόπος της εξακρίβωσης της θέσης, των διαστάσεων και της νομικής μορφής των ακινήτων που έχουν
υπαχθεί στην κτηματική ομάδα ενεργείται σύμφωνα με τα ρυθμιζόμενα κάθε φορά με απόφαση του Υπουργού
Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η ίδια απόφαση καθορίζει τα σχετικά με τις προσκλήσεις των ενδιαφερομένων,
τις δημοσιεύσεις, προθεσμίες, ενστάσεις κ.λπ.
13. Αν κάποιος από τους ιδιοκτήτες των ακινήτων που έχουν περιληφθεί στην κτηματική ομάδα, δεν ζήτησε
εμπρόθεσμα για οποιονδήποτε λόγο να επανορθωθεί εγγραφή στον κτηματολογικό πίνακα, κατά την π αρ. 12,
που τυχόν παραλείφθηκε ή έγινε εσφαλμένα, θεωρείται ότι παραιτήθηκε από το δικαίωμά του να λάβει νέο
ακίνητο και διατηρεί μόνο δικαίωμα αποζημίωσης κατά της κτηματικής ομάδας, και κατά του Δημοσίου αν
αυτή δεν υφίσταται ή δεν διαθέτει πόρους.
14. Η κτηματική ομάδα έχει, με βάση τις αποφάσεις που εκδίδονται υπέρ αυτής από το Μονομελές Πρωτο-
δικείο, σύμφωνα με την παρ. 6, δικαίωμα εγγραφής υποθήκης στα παραχωρηθέντα ακίνητα των ιδιοκτητών
κατά των οποίων εκδόθηκαν οι αποφάσεις αυτές.
15. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Περιβάλλοντος και Ενέρ-
γειας και Ψηφιακής Διακυβέρνησης μπορεί να ορίζεται ότι οι αποζημιώσεις που καθορίζονται σύμφωνα με
τις παρ. 6 και 7 και βαρύνουν την κτηματική ομάδα, καθώς και οι οποιασδήποτε φύσης δαπάνες λειτουργίας
της κτηματικής ομάδας (δικαστικά έξοδα, αμοιβές πληρεξούσιων δικηγόρων ή άμισθων υποθηκοφυλάκων,
κοινοποιήσεις, δημοσιεύσεις, εγγραφές στα βιβλία μεταγραφών κ.λπ.) βαρύνουν το Δημόσιο και καταβάλ-
λονται από αυτό και ότι οι αποζημιώσεις υπέρ της κτηματικής ομάδας που ορίζονται, σύμφωνα με τις ίδιες
παραγράφους, καταβάλλονται προς το Δημόσιο. Η παρούσα ισχύει είτε πρόκειται για εφαρμογή του άρθρου
αυτού είτε για ομαδική τακτοποίηση κατά τα άρθρα 153 και 154.
16. Με απόφαση του αρμόδιου Υπουργού μπορεί να ρυθμίζονται σε κάθε περίπτωση οι λεπτομέρειες και
οι όροι της εφαρμογής του άρθρου αυτού, το οποίο μπορεί να εφαρμόζεται σε συνδυασμό με άλλες συναφείς
με την εφαρμογή σχεδίων διατάξεις.
17. Η κατά τα ανωτέρω ομαδική τακτοποίηση (αναδασμός) όλης της περιοχής της κτηματικής ομάδας
μπορεί να ενεργείται με απόφαση του γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης ξεχωριστά κατά
ζώνες με ανάλογη εφαρμογή των παραπάνω για κάθε ζώνη. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπεται να ορίζεται
με απόφαση του γραμματέα της οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης ότι η επιβάρυνση της παρ . 5 γίνεται με
την ίδια αναλογία για όλες τις ζώνες, και για αυτό λαμβάνονται υπόψη η συνολική έκταση και το εμβαδόν των
οικοδομικών τετραγώνων όχι κάθε ζώνης αλλά όλης της περιοχής της κτηματικής ομάδας.
ΤΜΗΜΑ ΙΙΙ
ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΠΟΛΕΟΔΟΜΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
ΚΗΡΥΞΗ - ΥΠΟΧΡΕΟΙ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ - ΑΝΑΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗΣ
Άρθρο 156
Απαλλοτρίωση ακινήτων για δημιουργία κοινόχρηστων χώρων και χώρων για κτίρια κοινής
ωφέλειας - Άμεση εφαρμογή σχεδίου
1.α) Ο καθορισμός στο εγκεκριμένο σχέδιο των οδών και πλατειών, των κοινόχρηστων χώρων πρασίνου
(αλσών, κήπων κ.λπ.) και γενικά των κοινόχρηστων χώρων που κρίνονται αναγκαίοι για κοινωφελείς σκοπούς,
συνιστά κήρυξη αναγκαστικής απαλλοτρίωσης των χώρων αυτών.
β) Ο καθορισμός στο εγκεκριμένο σχέδιο των οικοπέδων που κρίνονται αναγκαία για ανέγερση δημόσιων,
δημοτικών και θρησκευτικών κτιρίων και για εκτέλεση οποιωνδήποτε άλλων έργων κοινής ωφέλειας, χορηγεί
δικαίωμα αναγκαστικής απαλλοτρίωσης λόγω δημόσιας ωφέλειας των ακινήτων που καταλαμβάνονται από
τους χώρους αυτούς.
2. Προκειμένου να επιτευχθεί η εφαρμογή του εγκεκριμένου σχεδίου αμέσως, για διάνοιξη κεντρικών οδών
και πλατειών, δημιουργία χώρων πρασίνου (αλσών, κήπων κ.λπ.) και, γενικά, για κατασκευή των έργων που
αναφέρονται στην περ. β) της παρ. 1, μπορεί με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263634
Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου και του αρμόδιου Συμβου-
λίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων, να απαλλοτριωθούν αναγκαστικά λόγω δημόσιας ωφέλειας
ακίνητα, τα οποία δεν θίγονται από το σχέδιο αυτό, βρίσκονται πέρα από τα κατά την παρ. 1 καθοριζόμενα από
το εγκεκριμένο σχέδιο ως αναγκαστικά απαλλοτριωτέα ακίνητα και περιλαμβάνονται στη ζώνη, που βρίσκεται
το τμήμα για το οποίο προωθείται η άμεση εφαρμογή και στην οποία προβλέπεται ότι θα επεκταθεί η ωφέλεια
από την εφαρμογή του σχεδίου και η οποία ζώνη καθορίζεται με το ίδιο διάταγμα.
3. Εφόσον η άμεση εφαρμογή του σχεδίου κατά την παρ. 2 συνεπάγεται κατεδάφιση πολλών χρησιμοποι-
ούμενων οικοδομών, είναι δυνατό να απαλλοτριωθούν αναγκαστικά λόγω δημόσιας ωφέλειας μεμονωμένα
οικοδομήσιμα ακίνητα με σκοπό την ανέγερση επ’ αυτών, κτιρίων για να καλυφθεί το κενό που προκύπτει από
την παραπάνω κατεδάφιση. Ως ακίνητα που πρέπει να απαλλοτριωθούν, για την περίπτωση αυτή, θεωρού-
νται εκείνα στα οποία δεν υφίσταται οικοδομή, καθώς και εκείνα που καταλαμβάνονται από παραπήγματα
προσωρινού χαρακτήρα και ερείπια ή και κτίρια που χρησιμοποιούνται, των οποίων ο όγκος δεν υπερβαίνει
το τέταρτο του συνολικού οικοδομήσιμου όγκου του ακινήτου. Η δημόσια ωφέλεια για την απαλλοτρίωση
των ακινήτων αυτών προκύπτει κατά την παρ. 2. Η αναγκαστική απαλλοτρίωση ενεργείται μόνον με τον όρο
της ανέγερσης οικοδομών επί των απαλλοτριουμένων ακινήτων με τις μέγιστες επιτρεπόμενες σε κάθε περί-
πτωση διαστάσεις μέσα σε προθεσμία που δεν μπορεί να υπερβεί την τετραετία αφότου τα απαλλοτριωθέν
ακίνητο αφέθηκε από τον προηγούμενο ιδιοκτήτη στην πλήρη διάθεση του επισπεύδοντος την απαλλοτρίω-
ση. Για την εξασφάλιση της τήρησης του όρου αυτού πρέπει απαραίτητα να παρέχονται στον προηγούμενο
ιδιοκτήτη επαρκείς εγγυήσεις, σύμφωνα με λεπτομέρειες που καθορίζονται με το προεδρικό διάταγμα και
να καταβάλλεται σε αυτόν χρηματική ικανοποίηση που θα ρυθμιστεί με το ίδιο διάταγμα, σε περίπτωση μη
τήρησης του όρου.
Άρθρο 157
Σύνταξη πράξης αναλογισμού
1. Η απαλλοτρίωση των ακινήτων που καταλαμβάνονται από τους χώρους του εγκεκριμένου σχεδίου,
που αναφέρονται στην περ. α) της παρ. 1 του άρθρου 156, ενεργείται κατά τις παρακάτω διατάξεις. Για τους
κοινόχρηστους χώρους που προορίζονται εν όλω ή εν μέρει για κοινόχρηστους κήπους και άλση μπορούν
να εφαρμόζονται εν όλω ή εν μέρει και οι ειδικές περί αναδάσωσης διατάξεις είτε σε συνδυασμό προς τις
παρακάτω είτε και αυτοτελώς.
2. Η αρμόδια υπηρεσία, με αίτηση των ενδιαφερομένων ή και ενεργώντας αυτεπάγγελτα, συντάσσει πράξη
αναλογισμού, με την οποία καθορίζονται τα απαλλοτριωτέα ακίνητα σε κτηματολογικό διάγραμμα και ο ανα-
λογισμός της αποζημίωσης μεταξύ των υποχρέων. Για τη σύνταξη της πράξης προσκαλούνται οι εικαζόμενοι
ιδιοκτήτες των απαλλοτριωτέων ακινήτων να παρουσιαστούν σε ορισμένη ημέρα και ώρα προκειμένου να
υποδείξουν τα όρια των ιδιοκτησιών τους. Αν κριθεί σκόπιμο, μπορεί να προσκαλούνται, με τον ίδιο τρόπο, και
οι εικαζόμενοι ιδιοκτήτες των ακινήτων οι οποίοι είναι υπόχρεοι για την αποζημίωση των απαλλοτριουμένων.
3. Αν για οποιονδήποτε λόγο είναι αδύνατη η σύνταξη της πράξης, συντάσσεται από τον επιφορτισμένο για
την εργασία αυτή υπάλληλο, πρωτόκολλο που υπογράφεται από τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες των ακινήτων
που αφορά η πράξη. Σε περίπτωση άρνησης ή απουσίας τους και σε περίπτωση που κάποιος είναι αγράμματος,
το πρωτόκολλο υπογράφεται από δύο (2) μάρτυρες και εφαρμόζονται ανάλογα οι παρ. 1 και 2 του άρθρου 159.
4. Πριν από τη σύνταξη της πράξης αναλογισμού πρέπει να προηγείται η κατά το άρθρο 146 τακτοποίηση
των οικοπέδων, με βάση την οποία θα συντάσσεται αυτή, εκτός αν εξαιρετικοί λόγοι δικαιολογούν τη σύντα-
ξη της πράξης πριν την τακτοποίηση. Σε ειδικές περιπτώσεις και ιδιαίτερα όταν ο τρόπος αναλογισμού είναι
συναφής με την τακτοποίηση μπορεί να συντάσσεται κοινή πράξη για τον αναλογισμό και την τακτοποίηση,
με ανάλογη εφαρμογή σε συνδυασμό των σχετικών διατάξεων.
5. Οι λεπτομέρειες του τρόπου σύνταξης της πράξης, τα σχετικά με την πρόσκληση και τις προθεσμίες
και γενικά τα σχετικά με τη διαδικασία, κατά το παρόν άρθρο, ρυθμίζονται με προεδρικό διάταγμα μετά από
πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Άρθρο 158
Αμφισβήτηση ορίων ιδιοκτησιών
1. Σε περίπτωση κωλύματος για τον αναλογισμό της αποζημίωσης μεταξύ των υποχρέων που προέρχεται
από οποιαδήποτε αμφισβήτηση των ορίων μεταξύ των ιδιοκτησιών των υποχρέων σε αποζημίωση ή λόγω
αδυναμίας καθορισμού των ορίων αυτών από οποιαδήποτε άλλη αιτία, ο επισπεύδων την απαλλοτρίωση
θεωρείται ως προσωρινός υπόχρεος για την καταβολή της αποζημίωσης προς τους δικαιούχους, εφόσον τα
όρια κάθε απαλλοτριωτέας ιδιοκτησίας μπορούν να καθοριστούν σαφώς. Η σχετική πράξη συντάσσεται χωρίς
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3635Τεύχος A’ 88/08.06.2026
να γίνεται ο κατά το άρθρο 157 αναλογισμός της αποζημίωσης μεταξύ των ιδιοκτησιών των υποχρέων. Μετά
από τη δημοσίευση της δικαστικής απόφασης καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδος, κατά την παρ. 3 του
άρθρου 159, ο επισπεύδων δικαιούται να απαιτήσει την πληρωμή της αποζημίωσης από τους πραγματικούς
υπόχρεους, κατά την αναλογία καθενός. Όσοι από αυτούς έχουν ακαθόριστα μεταξύ τους όρια ιδιοκτησίας
ενέχονται αδιαίρετα σε ολόκληρη την αποζημίωση που καταβλήθηκε από τον επισπεύδοντα για λογαριασμό
τους. Ο τελευταίος έχει στην περίπτωση αυτή, δυνάμει της παραπάνω δικαστικής απόφασης, τίτλο εγγραφής
προσημείωσης, εκτός από την υπόλοιπη περιουσία των υποχρέων και σε ολόκληρο αδιαιρέτως το ακίνητο
που αποτελείται από το σύνολο των ακινήτων που έχουν ακαθόριστα όρια ιδιοκτησίας. Αν, μετά από την κα-
ταβολή της αποζημίωσης από τον επισπεύδοντα, καθοριστούν μεν οριστικώς τα όρια της ιδιοκτησίας μεταξύ
των υποχρέων, δεν συμφωνούν όμως αυτοί στην κατανομή των υποχρεώσεων τους προς αποζημίωση του
επισπεύδοντος, τότε η αρχική πράξη συμπληρώνεται με τον αναλογισμό της αποζημίωσης μεταξύ των υπο-
χρέων. Με βάση τον αναλογισμό αυτό το Μονομελές Πρωτοδικείο κανονίζει την κατανομή της αποζημίωσης,
και ακολουθείται αναλόγως η διαδικασία που προβλέπεται στην π αρ. 3 του άρθρου 159.
2. Αν ο καθορισμός των ορίων μεταξύ των απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών καθίσταται για οποιονδήποτε λόγο
αδύνατος, η σύνταξη της πράξης αναβάλλεται μέχρι να καθοριστούν αυτά. Σε ειδικές περιπτώσεις και ιδιαίτερα
όταν πρόκειται για άμεση ανάγκη κατάληψης κτιρίων και άλλων ακινήτων, για τη διάνοιξη οδών, πλατειών κ.λπ. και
γενικά για την εφαρμογή του σχεδίου σε μεγάλες εκτάσεις, η αρμόδια τεχνική υπηρεσία μπορεί να συντάσσει την
πράξη, με βάση σχετικές πληροφορίες, αφού ορίσει προσωρινά τα όρια μεταξύ των απαλλοτριωτέων ακινήτων.
Στην περίπτωση αυτή κατατίθεται από κάθε υπόχρεο στο αρμόδιο ταμείο το μέρος της καθοριζομένης αποζη-
μίωσης που του αναλογεί και το συνολικό ποσό για όλα τα ακίνητα που πρέπει να απαλλοτριωθούν κατανέμεται
μεταξύ των δικαιούχων, με δική τους φροντίδα, μετά από τον οριστικό καθορισμό των ορίων.
3. Αν είναι αδύνατος ο καθορισμός των ορίων μεταξύ των ιδιοκτησιών που πρέπει να απαλλοτριωθούν
και των ιδιοκτησιών που υποχρεούνται να καταβάλλουν αποζημίωση και η απαλλοτρίωση είναι επείγουσα,
η πράξη συντάσσεται αφού καθοριστούν προσωρινά τα όρια από την αρμόδια τεχνική υπηρεσία, με βάση
πληροφορίες. Στην περίπτωση αυτή η καθοριζόμενη αποζημίωση κατατίθεται από τον υπόχρεο στο αρμόδιο
ταμείο και παραλαμβάνεται από τον δικαιούχο μετά τον οριστικό καθορισμό των ορίων και την εκκαθάριση
διαφοράς που προκύπτει σε βάρος του δικαιούχου.
4. Αν υπάρχει σύμπτωση των περιπτώσεων των παρ. 1 έως 3, και παράλληλα επείγει η πραγματοποίηση
της απαλλοτρίωσης, εφαρμόζονται σε συνδυασμό ανάλογα οι σχετικές διατάξεις.
5. Με προεδρικό διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ορίζεται ο
επισπεύδων για κάθε περίπτωση εφαρμογής του παρόντος άρθρου.
Άρθρο 159
Κύρωση της πράξης αναλογισμού
1. Η κατά το άρθρο 157 πράξη αναλογισμού εκτίθεται για ορισμένο χρόνο στα γραφεία της υπηρεσίας που
τη συνέταξε. Οι ενδιαφερόμενοι ειδοποιούνται με πρόσκληση για να λάβουν γνώση αυτής.
2. Οι ενιστάμενοι κατά της πράξης μπορούν να υποβάλουν, μέσα σε οριζόμενη κάθε φορά ανατρεπτική
προθεσμία, τις ενστάσεις τους στον οικείο περιφερειάρχη. Ο περιφερειάρχης αποφασίζει αμετάκλητα επί της
πράξης και των ενστάσεων που υποβλήθηκαν κατ’ αυτής, είτε επικυρώνοντας είτε ακυρώνοντας την πράξη.
Στη δεύτερη περίπτωση διατάσσει την ανασύνταξή της.
3. Η οριστική απόφαση κύρωσης της πράξης κοινοποιείται στην αρμόδια υπηρεσία, η οποία μέσα σε
δέκα (10) ημέρες από την κοινοποίηση προσκαλεί τους ενδιαφερόμενους να λάβουν γνώση της απόφασης
και αντίγραφο αυτής. Αυτοί που προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας επί των απαλλοτριωτέων ακινήτων, στα
οποία αναφέρεται η πράξη που κυρώθηκε, προσφεύγουν στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο και ζητούν
τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, που πρέπει να καταβληθεί με βάση την πράξη, και ο οποίος γί-
νεται σύμφωνα με τη διαδικασία του Κώδικα Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Ακινήτων (ν. 2882/2001, Α’ 17). Σε
κάθε περίπτωση τον κατά τα παραπάνω προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης που πρέπει να καταβληθεί
μπορεί να επισπεύσουν το Δημόσιο με την αρμόδια τεχνική υπηρεσία, ο οικείος δήμος, καθώς και κάθε άλλο
φυσικό ή νομικό πρόσωπο που ενδιαφέρεται για την εφαρμογή του σχεδίου.
4. Τα ζητήματα που αφορούν την έκθεση της πράξης, τις προσκλήσεις, τις ενστάσεις, τις σχετικές προθεσμίες
και την απόφαση του περιφερειάρχη, καθώς και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια ρυθμίζονται με προεδρικό
διάταγμα μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
5. Σε περίπτωση επείγουσας ανάγκης εφαρμόζεται η διαδικασία προσωρινού καθορισμού της αποζημίω-
σης που ορίζεται στο άρθρο 18Α του ν.δ. 797/1971 (Α’ 1). Το επείγον της ανάγκης αναγνωρίζεται με απόφαση
του οικείου περιφερειάρχη.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263636
Άρθρο 160
Σύνταξη και κύρωση της πράξης αναλογισμού σε περιπτώσεις επείγουσας ανάγκης
1. Η αρμόδια υπηρεσία προσκαλεί τους εικαζόμενους ιδιοκτήτες των απαλλοτριωτέων ακινήτων να πα-
ρουσιαστούν και να αποδείξουν τα όρια των ιδιοκτησιών, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από αυτήν στην
πρόσκληση και η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη των δύο (2) και μεγαλύτερη των δέκα (10) ημερών από
τη δημοσίευση της πρόσκλησης. Η πρόσκληση γίνεται μέσω του τύπου και δημοσιεύεται τουλάχιστον μία (1)
φορά σε δύο (2) ημερήσιες (περιφερειακές ή τοπικές) εφημερίδες, από αυτές που έχουν την έδρα τους στην
πόλη ή στην πλησιέστερη πόλη, στην οποία βρίσκονται τα ακίνητα. Αν η υπηρεσία αδυνατεί να συγκεντρώσει
έγκαιρα πληροφορίες για τους ιδιοκτήτες, η πρόσκληση γίνεται γενική και αναφέρεται απλώς στην περιοχή
των απαλλοτριωτέων ακινήτων.
2. Μετά από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 1 η αρμόδια υπηρεσία συντάσσει πράξη, όπου φαί-
νονται σε πρόχειρο κτηματολογικό διάγραμμα με τα απαιτούμενα υπομνήματα τα απαλλοτριωτέα ακίνητα
κατ’ έκταση και είδος. Αν οι ενδιαφερόμενοι δεν παρουσιάστηκαν εμπρόθεσμα να αποδείξουν τα όρια των
απαλλοτριωτέων ιδιοκτησιών τους ή προέκυψαν αμφιβολίες και αντιρρήσεις κατά την υπόδειξη, η παραπάνω
υπηρεσία τα προσδιορίζει προσωρινά, κατά την κρίση της από πληροφορίες, κατ’ εφαρμογή της παρ. 2 του
άρθρου 158. Στην παραπάνω πράξη γίνεται μνεία των εικαζόμενων ιδιοκτητών των απαλλοτριωτέων ακινήτων,
εφόσον η υπηρεσία που τη συντάσσει τους εξακριβώσει από πληροφορίες, διαφορετικά αυτοί παραλείπονται
ολοσχερώς και τα ακίνητα αυτά χαρακτηρίζονται μόνον αριθμητικά.
3. Μετά από τη σύνταξη της πράξης κατά την παρ. 2, αυτή εκτίθεται στα γραφεία της υπηρεσίας που τη
συνέταξε για χρονικό διάστημα που ορίζεται από αυτήν, το οποίο δεν μπορεί να είναι μικρότερο των δύο (2)
και μεγαλύτερο των δέκα (10) ημερών, για να λάβουν γνώση οι ενδιαφερόμενοι και να υποβάλουν τις ενστάσεις
τους. Η ειδοποίηση των ενδιαφερομένων για την έκθεση γίνεται με γενική πρόσκληση, για την οποία ισχύει
κατά τα λοιπά η παρ. 1. Οι ενστάσεις κατά της πράξης πρέπει να υποβάλλονται στον οικείο περιφερειάρχη,
μέσω της αρμόδιας πολεοδομικής υπηρεσίας μέσα στην ίδια προθεσμία.
4. Μετά από την παρέλευση της προθεσμίας της παρ. 3, η υπηρεσία υποβάλλει στον περιφερειάρχη την
πράξη που συντάχθηκε με τις εμπρόθεσμες ενστάσεις που υποβλήθηκαν κατ’ αυτής. Ο περιφερειάρχης οφείλει
να αποφανθεί εντός δεκαημέρου το πολύ, από την υποβολή σε αυτόν όλων των απαιτούμενων στοιχείων για
την έκδοση της απόφασης.
5. Η αρμόδια υπηρεσία, εντός δέκα (10) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτήν της απόφασης του περιφε-
ρειάρχη, που κυρώνει την πράξη αναλογισμού, προσκαλεί τους ενδιαφερόμενους να προσέλθουν στα γραφεία
της, μέσα σε προθεσμία που ορίζεται από αυτήν, για να λάβουν γνώση της απόφασης και επίσημο αντίγραφο,
εφόσον το επιθυμούν. Για την πρόσκληση και την προθεσμία εφαρμόζεται η παρ. 3. Μετά από την παρέλευση
της παραπάνω προθεσμίας, αντίγραφο της πράξης και της κυρωτικής απόφασης του περιφερειάρχη διαβι-
βάζονται από την υπηρεσία στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο για τον καθορισμό της καταβλητέας απο-
ζημίωσης, την οποία μπορούν να επισπεύδουν και εκείνοι υπέρ των οποίων γίνεται η απαλλοτρίωση. Πάντως
αντίγραφο της πράξης και της κυρωτικής απόφασης του περιφερειάρχη χορηγούνται στους ενδιαφερόμενους
μετά από αίτησή τους και μετά από την παρέλευση της παραπάνω προθεσμίας.
6. Αρμόδιος να κρίνει την επείγουσα ανάγκη εφαρμογής του παρόντος είναι ο περιφερειάρχης.
Άρθρο 161
Διεκδίκηση καταβολής αποζημίωσης
Αυτοί που αξιώνουν δικαίωμα κυριότητας στα ακίνητα που πρέπει να απαλλοτριωθούν οφείλουν να διεκ-
δικήσουν με κάθε νόμιμο μέσο από τους υπόχρεους την καταβολή της αποζημίωσης που καθορίστηκε από
το Μονομελές Πρωτοδικείο κατά το άρθρο 159 και έχουν τίτλο εγγραφής προσημείωσης επί της ακίνητης
περιουσίας των υποχρέων, δυνάμει της σχετικής δικαστικής απόφασης που εκδίδεται κατά τον Κώδικα Ανα-
γκαστικής Απαλλοτρίωσης Ακινήτων (ν. 2882/2001, Α’ 17) και γενικότερα τα ίδια δικαιώματα, που ορίζονται
στην παρ. 1 του άρθρου 158 για τον επισπεύδοντα.
Άρθρο 162
Απαλλοτρίωση ακινήτων για δημιουργία χώρων κτιρίων κοινής ωφέλειας
1. Για την απαλλοτρίωση των ακινήτων που καταλαμβάνονται από τους χώρους που αναφέρονται στην
περ. β) της παρ. 1 του άρθρου 156 εφαρμόζεται ανάλογα η διαδικασία των άρθρων 157 και 159.
2. Τα προαναφερόμενα ακίνητα περιέρχονται από την απαλλοτρίωσή τους στην κυριότητα των προσώπων
τα οποία κατασκευάζουν τα κτίρια και εκτελούν τα υπόλοιπα κοινωφελή έργα στους προβλεπόμενους από το
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3637Τεύχος A’ 88/08.06.2026
εγκεκριμένο σχέδιο χώρους. Απαγορεύεται απολύτως η διάθεση των απαλλοτριωθέντων ακινήτων για σκοπούς
άλλους από εκείνους για τους οποίους προορίζονται οι χώροι από το εγκεκριμένο σχέδιο.
Άρθρο 163
Απαλλοτρίωση ακινήτων κατά την άμεση εφαρμογή του σχεδίου
1. Για την απαλλοτρίωση των ακινήτων που πρέπει να απαλλοτριωθούν κατά την παρ. 2 του άρθρου 156
εφαρμόζεται ανάλογα, για τη διαδικασία και τον υπολογισμό της αποζημίωσης, το άρθρο 162.
2. Τα κατά την παρ. 1 ακίνητα μπορούν να απαλλοτριώνονται μόνο υπέρ του Δημοσίου, των δήμων και
των δημόσιων νομικών προσώπων, τα οποία έχουν σκοπό, μεταξύ άλλων, την εφαρμογή των σχεδίων πόλεων
και τον εξωραϊσμό των χώρων. Τα ακίνητα περιέρχονται από την απαλλοτρίωσή τους στην κυριότητα των
προαναφερόμενων νομικών προσώπων και διατίθενται με τον τρόπο και τους όρους που περιγράφονται στο
προεδρικό διάταγμα της παρ. 2 του άρθρου 156. Πάντως τα προερχόμενα από τα ακίνητα αυτά οποιαδήποτε
κέρδη διατίθενται αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των απαιτούμενων δαπανών για την εφαρμογή του
σχεδίου και τον εξωραϊσμό της πόλης, του οικισμού κ.λπ. όπου αυτά βρίσκονται.
3. Οι παρ. 1 και 2 ισχύουν ανάλογα και για τα απαλλοτριωτέα ακίνητα κατά την παρ. 3 του άρθρου 156,
τηρουμένων απαραιτήτως των όρων που αναφέρονται στην παράγραφο αυτή.
Άρθρο 164
Απαλλοτρίωση ακινήτων στα μη αμέσως εφαρμοστέα τμήματα και σε ζώνη γύρω από τα όρια
σχεδίου πόλης
1. Με προεδρικά διατάγματα που εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
ύστερα από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου και του αρμόδιου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων
και Αμφισβητήσεων μπορεί να αναγνωριστεί δημόσια ωφέλεια για αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων που
περιλαμβάνονται στα κατά την πα ρ. 2 του άρθρου 2 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228) μη αμέσως εφαρμοστέα
τμήματα ή σε ζώνη, κατά το άρθρο 64, γύρω από τα όρια των εγκεκριμένων σχεδίων, με σκοπό την εξασφάλιση
της κανονικής ανάπτυξης και επέκτασης των πόλεων, οικισμών κ.λπ.
2. Για την κατά την παρ. 1 απαλλοτρίωση εφαρμόζεται ανάλογα το άρθρο 162, για τη διαδικασία και τον
υπολογισμό της αποζημίωσης.
3. Τα ακίνητα της παρ. 1 μπορούν να απαλλοτριώνονται μόνο υπέρ του Δημοσίου, των δήμων και των δη-
μόσιων νομικών προσώπων, τα οποία, έχουν μεταξύ άλλων, ως αποστολή την εφαρμογή των σχεδίων πόλεων
και τον εξωραϊσμό αυτών.
4. Τα κατά το παρόν απαλλοτριούμενα ακίνητα περιέρχονται από την απαλλοτρίωσή τους στην κυριότητα
των νομικών προσώπων υπέρ των οποίων επιβάλλεται η απαλλοτρίωση και διατίθενται με διαδικασία που
καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Πάντως αποκλείεται οποιαδήποτε εκμετάλλευση των παραπάνω ακινήτων καθώς και οποιαδήποτε εκποίηση
αυτών πριν επεκταθεί και εφαρμοστεί άμεσα το σχέδιο της πόλης, του οικισμού κ.λπ.
5. Η εκποίηση των ακινήτων αυτών εκτελείται αφού προηγουμένως διαιρεθούν τα απαλλοτριωθέντα γήπεδα
σε οικόπεδα βάσει του εφαρμοσθέντος σχεδίου πόλης. Με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 4, ρυθμίζονται οι
λεπτομέρειες του χρόνου και του τρόπου της εκποίησης, του καθορισμού της ελάχιστης τιμής, της καταβολής
του τιμήματος, όλων των λοιπών όρων της εκποίησης καθώς και των εγγυήσεων που παράσχονται για την
τήρηση των όρων αυτών. Προκειμένου τα ακίνητα αυτά να εκποιηθούν για σύσταση εργατικών συνοικισμών,
η τιμή εκποίησης δεν υπερβαίνει τις αναλογούσες δαπάνες απαλλοτρίωσης γενικά και η εκποίηση εκτελείται
υπό τον όρο της ανέγερσης ορισμένου είδους κτιρίων σε κάθε οικόπεδο μέσα σε ορισμένη προθεσμία και της
μη μεταβίβασης της κυριότητας των εκποιουμένων με πράξη εν ζωή.
6. Τα προκύπτοντα κέρδη από τη διάθεση των κατά το παρόν απαλλοτριούμενων ακινήτων διατίθενται
αποκλειστικά και μόνο για την κάλυψη των απαιτούμενων δαπανών για τον εξωραϊσμό της πόλης, του οικισμού
κ.λπ. και την εφαρμογή του σχεδίου αυτής.
7. Το παρόν εφαρμόζεται ανάλογα και για τα ακίνητα που βρίσκονται εντός των ζωνών των πόλεων, οικι-
σμών κ.λπ. χωρίς εγκεκριμένο σχέδιο.
Άρθρο 165
Υπόχρεοι αποζημίωσης
1. Υπόχρεοι προς καταβολή της αποζημίωσης για την απαλλοτρίωση ακινήτων που καταλαμβάνονται από
τους προβλεπόμενους από το εγκεκριμένο σχέδιο κοινόχρηστους χώρους, όπως οδοί, πλατείες, άλση, είναι
ο δήμος και οι παρόδιοι ιδιοκτήτες, όπως ορίζεται στις παρ. 2 έως 10.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263638
2. Για τα κτίρια, φυτείες, φρέατα και γενικά για τις υπόλοιπες ακίνητες εγκαταστάσεις που βρίσκονται στο
απαλλοτριωτέο οικόπεδο υπόχρεος είναι ο δήμος. Για το ίδιο το απαλλοτριωτέο οικόπεδο συνυπόχρεοι γίνο-
νται ο δήμος και οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες.
3. Ως ωφελούμενοι παρόδιοι θεωρούνται οι ιδιοκτήτες των ακινήτων των οποίων τα οικόπεδα έχουν ή
μπορούν να αποκτήσουν με προσκυρώσεις ή τακτοποιήσεις πρόσωπο στον κοινόχρηστο χώρο, στον οποίο
περιλαμβάνεται το απαλλοτριωτέο ακίνητο.
4. Η έκταση που αντιστοιχεί προς αποζημίωση σε κάθε ακίνητο προσδιορίζεται από το πρόσωπο που έχει
στον κοινόχρηστο χώρο και συγκεκριμένα από τις καθέτους που φέρονται από τα σημεία τομής των ορίων
του προσώπου με τη ρυμοτομική γραμμή στον άξονα της οδού ή στην απέναντι ρυμοτομική γραμμή ή στην
παράλληλη προς τη ρυμοτομική γραμμή που προσδιορίζεται από εικοσάμετρη λωρίδα στην περίπτωση
ευρέων κοινόχρηστων χώρων.
5. Οι παρόδιοι υποχρεούνται στην πληρωμή της αποζημίωσης για διάνοιξη οδών, πλάτους μόνο μέχρι
τριάντα (30) μέτρων, που διανοίγονται είτε απευθείας στο πλάτος αυτό είτε με διαδοχικές διευρύνσεις.
6. Για τη διάνοιξη οδών πλατύτερων των τριάντα (30) μέτρων ή για οποιαδήποτε μεταγενέστερη διεύρυνση
μεγαλύτερη από το πλάτος αυτό, το επί πλέον των τριάντα (30) μέτρων πλάτος βαρύνει τον δήμο. Σε κάθε πε-
ρίπτωση η υποχρέωση των παροδίων της ίδιας πλευράς της οδού δεν μπορεί να υπερβαίνει την αποζημίωση
ζώνης πλάτους μεγαλύτερης των δεκαπέντε (15) μέτρων. Για τη διάνοιξη πλατειών, αλσών, απλών διευρύν-
σεων στις διασταυρώσεις οδών και γενικά κοινόχρηστων χώρων, οι παρόδιοι ιδιοκτήτες της ίδιας πλευράς
υποχρεούνται στην πληρωμή της αποζημίωσης που αναλογεί σε επιφάνεια ζώνης οικοπέδων πλάτους είκοσι
(20) μέτρων, η οποία περιλαμβάνεται μέσα στον χώρο που πρέπει να απαλλοτριωθεί συνολικά, ασχέτως θέσης.
7. Η επιβάρυνση των ιδιοκτητών δεν μπορεί να υπερβαίνει σε κάθε περίπτωση το μισό του εμβαδού του
βαρυνόμενου οικοπέδου και, σε περίπτωση ρυμοτόμησης, το μισό του εμβαδού που απομένει μετά τη ρυ-
μοτομία ή εκείνου που προκύπτει από τακτοποίηση ή προσκύρωση. Η πέραν των ανωτέρω ορίων έκταση
βαρύνει τον οικείο δήμο.
8. Όταν οι δικαιούχοι αποζημίωσης για απαλλοτρίωση είναι και υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής, επέρχεται
συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.
9. Για τη διάνοιξη ευρέων κοινόχρηστων χώρων, όπως μεγάλες λεωφόροι, άλση, πλατείες, από τους οποί-
ους η ωφέλεια είναι σημαντική και εκτείνεται σε ευρύτερη ακτίνα, ο δήμος δικαιούται για την αντιμετώπιση
των σχετικών δαπανών να επιβάλει ειδική εισφορά στους ωφελούμενους ιδιοκτήτες ανάλογα με τον βαθμό
ωφέλειας. Οι λεπτομέρειες της διάταξης αυτής ρυθμίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Τέτοια εισφορά δεν επιβάλλεται στους αμέσως παρόδιους ιδιο-
κτήτες, εφόσον αυτοί έχουν εξαντλήσει την υποχρέωση, από την επιβάρυνση τους με την εικοσάμετρη ζώνη.
Πάντως η εισφορά δεν μπορεί να υπερβεί το τρία τοις εκατό (3%) της αξίας των ακινήτων κατά την επιβολή
της, με την επιφύλαξη της παρ . 8 του άρθρου 193.
10. Ο τρόπος αναλογισμού της αποζημίωσης μεταξύ δήμου και παρόδιων ιδιοκτητών και μεταξύ των
τελευταίων σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις και κάθε σχετική λεπτομέρεια, ορίζονται με διατάγματα που
εκδίδονται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Άρθρο 166
Αναλογισμός αποζημίωσης για τη διάνοιξη και τη διαπλάτυνση οδών
1. Αν πρόκειται για οδό πλάτους μέχρι τριάντα (30) μέτρων, η οποία εγκρίνεται για πρώτη φορά και ρυμο-
τομεί οικόπεδα σε όλο της το πλάτος, η υποχρέωση κάθε παρόδιου ιδιοκτήτη συνίσταται στην αποζημίωση
του τμήματος που περικλείεται από τον άξονα της οδού, τη ρυμοτομική γραμμή και τις καθέτους επί τον άξονα
που φέρονται από τα σημεία συνάντησης των ορίων του προσώπου του οικοπέδου με τη ρυμοτομική γραμμή.
2. Αν πρόκειται για διασταύρωση δύο (2) οδών, σε ορθή γωνία, της ίδιας όπως παραπάνω φύσης, το τμήμα
της ρυμοτομούμενης έκτασης που βαρύνει το γωνιακό ακίνητο υπολογίζεται και ως προς τις δύο (2) οδούς,
σύμφωνα με την παρ. 1 και προσδιορίζεται από τη συνάντηση των αξόνων των δύο (2) οδών.
3. Όταν δύο (2) οδοί με το ίδιο πλάτος διασταυρώνονται σε σχήμα Τ και τέμνονται σε οξεία γωνία, με από-
τμηση στην ακμή της, το ακίνητο που βρίσκεται στην οξεία γωνία βαρύνεται για το τμήμα που καθορίζεται
από τον άξονά της σε οξεία γωνία οδού που συνεχίζεται παράλληλα με το ίδιο πλάτος προς την αποτετμημένη
πλευρά και από τις καθέτους που φέρονται από τα όρια του προσώπου του γωνιακού ακινήτου. Το τμήμα
που απομένει μεταξύ των αξόνων των τεμνομένων οδών και του άξονα που συνεχίζει παράλληλα προς την
απότμηση θεωρείται ως πλατεία ή διεύρυνση και αποζημιώνεται κατά τα οριζόμενα κατωτέρω.
4. Όταν οι διασταυρούμενες κατά την παρ. 3 οδοί έχουν διαφορετικά πλάτη, για τον προσδιορισμό του
τμήματος που επιβαρύνει το ακίνητο που βρίσκεται στην οξεία γωνία, ο άξονας της στενότερης οδού συνε-
χίζεται παράλληλα προς την αποτετμημένη πλευρά.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3639Τεύχος A’ 88/08.06.2026
5. Αν πρόκειται για διασταύρωση δύο (2) οδών του ίδιου ή διαφορετικού πλάτους, οι οποίες δημιουργούν
οξείες γωνίες με αποτμήσεις στις ακμές τους, ο υπολογισμός του τμήματος που βαρύνει τα ακίνητα επί των
οξειών γωνιών γίνεται ανάλογα με τις παρ. 3 και 4.
6. Στην περίπτωση που από τη διασταύρωση δύο (2) οδών προκύπτει αμβλεία ή και οξεία γωνία χωρίς
απότμηση της ακμής της, εφαρμόζεται η παρ. 2.
7. Αν πρόκειται για διαπλάτυνση παλαιάς υφιστάμενης οδού μέχρι τριάντα (30) μέτρα, τα ρυμοτομούμενα
ακίνητα που προκύπτουν από τη διαπλάτυνση αποζημιώνονται από τα παρόδια ακίνητα που βρίσκονται και
στις δύο (2) πλευρές της οδού. Κάθε παρόδιο ακίνητο βαρύνεται με το μισό του ρυμοτομούμενου τμήματος
που περικλείεται από τις ρυμοτομικές γραμμές και τις καθέτους που φέρονται επί αυτών από τα σημεία συ-
νάντησης των ορίων του προσώπου του ακινήτου.
8. Αν η υφιστάμενη οδός διαπλατύνεται σε πλάτος μεγαλύτερο των τριάντα (30) μέτρων, από τα ρυμοτο-
μούμενα λόγω της διαπλάτυνσης οικόπεδα αφαιρείται ζώνη, άσχετα με τη θέση, πλάτους ίσου προς το επί
πλέον των τριάντα (30) μέτρων. Για τη ζώνη αυτή βαρύνεται ο δήμος και η υπόλοιπη ρυμοτομούμενη έκταση
αναλογίζεται μεταξύ των παρόδιων ακινήτων και των δύo (2) πλευρών της οδού, κατά την παρ. 7. Η γραμμή
που διαχωρίζει τη ζώνη που βαρύνει τον δήμο θεωρείται ρυμοτομική γραμμή για τον αναλογισμό.
9. Στην περίπτωση της παρ. 8, αν η υπάρχουσα οδός διανοίχτηκε μετά από απαλλοτρίωση των οικοπέδων που
έχουν καταληφθεί από αυτήν, είτε από το Δημόσιο είτε από τον δήμο, για τον αναλογισμό των ρυμοτομούμενων
από τη διαπλάτυνση οικοπέδων αφαιρείται το πλάτος της οδού που διανοίχτηκε λόγω της απαλλοτρίωσης. Το
υπόλοιπο ρυμοτομούμενο τμήμα κατανέμεται μεταξύ των παρόδιων ακινήτων, κατά τις παρ. 7 και 8, ενώ ο δήμος
βαρύνεται μόνο αν, μετά από την αφαίρεση του παραπάνω πλάτους της υπάρχουσας οδού, η ρυμοτομούμενη
έκταση έχει πλάτος μεγαλύτερο των τριάντα (30) μέτρων και μόνο για το επί πλέον του πλάτους αυτού τμήμα.
10. Αν πρόκειται για οδούς με πλάτος μεγαλύτερο των τριάντα (30) μέτρων, οι οποίες καταλαμβάνουν σε
όλο τους το πλάτος οικόπεδα, το τμήμα που βαρύνει κάθε παρόδιο ακίνητο υπολογίζεται βάσει του μήκους
του προσώπου του στην οδό και σε ζώνη πλάτους δεκαπέντε (15) μέτρων παράλληλα προς τη ρυμοτομική
γραμμή. Το υπόλοιπο ρυμοτομούμενο τμήμα μεταξύ των δεκαπεντάμετρων λωρίδων, που είναι παράλληλες
προς τις ρυμοτομικές γραμμές, βαρύνει τον δήμο.
11. Αν οι παραπάνω οδοί, που έχουν πλάτος μεγαλύτερο των τριάντα (30) μέτρων, καταλαμβάνουν εν μέρει
μόνο οικόπεδα και αποτελούν διαπλάτυνση υφιστάμενων πράγματι οδών, οι οποίες δεν έχουν προέλθει από
απαλλοτρίωση, κατά την παρ. 9, για τον αναλογισμό της αποζημίωσης των ρυμοτομούμενων οικοπέδων από
τη διαπλάτυνση εφαρμόζεται η παρ. 8.
Άρθρο 167
Αναλογισμός αποζημίωσης για τη διάνοιξη και διαπλάτυνση πλατειών και ευρέων κοινόχρηστων
χώρων
1. Για την αποζημίωση των χώρων που καταλαμβάνονται από πλατείες, άλση, κήπους, κοινόχρηστες πρασιές,
απλές διαπλατύνσεις στις διασταυρώσεις των οδών ή και στη συμβολή δύο (2) ή περισσότερων οδών, οι οποίοι
διανοίγονται για πρώτη φορά και καταλαμβάνουν οικόπεδα, σε όλο τους το πλάτος, κάθε ένα από τα ακίνητα
που έχουν πρόσωπο στους χώρους αυτούς βαρύνεται για την αποζημίωση του τμήματος που περικλείεται
από τη ρυμοτομική γραμμή, την παράλληλη προς αυτή γραμμή που φέρεται σε απόσταση είκοσι (20) μέτρων
και τις καθέτους που φέρονται από τα όρια του ακινήτου στην παράλληλη γραμμή.
2. Αν κατά τον παραπάνω υπολογισμό των τμημάτων που βαρύνουν κάθε υπόχρεο ακίνητο, συμπέσουν
αυτά εν μέρει, το τμήμα που σχηματίζεται από τα συμπίπτοντα μικρότερα δύο (2) ή και περισσότερα κατά τα
παραπάνω τμήματα, βαρύνει εξ ίσου τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο σε αυτό και των οποίων τα αντίστοιχα
τμήματα συμπίπτουν.
3. Ειδικά στην περίπτωση των απλών διαπλατύνσεων στις διασταυρώσεις των οδών ή και στη συμβολή τους,
μπορεί με ανάλογη εφαρμογή των παρ. 3, 4 και 5 του άρθρου 166 να συνεχίζονται οι άξονες των οδών (και
για οδούς διαφορετικού πλάτους, οι άξονες των οδών μικρότερου πλάτους) μέχρι τη συνάντηση των αξόνων
των υπόλοιπων οδών. Ο υπόλοιπος εκτός των αξόνων χώρος, σε όσο τμήμα δεν απέχει από τις ρυμοτομικές
γραμμές περισσότερο από είκοσι (20) μέτρα, κατανέμεται εξίσου μεταξύ των υπόχρεων ακινήτων.
4. Για τα πέραν των κατά την πα ρ. 1 εικοσάμετρων λωρίδων ρυμοτομούμενα οικόπεδα ή τμήματα αυτών
η υποχρέωση αποζημίωσης βαρύνει τον οικείο δήμο.
5. Αν πρόκειται για αποζημίωση οικοπέδων που ρυμοτομούνται από πλατεία κ.λπ. που προβλέπεται στο
ρυμοτομικό σχέδιο, στη συμβολή υπαρχουσών παλαιών οδών που διαπλατύνονται ή όχι, εφόσον δεν κα-
ταλαμβάνονται από αυτήν οικόπεδα σε όλη της την έκταση, αλλά μέρος αυτής αποτελείται από τις παλαιές
οδούς, για τον κανονισμό της επιβάρυνσης κάθε ακινήτου που έχει πρόσωπο στην πλατεία υπολογίζονται:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263640
α) η θέση της πλατείας που προσδιορίζεται με καθέτους που ενώνουν τις ρυμοτομικές γραμμές γύρω από
αυτήν,
β) η έκταση των ρυμοτομούμενων από την πλατεία οικοπέδων,
γ) το εμβαδόν της υπολειπόμενης, μετά από την αφαίρεση των εικοσάμετρων λωρίδων, έκτασης που βα-
ρύνει τον δήμο, ανεξάρτητα αν στην έκταση αυτή περιλαμβάνονται ρυμοτομούμενα μέρη οικοπέδων ή αυτή
συμπίπτει με παλαιά υφιστάμενη οδό,
δ) το μήκος προσώπου σε μέτρα, κάθε ακινήτου που έχει πρόσωπο στην πλατεία.
Βάσει των ανωτέρω ορίζεται το ποσοστό της κατά την περ. β) ρυμοτομούμενης έκτασης, που αναλογεί
σε κάθε ακίνητο, ανάλογα με το μήκος του προσώπου του και για κάθε μέτρο αυτού, αφού προηγουμένως
αφαιρεθεί από τη ρυμοτομούμενη έκταση η κατά την περ. γ) έκταση που βαρύνει τον οικείο δήμο.
6. Αν λόγω τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου καταργηθεί, εν όλω ή εν μέρει, οικοδομικό τετράγωνο
και οδός που προβλεπόταν από αυτό αποτελέσει μέρος δημιουργούμενης με την τροποποίηση πλατείας, τα
ακίνητα που έχουν πρόσωπο στη ρυμοτομική γραμμή που παραμένει σε ισχύ βαρύνονται με την εικοσάμε-
τρη λωρίδα, η οποία μειώνεται με το ποσό που επιβαρύνθηκαν τα ακίνητα για την αποζημίωση της οδού και
μάλιστα για το μισό πλάτος της.
7. Όταν διαπλατύνεται υφιστάμενη διεύρυνση στη συμβολή οδών και η έκταση του υπάρχοντος κοινόχρη-
στου χώρου βρεθεί βάσει του αναλογισμού της υποχρέωσης των παροδίων, να αναλογεί στον δήμο, αφαιρείται
από τη ρυμοτομούμενη έκταση που βαρύνει τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο στην πλατεία, ίση έκταση προς
εκείνη που αναλογεί για αποζημίωση από τον δήμο.
8. Σε περίπτωση διαπλάτυνσης πλατείας ή απλής διεύρυνσης στη συμβολή οδών, η ρυμοτομούμενη έκταση
από τη διαπλάτυνση αποζημιώνεται από τον δήμο, αν οι παρόδιοι ιδιοκτήτες επιβαρύνθηκαν για την υπάρ-
χουσα πλατεία με την εικοσάμετρη λωρίδα. Σε περίπτωση κατά την οποία ακίνητο που δεν είχε πρόσωπο
στην παλαιά πλατεία και για τον λόγο αυτό δεν είχε επιβαρυνθεί με την εικοσάμετρη λωρίδα, αποκτά άμεσα ή
έμμεσα πρόσωπο στην πλατεία, η αντιστοιχούσα σε αυτό ρυμοτομούμενη έκταση συνεπεία της διαπλάτυνσης
και μέχρι την εικοσάμετρη λωρίδα δεν αποζημιώνεται από τον δήμο, αλλά από το ίδιο το ακίνητο που αποκτά
με τη διαπλάτυνση πρόσωπο στην πλατεία.
Άρθρο 168
Αναλογισμός αποζημίωσης σε ειδικές περιπτώσεις
1. Αν πρόκειται για οδούς παραλιακές ή οδούς που βρίσκονται και από τις δύο (2) πλευρές ποταμών, ρε-
μάτων, σιδηροδρομικών γραμμών κ.λπ., η υποχρέωση των ακινήτων που έχουν ή αποκτούν πρόσωπο στις
οδούς αυτές εκτείνεται μέχρι πλάτους δεκαπέντε (15) μέτρων, ενώ το επιπλέον βαρύνει τον δήμο.
2. Αν απέναντι από ρυμοτομικές γραμμές προβλέπεται στο ρυμοτομικό σχέδιο πλατεία, άλσος ή κήπος ή
γενικά κοινόχρηστος χώρος, η υποχρέωση των ακινήτων που έχουν πρόσωπο στους χώρους αυτούς ορίζεται
στην αποζημίωση εικοσάμετρης λωρίδας, ανεξάρτητα αν στο ρυμοτομικό σχέδιο προβλέπεται η διαμόρφωση
του όλου κοινόχρηστου χώρου μεταξύ των γύρω ρυμοτομικών γραμμών, κατά ένα μέρος για οδούς και κατά
ένα μέρος για άλσος ή κήπο ή κοινόχρηστη πρασιά.
3. Αν στο ρυμοτομικό σχέδιο προβλέπεται η μετάθεση εγκεκριμένης οδού, η υποχρέωση για αποζημίωση
των ρυμοτομούμενων οικοπέδων από τη μετάθεση, βαρύνει εκείνους που ωφελήθηκαν από αυτήν, δηλαδή είτε
τον δήμο αν η μετατεθείσα οδός είχε καταστεί κοινόχρηστη είτε τα ακίνητα με πρόσωπο στη νέα ρυμοτομική
γραμμή αν αυτά έχουν προσαυξηθεί με την έκταση της μετατεθείσας οδού που δεν έχει καταστεί κοινόχρηστη.
4. Αν ταυτόχρονα με τη μετάθεση επιβάλλεται και διαπλάτυνση κάποιας οδού, ο αναλογισμός για το ποσό
της διαπλάτυνσης ενεργείται βάσει των παρ. 7, 8 και 9 του άρθρου 166.
5. Οι παρ. 2 έως 4 του παρόντος και τα άρθρα 165, 166 και 167 εφαρμόζονται και για τις διανοίξεις ή δια-
πλατύνσεις οδών, οι οποίες αποτελούν όρια των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων.
Άρθρο 169
Ρύθμιση οφειλών για την αποζημίωση απαλλοτριούμενων ακινήτων
1. Οφειλές για αποζημίωση, κατά το άρθρο 165, που βεβαιώνονται στα δημόσια ταμεία καταβάλλονται σε
σαράντα (40) ίσες τριμηνιαίες δόσεις. Η πρώτη δόση καταβάλλεται μέσα στον επόμενο μήνα από τη βεβαίωση
της οφειλής.
2. Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής κάποιας δόσης, κατά το παρόν, το ποσό αυτής επιβαρύνεται
με τις νόμιμες προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής.
3. Απαιτήσεις του Δημοσίου που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 165 παραγράφονται κατά την
παρ. 2 του άρθρου 75 του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3641Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Άρθρο 170
Αποζημίωση απαλλοτριούμενων ακινήτων που έχουν αυθαίρετες κατασκευές
Για οικοδομές ή οποιεσδήποτε κατασκευές και εγκαταστάσεις που είναι απαλλοτριωτέες κατά την παρ. 1
του άρθρου 156 και του άρθρου 164 ή τμήματα αυτών, οι οποίες εκτελέστηκαν ή συμπληρώθηκαν μετά
από την έγκριση του σχεδίου και των τροποποιήσεών του και της γύρω από το σχέδιο ζώνης ή μετά από
την επιβολή των κατά το άρθρο 61 περιορισμών, κατά παράβαση του Τμήματος VI του Μέρους Α’, και όμοια
έργα που κατασκευάστηκαν σε οικόπεδα που μεταβιβάστηκαν κατά παράβαση των άρθρων 275 και 276, δεν
καταβάλλεται αποζημίωση πριν από την κατεδάφισή τους σε περίπτωση απαλλοτρίωσης των γηπέδων στα
οποία κατασκευάστηκαν τα έργα αυτά. Η απόδειξη του χρόνου ανέγερσης των παραπάνω έργων, εφόσον
αυτά περιλαμβάνονται σε τμήματα του σχεδίου ή της ζώνης που εγκρίνονται ή τροποποιούνται μετά από τη
16η.8.1923, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228), επιτρέπεται μόνο με:
α) τον τοπογραφικό χάρτη, βάσει του οποίου συντάχθηκε το σχέδιο ή η τροποποίησή του,
β) την κατά το άρθρο 315 οικοδομική άδεια και
γ) επίσημα έγγραφα σχετικά με την ανέγερση, τη μεταβίβαση ή την εκμετάλλευση του ακινήτου.
Αποκλείεται η απόδειξη με μάρτυρες ή με οποιοδήποτε άλλο μέσο. Η διάταξη αυτή είναι δυνατό να επε-
κταθεί ανάλογα με προεδρικό διάταγμα το οποίο εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος
και Ενέργειας, που εκδίδεται εφάπαξ και ιδιαιτέρως για κάθε πόλη, οικισμό κ.λπ., και σε έργα τα οποία περιλαμ-
βάνονται σε τμήματα του σχεδίου ή της ζώνης που δεν έγινε μεταβολή μετά από τη 16η.8.1923 και τα οποία
έχουν εκτελεστεί κατά παράβαση των κείμενων διατάξεων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΕΙΣ ΜΕ ΕΙΔΙΚΟ ΣΚΟΠΟ
Άρθρο 171
Απαλλοτρίωση σε οικιστικές περιοχές και περιοχές γενικού πολεοδομικού σχεδίου
1. Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση ακινήτων μέσα στην περιοχή του Γενικού Πολεοδομικού
Σχεδίου (Γ.Π.Σ.) για τους σκοπούς που αναφέρονται στις παρ. 2 έως 6.
2. Από τη δημοσίευση της πράξης έγκρισης του Γ.Π.Σ. επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση οποιωνδή-
ποτε ακινήτων που βρίσκονται μέσα στην περιοχή του, ανεξάρτητα από τον προβλεπόμενο τρόπο ανάπτυξης
ή αναμόρφωσης αυτής, στις παρακάτω περιπτώσεις:
α) δημιουργία κοινόχρηστων χώρων, πέραν εκείνων που αποκτώνται με την εισφορά σε γη,
β) δημιουργία χώρων για την εγκατάσταση δημόσιων ή κοινωφελών κτιρίων ή για την εκτέλεση έργων
υποδομής ή για την πραγματοποίηση άλλων κοινωφελών σκοπών, εφόσον υφίσταται διάταξη νόμου που
επιτρέπει την αναγκαστική απαλλοτρίωση για τον ειδικότερο σκοπό για τον οποίο προορίζεται κάθε χώρος,
γ) απόκτηση οικοδομήσιμων χώρων για την ανοικοδόμηση σε ζώνη ενεργού πολεοδομίας με την οργα-
νωμένη δόμηση,
δ) σχηματισμός αποθέματος γης για την ικανοποίηση μελλοντικών αναγκών σε χώρους για κοινωφελείς
σκοπούς, καθώς και για την οικοδόμηση με βάση προγράμματα στέγασης ή για την παραχώρηση ιδιοκτησιών
σε πρόσωπα που χρειάζονται ιδιαίτερη μέριμνα,
ε) απόκτηση ακινήτων, στα οποία υπάρχουν κτίρια ή μόνιμες εγκαταστάσεις ή έργα των οποίων ο προορι-
σμός και η χρήση αντίκεινται προς τις χρήσεις που καθορίζονται στην απόφαση έγκρισης του Γ.Π.Σ.,
στ) απόκτηση ακινήτου η κατά τον προορισμό χρήση του οποίου δεν είναι δυνατό να αναπροσαρμοστεί
προς τον τρόπο ανάπτυξης ή αναμόρφωσης ή τις προβλεπόμενες χρήσεις γης των σχεδίων της παρούσας,
εφόσον ο ιδιοκτήτης ακινήτου ζητήσει την αναγκαστική απαλλοτρίωση,
ζ) σε κάθε άλλη περίπτωση που προβλέπεται ειδικά από νομοθετική διάταξη.
3. Οι ιδιοκτησίες που απαλλοτριώνονται κατά τις περ. ε) και στ) της παρ. 2 διατίθενται είτε για τους προ-
βλεπόμενους στις περ. α) έως δ) της παρ. 2 σκοπούς είτε για άλλους οικιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με τις
χρήσεις γης που καθορίζονται με την απόφαση έγκρισης του Γ.Π.Σ..
4. Η απαλλοτρίωση ενεργείται υπέρ και με δαπάνες του Δημοσίου ή δημόσιου οργανισμού ή επιχείρησης
πολεοδομίας και στέγασης ή αναγκαστικού οικοδομικού οργανισμού ή ανάδοχου φορέα των άρθρων 33 και
46. Η παραπάνω απαλλοτρίωση μπορεί να κηρύσσεται και τμηματικά ή κατά ζώνες.
5. Οι κατά την παρ. 2 απαλλοτριώσεις κηρύσσονται είτε πριν από την έγκριση της πολεοδομικής μελέτης
με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας είτε
μετά από την έγκριση αυτής με απόφαση του οικείου περιφερειάρχη. Ειδικά οι απαλλοτριώσεις για τη δημι-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263642
ουργία κοινόχρηστων χώρων κηρύσσονται με την ίδια διοικητική πράξη. Αν ζητηθεί η απαλλοτρίωση από
τον ιδιοκτήτη του ακινήτου, σύμφωνα με την περ. στ) της παρ. 2, η πράξη απαλλοτρίωσης πρέπει να εκδοθεί
εντός έτους από την υποβολή της σχετικής αίτησης, διαφορετικά το Δημόσιο ευθύνεται για κάθε θετική ή
αποθετική ζημία του ιδιοκτήτη από την καθυστέρηση πέραν του έτους. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι εκά-
στοτε ισχύουσες διατάξεις για τις αναγκαστικές απαλλοτριώσεις.
6. Με προεδρικά διατάγματα του εκδίδονται με πρόταση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονο-
μικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθμίζονται τα σχετικά με τη χρησιμοποίηση του κτηματολογικού
διαγράμματος και πίνακα και την εκτίμηση των ακινήτων, που προβλέπονται στον ν . 947/1979 (Α’ 169), για τη
διαδικασία των απαλλοτριώσεων μέσα στην περιοχή του Γ.Π.Σ..
Άρθρο 172
Απαλλοτρίωση κτιρίων διατηρητέων ή κτιρίων που βλάπτουν το περιβάλλον
1. Κτίρια που έχουν χαρακτηριστεί ή που χαρακτηρίζονται διατηρητέα κατ’ εφαρμογή της σχετικής πολε-
οδομικής νομοθεσίας, καθώς και κτίρια ή μέρη αυτών που βλάπτουν υπέρμετρα το περιβάλλον, είναι δυνατό
να απαλλοτριωθούν κατά τις κείμενες διατάξεις χάριν δημόσιας ωφέλειας. Η απαλλοτρίωση γίνεται υπέρ και
με δαπάνες του Πράσινου Ταμείου. Από το Πράσινο Ταμείο, επίσης, μπορεί να καταβάλλονται και δαπάνες
συντήρησης κτιρίων και διαμόρφωσης εσωτερικών χώρων παραδοσιακών κτιρίων για να ανταποκριθούν
στις επιβαλλόμενες κατά περίπτωση χρήσεις τους κατά την κρίση της αρχής. Το ίδιο εφαρμόζεται και για την
εξωτερική διαμόρφωση κτιρίων που η θέση τους επηρεάζει σημαντικά το άμεσο ή πλατύτερο περιβάλλον.
2. Η κατά το παρόν διάθεση πόρων του Πράσινου Ταμείου εγκρίνεται από τον Υπουργό Περιβάλλοντος
και Ενέργειας.
Άρθρο 173
Απαλλοτρίωση κτιρίων που προβλέπονται για χρήση στάθμευσης αυτοκινήτων
Για λόγους κυκλοφοριακούς, πολεοδομικούς, αισθητικούς, προστασίας περιβάλλοντος μπορεί να απαλ-
λοτριώνονται υπέρ και με δαπάνες του οικείου δήμου ή του Δημοσίου υφιστάμενα κτίρια ή τμήματα αυτών,
τα οποία βάσει της άδειας ανέγερσής τους προβλέπονται για τη χρήση στάθμευσης αυτοκινήτων. Ο σκοπός
των απαλλοτριώσεων αυτών συνιστά δημόσια ωφέλεια.
Άρθρο 174
Απαλλοτρίωση ακινήτων για αποκατάσταση προσφύγων ή αστέγων λόγω φυσικής καταστροφής
1. Επιτρέπεται η αναγκαστική απαλλοτρίωση λόγω δημόσιας ωφέλειας ακινήτων που περιλαμβάνονται είτε
εντός των περιοχών της παρ. 1 του άρθρου 164, είτε εκτός τούτων, δηλαδή εντός των αμέσως εφαρμοστέων
τμημάτων των σχεδίων ή πέραν των ζωνών, και γενικά εντός ή εκτός κάθε πόλης, οικισμού κ.λπ. με σκοπό την
ανέγερση οικοδομών και γενικότερα την ίδρυση πλήρων συνοικισμών, όταν το επιβάλλει εξαιρετική ανάγκη,
όπως εγκατάσταση προσφύγων ή αστέγων λόγω φυσικής καταστροφής από σεισμό, πλημμύρα ή άλλη θε-
ομηνία, κρίση κατοικίας για οποιονδήποτε λόγο. Η κήρυξη της απαλλοτρίωσης γίνεται μετά από απόφαση
του Υπουργικού Συμβουλίου, με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Κοινωνικής
Συνοχής και Οικογένειας, ή σε περίπτωση φυσικών καταστροφών του Υπουργού Κλιματικής Κρίσης και Πολι-
τικής Προστασίας, και του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Στην περίπτωση αυτή, η απαλλοτρίωση
περιορίζεται στα γήπεδα που πληρούν τους όρους χαρακτηρισμού ως απαλλοτριωτέων, σύμφωνα με την
παρ. 3 του άρθρου 156 και εφαρμόζεται ανάλογα η διαδικασία που προβλέπεται στο άρθρο 162.
2. Τα ακίνητα της παρ. 1 διαιρούνται μετά από την απαλλοτρίωση τους σε οικόπεδα, βάσει του σχεδίου
πόλης, οικισμού κ.λπ., ενώ σε περίπτωση έλλειψης σχεδίου επιβάλλεται η άμεση σύνταξη και έγκριση τούτου,
και παραχωρούνται στους δικαιούχους για την εγκατάσταση των οποίων έγινε η απαλλοτρίωση. Η κατά τα πα-
ραπάνω διαίρεση σε οικόπεδα υπόκειται στην έγκριση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και μπορεί
να τροποποιείται μετά από γνώμη του αρμόδιου Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων.
3. Η παραχώρηση των οικοπέδων αυτών που μπορεί να εκτελείται και απευθείας ή με κλήρωση ή με οποιον-
δήποτε άλλο τρόπο, το τίμημα που καταβάλλεται, ο τρόπος καταβολής του, κάθε άλλος όρος της παραχώρησης
αυτής, καθώς και οι εγγυήσεις που δίνονται για την τήρηση των όρων ρυθμίζονται με προεδρικά διατάγματα
που εκδίδονται με πρόταση του καθ’ ύλην αρμόδιου υπουργού για θέματα στέγασης των δικαιούχων και
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Σε κάθε περίπτωση, το τίμημα που καταβάλλεται δεν μπορεί
να υπερβαίνει τις δαπάνες απαλλοτρίωσης και η παραχώρηση γίνεται με τον όρο της ανέγερσης ορισμένου
είδους οικοδομής μέσα σε ορισμένη προθεσμία και της μη μεταβίβασης της κυριότητας του παραχωρηθέντος
για ορισμένη χρονική περίοδο.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3643Τεύχος A’ 88/08.06.2026
4. Οι κατά το παρόν απαλλοτριώσεις μπορούν να εκτελούνται υπέρ του Δημοσίου, των δήμων και των
δημοσίων νομικών προσώπων, των οποίων η αποστολή συμπίπτει με τους σκοπούς της παρ. 1. Τα παραπάνω
πρόσωπα υποχρεούνται να διαθέσουν αμέσως τα απαλλοτριωθέντα υπέρ αυτών ακίνητα σύμφωνα με τις
παραπάνω διατάξεις.
5. Οι ίδιες παραπάνω απαλλοτριώσεις μπορούν να εκτελούνται και υπέρ οποιουδήποτε άλλου νομικού ή
και φυσικού προσώπου που παρέχει επαρκείς εγγυήσεις για την εκτέλεση του σκοπού της απαλλοτρίωσης.
Αν υπάρχει ανάγκη νέων κτιρίων στην πόλη ή στον οικισμό κ.λπ., η απαλλοτρίωση ενεργείται με σκοπό την
ανέγερση και εκμετάλλευση οικοδομών από ορισμένο επιχειρηματία στα απαλλοτριούμενα γήπεδα. Η παρα-
χώρηση σε αυτόν των απαλλοτριούμενων γηπέδων γίνεται με ειδικούς όρους, που ορίζονται με το προεδρικό
διάταγμα της παρ. 1, το οποίο εκδίδεται κατά τα παραπάνω μετά από απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου.
Με τους ειδικούς όρους εξασφαλίζεται απαραίτητα, πλην των άλλων, η ταχεία ανέγερση κτιρίων ορισμένων
ελαχίστων διαστάσεων και άλλων γενικής φύσης έργων (οδών κ.λπ.). Ο επιχειρηματίας παρέχει οπωσδήποτε την
ανάλογη εγγύηση για την τήρηση των όρων αυτών. Στην περίπτωση της απαλλοτρίωσης κατά τους ορισμούς
της παρούσας επιτρέπεται παρέκκλιση μέχρι οποιουδήποτε βαθμού από τους περιορισμούς της παρ. 3 για το
μέγιστο ύψος του καταβλητέου τιμήματος και για τη μη μεταβίβαση της κυριότητας.
Άρθρο 175
Απαλλοτρίωση ακινήτων για βιομηχανικές εγκαταστάσεις
1. Για τη συγκέντρωση των κτιρίων βιομηχανικών εγκαταστάσεων και αποθηκών που αναφέρονται στο
άρθρο 63 στα τμήματα που προορίζονται σύμφωνα με το ίδιο άρθρο για αυτά, επιτρέπεται να απαλλοτριώ-
νονται αναγκαστικά, υπέρ των φορέων ή προσώπων που ανεγείρουν τα κτίρια, τα απαιτούμενα ακίνητα, υπό
ορισμένους όρους που εξασφαλίζουν τη συγκέντρωση αυτή. Η κήρυξη της απαλλοτρίωσης γίνεται με προε-
δρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Ανάπτυξης και Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με
το διάταγμα αυτό, καθορίζονται και όλοι οι όροι της απαλλοτρίωσης που εξασφαλίζουν την πραγματοποίηση
του σκοπού αυτής.
2. Αποκλείεται η μονομερής εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος για εξυπηρέτηση ορισμένων μόνο
βιομηχανικών εγκαταστάσεων. Η κατά τα παραπάνω αναγκαστική απαλλοτρίωση εφαρμόζεται μόνο για τη
συγκέντρωση στην ίδια περιοχή όλων των υφισταμένων στην πόλη, στον οικισμό κ.λπ. εγκαταστάσεων της
ίδιας φύσης. Εφόσον δεν υπάρχουν περισσότερες από μία (1) παρόμοιες εγκαταστάσεις, η αναγκαστική απαλ-
λοτρίωση επιτρέπεται, αν οι διαφόρου φύσης εγκαταστάσεις, στη συγκέντρωση των οποίων αυτή αποβλέπει,
δεν είναι λιγότερες των δέκα (10).
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗ ΜΕ ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ
Άρθρο 176
Επίσπευση της εφαρμογής του σχεδίου πόλης από το Δημόσιο
1. Όταν το Δημόσιο επισπεύδει τη διάνοιξη οδών, πλατειών, αλσών και των υπόλοιπων κοινόχρηστων
χώρων, που προβλέπονται από τα εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, αναλαμβάνει τα δικαιώματα και τις υποχρεώ-
σεις σύμφωνα με τη διαδικασία της απαλλοτρίωσης των κατά τόπο αρμόδιων δήμων και διεξάγει τις σχετικές
για την απαλλοτρίωση δίκες. Η επίσπευση αυτή από το Δημόσιο εκδηλώνεται με την παρακατάθεση της
αποζημίωσης και αφορά μόνο στα ακίνητα για τα οποία γίνεται η παρακατάθεση. Η παρούσα έχει εφαρμογή
και για απαλλοτριώσεις οι οποίες επισπεύστηκαν από την 1η.1.1947. Αποζημιώσεις που καταβλήθηκαν από
τους δήμους ή κοινότητες για τέτοιες απαλλοτριώσεις θεωρούνται ότι καλώς έγιναν και δεν δημιουργούν
υπέρ του οικείου δήμου δικαίωμα αναζήτησης από το Δημόσιο, βάσει του παρόντος, των αποζημιώσεων
που καταβλήθηκαν.
2. Όταν, στις περιπτώσεις εφαρμογής του παρόντος, έχουν εκδοθεί αποφάσεις ερήμην των οικείων δήμων
ή κοινοτήτων και κοινοποιούνται στο Δημόσιο μετά από την 5η.5.1972, ημερομηνία δημοσίευσης του ν.δ.
1143/1972 (Α’ 64), το Δημόσιο μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά των ερήμην αποφάσεων εντός μηνός από την
κοινοποίηση της απόφασης. Το Δημόσιο εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του που προκύπτουν από τις ερήμην
εκδοθείσες αποφάσεις μετά από την έκδοση απόφασης επί της ανακοπής ή την πάροδο της προθεσμίας για
την άσκηση αυτής.
3. Για την αντιμετώπιση των παραπάνω δαπανών εγγράφεται κατ’ έτος στον προϋπολογισμό του Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σε ιδιαίτερο κωδικό αριθμό, η απαιτούμενη πίστωση επί πλέον της διατιθέμενης
σε αυτόν από τις εισπράξεις του υπό στοιχεία ΚΗ’/1947 ψηφίσματος (Α’ 184).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263644
Άρθρο 177
Διαδικασία απαλλοτρίωσης με επίσπευση του Δημοσίου
1. Αν με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της
Κυβερνήσεως, επισπεύδεται από το Δημόσιο η διάνοιξη ή διεύρυνση κοινόχρηστων χώρων, που προβλέπο-
νται από εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, αντί των στοιχείων που προβλέπονται από το παρόν Τμήμα και από τον
Κώδικα Αναγκαστικής Απαλλοτρίωσης Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’ 17) συντάσσονται κτηματολογικό
διάγραμμα, κτηματολογικός πίνακας και έκθεση προεκτίμησης κατά τις παρ. 2 έως 6.
2. Τα κατά την παρ. 1 στοιχεία συντάσσονται και ελέγχονται με μέριμνα των υπηρεσιών του Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Η έκθεση προεκτίμησης θεωρείται ότι είναι και η εκτίμηση αξίας κατά το άρθρο
15 του Κ.Α.Α.Α.. Τα άρθρα 157 και επόμενα εφαρμόζονται για την απαιτούμενη μετά από τη συντέλεση της
απαλλοτρίωσης τακτοποίηση των οικοπέδων.
3. Το κτηματολογικό διάγραμμα συντάσσεται σε κλίμακα τουλάχιστον ένα προς πεντακόσια (1:500) και σε
αυτό:
α) τοποθετούνται οι ρυμοτομικές γραμμές,
β) αποτυπώνονται με χαρακτηριστικά στοιχεία οι ρυμοτομούμενες ιδιοκτησίες και τα κτίσματα και λοιπά
αντικείμενα που βρίσκονται σε αυτές. Αν η ίδια ιδιοκτησία ρυμοτομείται εν μέρει, αποτυπώνονται ξεχωριστά
το ρυμοτομούμενο και το απομένον μετά από τη ρυμοτόμηση τμήμα,
γ) αποτυπώνονται οι παρόδιες ιδιοκτησίες οι οποίες υποχρεώνονται σε αποζημίωση και οι όμορες ιδιο-
κτησίες στην οπίσθια πλευρά αυτών,
δ) ενεργείται ο καταμερισμός της αποζημίωσης της ρυμοτομούμενης έκτασης μεταξύ παροδίων ιδιοκτητών
και του Δημοσίου και προσδιορίζεται με χαρακτηριστικά στοιχεία η έκταση αυτή και
ε) αναγράφεται το διάταγμα με το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση και οι ισχύοντες στην περιοχή όροι
δόμησης.
4. Στον κτηματολογικό πίνακα αναγράφονται:
α) ο αύξων αριθμός κάθε ιδιοκτησίας, το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο κάθε εικαζόμενου ιδιοκτήτη και
η διεύθυνση κατοικίας του, αν είναι γνωστή,
β) το συνολικό εμβαδόν κάθε ρυμοτομούμενης ιδιοκτησίας, και σε περίπτωση μερικής ρυμοτόμησης,
ξεχωριστά το ρυμοτομούμενο και το απομένον μετά τη ρυμοτόμηση τμήμα,
γ) ο όγκος των κτισμάτων κάθε ρυμοτομούμενης ιδιοκτησίας, ξεχωριστά κατά το είδος της κατασκευής και
την ποιότητα αυτών, τα υπόλοιπα αντικείμενα κατ’ είδος και κατηγορία, καθώς και κάθε χρήσιμη λεπτομέρεια
για την πλήρη αποζημίωση,
δ) η έκταση και το ακριβές εμβαδόν κάθε ιδιοκτησίας την οποία υποχρεούται να αποζημιώσει κάθε παρόδια
ιδιοκτησία και το Δημόσιο.
5. Στην έκθεση προεκτίμησης περιγράφονται λεπτομερώς η κατάσταση και οι ιδιαίτερες συνθήκες των
ρυμοτομούμενων ακινήτων και εκτιμάται αιτιολογημένα και αναλυτικά η αξία των οικοπέδων και των κτισμά-
των που βρίσκονται σε αυτά. Η αρμόδια φορολογική αρχή υποχρεούται να παρέχει στοιχεία της αξίας των
ακινήτων για τη σύνταξη της έκθεσης.
6. Στις περιπτώσεις του παρόντος η αίτηση του Δημοσίου για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής
μονάδος για την αποζημίωση των ακινήτων συνοδεύεται από αντίγραφα των παραπάνω: α) κτηματολογικού
διαγράμματος, β) κτηματολογικού πίνακα και γ) έκθεσης προεκτίμησης. Η πρόσκληση των εικαζόμενων δι-
καιούχων στα δικαστήρια για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδος γίνεται με την τοιχοκόλληση,
δεκαπέντε (15) ημέρες τουλάχιστον πριν από τη δικάσιμο, του δικογράφου που πρέπει να επιδοθεί και τη
δημοσίευση σχετικής ειδοποίησης στον τύπο. Η τοιχοκόλληση του δικογράφου γίνεται στο κατάστημα του
δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου στην περιφέρεια του οποίου βρίσκονται
τα απαλλοτριωθέντα και συντάσσεται σχετική έκθεση από τον δικαστικό γραμματέα και τον γραμματέα του
δήμου αντίστοιχα. Η δημοσίευση της ειδοποίησης γίνεται σε δύο (2) ημερήσιες εφημερίδες των Αθηνών και
μίας (1) τοπικής, αν εκδίδεται, σε δύο (2) συνεχόμενα φύλλα και περιλαμβάνει το δικαστήριο στο οποίο απευ-
θύνεται το δικόγραφο, περίληψη του αιτήματος αυτού, την τοιχοκόλληση που έγινε, τη δικάσιμο, το είδος των
ρυμοτομουμένων και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης.
7. Πράξεις αναλογισμού αποζημίωσης λόγω ρυμοτομίας που συντάχθηκαν και κυρώθηκαν νόμιμα σύμφωνα
με τις διατάξεις που ίσχυαν μέχρι τις 5.8.1977, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 653/1977 (Α’ 214), εξακολου-
θούν να ισχύουν.
8. Κυρωμένες πράξεις αναλογισμού που έχουν συνταχθεί με επίσπευση του Δημοσίου, χωρίς να έχουν
παρακατατεθεί οι αποζημιώσεις μέχρι τις 5.8.1977, ανασυντάσσονται και εφαρμόζεται το άρθρο 165. Στις
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3645Τεύχος A’ 88/08.06.2026
περιπτώσεις αυτές μπορεί το Δημόσιο να καταβάλει τις αποζημιώσεις βάσει των κυρωθεισών κατά τα παρα-
πάνω πράξεων και οι καταβαλλόμενες αποζημιώσεις συμψηφίζονται κατά την επανασύνταξη των πράξεων
αναλογισμού βάσει του άρθρου 165.
9. Πράξεις αναλογισμού που συντάχθηκαν μεν κατά τις μέχρι την 5η.8.1977, ημερομηνία δημοσίευσης του
ν. 653/1977, διατάξεις αλλά δεν είχαν κυρωθεί μέχρι την ίδια ημερομηνία, ανασυντάσσονται και εφαρμόζεται
το άρθρο 165.
10. Οι παρ. 1 έως 6 εφαρμόζονται στα εγκεκριμένα πριν από την 5η.8.1977, ημερομηνία δημοσίευσης του
ν. 653/1977, σχέδια πόλεων, με την επιφύλαξη των παρ. 8 και 9.
Άρθρο 178
Αναλογισμός αποζημίωσης για διάνοιξη οδών άνω των τριάντα μέτρων με επίσπευση του
Δημοσίου
1. Για τη διάνοιξη, εντός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, οδών πλάτους άνω των τριάντα (30) μέτρων, των
οποίων τη διάνοιξη επισπεύδει το Δημόσιο με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας που δη-
μοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, για μεν τα τριάντα (30) μέτρα του πλάτους αυτής εφαρμόζεται
το άρθρο 165, για δε το πέραν του ορίου αυτού πλάτος δεν εφαρμόζεται η κατά τα παραπάνω επιβάρυνση του
δήμου, αλλά οι κύριοι ή συγκύριοι των ακινήτων που βρίσκονται μέσα στις κατά την παρ. 2 τρεις (3) λωρίδες
και από τις δύο (2) πλευρές της οδού συμμετέχουν στη δαπάνη για την απόκτηση του εδάφους της οδού κατά
το παρόν.
2. Παράλληλα προς τις ρυμοτομικές γραμμές κάθε πλευράς της οδού και σε αποστάσεις ανά εκατό (100)
μέτρα χαράσσονται, και από τις δύο (2) πλευρές της οδού, τρία (3) ίχνη που προσδιορίζουν ισάριθμες λωρίδες
επιρροής πλάτους εκατό (100) μέτρων εκάστη. Στις περιπτώσεις συμβολής οδών που υπάγονται στο παρόν
ή επικάλυψης των βαρυνομένων ζωνών δύο (2) τέτοιων οδών, εφαρμόζεται ανάλογα η παρ. 2 του άρθρου 2
του ν. 653/1977 ( Α’ 214).
3. Τα ποσοστά επιβάρυνσης των κατά την παρ. 2 λωρίδων επιρροής, ορίζονται σε μονάδες επί τοις εκατό,
εικοσιπέντε (25) για τα ακίνητα ή τμήματα αυτών που βρίσκονται μέσα στις δύο (2) πλησιέστερες, από τις δύο
(2) πλευρές, προς την οδό λωρίδες, δεκαπέντε (15) για τα τμήματα των ακινήτων που βρίσκονται μέσα στις
δύο (2) επόμενες λωρίδες και δέκα (10) για τα τμήματα που βρίσκονται μέσα στις δύο (2) ακραίες λωρίδες.
4. Για τον διαχωρισμό της οδού σε τμήματα και τον προσδιορισμό της μέσης ανά τετραγωνικό μέτρο
δαπάνης απόκτησης του εδάφους εφαρμόζεται ανάλογα η παρ. 4 του άρθρου 2 του ν. 653/1977. Ως πλάτος
κατάληψης της οδού λαμβάνεται εκείνο που ορίζεται από τις ρυμοτομικές γραμμές, αν δε αυτό ποικίλλει,
προσδιορίζεται με ανάλογη εφαρμογή της ίδιας διάταξης και το μέσο πλάτος της οδού ή τμήματος αυτής.
5. Οι κύριοι ή συγκύριοι ακινήτου ή τμήματος αυτού που βρίσκεται μέσα σε κάθε μία από τις κατά την
παρ. 2 λωρίδες επιρροής βαρύνονται με χρηματικό ποσό που προκύπτει βάσει του τύπου:
Π
Ε χ ε χ δ χ --- χ Λ
100
όπου:
«Ε» είναι το εμβαδόν σε τετραγωνικά μέτρα του τμήματος του ακινήτου τους που βρίσκεται μέσα σε κάθε
λωρίδα επιρροής. Για ακίνητα που έχουν ή αποκτούν πρόσωπο στην οδό και για τον λόγο αυτό υπάγονται
στο άρθρο 165, αφαιρείται το εμβαδόν που λήφθηκε υπόψη για τον προσδιορισμό της κατά το άρθρο αυτό
υποχρέωσης του ακινήτου και εφαρμόζεται ανάλογα η παρ. 5 του άρθρου 2 του ν. 653/1977 για το εμβαδόν Ε.
«ε» είναι τα κατά την παρ. 3 εκφρασμένα σε εκατοστά ποσοστά επιβάρυνσης κάθε λωρίδας επιρροής.
«δ» είναι η κατά την παρ. 4 προσδιοριζόμενη μέση ανά τετραγωνικό μέτρο δαπάνη απόκτησης του εδάφους
του αντίστοιχου τμήματος της οδού.
«Π» είναι αριθμός ίσος προς το πλάτος της οδού σε μέτρα ή και κλάσμα αυτών ή το κατά την παρ. 4 οριζό-
μενο μέσο πλάτος της οδού.
«Λ» είναι ο κατά την παρ. 6 προσδιοριζόμενος λόγος.
6. Για να βρεθεί ο λόγος Λ προσδιορίζεται το συνολικό εμβαδόν των οικοδομικών τετραγώνων που εμπί-
πτουν και στις δύο (2) ζώνες επιβάρυνσης και από τις δύο (2) πλευρές της οδού (έξι ζώνες επιρροής), δηλαδή
το σύνολο του εμβαδού των ζωνών επιβάρυνσης μετά από την αφαίρεση μόνο του εμβαδού των οδών και
πλατειών που βρίσκονται εντός αυτών, όχι, όμως, και κοινόχρηστων κήπων ή αλσών τα οποία θεωρούνται
για την εφαρμογή του παρόντος ως βαρυνόμενα ακίνητα. Με το συνολικό αυτό εμβαδόν διαιρείται το ολικό
εμβαδόν του αντίστοιχου τμήματος της οδού και το προκύπτον πηλίκο, που προσδιορίζεται με ακρίβεια μέχρι
και το δεύτερο δεκαδικό ψηφίο αυτού, αποτελεί τον λόγο Λ.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263646
7. Η επιβάρυνση των ακινήτων κατά τις πα ρ. 1 έως 6 βεβαιώνεται στο δημόσιο ταμείο και εισπράττεται
ως δημόσιο έσοδο, αποδίδεται δε κατά ένα μέρος στο Πράσινο Ταμείο για τη διάνοιξη λοιπών κοινόχρηστων
χώρων της αυτής πόλης ή ευρύτερης οικιστικής περιοχής από την οποία προέρχεται ο πόρος, και κατά ένα
μέρος στον αρμόδιο για τη χρηματοδότηση έργων υποδομής φορέα στην ίδια ευρύτερη οικιστική περιοχή. Ο
φορέας του πρώτου εδαφίου μπορεί επίσης να χρηματοδοτεί και άλλα παρόμοια έργα με πόρους ή επιχορη-
γήσεις προς αυτό, που δίνονται για τον σκοπό αυτό. Τα ποσοστά κατανομής του πόρου μεταξύ του Πράσινου
Ταμείου και του φορέα του πρώτου εδαφίου, καθώς και κάθε λεπτομέρεια του τρόπου εμφάνισης των εσόδων
αυτών ως εξειδικευμένων πόρων για ορισμένη περιοχή, ρυθμίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής
Οικονομίας και Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
8. Από την επιβάρυνση του παρόντος απαλλάσσονται το Δημόσιο και οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης
για τα πάρκα ή άλση που βρίσκονται μέσα στις ζώνες επιβάρυνσης. Το Δημόσιο απαλλάσσεται και για άλλα
ακίνητα αυτού που βρίσκονται μέσα σε οικοδομικά τετράγωνα των ζωνών επιβάρυνσης.
9. Το παρόν εφαρμόζεται ανάλογα και για τις διαπλατύνσεις των κατά την παρ. 1 οδών.
10. Η παρ. 7 του άρθρου 2 του ν. 653/1977 εφαρμόζεται και κατά τη διάνοιξη οδών κατ’ εφαρμογή του
παρόντος, με την επιφύλαξη της παρ. 7 αυτού, ως προς την απόδοση της επιβάρυνσης.
11. Στις περιπτώσεις οδών που υπάγονται στο παρόν δεν εφαρμόζεται η παρ. 9 του άρθρου 165.
Άρθρο 179
Αποβολή εγκατεστημένων
στα απαλλοτριούμενα ακίνητα
1. Όταν η διάνοιξη ή η διεύρυνση οδών, πλατειών, αλσών και γενικά κοινόχρηστων χώρων, που προβλέπο-
νται από τα εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, χαρακτηρίζεται ως επείγουσας ανάγκης και η αναγκαστική απαλλο-
τρίωση των ρυμοτομούμενων για τον παραπάνω σκοπό ακινήτων επισπεύδεται από το Δημόσιο, η αποβολή
εκείνων που είναι εγκατεστημένοι σε αυτά διατάσσεται οριστικά και τελεσίδικα με αίτηση του Δημοσίου,
συγχρόνως με τη δικαστική απόφαση που καθορίζει την προσωρινή αποζημίωση των ιδιοκτητών, με τον όρο
να έχει συντελεστεί προηγουμένως η απαλλοτρίωση σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
Το παρόν εφαρμόζεται ανάλογα και για διανοίξεις ή διευρύνσεις επαρχιακών και εθνικών οδών που βρί-
σκονται σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλης.
2. Οι δικαστικές αποφάσεις της παρ. 1 εκτελούνται μετά από πάροδο δεκαπέντε (15) ημερών από τη συ-
ντέλεση της απαλλοτρίωσης σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΩΝ ΧΩΡΩΝ ΣΕ ΠΑΛΑΙΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΩΣ - ΕΙΔΙΚΗ
ΕΙΣΦΟΡΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΡΥΜΟΤΟΜΙΚΩΝ ΣΧΕΔΙΩΝ
Άρθρο 180
Εξασφάλιση σημαντικών κοινόχρηστων χώρων σε παλαιά σχέδια πόλης
1. Για την καταβολή των αποζημιώσεων των απαλλοτριωμένων ακινήτων προς διάνοιξη βασικών οδικών
αρτηριών και άλλων σημαντικών κοινόχρηστων χώρων, όπως πλατειών, αλσών ή μεγάλων χώρων πρασίνου,
που προβλέπονται από εγκεκριμένα σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ σχέδια πόλης, επιβάλλεται υπέρ
του οικείου δήμου εφάπαξ ειδική εισφορά, η οποία κατανέμεται κατά μερίδια, σύμφωνα με το παρόν, στα
ακίνητα ολόκληρης της πολεοδομικής ενότητας στην οποία βρίσκονται οι ως άνω οδικές αρτηρίες ή κοινό-
χρηστοι χώροι, όπως η πολεοδομική αυτή ενότητα έχει προσδιοριστεί από εγκεκριμένο Γενικό Πολεοδομικό
Σχέδιο (Γ.Π.Σ.). Κατ’ εξαίρεση, με την κατά την παρ. 2 απόφαση, μπορεί να οριστεί για ορισμένες από τις ως άνω
αρτηρίες ή κοινόχρηστους χώρους, η ωφέλεια των οποίων εκτείνεται και σε άλλες πολεοδομικές ενότητες, ότι
η εισφορά κατανέμεται και στα ακίνητα που βρίσκονται και σε άλλες, μία (1) ή περισσότερες, πολεοδομικές
ενότητες που ορίζονται με την ίδια απόφαση.
2. Οι ως άνω βασικές αρτηρίες και κοινόχρηστοι χώροι πρέπει να αποτελούν σημαντικά λειτουργικά στοι-
χεία της πόλης ή της πολεοδομικής ενότητας και προσδιορίζονται εφάπαξ για κάθε πολεοδομική ενότητα με
απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, που στηρίζεται σε ειδική έκθεση των προεκτιμήσεων για τη δαπάνη
των απαλλοτριώσεων, τον αριθμό των μεριδίων στα οποία επιμερίζεται κατά το παρόν και το πιθανό ποσό
του κάθε μεριδίου.
3. Στις περιπτώσεις εφαρμογής του παρόντος, δεν εφαρμόζονται το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο
165 για τον αναλογισμό της δαπάνης και για την επιβάρυνση των οικοπέδων που έχουν ή αποκτούν πρόσωπο
στη διανοιγμένη ως άνω οδική αρτηρία ή κοινόχρηστο χώρο ούτε το άρθρο 178. Το παρόν δεν εφαρμόζεται
σε περιπτώσεις ανισόπεδων διαβάσεων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3647Τεύχος A’ 88/08.06.2026
4. Το σύνολο της ειδικής εισφοράς είναι ίσο με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των συστατικών
τους μειωμένη κατά το ποσοστό συμμετοχής του οικείου δήμου το οποίο ορίζεται σε πέντε τοις εκατό (5%) στο
σύνολο της αξίας των απαλλοτριωμένων. Η αξία αυτή προκύπτει για την πρώτη βεβαίωση της εισφοράς από
την εκτίμηση της επιτροπής του άρθρου 15 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.,
ν. 2882/2001, Α’ 17) για τις συμπληρωματικές δε βεβαιώσεις από τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις.
5. Η εισφορά κατανέμεται σε μερίδια και βαρύνει, ανάλογα με το εμβαδόν, τη ζώνη που βρίσκεται το
ακίνητο και τη χρήση του, τους κυρίους ή νομείς όλων των αυτοτελών κατοικιών ή στεγασμένων χώρων με
αυτοτελή χρήση ή αδόμητων αλλά άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων της πολεοδομικής ενότητας ή των
περισσότερων πολεοδομικών ενοτήτων που έχουν οριστεί με την απόφαση της παρ. 2.
6. α) Για την εφαρμογή της παρ. 5, η πολεοδομική ενότητα ή οι ενότητες που βρίσκεται ο προς αποζημίωση
κοινόχρηστος χώρος, κατ’ εφαρμογή του παρόντος, χωρίζεται σε τρεις (3) ζώνες:
Ζώνη Α: Περιλαμβάνει τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο στον προς αποζημίωση κοινόχρηστο χώρο. Προ-
κειμένου για διαμερίσματα, αρκεί να έχει πρόσωπο το οικόπεδο στο οποίο βρίσκονται.
Ζώνη Γ: Περιλαμβάνει ακίνητα τα οποία λόγω απόστασης ή δυσκολιών πρόσβασης από φυσικά ή τεχνητά
εμπόδια εξυπηρετούνται λιγότερο ικανοποιητικά από τα ακίνητα των δύο άλλων Ζωνών.
Ζώνη Β: Περιλαμβάνει τα ακίνητα της περιοχής που βρίσκεται μεταξύ των Ζωνών Α και Γ.
β) Το μερίδιο κάθε ακινήτου πολλαπλασιάζεται με συντελεστή: ένα (1) για ακίνητα της Ζώνης Γ, ένα κόμμα
πέντε (1,5) για ακίνητα της Ζώνης Β, και τρία (3) για ακίνητα της Ζώνης Α.
γ) Σε περίπτωση ειδικών κτιρίων, όπως ξενοδοχείων, κλινικών, βιομηχανιών, πολυκαταστημάτων, εμπορι-
κών κέντρων, σταθμών αυτοκινήτων, καθώς επίσης και των οικοπέδων ειδικής χρήσης, όπως οικοπέδων που
χρησιμοποιούνται για μάνδρες εμπορίας ή αποθήκευσης υλικών ή ανταλλακτικών, το μερίδιο, το οποίο έχει
ήδη προκύψει από την εφαρμογή της περ. β), επιβαρύνεται επιπλέον πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή δύο
(2), ανεξαρτήτως Ζώνης. Από τα ανωτέρω ειδικά κτίρια εξαιρούνται τα κτίρια κοινής ωφέλειας.
7. Ο υπολογισμός της επιβάρυνσης κάθε ιδιοκτησίας γίνεται ως εξής:
α) Το εμβαδόν κάθε ακινήτου πολλαπλασιάζεται με τον συντελεστή Ζώνης ή και ειδικής χρήσης της περ. γ)
της παρ. 6.
β) Τα προκύπτοντα μεγέθη αθροίζονται και προκύπτει το υπολογιστικό εμβαδόν (Ε).
γ) Η συνολική καταβλητέα αποζημίωση (Δ), όπως καθορίζεται σύμφωνα με την παρ. 4, διαιρούμενη με το
υπολογιστικό εμβαδόν δίνει το υπολογιστικό μερίδιο (μ), ήτοι: μ = Δ/Ε.
δ) Η ειδική εισφορά κάθε ιδιοκτησίας ισούται με το γινόμενο του μ επί το εμβαδόν της (ε), πολλαπλασια-
ζόμενο με τους συντελεστές Ζώνης ή ειδικής χρήσης.
Ειδική εισφορά = μ. ε. σ. ρ., όπου σ = 1, 1,5, 3 και όπου ρ = 1 ή 2 αν είναι κατοικία ή ειδικής χρήσης.
8. Για την εφαρμογή του παρόντος θεωρούνται:
α) Ως αυτοτελής κατοικία, κάθε οικοδομή ή τμήμα της το οποίο στεγάζει ή είναι από την κατασκευή του
προορισμένο για να στεγάσει ένα νοικοκυριό, έστω και αν δεν έχει προσδιοριστεί ως αυτοτελής διηρημένη
ιδιοκτησία κατά τον ν. 3741/1929 (Α’ 4), τον ν. 1024/1971 (Α’ 232) και τα άρθρα 1002 και 1113 του Αστικού
Κώδικα (π.δ. 456/1984, Α’ 164). Η ύπαρξη ιδιαίτερων μετρητών ηλεκτροδότησης ή υδροδότησης αποτελεί
τεκμήριο για την αυτοτέλεια της κατοικίας.
β) Ως στεγασμένος χώρος με αυτοτελή χρήση, κάθε στεγασμένος χώρος που χρησιμοποιείται ή προορίζε-
ται από την κατασκευή του να χρησιμοποιηθεί για την εκτέλεση εργασίας ή την άσκηση επαγγέλματος, όπως
κατάστημα ή εργαστήριο ή γραφείο ή για οποιαδήποτε άλλη αυτοτελή χρήση. Το τελευταίο εδάφιο της περ. α)
εφαρμόζεται ανάλογα και για τους στεγασμένους χώρους με αυτοτελή χρήση.
γ) Ως αδόμητα οικόπεδα, όλοι οι αυτοτελείς μέσα σε οικοδομήσιμα τετράγωνα χώροι, οι οποίοι δεν έχουν
κτίσματα που υπάγονται σε κάποια από τις προηγούμενες παραγράφους.
9. Για τον προσδιορισμό και τη βεβαίωση της εισφοράς ο δήμος προβαίνει στην απογραφή των βαρυνο-
μένων κατοικιών ή χώρων ή αδόμητων οικοπέδων και συντάσσει σχετικό πίνακα που αναγράφει τις κατοικίες
ή αυτοτελείς χώρους ή αδόμητα οικόπεδα της πολεοδομικής ενότητας και τους κυρίους ή νομείς τους με τις
διευθύνσεις της κατοικίας τους. Στις περιπτώσεις ειδικών χρήσεων με περισσότερα μερίδια αναγράφεται και
η ειδική χρήση. Ο πίνακας απογραφής αναρτάται στην ιστοσελίδα του δήμου και τοιχοκολλάται στο δημοτικό
κατάστημα επί ένα δίμηνο. Η ανακοίνωση για την ανάρτηση και την τοιχοκόλληση του πίνακα δημοσιεύεται σε
δύο (2) τοπικές ή περιφερειακές εφημερίδες, εφόσον εκδίδονται, και σε μία (1) ημερήσια εφημερίδα πανελλα-
δικής κυκλοφορίας. Σχετική έντυπη ειδοποίηση απευθύνεται και σε όλους τους αναφερομένους στον πίνακα
ως κυρίους ή νομείς των υποκείμενων στην εισφορά ακινήτων. Η ειδοποίηση αποστέλλεται ταχυδρομικά με
συστημένη επιστολή στους ενδιαφερομένους ιδιοκτήτες ή στους ενοίκους των κατοικιών ή χώρων, οι οποίοι
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263648
έχουν την υποχρέωση να την παραδώσουν χωρίς καθυστέρηση στους κυρίους ή τους νομείς των χώρων. Η
ειδοποίηση του έκτου εδαφίου δεν αποτελεί ουσιώδη τύπο της διαδικασίας.
10. Μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία εξήντα (60) ημερών από την τελευταία δημοσίευση στον τύπο της
κατά την παρ. 9 ανακοίνωσης, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει ένσταση κατά της εγγραφής, επισυ-
νάπτοντας και κάθε δικαιολογητικό που συσχετίζεται με τις αντιρρήσεις του κατά των εγγραφών στον πίνακα.
Σε περίπτωση αμφισβήτησης της ιδιότητας του κυρίου ή νομέα του ακινήτου, η ένσταση είναι απαράδεκτη, αν
δεν κατονομάζει τον πραγματικό κύριο ή νομέα, εφόσον την ένσταση την προβάλλει αυτός που στην κατοχή
του βρίσκεται το ακίνητο.
11. Για τις ενστάσεις αποφασίζει το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο εγκρίνει τον οριστικό πίνακα απογρα-
φής, ο οποίος αναρτάται, τοιχοκολλάται και ανακοινώνεται όπως και ο αρχικός πίνακας και αποτελεί τον τίτλο
βεβαίωσης της εισφοράς.
12. Για την πραγματοποίηση της απαλλοτρίωσης των ακινήτων κατά το παρόν, αντί των προβλεπομένων
στις ισχύουσες διατάξεις πράξεων αναλογισμού, συντάσσεται κτηματολόγιο και κτηματολογικός πίνακας,
σύμφωνα με τον Κ.Α.Α.Α.. Η διαδικασία για τη σύνταξη των στοιχείων αυτών κινείται από τον οικείο δήμο
αμέσως μετά από τον κατά την παρ. 3 προσδιορισμό των διανοιγόμενων, βάσει του παρόντος, αρτηριών και
κοινόχρηστων χώρων. Η δαπάνη για τη σύνταξη των στοιχείων αυτών βαρύνει τον οικείο δήμο, ο οποίος
αμέσως μετά από την οριστικοποίηση των στοιχείων αυτών ζητεί την εκτίμηση της εκτιμητικής επιτροπής
του άρθρου 15 του Κ.Α.Α.Α. και επισπεύδει την περαιτέρω διαδικασία για τη βεβαίωση της εισφοράς και την
πραγματοποίηση των απαλλοτριώσεων. Τα άρθρα 146 έως 152 για την προσκύρωση και τακτοποίηση των
οικοπέδων εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις του παρόντος.
13. Η εισφορά βεβαιώνεται μετά από την εκτίμηση της εκτιμητικής επιτροπής στην ταμειακή υπηρεσία του
οικείου δήμου και εισπράττεται, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις για την είσπραξη των εσόδων δήμων.
Εισφορά μέχρι πενήντα εννέα (59) ευρώ καταβάλλεται από τον υπόχρεο εφάπαξ μέσα σε τρεις (3) μήνες από
την ειδοποίησή του για τη σχετική βεβαίωση. Εισφορά μεγαλύτερη από το ποσό αυτό καταβάλλεται σε οκτώ
(8) το πολύ ίσες τριμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες όμως καμιά δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ποσό
αυτό. Μετά από τον δικαστικό προσδιορισμό των προσωρινών τιμών μονάδας, ο δήμος αναπροσδιορίζει το
ποσό της εισφοράς και προβαίνει σε συμπληρωματική βεβαίωση. Σε συμπληρωματικές, επίσης, βεβαιώσεις
προβαίνει ο δήμος και σε κάθε περίπτωση που διαπιστωθεί δικαστικά διαφορά προσώπων υπόχρεων. Για την
καταβολή των συμπληρωματικά βεβαιουμένων εισφορών σε δόσεις εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο.
14. Η εισφορά και το ποσό της κατά την παρ. 4 συμμετοχής του οικείου δήμου φέρονται στον προϋπολο-
γισμό εσόδων του δήμου με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό και χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την καταβολή
των αποζημιώσεων απαλλοτρίωσης των κοινοχρήστων χώρων, για τους οποίους έγιναν ο υπολογισμός και η
βεβαίωση της εισφοράς. Χρησιμοποίηση του προϊόντος είσπραξης της εισφοράς για άλλους σκοπούς συνιστά,
εκτός των άλλων συνεπειών, και βαριά, κατά τον Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), παράβαση καθήκοντος
για όλα τα όργανα του δήμου, αιρετά ή μη, που συμπράττουν στην ανεπίτρεπτη χρησιμοποίηση.
15. Όταν αρχίσει η πραγματοποίηση εσόδων από την είσπραξη της εισφοράς, ο δήμος ζητεί από το αρ-
μόδιο δικαστήριο τον προβλεπόμενο στις σχετικές διατάξεις προσωρινό προσδιορισμό της τιμής μονάδας
και στη συνέχεια παρακαταθέτει σταδιακά και τμηματικά, ανάλογα με το διαθέσιμο προϊόν της εισφοράς, τις
οικείες αποζημιώσεις για τη συντέλεση των απαλλοτριώσεων και τη διάνοιξη των κοινόχρηστων χώρων για
τους οποίους προορίζεται η εισφορά.
16. Στην περίπτωση που η εισφορά προσδιορίστηκε και βεβαιώθηκε για μέρος μόνο των βασικών πλατειών
και οδών μιας πολεοδομικής ενότητας, που έχουν προσδιοριστεί σύμφωνα με την παρ. 2, επαναλαμβάνεται
η διαδικασία για τις επόμενες μερικά ή ολικά.
Άρθρο 181
Κατάθεση αποζημίωσης ρυμοτομουμένων από τρίτους
1. Επιτρέπεται ύστερα από έγκριση του οικείου δημοτικού συμβουλίου σε οποιοδήποτε πρόσωπο, σύμφωνα
με τα οριζόμενα κατωτέρω, να προκαταβάλει για λογαριασμό των υποχρέων την αποζημίωση για τη συντέλεση
της απαλλοτρίωσης ακινήτων, που προβλέπονται στα εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια ως κοινόχρηστοι χώροι.
2. Αν το πρόσωπο στο οποίο επετράπη η κατάθεση της αποζημίωσης δεν καταθέσει τη σχετική αποζημί-
ωση μέσα στην προθεσμία που τάσσεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο κατά την παροχή της έγκρισης
της παρ. 1, επιβάλλεται, με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου, πρόστιμο μέχρι πέντε χιλιάδες οκτακόσια
εβδομήντα (5.870) ευρώ το οποίο εισπράττεται από τον δήμο.
3. Οι παρόδιοι ιδιοκτήτες οι οποίοι, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, είναι υπόχρεοι για την αποζημίωση
του ρυμοτομουμένου υποχρεούνται να καταβάλουν την αποζημίωση που τους αναλογεί στο πρόσωπο που
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3649Τεύχος A’ 88/08.06.2026
κατέθεσε την αποζημίωση για λογαριασμό τους. Με την καταβολή αυτή θεωρείται ότι οι παρόδιοι εκπλήρωσαν
τις υποχρεώσεις τους λόγω ρυμοτομίας.
4. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ρυθμίζονται η διαδικασία υποβολής της αίτη-
σης προς το δημοτικό συμβούλιο και τα στοιχεία που τη συνοδεύουν, ο τρόπος και η διαδικασία επιβολής και
είσπραξης του προστίμου, ο τρόπος και η διαδικασία ειδοποίησης των υπόχρεων παροδίων για την καταβολή
στον δήμο της αποζημίωσης που τους αναλογεί, τα κριτήρια και η διαδικασία επιβολής του προσώπου το οποίο
καταθέτει την αποζημίωση, σε περίπτωση περισσοτέρων ενδιαφερομένων, και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια
για την εφαρμογή του άρθρου αυτού.
Άρθρο 182
Ειδική εισφορά εφαρμογής ρυμοτομικών σχεδίων
1. Στις περιπτώσεις της παρ. 1 του άρθρου 184, καθώς και στις περιπτώσεις στις οποίες έχουν παρέλθει
τουλάχιστον δέκα (10) έτη από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο καθορίστηκε το ακίνητο ως
κοινόχρηστος χώρος, πλην οδών, εξαιρουμένων των τμημάτων τους που συνέχονται με πλατείες και χώρους
πρασίνου, είναι δυνατόν με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου να εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις
του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’ 17) αντί των διατάξεων περί
ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων. Για την εξασφάλιση των προς απαλλοτρίωση ακινήτων για τη δημιουργία των
παραπάνω κοινόχρηστων χώρων, καταβάλλεται με επίσπευση του οικείου δήμου το σύνολο της αποζημίωσης,
όπως αυτή καθορίζεται είτε δικαστικά, είτε εξωδικαστικά, μέχρι ύψους που υπολογίζεται βάσει του συστήματος
αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών.
2. α) Από την κατά τα ανωτέρω αποζημίωση ποσοστό ίσο προς το τριάντα τοις εκατό (30%) της αξίας των
προς απαλλοτρίωση ή απόκτηση ακινήτων βαρύνει τον προϋπολογισμό του δήμου, ενώ το υπόλοιπο εβδο-
μήντα τοις εκατό (70%) κατανέμεται και βαρύνει, ως ειδική εισφορά, ανάλογα με το εμβαδό του οικοπέδου,
τους κύριους ή νομείς όλων των άρτιων και οικοδομήσιμων οικοπέδων, των οικοδομικών τετραγώνων πού
έχουν πλευρά έστω και σημειακά στον προς αποζημίωση κοινόχρηστο χώρο, καθώς και των ακινήτων που
βρίσκονται εντός ή τέμνονται από τον τομέα που προσδιορίζεται από κλειστή τεθλασμένη γραμμή, η οποία
χαράσσεται σε απόσταση διακόσια πενήντα (250) μέτρα από τα όρια του προς διάνοιξη κοινόχρηστου χώρου.
Όταν ο προς διάνοιξη κοινόχρηστος χώρος έχει ευρύτερη σημασία για την πολεοδομική ενότητα ή και την πόλη
γενικότερα η απόσταση μπορεί να αυξάνεται αναλόγως δυναμένη να φτάνει τα πεντακόσια (500) μέτρα. Με
απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του δήμου καθορίζεται για κάθε κοινόχρηστο χώρο, το ακριβές μέγεθος
της παραπάνω απόστασης. Ειδικότερα το μερίδιο των ακινήτων που έχουν πρόσωπο στον προς αποζημίωση
κοινόχρηστο χώρο επιβαρύνεται επιπλέον, πολλαπλασιαζόμενο με συντελεστή τρία (3). Το μερίδιο ακινήτων
στα οποία υπάρχουν κτίρια κηρυγμένα ως διατηρητέα ή ως μνημεία μειώνεται κατά εξήντα τοις εκατό (60%).
β) Με την έναρξη της διαδικασίας τροποποίησης του σχεδίου, σύμφωνα με την παρ. 1, ο δήμος προβαίνει
στη σύνταξη πίνακα απογραφής των περιλαμβανομένων ακινήτων στον οποίο αναγράφονται οι κύριοι ή νομείς
τους με τις διευθύνσεις της κατοικίας τους, για τον προσδιορισμό και βεβαίωση της εισφοράς. Ο πίνακας απο-
γραφής τοιχοκολλάται στο κατάστημα του δήμου και μπορεί να αναρτάται στην ιστοσελίδα του επί ένα δίμηνο.
Η ανακοίνωση για την τοιχοκόλληση του πίνακα δημοσιεύεται σε δύο (2) τοπικές ή περιφερειακές εφημερίδες,
εφόσον εκδίδονται, και σε μία (1) ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας. Σχετική έντυπη ειδοποίη-
ση απευθύνεται και σε όλους τους αναφερομένους στον πίνακα ως κυρίους ή νομείς των υποκείμενων στην
ειδική εισφορά ακινήτων. Η ειδοποίηση αποστέλλεται και ταχυδρομικά ή επιδίδεται στους ενδιαφερόμενους
ιδιοκτήτες ή στους ενοίκους των κτιρίων ή χώρων, ή τον διαχειριστή αυτών, οι οποίοι έχουν την υποχρέωση
να την παραδώσουν χωρίς καθυστέρηση στους κυρίους ή τους νομείς αυτών.
γ) Η εισφορά εισπράττεται ως δημοτικό τέλος, με βάση τις επιφάνειες των ακινήτων που έχουν καταγραφεί για
τον υπολογισμό του τέλους ακίνητης περιουσίας (Τ.Α.Π.) που χρησιμοποιούνται και για τη σύνταξη του παραπάνω
πίνακα. Εφόσον έχει συνταχθεί κτηματολόγιο ή κτηματογράφηση, χρησιμοποιούνται τα σχετικά στοιχεία αυτών.
3. Μέσα σε ανατρεπτική προθεσμία τριάντα (30) ημερών από την τελευταία δημοσίευση στον τύπο της,
κατά την παρ. 2 ανακοίνωσης, κάθε ενδιαφερόμενος μπορεί να ασκήσει ένσταση κατά της εγγραφής, επισυνά-
πτοντας και κάθε δικαιολογητικό που συσχετίζεται με τις αντιρρήσεις του κατά των εγγραφών στον πίνακα. Σε
περίπτωση αμφισβήτησης της ιδιοκτησίας του κυρίου ή νομέα του ακινήτου, η ένσταση είναι απαράδεκτη, αν
δεν κατονομάζει τον πραγματικό κύριο ή νομέα, εφόσον την ένσταση την προβάλλει αυτός που στην κατοχή
του βρίσκεται το ακίνητο.
4. Για τις ενστάσεις αποφασίζει, εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από τη λήξη της προθεσμίας της
παρ. 3, το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο εγκρίνει τον οριστικό πίνακα απογραφής, ο οποίος τοιχοκολλάται
και ανακοινώνεται όπως και ο αρχικός πίνακας και αποτελεί τον τίτλο βεβαίωσης της εισφοράς.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263650
5. Η εισφορά βεβαιώνεται βάσει αντικειμενικών αξιών και εισπράττεται υπέρ του οικείου δήμου,
σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις για την είσπραξη των εσόδων των δήμων. Εισφορά μέχρι
πεντακοσίων (500) ευρώ καταβάλλεται από τον υπόχρεο εφάπαξ μέσα σε τρεις (3) μήνες από την ειδο-
ποίηση του για τη σχετική βεβαίωση. Εισφορά μεγαλύτερη από το ποσό αυτό καταβάλλεται σε οκτώ (8)
το πολύ ίσες τριμηνιαίες δόσεις, από τις οποίες όμως καμία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από το ποσό
αυτό, πλην της τελευταίας (υπόλοιπο). Μετά τον δικαστικό προσδιορισμό των προσωρινών τιμών μονά-
δας, ο δήμος αναπροσδιορίζει το ποσό της εισφοράς και προβαίνει σε συμπληρωματική βεβαίωση. Σε
συμπληρωματικές, επίσης, βεβαιώσεις προβαίνει ο δήμος και σε κάθε περίπτωση που διαπιστωθεί δικα-
στικά διαφορά προσώπων υπόχρεων. Για την καταβολή των συμπληρωματικά βεβαιούμενων εισφορών
σε δόσεις εφαρμόζεται το τρίτο εδάφιο.
6. Η εισφορά και το ποσό της κατά την παρ. 1 συμμετοχής του οικείου δήμου φέρονται στον προϋπολο-
γισμό εσόδων του δήμου με ιδιαίτερο κωδικό αριθμό και χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την καταβολή
των αποζημιώσεων απαλλοτρίωσης των κοινόχρηστων χώρων, για τους οποίους έγινε ο υπολογισμός και η
βεβαίωση της εισφοράς. Χρησιμοποίηση του προϊόντος είσπραξης της εισφοράς για άλλους σκοπούς συνιστά,
εκτός των άλλων συνεπειών, και βαριά παράβαση καθήκοντος κατά τον Ποινικό Κώδικα (ν. 4619/2019, Α ’ 95)
για όλα τα όργανα του δήμου, αιρετά ή μη, που συμπράττουν στην ανεπίτρεπτη χρησιμοποίηση.
7. Όταν αρχίσει η πραγματοποίηση εσόδων από την είσπραξη της εισφοράς ο δήμος ζητά από το αρμόδιο
δικαστήριο, εφόσον απαιτείται, τον προβλεπόμενο στις σχετικές διατάξεις προσωρινό προσδιορισμό της τι-
μής μονάδας και στη συνέχεια παρακαταθέτει σταδιακά και τμηματικά, ανάλογα με το διαθέσιμο προϊόν της
εισφοράς, τις σχετικές αποζημιώσεις για τη συντέλεση των απαλλοτριώσεων και τη διάνοιξη των κοινόχρηστων
χώρων για τους οποίους προορίζεται η εισφορά.
8. Στην περίπτωση που η εισφορά προσδιορίστηκε και βεβαιώθηκε για τμήμα μόνο της επιφάνειας του
κοινοχρήστου χώρου, σύμφωνα με το παρόν, επαναλαμβάνεται η διαδικασία για το υπόλοιπο τμήμα της
επιφάνειάς του μερικά ή ολικά.
9.α) Οι παρ. 1 έως 8 εφαρμόζονται υποχρεωτικά σε σχέδια που εγκρίθηκαν με τις διατάξεις περί εισφορών
των ιδιοκτησιών σε γη και χρήμα, για τα ακίνητα ή τα τμήματα των ακινήτων που είναι προς απαλλοτρίωση,
μετά από την κύρωση της πράξης εφαρμογής του πολεοδομικού σχεδίου και εφόσον τα ακίνητα αυτά δεν
έχουν αποκατασταθεί.
β) Η παρ. 2 εφαρμόζεται υποχρεωτικά σε απαλλοτριώσεις για τη δημιουργία ή τη διάνοιξη κοινόχρηστων
χώρων, πλην οδών, εξαιρουμένων των τμημάτων τους που συνέχονται με πλατείες και χώρους πρασίνου, που
έχουν κηρυχθεί σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο 165 και δεν έχουν συντελεστεί ή εκκρε-
μούν κατ’ αυτών ενστάσεις ή προσφυγές ενώπιον των αρμοδίων δικαστηρίων ή διοικητικών αρχών. Εκκρεμείς
πράξεις αναλογισμού που έχουν συνταχθεί σύμφωνα με το Τμήμα VI του Μέρους Α’ και το άρθρο 165 για τις
απαλλοτριώσεις του προηγούμενου εδαφίου ανακαλούνται αυτοδίκαια. Στις περιπτώσεις που οι δικαιούχοι
αποζημίωσης είναι και υπόχρεοι αποζημίωσης ή ειδικής εισφοράς, επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και
υποχρεώσεων. Kαταβληθέντα ποσά λόγω αυταποζημίωσης δεν αναζητούνται.
10. Το Πράσινο Ταμείο μπορεί να χρηματοδοτεί από τους πόρους του τους δήμους για την απόκτηση και
αποζημίωση των κοινοχρήστων αυτών χώρων. Ποσοστό ίσο προς το εβδομήντα τοις εκατό (70%) της χρημα-
τοδότησης, το οποίο εισπράττεται από τον οικείο δήμο ως ειδική εισφορά επιστρέφεται στο Πράσινο Ταμείο
και μπορεί να επαναχορηγείται στον δήμο για την εκτέλεση μελετών και έργων διαμόρφωσης των υπόψη
κοινοχρήστων χώρων ή για τη χρηματοδότηση της αποζημίωσης άλλων κοινοχρήστων χώρων του σχεδίου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
ΑΡΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΝΕΠΙΒΟΛΗ ΑΝΑΓΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΑΛΛΟΤΡΙΩΣΗΣ
Άρθρο 183
Ορισμοί
Για τις ανάγκες του παρόντος Κεφαλαίου ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1. «Ρυμοτομική απαλλοτρίωση»: η απαλλοτρίωση που επιβάλλεται επί ακινήτων κατά την έγκριση ρυμο-
τομικού σχεδίου στη διαδικασία πολεοδομικού σχεδιασμού, με σκοπό να δημιουργηθούν επ’ αυτών οι κοι-
νόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι που προβλέπονται στο οικείο σχέδιο ή την εφαρμογή αυτού. Εάν, κατά την
έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, επιβλήθηκε στα ακίνητα εισφορά σε γη, ως ρυμοτομική απαλλοτρίωση
νοείται η ρυμοτόμηση του κάθε ακινήτου στον βαθμό που υπερβαίνει την εισφορά σε γη που του αναλογεί.
2. «Κήρυξη ή επιβολή της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης»: η δέσμευση επί ενός ακινήτου που επέρχεται με
την έκδοση της διοικητικής πράξης που εγκρίνει το ρυμοτομικό σχέδιο, χαρακτηρίζει τους κοινόχρηστους ή
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3651Τεύχος A’ 88/08.06.2026
κοινωφελείς χώρους και εγκρίνει τις ρυμοτομικές γραμμές που καθορίζουν τη θέση και την ειδικότερη χρήση
τους, ή άλλης διοικητικής πράξης, διά της οποίας καθορίζεται ότι ένα ακίνητο πρόκειται να αξιοποιηθεί, εν
όλω ή εν μέρει, για τη δημιουργία κοινόχρηστων ή κοινωφελών χώρων.
3. «Άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης»: η άρση του ρυμοτομικού βάρους ή δέσμευσης που έχει επιβληθεί
στο ακίνητο, λόγω παρέλευσης εύλογου χρόνου χωρίς να καταβληθεί αποζημίωση. Η άρση της ρυμοτομικής
απαλλοτρίωσης γίνεται είτε αυτοδικαίως είτε κατόπιν δικαστικής απόφασης.
4. «Επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης»: ο επαναχαρακτηρισμός ως κοινόχρηστου ή κοινωφελούς
χώρου του συνόλου ή μέρους ενός ακινήτου μετά από την άρση της απαλλοτρίωσης αυτού, ο οποίος επιτρέπε-
ται μόνο λόγω της αυξημένης πολεοδομικής αναγκαιότητας του χώρου και υπό την προϋπόθεση, ότι ο φορέας
υπέρ ου η απαλλοτρίωση έχει αποδεδειγμένα τη δυνατότητα να καταβάλει άμεσα τη σχετική αποζημίωση.
Άρθρο 184
Άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
1. Η ρυμοτομική απαλλοτρίωση αίρεται αυτοδικαίως, χωρίς να απαιτείται η έκδοση σχετικής διαπιστωτικής
πράξης, αν παρέλθουν:
α) δεκαπέντε (15) έτη από την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, με το οποίο αυτή επιβλήθηκε για πρώτη
φορά, ή
β) πέντε (5) έτη από την κύρωση της σχετικής πράξης εφαρμογής ή πράξης αναλογισμού, ή
γ) δεκαοκτώ (18) μήνες από τον καθορισμό τιμής μονάδας, σύμφωνα με τα άρθρα 18 έως 20 του Κώδικα
Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ν. 2882/2001, Α ’ 17).
2. Μετά από την άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ο ιδιοκτήτης, με αίτηση προς τον οικείο δήμο,
δύναται να ζητήσει την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, προκειμένου η ιδιοκτησία του να καταστεί
οικοδομήσιμη. Η αίτηση, στην οποία γίνεται συνοπτική περιγραφή της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, πρέπει
να συνοδεύεται από δικαιολογητικά που αποδεικνύουν την κυριότητα του αιτούντος επί του ακινήτου.
3.α) Το οικείο δημοτικό συμβούλιο, εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την κατάθεση της αίτησης της παρ. 2,
είτε αποδέχεται την αίτηση και εκκινεί τη διαδικασία τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου είτε προτείνει
στον οικείο περιφερειάρχη την εκ νέου επιβολή της αρθείσας ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης για τον ίδιο σκοπό
ή τη μερική επανεπιβολή της. Ειδικότερα, το δημοτικό συμβούλιο μπορεί, σταθμίζοντας τις πολεοδομικές
ανάγκες και τις οικονομικές δυνατότητες του δήμου, είτε να προτείνει τη μερική επανεπιβολή της αρθείσας
απαλλοτρίωσης είτε να αποφασίσει την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, σύμφωνα με την αίτηση
του ιδιοκτήτη. Το δημοτικό συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να προτείνει την τροποποίηση του ρυμοτομικού
σχεδίου μετά από αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ακόμη και αν δεν έχει προηγηθεί αίτηση
του ιδιοκτήτη του ακινήτου, όταν κρίνει ότι δεν συντρέχουν σοβαροί πολεοδομικοί λόγοι, που επιβάλλουν τη
διατήρηση του ακινήτου ή μέρους αυτού ως κοινόχρηστου ή κοινωφελούς χώρου.
β) Η ολική ή μερική επανεπιβολή της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης είναι δυνατή μόνο, όταν συντρέχουν
σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
βα) σοβαροί πολεοδομικοί λόγοι επιβάλλουν τη διατήρηση του ακινήτου ή μέρους αυτού ως κοινόχρηστου
ή κοινωφελούς χώρου, και
ββ) ο οικείος δήμος διαθέτει την οικονομική δυνατότητα για την άμεση καταβολή της προσήκουσας απο-
ζημίωσης στους δικαιούχους, που αποδεικνύεται με την εγγραφή της προσήκουσας αποζημίωσης σε ειδικό
κωδικό στον προϋπολογισμό του οικείου δήμου. Ως προσήκουσα αποζημίωση ορίζεται η υπολογιζόμενη με
βάση το σύστημα αντικειμενικών αξιών του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών κατά το ημε-
ρολογιακό έτος υποβολής της αίτησης. Η σχετική εγγραφή δαπάνης στον προϋπολογισμό του οικείου δήμου
γίνεται ταυτοχρόνως με εγγραφή ισόποσου εσόδου από χρηματοδότηση που προέρχεται από το Πράσινο
Ταμείο, εφόσον αυτή έχει εγκριθεί εντός της προθεσμίας της παρούσας. Τα παραπάνω εφαρμόζονται αναλό-
γως και στην περίπτωση, που η απαλλοτρίωση γίνεται για τη δημιουργία κοινωφελούς χώρου και ο αρμόδιος
φορέας είναι άλλος, πλην του δήμου.
4. Αν ο αρμόδιος για την απαλλοτρίωση είναι άλλος φορέας, πλην του δήμου, και δεν έχει την οικονομική
δυνατότητα για άμεση καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης, και αν ο δήμος κρίνει ότι υφίστανται σοβαροί
πολεοδομικοί λόγοι για τη διατήρηση του ακινήτου ως κοινωφελούς χώρου, δύναται, μετά από έγκριση του
αρμόδιου φορέα, ο δήμος να καταβάλει τη σχετική δαπάνη από τον προϋπολογισμό του και εν συνεχεία να
την αναζητήσει από τον αρμόδιο φορέα.
5. Για τις ιδιοκτησίες της παρ. 2 δύναται να εκδίδεται άδεια για πάσης φύσης εργασίες αποκατάστασης
και αισθητικής, λειτουργικής ή ενεργειακής αναβάθμισης, ιδίως επισκευής, συντήρησης, στατικής ενίσχυσης,
ανακαίνισης, σύνδεσης με δίκτυα κοινής ωφελείας, σε νομίμως υφιστάμενες οικοδομές, εφόσον αυτές δεν
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263652
κείνται στο ρυμοτομούμενο τμήμα του ακινήτου και δεν επέρχεται αύξηση των πολεοδομικών όγκων, μη
λαμβανομένων υπόψη αυξήσεων στην περιμετρική φέρουσα τοιχοποιία, από εργασίες εξωτερικής θερμο-
μόνωσης και από ανακατασκευή στέγης, κατά την περ. 80 του άρθρου 197.
Άρθρο 185
Επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
1. Η πρόταση της παρ. 3 του άρθρου 184 διαβιβάζεται στον αρμόδιο περιφερειάρχη. Αν, δι’ αυτής προτείνε-
ται η ολική ή μερική επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης, ο περιφερειάρχης λαμβάνει απόφαση εντός τεσσάρων
(4) μηνών από την ημερομηνία της συνεδρίασης του δημοτικού συμβουλίου. Η απόφαση περιλαμβάνει το
εμβαδόν του ρυμοτομούμενου τμήματος της ιδιοκτησίας, προκειμένου να καθοριστεί η αποζημίωση και δη-
μοσιεύεται, χωρίς άλλες διατυπώσεις, στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Μετά από την έκδοση της απόφασης
επανεπιβολής της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ο οικείος δήμος είτε παρακαταθέτει, εντός προθεσμίας δεκα-
οκτώ (18) μηνών, την προσήκουσα αποζημίωση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων υπέρ δικαιούχου,
σύμφωνα με το άρθρο 8 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν . 2882/2001, Α’ 17)
είτε εκδίδει χρηματικό ένταλμα πληρωμής της προσήκουσας αποζημίωσης στον ιδιοκτήτη. Για ρυμοτομικές
απαλλοτριώσεις, οι οποίες έχουν επανεπιβληθεί από την 1η Σεπτεμβρίου 2022 έως την 1η Μαΐου 2024 και
αφορούν αποκλειστικά κοινόχρηστους χώρους, και προκειμένου να καταστεί δυνατή η διατήρηση σημαντικών
τέτοιων χώρων από τους δήμους με γνώμονα τη διασφάλιση καλύτερης ποιότητας ζωής για τους πολίτες, η
προθεσμία για την καταβολή της προσήκουσας αποζημίωσης είναι τριάντα έξι (36) μήνες από τη δημοσίευση
της απόφασης επανεπιβολής της απαλλοτρίωσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εφόσον οι φερόμενοι
ως δικαιούχοι υποβάλουν εγγράφως δήλωση, εντός ενός (1) μηνός από την 1η Μαΐου 2024, με την οποία
δηλώνουν ότι επιθυμούν τη διατήρηση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης και η δήλωσή τους γίνει αποδεκτή
με απόφαση του δημοτικού συμβουλίου του οικείου δήμου.
Παράβαση οποιασδήποτε από τις παραπάνω προθεσμίες, έχει ως συνέπεια την αυτοδίκαιη οριστική άρση
της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης. Η παράβαση αυτή μπορεί να διαπιστώνεται με πράξη του γραμματέα της
οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης, μετά από σχετικό αίτημα του ενδιαφερομένου.
2. Ο δικαιούχος της αποζημίωσης, ακόμη και αν εισπράξει την προσήκουσα αποζημίωση, δικαιούται, εντός
έξι (6) μηνών από την παρακατάθεσή της ή την έκδοση του χρηματικού εντάλματος πληρωμής, να ασκήσει
ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων αίτηση για τον προσδιορισμό προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδας
απαλλοτρίωσης, στρεφόμενος κατά του οικείου δήμου σύμφωνα με τον Κ.Α.Α.Α.. Μετά από την παρέλευση της
προθεσμίας αυτής συνάγεται αποδοχή της προσήκουσας αποζημίωσης από τον ιδιοκτήτη και η ρυμοτομική
απαλλοτρίωση θεωρείται συντελεσθείσα. Το ίδιο δικαίωμα διατηρεί και ο οικείος δήμος.
3. Δεύτερη επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης επί του αυτού ακινήτου, ολική ή μερική, δεν επιτρέπεται.
Άρθρο 186
Τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου σε περίπτωση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
1. Αν το δημοτικό συμβούλιο προτείνει προς τον αρμόδιο περιφερειάρχη την τροποποίηση του ρυμοτομικού
σχεδίου, σύμφωνα με την αίτηση της παρ. 2 του άρθρου 184 ή τη μερική επανεπιβολή της απαλλοτρίωσης, ο
δήμος κινεί υποχρεωτικά τη διαδικασία τροποποίησης του ρυμοτομικού σχεδίου, προκειμένου να καταστεί
οικοδομήσιμο το ακίνητο ή το μέρος αυτού που δεν είναι πλέον υπό απαλλοτρίωση ή για το οποίο δεν συ-
ντρέχει περίπτωση επανεπιβολής της απαλλοτρίωσης.
2. Εντός έξι (6) μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία η απαλλοτρίωση ήρθη ή επανεπιβλήθηκε με-
ρικώς, η αρμόδια υπηρεσία συντάσσει τοπογραφικό διάγραμμα εξαρτημένο στο σύστημα συντεταγμένων
ΕΓΣΑ ’87, στο οποίο αποτυπώνονται τα όρια της ιδιοκτησίας που βρίσκεται υπό ρυμοτομική απαλλοτρίωση
και οριοθετημένα ή μη υδατορέματα, εγκεκριμένοι αρχαιολογικοί χώροι, οριογραμμές αιγιαλού, παραλίας, πα-
λαιού αιγιαλού, όχθης, παρόχθιας ζώνης και παλαιάς όχθης και δουλείες διέλευσης εναέριων γραμμών υψηλής
τάσης ή αγωγού φυσικού αερίου και όλα τα απαραίτητα στοιχεία και τις προδιαγραφές των διαγραμμάτων της
τροποποίησης ρυμοτομικών σχεδίων, καθώς και την πρόταση τροποποίησης του εγκεκριμένου ρυμοτομικού
σχεδίου, προκειμένου το ακίνητο να καταστεί οικοδομήσιμο. Αν προκύπτει η ύπαρξη μη οριοθετημένου υδα-
τορέματος, το διάγραμμα συνοδεύεται από πρόταση καθορισμού οριογραμμών υδατορεμάτων, σύμφωνα
με τον ν. 4258/2014 (Α’ 94). Σε περίπτωση άπρακτης παρέλευσης της ανωτέρω προθεσμίας, το τοπογραφικό
συντάσσεται με επιμέλεια του αιτούντος, ο οποίος δικαιούται να εισπράξει από τον δήμο την καταβολή της
σχετικής δαπάνης. Το τοπογραφικό θεωρείται από την αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία, ως προς την ισχύ των
αναγραφόμενων στοιχείων του ρυμοτομικού σχεδίου.
3. Με βάση την προτεινόμενη τροποποίηση του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, που συνοδεύει το
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3653Τεύχος A’ 88/08.06.2026
διάγραμμα της παρ. 2 του παρόντος, ο δεσμευμένος χώρος μετατρέπεται σε οικοδομήσιμο, τηρώντας τη
διαδικασία αναθεώρησης ρυμοτομικού σχεδίου του άρθρου 60.
4. Σε περιπτώσεις σχεδίων πόλης που εγκρίθηκαν με το Τμήμα VI του Μέρους Α’, η εισφορά σε γη που επι-
βάλλεται κατά την τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου, προκειμένου το ακίνητο να καταστεί οικοδομήσιμο
για πρώτη φορά, υπολογίζεται σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 2 του άρθρου 140.
Άρθρο 187
Ειδικές περιπτώσεις
1. Δεν υπάγονται στα άρθρα 183 έως 185 ιδιοκτησίες που χαρακτηρίστηκαν ως κοινόχρηστοι χώροι από
το ρυμοτομικό σχέδιο ή μεταγενέστερα υπήχθησαν σε ειδικό καθεστώς που απαγορεύει τη μετατροπή τους
σε οικοδομήσιμο χώρο, όπως το προβλεπόμενο σε διατάξεις περί ρεμάτων, αιγιαλού και παραλίας, ζωνών
προστασίας και αστικών αλσών.
2. Δεν υπάγονται στις διατάξεις των άρθρων 183 έως 185 ρυμοτομούμενα τμήματα ιδιοκτησιών που
παραχωρήθηκαν άτυπα και διανοίχτηκαν επ’ αυτών εν τοις πράγμασι κοινόχρηστοι δρόμοι, προκειμένου
να καταστεί οικοδομήσιμο το υπόλοιπο τμήμα της ιδιοκτησίας, με αποτέλεσμα είτε να εκδοθεί οικοδομική
άδεια είτε να μεταβιβαστεί ως άρτιο και οικοδομήσιμο. Ως προς τα ακίνητα αυτά εφαρμόζεται το άρθρο 194.
Ομοίως, δεν υπάγονται τμήματα ιδιοκτησιών που παραχωρήθηκαν με συμβολαιογραφική πράξη στον οικείο
δήμο, προκειμένου να διανοιγεί δρόμος, αλλά αυτός δεν διανοίχτηκε. Στις περιπτώσεις αυτές, οι θιγόμενοι
ιδιοκτήτες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης μόνο για τη στέρηση της ιδιοκτησίας τους.
3. Συνεταιρισμοί που επέσπευσαν ρυμοτομικά σχέδια, οι κοινόχρηστοι χώροι των οποίων περιήλθαν
αυτοδίκαια στους δήμους, σύμφωνα με το άρθρο 193, είναι υπόχρεοι για την αποζημίωση ιδιοκτητών, των
οποίων οι ιδιοκτησίες εντάχθηκαν στο σχέδιο ως κοινόχρηστοι χώροι, για τη στέρηση της ιδιοκτησίας τους.
Αν ο συνεταιρισμός έχει διαλυθεί, στις υποχρεώσεις του υπεισέρχεται ο οικείος δήμος.
Άρθρο 188
Επιχειρησιακό σχέδιο για την εξασφάλιση κοινοχρήστων και κοινωφελών χώρων
1. Για τον προγραμματισμό της ολοκλήρωσης της εφαρμογής του σχεδίου πόλης και την απόκτηση των
χαρακτηρισμένων κοινόχρηστων και κοινωφελών χώρων, οι δήμοι καταρτίζουν επιχειρησιακό σχέδιο, στο
οποίο καταγράφονται και κατηγοριοποιούνται οι χαρακτηρισμένοι από το σχέδιο πόλης κοινόχρηστοι και
κοινωφελείς χώροι. Οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι των οποίων δεν έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση
ιεραρχούνται, ανά δήμο ή δημοτική ενότητα ή δημοτική κοινότητα, ως προς την αναγκαιότητα υλοποίησής
τους, βάσει της πολεοδομικής σημασίας τους για την πόλη.
2. Οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, για τους οποίους δεν έχει συντελεστεί η απαλλοτρίωση διακρίνονται σε:
α) χώρους, για τους οποίους έχει αρθεί η ρυμοτομική απαλλοτρίωση δυνάμει δικαστικής απόφασης,
β) χώρους, για τους οποίους έχει υποβληθεί αίτηση άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ή εκκρεμεί η
έκδοση δικαστικής απόφασης περί της άρσης,
γ) χώρους, για τους οποίους έχει αυτοδικαίως αρθεί η ρυμοτομική απαλλοτρίωση, αλλά δεν έχει κατατεθεί
αίτηση για την τροποποίηση του σχεδίου,
δ) λοιπούς χώρους που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω περιπτώσεις.
3. Τα ανωτέρω στοιχεία αντλούνται από την πλατφόρμα της ηλεκτρονικής πολεοδομικής ταυτότητας δήμου
του άρθρου 65 του ν. 4495/2017 (Α’ 167) ή, εφόσον αυτή δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί, λαμβάνονται από τις
αρμόδιες υπηρεσίες του δήμου.
4. Για τις ανάγκες σύνταξης του επιχειρησιακού σχεδίου του παρόντος, το Ελληνικό Κτηματολόγιο παρέχει
προς τους δήμους την αναγκαία πρόσβαση στη βάση δεδομένων του Συστήματος Πληροφοριών Εθνικού
Κτηματολογίου.
5. Οι κοινόχρηστοι και κοινωφελείς χώροι, μετά την κατάταξή τους σύμφωνα με την παρ. 2, ιεραρχούνται
με βάση την αναγκαιότητά τους για τον ευρύτερο πολεοδομικό σχεδιασμό του οικείου δήμου, δημοτικής
ενότητας ή δημοτικής κοινότητας, λαμβανομένου υπόψη και του χρόνου που έχει παρέλθει από την επιβολή
της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης.
6. Το επιχειρησιακό σχέδιο εγκρίνεται με απόφαση της Επιτροπής Ποιότητας Ζωής του οικείου δήμου.
Άρθρο 189
Μεταβατικές διατάξεις - Εξουσιοδοτική διάταξη
1. Τα άρθρα 183 έως 187 εφαρμόζονται και επί ρυμοτομικών απαλλοτριώσεων που έχουν κηρυχθεί πριν
από τις 9.12.2020, ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν. 4759/2020 (Α ’ 245).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263654
2. Τα άρθρα 183 έως 187 εφαρμόζονται και σε περίπτωση άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, σε
συμμόρφωση με δικαστική απόφαση που έχει εκδοθεί πριν από τις 9.12.2020 ή που πρόκειται να εκδοθεί επί
προσφυγής με αίτημα την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης που έχει κατατεθεί και συζητηθεί πριν από τις
9.12.2020. Η παραίτηση του προσφεύγοντος από υποθέσεις που δεν έχουν συζητηθεί ακόμη και έχουν ως
αντικείμενο την άρση ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης δεν κωλύει την άσκηση του δικαιώματός του να υποβάλει
την αίτηση που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 184.
3. Το Πράσινο Ταμείο δύναται να καλύπτει το σύνολο της προσήκουσας αποζημίωσης, με δικαιούχο της
καταβολής τον δήμο, για την επανεπιβολή ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, με σκοπό τη δημιουργία κοινόχρη-
στων χώρων της παρ. 1 στο πλαίσιο ειδικού χρηματοδοτικού προγράμματος, το οποίο εγκρίνεται με κοινή
απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών,
υπό τους όρους που ορίζονται στην απόφαση της έγκρισής του, εφόσον, εντός έξι (6) μηνών από την κατα-
βολή, συνταχθεί και κυρωθεί από τον οικείο δήμο πράξη εφαρμογής ή πράξη αναλογισμού και υποβληθεί
από τον δικαιούχο της αποζημίωσης αίτηση ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου για την αναγνώρισή του ως
δικαιούχου της αποζημίωσης.
Σε περίπτωση: α) μη τήρησης των άνω προϋποθέσεων, ή β) αν το αρμόδιο δικαστήριο απέρριψε την κατά
το άρθρο 26 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α., ν. 2882/2001, Α’ 17) αίτηση ανα-
γνώρισης δικαιούχου της αποζημίωσης, ή γ) με αμετάκλητη απόφασή του κατά την τακτική διαδικασία ανα-
γνώρισε ότι ο ιδιώτης δεν είναι κύριος του ρυμοτομούμενου, επειδή το ακίνητο ανήκει στο Δημόσιο, σε νομικό
πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή σε φορείς του δημόσιου τομέα, η γενομένη καταβολή λογίζεται ως αχρεώστητη
και το Πράσινο Ταμείο αναζητεί από τον δήμο τα ποσά που κατέβαλε. Αν καθοριστεί με δικαστική απόφαση
δυνάμει της παρ. 2 του άρθρου 185 προσωρινή ή οριστική μονάδα χαμηλότερη από την προσήκουσα, κατά
την παρ. 3 του άρθρου 184, η διαφορά μεταξύ της καταβληθείσας από το Πράσινο Ταμείο αποζημίωσης και
εκείνης που καθορίστηκε δικαστικά λογίζεται ως αχρεώστητη καταβολή και το Ταμείο αναζητεί από τον δήμο
το επιπλέον καταβληθέν ποσό με κάθε νόμιμο μέσο. Στο ειδικό χρηματοδοτικό πρόγραμμα, το οποίο εγκρίνεται
με την κοινή υπουργική απόφαση του πρώτου εδαφίου, προβλέπονται οι διαδικασίες, με τις οποίες ανακτώνται
τα ποσά που έχουν καταβληθεί αχρεωστήτως, μετά από τη σύνταξη της πράξης αναλογισμού ή εφαρμογής
ή τον δικαστικό καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημίωσης ή τη δικαστική αναγνώριση των δικαιούχων της
αποζημίωσης, στις οποίες δύνανται να συμπεριληφθούν προβλέψεις ιδίως για τον καταλογισμό, τη δέσμευση
διαθεσίμων και τον ορισμό υπολόγων.
4. Ο Κ.Α.Α.Α. εφαρμόζεται συμπληρωματικά προς το παρόν Κεφάλαιο.
Άρθρο 190
Μεταβατικές διατάξεις για αιτήσεις υποβληθείσες έως 9.12.2020
Διαδικασίες τροποποίησης εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων μετά από άρση ρυμοτομικής απαλλο-
τρίωσης ή δέσμευσης κατά το άρθρο 32 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79, διορθ.
σφαλμ. Α’ 99), για τις οποίες είχε υποβληθεί αίτηση πριν από την 9η.12.2020, ημερομηνία έναρξης ισχύος του
ν. 4759/2020 (Α’ 245), ολοκληρώνονται σύμφωνα με το άρθρο 32 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού όπως
ίσχυε πριν από την κατάργησή του.
Άρθρο 191
Εκκρεμείς διαδικασίες τροποποίησης εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων λόγω άρσης προς
συμμόρφωση με δικαστικές αποφάσεις - Μεταβατικές διατάξεις
Εκκρεμείς διαδικασίες τροποποίησης εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων λόγω άρσης προς συμμόρφωση
δικαστικών αποφάσεων, για τις οποίες έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα στις αρμόδιες υπηρεσίες, συνεχίζουν
με τις προϊσχύουσες διατάξεις του άρθρου 20 του ν. 2508/1997 (Α’ 124) και του άρθρου 32 του Νέου Οικοδο-
μικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79, διορθ. σφαλμ. Α’ 99). Μετά από αίτημα του ιδιοκτήτη ή του συνόλου
των συνιδιοκτητών του ακινήτου δύναται να υπάγονται στην παρ. 1 του άρθρου 140 και στο άρθρο 3 του
ν. 4315/2014 (Α’ 269). Σε κάθε περίπτωση εκκρεμών διαδικασιών ισχύουν οι παρ. 4, 6, 7, 16 και 18 του άρθρου
32 του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού.
Άρθρο 192
Διατήρηση αυτοδικαίως αρθείσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης
Σε ρυμοτομικές απαλλοτριώσεις, στις οποίες έχει επέλθει αυτοδίκαιη άρση λόγω παρέλευσης της δεκαο-
κτάμηνης προθεσμίας από τον δικαστικό καθορισμό τιμής μονάδας, οι ενδιαφερόμενοι ιδιοκτήτες μπορούν
να υποβάλουν προς τον υπόχρεο φορέα καταβολής της αποζημίωσης, με κοινοποίηση στην αρχή που κήρυξε
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3655Τεύχος A’ 88/08.06.2026
την απαλλοτρίωση, αίτηση και υπεύθυνη δήλωση για τη διατήρηση της απαλλοτρίωσης και την καταβολή της
δικαστικά καθορισμένης προσωρινής ή οριστικής αποζημίωσης μέχρι και τις 31.12.2024. Αν το αίτημα γίνει
δεκτό από τον ως άνω υπόχρεο φορέα καταβολής αποζημίωσης με απόφασή του, μόνο τότε υποχρεούται
στην καταβολή της αποζημίωσης και δεν επιτρέπεται η καθ’ οιονδήποτε τρόπο αύξηση της δικαστικώς καθο-
ρισθείσας τιμής της αποζημίωσης ή η αναζήτηση τόκων υπερημερίας.
ΤΜΗΜΑ ΙV
ΚΟΙΝΟΧΡΗΣΤΟΙ ΧΩΡΟΙ ΣΕ ΕΓΚΕΚΡΙΜΕΝΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΩΣ ΜΕ ΕΠΙΣΠΕΥΣΗ ΤΩΝ ΙΔΙΟΚΤΗΤΩΝ
Άρθρο 193
Εγκεκριμένοι κοινόχρηστοι χώροι με επίσπευση των ιδιοκτητών
1. Οι κοινόχρηστοι χώροι, όπως πλατείες, οδοί, άλση, κήποι, που καθορίζονται από τα μέχρι την 8ή.5.1948,
ημερομηνία έναρξης ισχύος του ν.δ. 690/1948 (Α’ 133), εγκριθέντα σχέδια ρυμοτομίας οικισμών, με επίσπευση
των ιδιοκτητών ή εκείνων που ανέλαβαν την εκμετάλλευση των οικείων εκτάσεων, θεωρούνται ότι περιήλθαν
σε κοινή χρήση από την έγκριση του σχεδίου του οικισμού που τους καθόρισε. Τα παραπάνω ισχύουν είτε
επιβλήθηκε στους επισπεύσαντες την έγκριση η υποχρέωση της παραίτησής τους από την κυριότητα, νομή
και κατοχή των χώρων αυτών, ασχέτως αν εκπληρώθηκε αυτή ή όχι, είτε δεν επιβλήθηκε η υποχρέωση αυτή,
αλλά η έγκριση του σχεδίου που επιδιώχθηκε από αυτούς είχε ως αναγκαία, κατ’ αμάχητο τεκμήριο, συνέπεια
τη με οικειοθελή βούληση παραίτησή τους από την κυριότητα, νομή και κατοχή των γηπέδων που καταλαμ-
βάνονται από τους χώρους αυτούς, χωρίς την οποία δεν ήταν δυνατή η έγκριση του σχεδίου και η διάθεση
των οικοδομήσιμων για οποιονδήποτε σκοπό χώρων που ορίστηκαν από το σχέδιο αυτό. Οι παραπάνω
κοινόχρηστοι χώροι περιέρχονται σε κοινή χρήση ελεύθεροι από κάθε βάρος, υποθήκη ή προσημείωση και
τα τυχόν επ’ αυτών εγγεγραμμένα βάρη περιορίζονται στα υπόλοιπα ακίνητα εκείνων που επέσπευσαν την
έγκριση του σχεδίου.
2. Η παρ. 1 ισχύει και για τους κοινόχρηστους χώρους που καθορίζονται με μεταγενέστερη τροποποίηση
του σχεδίου και καταλαμβάνουν γήπεδα που ανήκουν κατά τον χρόνο της τροποποίησης στους επισπεύσαντες
την έγκριση του σχεδίου, εφόσον η τροποποίηση έγινε με αίτησή τους ή έγινε αποδεκτή σε οποιονδήποτε
χρόνο έστω και σιωπηρώς, χωρίς να έχει εκδηλωθεί εγγράφως μέχρι τις 8.5.1948 οποιαδήποτε αντίθεση ή
επιφύλαξη. Στην περίπτωση της παρούσας οι καταργούμενοι με την τροποποίηση κοινόχρηστοι χώροι που
μετατρέπονται σε οικοδομήσιμους περιέρχονται στην κυριότητα, νομή και κατοχή των επισπευσάντων την
έγκριση του σχεδίου, κατά επιφάνεια που δεν υπερβαίνει το εμβαδόν των χώρων που καθορίστηκαν ως κοι-
νόχρηστοι με την τροποποίηση, κατά το πρώτο εδάφιο.
3. Η παρ. 1 εφαρμόζεται και στην περίπτωση χώρων που δεν καθορίστηκαν μεν κοινόχρηστοι από το εγκε-
κριμένο σχέδιο, αλλά οι επισπεύσαντες την έγκρισή του εκδήλωσαν είτε με επαγγελίες είτε με διαφημιστικούς
χάρτες και διαγράμματα ή αγγελίες και γενικά με οποιονδήποτε τρόπο, την πρόθεσή τους να τους θέσουν σε
κοινή χρήση με σκοπό την προσέλευση αγοραστών. Σε περίπτωση οποιασδήποτε αμφισβήτησης της πρό-
θεσης αυτής των επισπευσάντων την έγκριση αποφαίνεται οριστικά και τελεσίδικα το αρμόδιο πρωτοδικείο
επί αγωγής είτε των επισπευσάντων είτε του Δημοσίου είτε του οικείου δήμου ή και κάθε ιδιοκτήτη ακινήτου
στην περιφέρεια του οικείου δήμου.
4. Οι παρ. 1 και 2 δεν ισχύουν αν οι κοινόχρηστοι χώροι καταλαμβάνουν ακίνητα που δεν ανήκουν στους
επισπεύσαντες την έγκριση του σχεδίου. Για την αποζημίωση των χώρων αυτών, ως προς το μέρος που ανα-
λογεί στους δήμους, υπόχρεοι ορίζονται οι επισπεύσαντες την έγκριση του σχεδίου.
5. Οι παρ. 1 και 2 ισχύουν ανάλογα και για τα οικόπεδα που προορίζονται σύμφωνα με τα παραπάνω σχέ-
δια για την ανέγερση κτιρίων κοινής ωφέλειας, στα οποία περιλαμβάνονται και οι χώροι αθλητικών εν γένει
εγκαταστάσεων, λουτρών και κέντρων αναψυχής, των οποίων η κυριότητα, νομή και κατοχή αν δεν μεταβι-
βάστηκε μέχρι τις 8.5.1948 σε εκπλήρωση υποχρέωσης που αναλήφθηκε ή και απλώς επιβλήθηκε, θεωρείται
ότι μεταβιβάζεται με τις διατάξεις του παρόντος στα αρμόδια για την ανέγερση των κτιρίων κοινής ωφέλειας
νομικά πρόσωπα και η μεταγραφή αυτών ενεργείται με φροντίδα των προσώπων αυτών.
6. Στους κατά το παρόν οικισμούς, απαγορεύεται κάθε μεταβίβαση της κυριότητας γηπέδων που προορίζο-
νται για τους σκοπούς των παρ. 1, 2, 3 και 5. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει στην περίπτωση της παρ. 4, η οποία
εφαρμόζεται ως προς την αποζημίωση των τυχόν μέχρι τις 8.5.1948 μεταβιβασθέντων γηπέδων που προορίζονται
για τους παραπάνω σκοπούς. Κάθε δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου που έχει ως αντικείμενο μεταβίβαση
κυριότητας, η οποία απαγορεύεται κατά τα παραπάνω είναι αυτοδικαίως και εξ υπαρχής απολύτως άκυρη.
7. Στα γήπεδα της παρ. 3, μέχρι την έκδοση της κατά την παράγραφο αυτή απόφασης του πρωτοδικείου,
απαγορεύεται απολύτως η εκτέλεση οποιασδήποτε φύσης οικοδομικών εργασιών, στις οποίες περιλαμβά-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263656
νεται και η περίφραξη, καθώς και η έγκριση ή επέκταση υφιστάμενου σε αυτά σχεδίου ρυμοτομίας και η για
οποιονδήποτε σκοπό αναγκαστική απαλλοτρίωσή τους εν όλω ή εν μέρει. Μετά την απόφαση του πρωτοδι-
κείου εφαρμόζονται οι ισχύουσες γενικές διατάξεις περί σχεδίων πόλεων.
8. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και στους οικισμούς που εγκρίθηκαν μετά από τις 8.5.1948
ή και στις επεκτάσεις οικισμών ή γενικώς σχεδίων πόλεων με την επίσπευση οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού
προσώπου ή και των ιδιοκτητών των εκτάσεων. Κατά την έγκριση, για την οποία απαιτείται γνωμοδότηση
ειδικής επταμελούς πολεοδομικής επιτροπής η σύνθεση της οποίας καθορίζεται με προεδρικό διάταγμα, που
εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, επιτρέπεται η επιβολή οποιωνδήποτε εν
γένει όρων και περιορισμών ή υποχρεώσεων επί πλέον ή ανεξάρτητα από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 7
του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228) και του άρθρου 165 του παρόντος Κώδικα. Μετά από την εκπλήρωση των
παραπάνω από όλους τους βαρυνόμενους που ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, εφαρμόζεται το
εγκρινόμενο σχέδιο. Η μη εκπλήρωση των όρων αυτών, μέσα στις προθεσμίες που τυχόν τάσσονται με την
έγκριση του σχεδίου, την καθιστά άκυρη χωρίς άλλη πράξη ή διατύπωση. Επίσης επιτρέπεται, για την εξασφά-
λιση της εκπλήρωσης των όρων, περιορισμών και υποχρεώσεων, η εγγραφή υποθήκης, η οποία θεωρείται
ότι επιβάλλεται από τον νόμο στα οικόπεδα των επισπευδόντων την έγκριση, κατά τα οριζόμενα σε κάθε
περίπτωση με το εγκριτικό διάταγμα.
9. Για τους εγκεκριμένους πριν από τις 8.5.1948 οικισμούς της παρ. 1 επιτρέπεται η αναθεώρηση των υποχρε-
ώσεων που επιβλήθηκαν με οποιονδήποτε τρόπο στους επισπεύσαντες την έγκρισή τους ή στους καθολικούς
ή ειδικούς διαδόχους τους ή και στους ωφεληθέντες από αυτήν. Επίσης επιτρέπεται και η αναπροσαρμογή τους
βάσει της παρ. 8, που μπορεί να περιοριστεί σε πρόσθετη εισφορά, εφάπαξ ή ετήσια, είτε σε είδος είτε σε χρήμα
και κατά κατηγορίες, ανάλογα με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ως επισπεύσαντος την έγκριση ή ως αγοραστή και
με την ύπαρξη οικοδομής ή όχι. Τα σχετικά με τη βεβαίωση, την είσπραξη και τη διάθεση της εισφοράς αυτής
ορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
10. Όταν πρόκειται για υποχρεώσεις που επιβλήθηκαν με ειδικό διάταγμα ή σύμβαση για εκτέλεση κοινωφε-
λών έργων του οικισμού, τα οποία δεν εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει μέχρι τις 8.5.1948, αυτές εξακολουθούν
να ισχύουν ως προς τους αρχικούς υπόχρεους και τους γενικούς ή ειδικούς διαδόχους τους και καλύπτονται
με αναγκαστική απαλλοτρίωση οικοπέδων, από τα ανήκοντα στους παραπάνω αρχικούς υπόχρεους καθολι-
κούς ή ειδικούς διαδόχους τους και σε βάρος αυτών, με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του
Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Άρθρο 194
Ιδιωτικοί δρόμοι και λοιποί χώροι κοινής χρήσης μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων
Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσης που έχουν σχηματιστεί με οποιονδήποτε τρόπο,
έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα
σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι που ανήκουν στον οικείο δήμο. Για τους χώρους αυτούς
δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας, εφόσον προβλέπονται από τα εγκεκριμένα σχέδια πόλεων
ως κοινόχρηστοι χώροι και η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη, ρητής ή συναγόμενης
εμμέσως από ενέργειές του, έχει δε διατηρηθεί επί μακρόν με την ανοχή του. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι
αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλης, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις.
ΜΕΡΟΣ Δ’
ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΟΜΗΣΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗΣ
ΤΜΗΜΑ Ι
ΓΕΝΙΚΟΙ ΚΑΝΟΝΕΣ ΔΟΜΗΣΗΣ - ΟΙΚΟΔΟΜΙΚΟΣ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ
Άρθρο 195
Σκοπός - Αντικείμενο
1. Σκοπός του παρόντος Τμήματος είναι ο καθορισμός όρων, περιορισμών και προϋποθέσεων δόμησης
εντός ή εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων ή οικισμών, ώστε σύμφωνα µε τις αρχές του Συντάγματος
να αναβαθμίζεται η ποιότητα ζωής και να προστατεύεται το φυσικό, δομημένο και πολιτιστικό περιβάλλον,
καθώς και να εξυπηρετείται το κοινωνικό συμφέρον.
2. Κάθε κτίριο ή εγκατάσταση πρέπει:
α) ως προς τη σχέση και τη σύνθεση των όγκων, τις όψεις και τα εν γένει ορατά τμήματά του, να ικανοποιεί
τις απαιτήσεις της αισθητικής, τόσο ως μεμονωμένο κτίριο ή εγκατάσταση όσο και σε σχέση με το οικοδομικό
τετράγωνο,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3657Τεύχος A’ 88/08.06.2026
β) να εντάσσεται στο φυσικό και δομημένο περιβάλλον, ώστε στο πλαίσιο των στόχων της οικιστικής
ανάπτυξης και της προστασίας του περιβάλλοντος να εξασφαλίζονται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης.
3. Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του παρόντος Τμήματος είναι η οικεία υπηρεσία δόμησης.
Άρθρο 196
Πεδίο εφαρμογής
1. Σε περιοχές εντός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του παρόντος
Τμήματος.
2. Σε περιοχές εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, εφαρμόζονται οι ακόλουθες διατάξεις του πα-
ρόντος Τμήματος:
α) το άρθρο 197, εξαιρουμένων των παραγράφων που αναφέρονται στην εντός σχεδίου δόμηση,
β) οι παρ. 4 και 5,
γ) το άρθρο 199,
δ) το άρθρο 200,
ε) η παρ. 3 του άρθρου 202,
στ) το άρθρο 206, εκτός από την παρ. 2 και τις περ. ιγ), ιε) και ιστ) της παρ. 6 του άρθρου 206 για το άρθρο 214,
ζ) οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 207,
η) το άρθρο 208,
θ) το άρθρο 211, εκτός από την περ. γ) της παρ. 5 και την π αρ. 6,
ι) το άρθρο 212, εκτός από τις περ. α), β) και στ) της παρ. 2, την περ . β) της παρ. 3, τις περ. ζ) και ια) της
παρ. 4, την περ. β) της παρ. 6, τις περ. ιγ) και ιζ) της παρ. 7 και την παρ. 8,
ια) η παρ. 5 του άρθρου 216,
ιβ) το άρθρο 218,
ιγ) το άρθρο 220,
ιδ) το άρθρο 222,
ιε) το άρθρο 223,
ιστ) οι παρ. 2, 5 και 7 του άρθρου 224,
ιζ) το άρθρο 225.
Εφαρμόζονται επίσης το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 60, οι παρ. 1, 5 και 10 του άρθρου
99 και τα άρθρα 182 και 192.
3. Σε νομίμως υφιστάμενους οικισμούς χωρίς εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, εφαρμόζονται οι ακόλουθες
διατάξεις του παρόντος:
α) το άρθρο 197,
β) οι παρ. 4 και 5,
γ) το άρθρο 199,
δ) το άρθρο 200,
ε) το άρθρο 203,
στ) το άρθρο 206, εκτός από την περ. ιστ) της παρ. 6,
ζ) οι παρ. 3 και 4 του άρθρου 207,
η) το άρθρο 208,
θ) το άρθρο 211,
ι) το άρθρο 212,
ια) το άρθρο 213,
ιβ) το άρθρο 214,
ιγ) το άρθρο 216, εφόσον υπάρχει κυρωμένο δίκτυο κοινόχρηστων χώρων,
ιδ) το άρθρο 218, εφόσον υπάρχει κυρωμένο δίκτυο κοινόχρηστων χώρων,
ιε) το άρθρο 220,
ιστ) το άρθρο 222,
ιζ) το άρθρο 223,
ιη) οι παρ. 1, 2, 4 και 5 του άρθρου 224,
ιθ) το άρθρο 225.
Εφαρμόζονται επίσης το δεύτερο και τρίτο εδάφιο της παρ. 3 του άρθρου 60, οι παρ. 1, 5 και 10 του άρθρου
99 και τα άρθρα 182 και 192.
4. Όλα τα αριθμητικά μεγέθη που ορίζονται στο παρόν Τμήμα, θεωρούνται ως τα ανώτατα επιτρεπόμενα.
5.α) Οι ειδικές πολεοδομικές διατάξεις, με την επιφύλαξη της περ. β), κατισχύουν των γενικών διατάξεων,
που περιέχονται στο παρόν Τμήμα.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263658
β) Οι διατάξεις του παρόντος κατισχύουν των κανονιστικών πράξεων της διοίκησης, με τις οποίες θεσπί-
ζονται όροι δόμησης, όπως ύψος, ποσοστό κάλυψης, αριθμός ορόφων, θέση υπογείου, εκτός από:
βα) οποιουδήποτε είδους διατάγματα και
ββ) πράξεις με τις οποίες θεσπίζονται ειδικές και εντοπισμένες ρυθμίσεις, όπως για διατηρητέα κτίρια
μνημεία, ειδικά κτίρια.
Με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ορίζεται η μη
εφαρμογή των παραπάνω κανονιστικών πράξεων της διοίκησης.
γ) Οι ειδικές πολεοδομικές διατάξεις του Μέρους A’ του ν. 4982/2022 (Α’ 195), καθώς και του άρθρου 14 του
ν. 4302/2014 (Α’ 225) κατισχύουν των γενικών διατάξεων που περιέχονται στο παρόν Τμήμα.
δ) Οι διατάξεις του παρόντος Τμήματος δεν θίγουν την ισχύ του άρθρου 42 του ν. 4662/2020 (Α’ 27) και
δεν κατισχύουν των διατάξεων που αφορούν στις δομές και λειτουργίες του Εθνικού Μηχανισμού Διαχείρισης
Κρίσεων και Αντιμετώπισης Κινδύνων του ιδίου νόμου.
ε) Πέραν των οριζόμενων στις προηγούμενες περιπτώσεις δεν θίγονται και ειδικές διατάξεις για την προ-
στασία αρχαιολογικών χώρων, οικισμών ή τμημάτων οικισμών, μεμονωμένων κτιρίων ή περιοχών, για τη
διατήρηση της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς ή την προστασία περιοχών χαρακτηρισμένων ως
ιδιαίτερου φυσικού κάλλους.
6. Τα κίνητρα και οι προσαυξήσεις του άρθρου 204, των περ. γ) και δ) της παρ. 8 του άρθρου 210 και των
παρ. 1 και 2 του άρθρου 222, δύναται να εφαρμόζονται, εφόσον ενσωματώνονται στα Τοπικά και Ειδικά Πολε-
οδομικά Σχέδια, μέσω καθορισμού ζωνών κινήτρων. Για τον καθορισμό ζωνών κινήτρων, τα Τοπικά και Ειδικά
Πολεοδομικά Σχέδια λαμβάνουν υπόψη τη θέση, τον βαθμό της οικιστικής ανάπτυξης του κάθε οικισμού,
τις ιδιαιτερότητες, τα χαρακτηριστικά και την εν γένει φυσιογνωμία του, τη φέρουσα ικανότητα, τη συνολική
επιβάρυνση της περιοχής και την οικιστική πυκνότητά της.
Άρθρο 197
Ορισμοί
Για τις ανάγκες του παρόντος Τμήματος ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1. «Αίθριο»: είναι το μη στεγασμένο τμήμα του κτιρίου, που περιβάλλεται από όλες τις πλευρές του από το
κτίριο ή τα όρια του οικοπέδου, στο οποίο μπορούν να έχουν ανοίγματα, χώροι κύριας ή βοηθητικής χρήσης
και εγγράφεται σε αυτό κύκλος διαμέτρου Δ. Ως αίθριο, ορίζεται και το ηλιακό αίθριο, όταν αυτό περιβάλλε-
ται από όλες τις πλευρές του από το κτίριο, στεγάζεται από διαφανή στοιχεία (κινητά ή μη) έμμεσου ηλιακού
κέρδους και συνεισφέρει στη συνολική ενεργειακή απόδοση του κτιρίου. Για την αποφυγή υπερθέρμανσης,
ο χώρος αυτός κατά τη θερινή περίοδο σε τμήματά του αφήνεται ανοικτός, σύμφωνα με σχετική μελέτη ή
σκιάζεται από ελαφριά στοιχεία σκίασης.
2. «Αιολικά ενεργειακά συστήματα»: είναι οι εγκαταστάσεις, που επιτρέπουν την αξιοποίηση της αιολικής
ενέργειας για την κάλυψη ενεργειακών αναγκών του κτιρίου.
3. «Ακάλυπτος χώρος»: είναι ο χώρος του οικοπέδου, που δεν δομείται. Περιλαμβάνει τον υποχρεωτικά
ακάλυπτο και προαιρετικούς ακάλυπτους:
α) Υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου είναι ο χώρος, που δεν δομείται και παραμένει ακάλυ-
πτος λόγω εφαρμογής του ρυμοτομικού σχεδίου, τήρησης των υποχρεωτικών αποστάσεων από τα όρια του
οικοπέδου, προκειμένου να μην υπάρχει υπέρβαση της επιτρεπόμενης κάλυψης της περιοχής.
β) Προαιρετικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου είναι αυτός, που αφήνεται αδόμητος πέραν του υπο-
χρεωτικώς ακαλύπτου.
4. «Ανοίγματα χώρου κτιρίου»: είναι το κενό, που τυχόν υπάρχει στην οροφή του ανώτατου σε κάθε θέση
ορόφου, καθώς και τα κενά όλων των τοίχων, τα οποία είτε παραμένουν ελεύθερα είτε κλείνουν με ανοιγόμενα
ή σταθερά κουφώματα και χρησιμοποιούνται για επικοινωνία των χώρων μεταξύ τους ή με το ύπαιθρο ή για
τον φυσικό φωτισμό ή για τον αερισμό των χώρων κτιρίου ή για αποθήκευση ηλιακής θερμότητας.
5. «Ανοικτός εξώστης (μπαλκόνι)»: είναι η οριζόντια προεξοχή του δαπέδου ορόφου ή του δώματος, που
προβάλλεται πέρα από τις επιφάνειες των όψεων του κτιρίου και χρησιμοποιείται για την προσωρινή παρα-
μονή ανθρώπων ή και την προσπέλασή τους προς χώρους κύριας ή βοηθητικής χρήσης. Επιτρέπεται επί του
ανοικτού εξώστη, η κατασκευή υδάτινων στοιχείων, με την προϋπόθεση της διασφάλισης ελεύθερου ύψους
δύο κόμμα είκοσι (2,20) μέτρων πάνω από την τελική στάθμη του ύδατος και κάτω από τη χαμηλότερη στάθμη
του φέροντος οργανισμού του υδάτινου στοιχείου.
6. «Ανοικτοί ημιυπαίθριοι χώροι»: είναι οι μη θερμαινόμενοι στεγασμένοι χώροι, που διαθέτουν μία (1)
τουλάχιστον ανοιχτή πλευρά προς κοινόχρηστο χώρο ή προς τους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου και
το μήκος του ανοίγματος είναι ίσο ή μεγαλύτερο του τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του συνολικού μήκους
του περιγράμματος του ανοικτού ημιυπαίθριου χώρου.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3659Τεύχος A’ 88/08.06.2026
7. «Απόσυρση κτιρίου»: είναι η κατεδάφιση κτιρίου κύριας χρήσης, ενεργειακής κατηγορίας χαμηλότερης
του επιτρεπόμενου ορίου, που προβλέπεται στους σχετικούς κανονισμούς και η αντικατάστασή του με κτίριο
που πληροί τις σχετικές προϋποθέσεις.
7Α. «Απομείωση καθ’ ύψος»: είναι η κατεδάφιση ορισμένων από τους ανώτερους ορόφους ή και του συνόλου
κτιρίου κύριας χρήσης, προς όφελος του πολιτιστικού περιβάλλοντος, ή της μείωσης φαινομένου θερμικής
νησίδας, ή της βελτίωσης της οπτικής συνοχής της περιοχής στην οποία βρίσκεται το αποσυρόμενο μερικώς
κτίριο από την άποψη του περιγράμματος στον ορίζοντα (skyline) και της μορφολογικής συνοχής του πολε-
οδομικού συνόλου σε επίπεδο δρόμου ή γειτονιάς.
8. «Αρχιτεκτονικές προεξοχές, αρχιτεκτονικά στοιχεία, ογκοπλαστικές προεξοχές και διακοσμητικά στοιχεία»:
είναι τα φέροντα ή μη στοιχεία του κτιρίου, που συμμετέχουν στη διαμόρφωση των όψεών του.
9. «Αστικός σχεδιασμός»: είναι η ρύθμιση του φυσικού, χερσαίου και θαλάσσιου, και δομημένου χώρου
μέσα από τον έλεγχο των αντιθέσεων/ανταγωνισμού στην κατασκευή του οικιστικού ιστού, όπως προκύπτει
από πολεοδομική μελέτη. Αποδίδει ογκοπλαστικά μοντέλα της προσδοκώμενης εικόνας του χώρου και σχε-
διασμό της ροής - αλληλουχίας των στοιχείων του δημόσιου χώρου, όπως πλατείες, εστιακά σημεία, χώροι
πρασίνου, υδάτινα στοιχεία των διατηρητέων οικιστικών συνόλων και των χώρων πολιτιστικού ή ιστορικού -
αρχαιολογικού ενδιαφέροντος.
10. «Βιοκλιματικός σχεδιασμός κτιρίου»: είναι ο κατάλληλος σχεδιασμός του κτιρίου, που αποσκοπεί στη
βέλτιστη εκμετάλλευση των φυσικών και κλιματολογικών συνθηκών μέσω της χρήσης κυρίως παθητικών
συστημάτων, με σκοπό να επιτυγχάνονται οι βέλτιστες εσωτερικές συνθήκες θερμικής άνεσης, ποιότητας
αέρα και φυσικού φωτισμού κατά τη διάρκεια όλου του έτους με την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση ενέργειας.
11. «Βιοκλιματικό κτίριο»: είναι το κτίριο, του οποίου ο σχεδιασμός ανταποκρίνεται στις κλιματικές συνθήκες
του περιβάλλοντός του, μέσω της χρήσης κυρίως παθητικών συστημάτων, με τρόπο ώστε να επιτυγχάνονται
οι βέλτιστες εσωτερικές συνθήκες θερμικής άνεσης, ποιότητας αέρα και φυσικού φωτισμού κατά τη διάρκεια
όλου του έτους, με την ελάχιστη δυνατή κατανάλωση ενέργειας και κατατάσσεται στις ανώτερες ενεργειακά
κατηγορίες όπως αυτές κάθε φορά ορίζονται.
12. «Γήπεδο»: είναι η συνεχόμενη έκταση γης, που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε έναν
(1) ή σε περισσότερους κυρίους εξ αδιαιρέτου, σε περιοχή εκτός εγκεκριμένου σχεδίου.
13. «Δεξαμενή αποχέτευσης»: είναι ο στεγανός χώρος, όπου συγκεντρώνονται τα λύματα του κτιρίου.
14. «Διάγραμμα Εφαρμογής (Δ.Ε.) ή Τεχνική Έκθεση (Τ.Ε.)»: είναι αυτό που ορίζει την εφαρμογή στο έδαφος
των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων.
15. «Διπλά κελύφη»: είναι κατασκευές συστήματος πρόσοψης που αποτελείται από μία (1) εξωτερική και
μια (1) εσωτερική επιφάνεια, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί κενό ικανών διαστάσεων στο οποίο διακινείται
αέρας και μπορεί να εξυπηρετήσει τη βιοκλιματική λειτουργία του κτιρίου.
16. «Δομικό έργο»: είναι κάθε είδους κατασκευή, ανεξάρτητα από τα υλικά και τον τρόπο κατασκευής της, που
είναι σταθερά συνδεδεμένη με το έδαφος, δεν έχει δυνατότητα αυτοκίνησης και δεν μπορεί να ρυμουλκηθεί.
17. «Δρόμοι ή Οδοί»: είναι οι κοινόχρηστες εκτάσεις που εξυπηρετούν τις ανάγκες κυκλοφορίας των οχη-
μάτων και πεζών.
18. «Δρόμοι Ήπιας Κυκλοφορίας»: νοούνται οι οδοί με προτεραιότητα στην κίνηση των πεζών, στους
οποίους με κατάλληλες διαμορφώσεις εξασφαλίζεται, πέραν των αναφερομένων στη χρήση πεζοδρόμου της
περ. 59, η διέλευση οχημάτων με χαμηλή ταχύτητα ή και η στάθμευση.
18Α. «Δώμα κτιρίου»: είναι η οροφή του τελευταίου ορόφου του. Στο δώμα επιτρέπονται οι κατασκευές
του άρθρου 214. Όταν σε ένα κτίριο περιλαμβάνονται περισσότεροι του ενός (1) τελευταίοι όροφοι, λόγω
αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, τότε τα δώματα του κτιρίου δύνανται να είναι περισσότερα του ενός (1). Σε αυτήν
την περίπτωση, επιτρέπονται οι κατασκευές του άρθρου 214 σε περισσότερα του ενός (1) δώματα.
18Β. «Δώμα ορόφου»: είναι το τμήμα του δαπέδου ενός ορόφου (πάνω από τον ισόγειο όροφο), που έχει
προκύψει από την υποχώρηση του ορόφου σε σχέση με τον υποκείμενο όροφο. Το δώμα ορόφου μπορεί να
είναι στεγασμένο (από κλειστό χώρο ή μη), δημιουργώντας εσοχή στο κτίριο.
19. «Εγκατάσταση»: είναι η κατασκευή ή υποδομή που προορίζεται ή απαιτείται για τη λειτουργία, εξυπη-
ρέτηση και ασφάλεια των κτιρίων, όπως οι ανελκυστήρες, τα στοιχεία διανομής ηλεκτρικής ενέργειας, κλιμα-
τισμού, δροσισμού, διανομής και εκροής ύδατος, θέρμανσης, φυσικού αερίου, τα θερμικά ηλιακά συστήματα,
τα στοιχεία ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, τα στοιχεία μονάδων Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού και Θερμότητας
Υψηλής Αποδοτικότητας (Σ.Η.Θ.Υ.Α.), οι καπναγωγοί, οι επιγραφές, οι κεραίες.
20. «Εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο οικισμού ή σχέδιο πόλης ή πολεοδομικό σχέδιο ή εγκεκριμένη πολε-
οδομική μελέτη»: είναι το διάγραμμα με τον τυχόν ειδικό πολεοδομικό κανονισμό, που έχει εγκριθεί σύμφωνα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263660
με τις οικείες διατάξεις και καθορίζει τους ειδικούς όρους δόμησης, τους κοινόχρηστους, κοινωφελείς και
δομήσιμους χώρους και τις επιτρεπόμενες χρήσεις σε κάθε τμήμα ή ζώνη τους.
21. «Ειδικά κτίρια»: είναι τα κτίρια, των οποίων η κύρια χρήση σε ποσοστό μεγαλύτερο του πενήντα τοις
εκατό (50%) της συνολικής επιφάνειας δόμησής τους δεν είναι η κατοικία.
22. «Ειδικά κτίρια και εγκαταστάσεις δημόσιου ενδιαφέροντος»: είναι όσα χαρακτηρίζονται με απόφαση
του αρμόδιου κατά περίπτωση υπουργού, στον οποίο υπάγεται η χρήση του κτιρίου.
23. «Εκσκαφή, επίχωση ή επίστρωση»: είναι οι κατασκευές διαμόρφωσης του εδάφους για δόμηση σε οι-
κόπεδο ή γήπεδο. Εργασίες εκσκαφής, επίχωσης ή επίστρωσης που εκτελούνται για άλλον σκοπό εγκρίνονται
από την εκάστοτε αρμόδια αρχή.
24. «Ελαφρά κατασκευή»: είναι η κατασκευή με φέροντα οργανισμό και στοιχεία πλήρωσης μειωμένου
μόνιμου φορτίου ιδίου βάρους σε σχέση με τις συμβατικές κατασκευές, όπως αυτές από οπλισμένο σκυρόδεμα
ή λιθοδομή φέρουσας τοιχοποιίας.
25. «Ελεύθερο ύψος»: σε τυχόν σημείο του δαπέδου ορόφου ή χώρου κτιρίου είναι το μήκος της κατα-
κόρυφης γραμμής, μεταξύ του ανώτατου σημείου του τελειωμένου δαπέδου μέχρι το κατώτατο σημείο της
τελειωμένης οροφής ή τυχόν ψευδοροφής.
26. «Ενεργητικά ηλιακά συστήματα θέρμανσης/δροσισμού»: είναι τα ηλιακά συστήματα που χρησιμοποιούν
μηχανικά μέσα για την κυκλοφορία και διακίνηση της ηλιακής θερμότητας.
26A. «Ενεργειακό στέγαστρο»: είναι η πάνω από το δώμα ειδικού κτιρίου μεγάλης κλίμακας κατασκευή,
η οποία το επικαλύπτει εν όλω ή εν μέρει και περιλαμβάνει εγκαταστάσεις παθητικών ή και ενεργητικών συ-
στημάτων που συμβάλλουν στην ενεργειακή του απόδοση.
27. «Επιτρεπόμενος όγκος του κτιρίου»: είναι ο επιτρεπόμενος όγκος σε κυβικά μέτρα κάθε κτιρίου μέσα
στο ιδεατό στερεό και υπολογίζεται από την οριστική στάθμη του εδάφους.
27Α. «Εσωτερική στοά»: είναι ο στεγασμένος ελεύθερος χώρος που συνδέει κοινόχρηστους χώρους του
οικισμού ή προκήπια μεταξύ τους ή κοινόχρηστους χώρους του οικισμού με ελεύθερους σε προσπέλαση
ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου.
28. «Εσωτερικός εξώστης (πατάρι)»: είναι ο προσβάσιμος χώρος που βρίσκεται εντός χώρου, όπου η υπο-
κείμενη επιφάνεια πληροί τις προϋποθέσεις χώρου κύριας χρήσης και έχει προσπέλαση από τον χώρο αυτόν
ή και το κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο του κτιρίου ή και το κεντρικό κλιμακοστάσιο αυτοτελούς ανεξάρτητης
ιδιοκτησίας. Αποτελεί παράρτημα της υποκείμενης χρήσης, έχει συνολικό καθαρό εμβαδόν, χωρίς να συμπε-
ριλαμβάνονται οι εξωτερικοί του τοίχοι, μικρότερο του εβδομήντα τοις εκατό (70%) της μικτής επιφάνειας
του υποκείμενου χώρου, δεν θεωρείται όροφος και δεν αποτελεί ανεξάρτητη ιδιοκτησία. Ως υποκείμενος
χώρος, νοείται η συνολική επιφάνεια της κάτοψης (κύριοι χώροι, βοηθητικοί χώροι, κεντρικό κλιμακοστάσιο
αυτοτελούς ανεξάρτητης ιδιοκτησίας, ηλιακά αίθρια), συμπεριλαμβανομένων των τοίχων που την ορίζουν.
Κάτω από τον εσωτερικό εξώστη είναι χώροι κύριας ή βοηθητικής χρήσης, όπως διάδρομοι, χώροι υγιεινής.
Στον υπολογισμό του ποσοστού του εσωτερικού εξώστη προσμετράται η κλίμακα ανόδου, που συνδέει τον
εσωτερικό εξώστη με τον χώρο της υποκείμενης επιφάνειας (δεν προσμετράται η κλίμακα του κοινόχρηστου
κλιμακοστασίου ή του κεντρικού κλιμακοστασίου αυτοτελούς ανεξάρτητης ιδιοκτησίας). Το πατάρι δύναται
να είναι συνεπίπεδο με όροφο ή και σοφίτα του κτιρίου ή και ανοικτό εξώστη ή και κλειστό εξώστη, να είναι
προσπελάσιμο από τους παραπάνω χώρους και να φέρει κλειστούς χώρους σε οποιοδήποτε σημείο της
επιφάνειάς του και σε απόσταση τουλάχιστον ενός (1) μ. από τα ανοικτά όρια, οι οποίοι δεν προσμετρώνται
στον συντελεστή δόμησης. Τα ανοικτά όρια του εσωτερικού εξώστη δύνανται να βλέπουν σε ηλιακό αίθριο.
Σε περίπτωση κτιρίου με στέγη, αν το πατάρι βρίσκεται κάτω από τη στέγη δύναται να αποτελεί ενιαίο σύ-
νολο με τον χώρο κάτω από τη στέγη. Σε αυτήν την περίπτωση, για τον υπολογισμό του ελεύθερου ύψους
ο παραπάνω χώρος αντιμετωπίζεται ενιαία, υπό την προϋπόθεση ότι πληροί τους όρους μέσου ελεύθερου
ύψους των χώρων κύριας ή βοηθητικής χρήσης.
29. «Ζεύξη κτιρίων»: είναι κατασκευή ή τμήμα κτιρίου, το οποίο αναπτύσσεται είτε πάνω από κοινόχρηστο
χώρο, όπως δρόμο, πεζόδρομο, είτε πάνω από ακάλυπτο χώρο ακινήτου και συνδέει κτίρια μεταξύ τους σε
ένα (1) ή περισσότερα επίπεδα. Η ζεύξη κτιρίων μπορεί να γίνεται και υπόγεια.
30. «Ιδεατό στερεό»: είναι το υπέργειο στερεομετρικό σχήμα μέσα στο οποίο επιτρέπεται η κατασκευή του
κτιρίου και των εγκαταστάσεων του.
31. «Καθαρό εμβαδόν δαπέδου»: είναι το εμβαδόν του χώρου χωρίς τα περιμετρικά δομικά στοιχεία που
τον ορίζουν.
32. «Καθαρός όγκος του χώρου»: είναι ο όγκος, που περικλείεται από τις κατώτατες επιφάνειες της οροφής
ή ψευδοροφής, τις περιμετρικές επιφάνειες των φερόντων στοιχείων και στοιχείων πλήρωσης και του δαπέδου
του χώρου.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3661Τεύχος A’ 88/08.06.2026
33. «Καθολικός σχεδιασμός ή σχεδιασμός για όλους»: είναι ο σχεδιασμός προϊόντων δομημένου περι-
βάλλοντος, που μπορούν να χρησιμοποιηθούν από όλους τους ανθρώπους, χωρίς ανάγκη προσαρμογής ή
εξειδικευμένου σχεδιασμού στη μεγαλύτερη δυνατή έκταση.
34. «Κάλυψη του οικοπέδου»: είναι η επιφάνεια που ορίζεται πάνω σε οριζόντιο επίπεδο από τις προβολές
όλων των περιγραμμάτων των κτιρίων του οικοπέδου, εξαιρουμένων των χώρων που ορίζονται στο άρθρο 207.
35. «Κατασκευή»: είναι κάθε τεχνικό έργο.
36. «Κατασκευές πλήρωσης»: είναι οι κατασκευές, που υλοποιούν οικοδομικά το κέλυφος και την εσωτερική
διαρρύθμιση των χώρων.
37. «Κλειστός εσωτερικός εξώστης (κλειστό πατάρι)»: είναι προσβάσιμος αποθηκευτικός χώρος με ελεύ-
θερο ύψος έως ένα κόμμα ογδόντα (1,80) μέτρα χωρίς μόνιμη κατασκευή κλίμακας, έχει βοηθητική χρήση,
δεν θεωρείται όροφος και δεν μπορεί να αποτελεί ανεξάρτητη ιδιοκτησία. Βρίσκεται εντός χώρου, όπου η
υποκείμενη επιφάνεια πληροί τις προϋποθέσεις χώρου κύριας ή βοηθητικής χρήσης. Τυχόν κλειστοί χώροι,
που προκύπτουν κατ’ επέκταση σοφίτας και πληρούν τις προϋποθέσεις των κλειστών εσωτερικών εξωστών,
δύνανται να θεωρούνται κλειστοί εσωτερικοί εξώστες.
38. «Κλειστός εξώστης (έρκερ)»: είναι η κλειστή από όλες τις εξωτερικές πλευρές οριζόντια προεξοχή
δαπέδου τμήματος κτιρίου (ορόφου, σοφίτας, κλειστού εσωτερικού εξώστη) που προβάλλει πέρα από τις
επιφάνειες των όψεων του κτιρίου και εξέχει του περιγράμματος κάλυψης του ορόφου. Ο κλειστός εξώστης
δύνανται να έχει ανοίγματα και στις κλειστές εξωτερικές πλευρές του.
39. «Κοινόχρηστοι χώροι»: είναι οι κοινής χρήσης ελεύθεροι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο
ρυμοτομικό σχέδιο ή έχουν τεθεί σε κοινή χρήση με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
40. «Κοινωφελείς χώροι»: είναι οι χώροι που καθορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή τοπικό
ρυμοτομικό ή σχέδιο οικισμού και προορίζονται για την ανέγερση κατασκευών κοινής ωφέλειας δημόσιου ή
ιδιωτικού χαρακτήρα.
40Α. «Κοινής χρήσης χώροι του κτιρίου και του οικοπέδου»: είναι οι χώροι που προορίζονται για χρήση
από όλους τους ενοίκους του κτιρίου.
41. «Κορυφογραμμή»: είναι η νοητή γραμμή που σχηματίζουν οι διαδοχικές κορυφές βουνών, λόφων ή
οροσειρών και οι αυχένες μιας οροσειράς, όπως αυτή προβάλλεται στον ορίζοντα, στο τμήμα του ορίου της
λεκάνης απορροής με τα μέγιστα υψόμετρα.
42. «Κτίριο»: είναι η κατασκευή που αποτελείται από χώρους και εγκαταστάσεις και προορίζεται για προ-
σωρινή ή μόνιμη παραμονή του χρήστη.
43. «Κτίριο ελάχιστης ενεργειακής κατανάλωσης»: είναι το κτίριο που, τόσο από τον βιοκλιματικό σχεδιασμό
του όσο και από τη χρήση ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, παρουσιάζει πολύ υψηλή ενεργειακή κατάταξη,
σύμφωνα με τον Κανονισμό Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Κ.ΕΝ.Α.Κ.), και η σχεδόν μηδενική ή πολύ χαμηλή
ποσότητα ενέργειας, που απαιτείται για τη λειτουργία της χρήσης του, καλύπτεται από ανανεώσιμες πηγές,
μονάδες Σ.Η.Θ.Υ.Α., καθώς και της παραγόμενης ενέργειας επιτόπου ή πλησίον.
44. «Κύρια όψη»: είναι κάθε όψη του κτιρίου που βλέπει σε δημόσιο κοινόχρηστο χώρο, όπως ορίζεται από
εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο.
45. «Λυόμενη κατασκευή»: είναι η κατασκευή που αποτελείται από συναρμολογούμενα και αποσυναρμο-
λογούμενα δομικά στοιχεία πιστοποιημένα από αρμόδιο φορέα που τοποθετούνται σε σταθερή βάση.
46. «Μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος κτιρίου»: είναι το ύψος του ανώτατου επιπέδου του κτιρίου, πάνω από
το οποίο απαγορεύεται κάθε δόμηση εκτός από τις εγκαταστάσεις που επιτρέπονται ειδικά και περιοριστικά.
Η μόνωση και η επίστρωση - επικάλυψη της τελικής άνω επιφάνειας του ανώτατου επιπέδου του κτιρίου,
δύνανται να βρίσκονται πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος κτιρίου.
47. «Μικτό εμβαδόν»: είναι το εμβαδόν του χώρου, συμπεριλαμβανομένων των περιμετρικών δομικών
στοιχείων, που τον ορίζουν. Σε περίπτωση όμορων χώρων λαμβάνεται το ήμισυ του δομικού στοιχείου στον
υπολογισμό.
48. «Οικοδομική γραμμή»: είναι η γραμμή, που καθορίζεται από εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και απο-
τελεί όριο της δόμησης στο οικοδομικό τετράγωνο προς τον κοινόχρηστο χώρο που το περιβάλλει.
49. «Οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.)»: είναι κάθε δομήσιμη ενιαία έκταση, που βρίσκεται μέσα στο εγκεκριμένο
ρυμοτομικό σχέδιο και περιβάλλεται από κοινόχρηστους χώρους ή και εκτός σχεδίου περιοχή.
50. «Οικόπεδο»: είναι η συνεχόμενη έκταση γης, που αποτελεί αυτοτελές και ενιαίο ακίνητο και ανήκει σε
έναν (1) ή σε περισσότερους κυρίους εξ αδιαιρέτου και βρίσκεται μέσα σε εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο
ή μέσα στα όρια οικισμού χωρίς σχέδιο. Ανάλογα με τη θέση τους στο οικοδομικό τετράγωνο τα οικόπεδα
χαρακτηρίζονται μεσαία εφόσον έχουν ένα (1) πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο, γωνιακά εφόσον έχουν πρό-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263662
σωπα σε συμβολή δύο (2) κοινόχρηστων χώρων, διαμπερή εφόσον έχουν πρόσωπα σε δύο (2) διαφορετικούς
κοινόχρηστους χώρους.
51. «Όμορα ή γειτονικά οικόπεδα ή γήπεδα»: είναι τα οικόπεδα ή γήπεδα που έχουν τουλάχιστον ένα (1)
κοινό όριο ή ένα (1) κοινό τμήμα ορίου.
52. «Όρια οικοπέδου ή γηπέδου»: είναι οι γραμμές που το χωρίζουν από τα όμορα οικόπεδα ή γήπεδα και
τους κοινόχρηστους χώρους ή μόνο από όμορα οικόπεδα ή γήπεδα. Τα όρια του οικοπέδου με τους κοινό-
χρηστους χώρους, συμπίπτουν με τα όρια του οικοδομικού τετραγώνου στις εντός σχεδίου περιοχές.
53. «Όρια οικοδομικού τετραγώνου»: είναι οι γραμμές, που το χωρίζουν από τους κοινόχρηστους χώρους
ή την εκτός σχεδίου περιοχή.
54. «Οριστική στάθμη εδάφους οικοπέδου ή γηπέδου»: είναι η στάθμη του εδάφους, όπως αυτή διαμορφώ-
νεται τελικά με εκσκαφή, επίχωση ή επίστρωση, ύστερα από έκδοση τυχόν απαιτούμενης οικοδομικής άδειας.
55. «Όροφοι»: είναι τα τμήματα του κτιρίου, τα οποία διαχωρίζονται καθ’ ύψος από διαδοχικά δάπεδα, με
μεταξύ τους ελάχιστη απόσταση, όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις. Σε περίπτωση κτιρίου με στέγη, ο
τελευταίος όροφος του κτιρίου δύναται να αποτελεί ενιαίο σύνολο με τον χώρο κάτω από τη στέγη, εφόσον
ο πλέον ενιαίος χώρος πληροί τις ελάχιστες αποστάσεις ύψους, όπως ορίζεται από τις σχετικές διατάξεις.
56. «Όψεις του κτιρίου»: είναι οι επιφάνειες του κτιρίου προς τους κοινόχρηστους ή και ακάλυπτους χώρους
του οικοπέδου ή και προς όμορα οικόπεδα και ορίζονται, σύμφωνα με τον προσανατολισμό τους. Ως όψεις
του κτιρίου, θεωρούνται, επίσης, οι στέγες και τα δώματα με τα κιγκλιδώματα ή/και τα στηθαία ασφαλείας,
καθώς και με τις κατασκευές του άρθρου 214 και τα κλειστά τμήματα των πυλωτών. Στις όψεις του κτιρίου
συμμετέχουν οι επιφάνειες των εξωτερικών θερμομονώσεων, οι επενδύσεις και τα επιχρίσματα του κτιρίου.
57. «Παθητικά ηλιακά συστήματα ψύξης ή θέρμανσης»: είναι οι κατασκευές ή οι εγκαταστάσεις, που αξιο-
ποιούν την ηλιακή ενέργεια και αποτελούν συστατικά μέρη του κτιρίου. Οι βασικές κατηγορίες είναι:
α) Συστήματα άμεσου ηλιακού οφέλους, όπως σε νότια ανοίγματα,
β) Συστήματα έμμεσου ηλιακού οφέλους, όπως ηλιακός χώρος, θερμοκήπιο, ηλιακός τοίχος, θερμοσιφω-
νικό πέτασμα, ηλιακό αίθριο,
γ) Συστήματα δροσισμού, όπως ο ηλιακός αγωγός, τα σκίαστρα, οι ενεργειακοί υαλοπίνακες.
58. «Παραχωρημένοι σε δημόσια κοινή χρήση χώροι του οικοπέδου»: είναι οι χώροι που έχουν αποδοθεί
ανταποδοτικά σε δημόσια χρήση με συμβολαιογραφική πράξη, χωρίς να χάνονται τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα
των παραχωρητών.
58Α. «Παρόδια στοά»: είναι ο προσπελάσιμος από το κοινό στεγασμένος ελεύθερος χώρος του οικοπέδου,
που κατασκευάζεται σε επαφή με την οικοδομική γραμμή στη στάθμη του πεζοδρομίου και επιβάλλεται από
το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο ή από τους όρους δόμησης της περιοχής.
59. «Πεζόδρομοι»: είναι οι διαμορφωμένοι υπαίθριοι κοινόχρηστοι ελεύθεροι χώροι, που εξυπηρετούν
τη συνεχή, ασφαλή και χωρίς εμπόδια κυκλοφορία των πεζών, των ατόμων με αναπηρία και των εμποδιζό-
μενων ατόμων. Σε αυτούς απαγορεύεται η στάθμευση και επιτρέπεται να κυκλοφορούν μόνο τα οχήματα
που κινούνται προς και από εισόδους - εξόδους χώρων στάθμευσης των παρόδιων χρήσεων, σύμφωνα με
τις επιτρεπόμενες χρήσεις γης της περιοχής ή χώρων στάθμευσης που έχουν λάβει άδεια λειτουργίας κατά
παρέκκλιση των υφιστάμενων χρήσεων γης δυνάμει της παρ. 1 του άρθρου 19 του ν. 4313/2014 (Α’ 261), εκτός
αν άλλως ορίζεται από τον κανονισμό λειτουργίας τους.
60. «Πέργκολα»: είναι η εξωτερική ασκεπής σταθερή κατασκευή, που προορίζεται για την αναρρίχηση των
φυτών ή για την ηλιοπροστασία με την τοποθέτηση προσωρινών σκιάστρων από ύφασμα, προσωρινών σκιά-
στρων από καλαμωτή και κινητών στοιχείων, αποκλειομένων οποιωνδήποτε άλλων κατακόρυφων ή οριζόντιων
στοιχείων πλήρωσης του φέροντα οργανισμού της κατασκευής. Κατ’ εξαίρεση, ύστερα από γνωμοδότηση
του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής, επιτρέπεται η κατασκευή κατακόρυφων στοιχείων πλήρωσης του φέροντος
οργανισμού της κατασκευής για λόγους ανεμοπροστασίας και μέχρι ύψους δύο (2) μέτρων, αποκλειόμενης
της δημιουργίας κλειστού χώρου.
61. «Περίγραμμα κτιρίου»: αποτελεί η προβολή επί του εδάφους όλων των χώρων του, που προσμετρώνται
στην κάλυψη.
62. «Περίφραξη ή περίφραγμα»: είναι η κατασκευή με την οποία διαχωρίζονται μεταξύ τους όμορα οικόπεδα
ή γήπεδα, καθώς και οικόπεδο ή γήπεδο από κοινόχρηστο χώρο.
63. «Πίσω όριο μεσαίου οικοπέδου»: είναι αυτό που δεν έχει κανένα κοινό σημείο με τη ρυμοτομική γραμμή,
το μέσο του απέχει τη μέγιστη απόσταση από τη ρυμοτομική γραμμή και δεν είναι πλάγιο όριο.
64. «Πλάγια όρια μεσαίου οικοπέδου»: είναι αυτά που το ένα (1) άκρο τους βρίσκεται επί της ρυμοτομικής
γραμμής ή έχουν κοινό άκρο με το τμήμα πλάγιου ορίου που βρίσκεται επί της ρυμοτομικής γραμμής και δεν
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3663Τεύχος A’ 88/08.06.2026
είναι πίσω όριο. Πλάγια όρια γωνιακού, διαγωνιαίου ή διαμπερούς οικοπέδου είναι όλα τα όρια των οικοπέδων
αυτών με τις όμορες ιδιοκτησίες.
65. «Πλάτος δρόμου σε κάθε σημείο»: είναι το μήκος της καθέτου στον άξονα της οδού μεταξύ των ρυμο-
τομικών γραμμών.
66. «Πληθυσμός κτιρίου, ορόφου ή χώρου ή δομικού έργου»: είναι ο μέγιστος αριθμός ατόμων που επιτρέ-
πεται να βρίσκονται ταυτόχρονα μέσα στο κτίριο ή στον όροφο ή στον χώρο ή στο δομικό έργο.
67. «Ποσοστό κάλυψης του οικοπέδου»: είναι ο λόγος της μέγιστης επιφάνειας που επιτρέπεται να καλυφθεί
προς τη συνολική επιφάνεια του οικοπέδου.
68. «Ποσοστό υποχρεωτικής φύτευσης ακαλύπτου»: είναι ο αριθμός που πολλαπλασιαζόμενος με την
επιφάνεια του υποχρεωτικού ακαλύπτου ορίζει την υποχρεωτικά φυτεμένη επιφάνεια του οικοπέδου.
69. «Πραγματοποιούμενο μέσο ύψος χώρου»: είναι ο λόγος του καθαρού όγκου του προς το εμβαδόν της
επιφάνειας του δαπέδου του.
70. «Προκήπιο ή πρασιά»: είναι το τμήμα του οικοδομικού τετραγώνου που βρίσκεται μεταξύ της ρυμοτο-
μικής και οικοδομικής γραμμής, όπως αυτές ορίζονται από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο.
71. «Προσβασιμότητα»: είναι το χαρακτηριστικό του περιβάλλοντος που επιτρέπει σε όλα τα άτομα, χωρίς
διακρίσεις φύλου, ηλικίας και λοιπών χαρακτηριστικών, όπως σωματική διάπλαση, δύναμη, αντίληψη, εθνικό-
τητα, να έχουν πρόσβαση σε αυτό, δηλαδή να μπορούν αυτόνομα, με ασφάλεια και με άνεση να προσεγγίσουν
και να χρησιμοποιήσουν τις υποδομές, αλλά και τις υπηρεσίες συμβατικές και ηλεκτρονικές και τα αγαθά που
διατίθενται στο συγκεκριμένο περιβάλλον.
72. «Προστέγασμα»: είναι το μη προσβάσιμο σταθερό ή κινητό στοιχείο σε συνέχεια των όψεων του κτιρίου
(πρόβολος) και πέρα από την επιφάνειά του. Τα κινητά προστεγάσματα (τέντες) δύναται να έχουν κατακόρυφα
στηρίγματα.
73. «Πρόσωπο οικοπέδου ή γηπέδου»: είναι το όριό του προς τον κοινόχρηστο χώρο.
74. «Προσωρινή κατασκευή»: είναι η κατασκευή που αποτελείται εξ ολοκλήρου από ξηρή δόμηση και
εγκαθίσταται σε ελαφρά βάση ή με σημειακή θεμελίωση επί του εδάφους, τοποθετείται και απομακρύνεται
σε λυόμενα μέρη, δεν απαιτεί εκτεταμένη υποδομή ώστε να αλλοιώνει σοβαρά το φυσικό έδαφος και δεν
απαιτεί μόνιμη εγκατάσταση συλλογής αποβλήτων. Τοποθετείται για συγκεκριμένο σκοπό και διάρκεια σε
οικοδομήσιμο ή μη χώρο.
75. «Πρόχειρη κατασκευή»: είναι η κατασκευή, που υλοποιείται με πρόχειρο τρόπο, από ασύνδετα ευτελή
υλικά, όπως τσιμεντόλιθοι, λαμαρίνες, σανίδες.
76. «Ρυμοτομική γραμμή»: είναι η γραμμή, που καθορίζεται από εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο και οριοθετεί το
οικοδομικό τετράγωνο ή γήπεδο σε σχέση με τον κοινόχρηστο χώρο, που το περιβάλλει ή εκτός σχεδίου περιοχή.
77. «Ρυμοτομούμενο τμήμα»: είναι το τμήμα ιδιοκτησίας οικοπέδου ή κτιρίου, που βρίσκεται εντός εγκε-
κριμένων κοινόχρηστων χώρων του ρυμοτομικού σχεδίου, όπως δρόμους, πλατείες.
78. «Στάθμη φυσικού εδάφους»: είναι η υπάρχουσα στερεομετρική επιφάνεια του φυσικού εδάφους.
79. «Στέγαστρο»: είναι η μη προσβάσιμη σταθερή κατασκευή, σε πρόβολο ή επί υποστυλωμάτων, που
κατασκευάζεται με συμπαγή σταθερά ή κινητά στοιχεία στην οροφή του. Το στέγαστρο είτε τοποθετείται
σε επαφή με μία (1) όψη χωρίς να αποτελεί συνέχεια του φέροντος οργανισμού, υπό την προϋπόθεση ότι
είναι κατασκευασμένο από διαφορετικό υλικό είτε απέχει ελάχιστη απόσταση δ/4 από οποιαδήποτε όψη του
κτιρίου, χωρίς να ισχύουν οι ανωτέρω περιορισμοί. Επιτρέπονται, κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου
Αρχιτεκτονικής, κάθετα στοιχεία πλήρωσης, αποκλειόμενης της δημιουργίας κλειστού χώρου.
80. «Στέγη»: είναι η κατασκευή κάλυψης του κτιρίου, η οποία περιλαμβάνει τη φέρουσα κατασκευή και
μπορεί να αποτελείται από επιφάνειες διαφόρων μορφών, κλίσεων και υλικών.
Επιτρέπονται ανοίγματα στη στέγη, που ακολουθούν τη στερεομετρία της όσο και ανοίγματα στους τυχόν
τοίχους που συμμετέχουν σε αυτήν, για τον φωτισμό και αερισμό του χώρου.
81. «Σοφίτα»: είναι ανοιχτός ή κλειστός προσβάσιμος χώρος που βρίσκεται κάτω από την επικλινή στέγη
του κτιρίου και δύναται το δάπεδό της να βρίσκεται σε χαμηλότερο ύψος από το σημείο έδρασης της στέγης. Η
σοφίτα αποτελεί ενιαίο σύνολο με τον χώρο κάτω από τη στέγη και ο παραπάνω χώρος αντιμετωπίζεται ενιαία
για τον υπολογισμό του ελεύθερου ύψους. Η σοφίτα δύναται να έχει πρόσβαση σε δώμα ή και δώμα ορόφου
του κτιρίου ή και ανοικτό εξώστη ή και κλειστό εξώστη. Δεν θεωρείται όροφος και δεν μπορεί να αποτελεί
ανεξάρτητη ιδιοκτησία. Επιτρέπεται η πρόσβαση στον χώρο της σοφίτας από κεντρικό κλιμακοστάσιο αυτο-
τελούς ανεξάρτητης ιδιοκτησίας. Δύναται η επέκταση του δαπέδου της προσμετρώντας την επιφάνεια πλέον
του πενήντα τοις εκατό (50%) στον συντελεστή δόμησης. Δεν υφίσταται ελάχιστος ή μέγιστος περιορισμός
ως προς το ύψος της σοφίτας.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263664
81Α. «Στοιχεία αρχιτεκτονικής ή φυσικής κληρονομιάς»: είναι οικισμοί ή τμήματα πόλεων ή οικισμών ή
αυτοτελή οικιστικά σύνολα εκτός οικισμών, κτίρια ή συγκροτήματα κτιρίων ή στοιχεία του άμεσου φυσικού
ή ανθρωπογενούς περιβάλλοντος, ιδίως αυλές, κήποι, θυρώματα και κρήνες, στοιχεία πολεοδομικού εξοπλι-
σμού αστικού ή αγροτικού ή δικτύων, ιδίως πλατείες, κρήνες, διαβατικά, λιθόστρωτα και γέφυρες, τα οποία
παρουσιάζουν ιδιαίτερο ιστορικό, κοινωνικό, αρχιτεκτονικό, πολεοδομικό, επιστημονικό και αισθητικό ενδια-
φέρον. Στα ακίνητα αγαθά φυσικής κληρονομιάς περιλαμβάνονται και χώροι, τόποι, τοπία ιδιαίτερου κάλλους
και φυσικοί σχηματισμοί, ιδίως βράχια, λόφοι, ρεματιές και δενδροστοιχίες που συνοδεύουν ή περιβάλλουν
ακίνητα αγαθά αρχιτεκτονικής κληρονομιάς και παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
82. «Συντελεστής Δόμησης (Σ.Δ.)»: είναι ο αριθμός, ο οποίος πολλαπλασιαζόμενος με την επιφάνεια του
οικοπέδου ή γηπέδου, δίνει τη συνολική επιτρεπόμενη επιφάνεια δόμησης.
83. «Συντελεστής κατ’ όγκο εκμετάλλευσης (Σ.Ο.) του οικοπέδου ή γηπέδου»: είναι ο αριθμός, ο οποίος
πολλαπλασιαζόμενος με την επιφάνεια του οικοπέδου, δίνει το συνολικό επιτρεπόμενο όγκο του κτιρίου πάνω
από την οριστική στάθμη του εδάφους.
84. «Τυφλή όψη»: είναι η πλευρά του κτιρίου, που κατασκευάζεται στα όρια της ιδιοκτησίας με τα όρια του
όμορου οικοπέδου.
85. «Υδάτινες επιφάνειες»: είναι οι δομημένες επιφάνειες, στις οποίες εξασφαλίζεται συνεχής παρουσία
νερού, είτε σε ηρεμία είτε σε μηχανικά υποβοηθούμενη ροή.
86. «Υδροκρίτης»: είναι το όριο, το οποίο ορίζει την έκταση που καταλαμβάνει η λεκάνη απορροής ανάντη
μιας δεδομένης διατομής Α υδατορέματος.
86Α. «Υπαίθριος χώρος του κτιρίου»: είναι ο ελεύθερος χώρος που βρίσκεται πάνω από την οροφή των
κλειστών και ημιυπαίθριων χώρων του, καθώς και πάνω από την οροφή της πυλωτής.
87. «Υπόγειο»: είναι όροφος ή τμήμα ορόφου, του οποίου η οροφή δεν υπερβαίνει την απόσταση ένα
κόμμα είκοσι (1,20) μ. από την οριστική στάθμη του εδάφους.
88. «Υπόσκαφο»: είναι το κτίριο ή το τμήμα κτιρίου που κατασκευάζεται υπό τη στάθμη του φυσικού εδά-
φους και παρουσιάζει μόνο μία (1) ορατή όψη. Η κατασκευή του γίνεται κάτω από τη στάθμη του φυσικού
εδάφους, με επέμβαση σε αυτό και πλήρη επαναφορά στην αρχική του μορφή. Τα υπόσκαφα κτίρια μπορούν
να έχουν κύρια ή βοηθητική χρήση.
89. «Ύψος κτιρίου»: σε κάθε σημείο είναι η κατακόρυφη απόσταση από το σημείο τομής της όψης του
κτιρίου με το οριστικά διαμορφωμένο έδαφος έως τη στάθμη της τελικής άνω επιφάνειας του τελευταίου
ορόφου στη θέση αυτή, στην οποία δεν συμπεριλαμβάνεται η μόνωση και η επίστρωση - επικάλυψη. Σε
περίπτωση κτιρίου με στέγη, το ύψος κτιρίου σε κάθε σημείο είναι η κατακόρυφη απόσταση από το σημείο
τομής της όψης του κτιρίου με το οριστικά διαμορφωμένο έδαφος έως τη στάθμη της κάτω επιφάνειας της
χαμηλότερης από τις εδράσεις της στέγης. Το μεγαλύτερο από τα ύψη που πραγματοποιούνται είναι το μέγιστο
πραγματοποιούμενο ύψος του κτιρίου.
90. «Ύψος στέγης»: είναι η μεγαλύτερη κάθετη απόσταση από το χαμηλότερο από τα σημεία έδρασής της
έως το ανώτατο σημείο της, στο οποίο δεν συμπεριλαμβάνονται η μόνωση και η επίστρωση - επικάλυψή της
και, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, δεν μπορεί να υπερβαίνει τα δύο (2) μέτρα από το ανώτατο επιτρεπόμενο
ύψος της περιοχής.
91. «Φέρων οργανισμός του κτιρίου ή φέρουσα κατασκευή του»: είναι το τμήμα που μεταφέρει άμεσα ή
έμμεσα στο έδαφος τα μόνιμα, ωφέλιμα και γενικά τα φορτία των δυνάμεων, που επενεργούν σε αυτό.
92. «Φυτεμένες επιφάνειες»: είναι οι διαστρωμένες δομημένες επιφάνειες, που έχουν φυσικό ή εμπλουτι-
σμένο χώμα και βλάστηση ή υδάτινες επιφάνειες σε συνδυασμό μεταξύ τους.
93. «Χρήση του κτιρίου»: είναι αυτή για την οποία έχει χορηγηθεί οικοδομική άδεια ή σε κάθε περίπτωση
αυτή, που αναγράφεται στην Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου.
94. «Χώροι κύριας χρήσης των κτιρίων»: είναι όσοι προορίζονται για την εξυπηρέτηση της βασικής χρήσης
του κτιρίου και την παραμονή των χρηστών του σε αυτούς, όπως είναι σε κτίρια κατοικίας τα υπνοδωμάτια, οι
χώροι διημέρευσης, οι κουζίνες, τα γραφεία. Οι χώροι κύριας χρήσης έχουν για τα κτίρια, που κατασκευάζονται
μετά τις 4.7.2012, τρεις μήνες μετά από την ψήφιση του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79,
διορθ. σφαλμ. Α’ 99) στις 3.4.2012 σύμφωνα με το άρθρο 48 αυτού, ελεύθερο ύψος τουλάχιστον δύο κόμμα
πενήντα (2,50) μ..
95. «Χώροι βοηθητικής χρήσης»: είναι χώροι, που δεν προορίζονται για την εξυπηρέτηση της βασικής
χρήσης του κτιρίου και την παραμονή των χρηστών του σε αυτούς, όπως είναι χώροι κυκλοφορίας, διάδρο-
μοι, προθάλαμοι, κλιμακοστάσια, χώροι υγιεινής, μηχανοστάσια, αποθήκες, χώροι στάθμευσης αυτοκινήτων,
κτίρια παραμονής ζώων.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3665Τεύχος A’ 88/08.06.2026
96. «Ψηλά κτίρια»: είναι τα κτίρια, που έχουν ύψος μεγαλύτερο από το προβλεπόμενο στο άρθρο 210 βάσει
ειδικών όρων δόμησης που έχουν ορισθεί με ειδικά διατάγματα.
Άρθρο 198
Ορισμοί συντελεστών και μεγεθών
Οι συντελεστές και τα μεγέθη που χρησιμοποιούνται στο παρόν Τμήμα ορίζονται ως ακολούθως:
Α: ο συντελεστής επιρροής της μείωσης της κάλυψης ή αύξησης του συντελεστή δόμησης στην περίπτωση
παροχής κινήτρων για την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής σε πυκνοδομημένες
και αστικές περιοχές και παίρνει τις ακόλουθες τιμές για κάθε λόγο Β: Α=0.5 για 1<Β≤2, Α=0.8 για 2<Β≤3, Α=0.9
για 3<Β≤5, Α=1 για Β>5.
Β: ο λόγος της επιφάνειας οικοπέδου προς την επιφάνεια της κατά κανόνα αρτιότητας της περιοχής και
υπολογίζεται στην περίπτωση παροχής κινήτρων για την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποι-
ότητας ζωής σε πυκνοδομημένες και αστικές περιοχές.
Δ: είναι η απόσταση του κτιρίου από τα όρια οικοπέδου ή κτιρίου, κατά περίπτωση, και ορίζεται σε: τρία
(3) μ. + 0,10Η,
δ: είναι η απόσταση του κτιρίου από τα όρια οικοπέδου ή κτιρίου, κατά περίπτωση, και ορίζεται σε: δύο
κόμμα πενήντα (2,50) μ. + 0,05Η,
Η: είναι το μέγιστο πραγματοποιούμενο ύψος του κτιρίου, σε περίπτωση που εξαντλείται ο συντελεστής
δόμησης ή αυτό στο οποίο προβλέπεται να εξαντληθεί μελλοντικά ο συντελεστής δόμησης, όπως απεικονί-
ζεται στο διάγραμμα κάλυψης της οικοδομικής άδειας ή το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος, σε περίπτωση που
δεν εξαντλείται ο συντελεστής δόμησης.
Π σε ορισμένο σημείο του προσώπου του οικοπέδου: θεωρείται το μήκος της καθέτου στην οικοδομική
γραμμή στο σημείο αυτό έως την τομή της με την απέναντι εγκεκριμένη οικοδομική γραμμή του ίδιου δρόμου
ή την προέκτασή της. Αν το οικοδομικό τετράγωνο βρίσκεται στα όρια του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου
και απέναντι υπάρχει μόνο ρυμοτομική γραμμή, για τον υπολογισμό του Π λαμβάνεται υπόψη η γραμμή αυτή
αντί της οικοδομικής.
Άρθρο 199
Χρήση κτιρίων
1. Μεταβολή της χρήσης του κτιρίου ή μέρους του επιτρέπεται, υπό την επιφύλαξη των οριζόμενων στις
επόμενες παραγράφους, μόνον αν η νέα χρήση προβλέπεται από τις οικείες πολεοδομικές διατάξεις. Αν
από τη μεταβολή επέρχεται αλλαγή προς το δυσμενέστερο, στα στοιχεία του διαγράμματος δόμησης ή στα
φορτία σχεδιασμού της στατικής μελέτης ή αλλαγή των τεχνικών μηχανολογικών εγκαταστάσεων ως προς
τις διελεύσεις τους από άλλους ορόφους ή κοινόχρηστους χώρους απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας και
ενημέρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου. Σε κάθε άλλη περίπτωση, η κατασκευή θεωρείται αυθαίρετη.
2. Χώροι για τους οποίους έχει χορηγηθεί οικοδομική άδεια με συγκεκριμένη χρήση, μπορούν να μετα-
βάλουν τη χρήση τους, εφόσον η νέα χρήση προβλέπεται από τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις και δεν
επέρχονται αλλαγές της παρ. 1. Σε αυτήν την περίπτωση, απαιτείται ενημέρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας
Κτιρίου και δεν απαιτείται έκδοση οικοδομικής άδειας.
3. Σε κτίρια νομίμως υφιστάμενα εντός εγκεκριμένου σχεδίου ή οικισμού, είναι δυνατή η αλλαγή χρήσης
σύμφωνα με το ρυμοτομικό σχέδιο, τις χρήσεις γης της περιοχής και ανεξάρτητα από τους όρους δόμησης.
Σε κτίρια νομίμως υφιστάμενα εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού, είναι δυνατή η αλλαγή χρήσης σύμ-
φωνα με τις χρήσεις γης της περιοχής και με την προϋπόθεση, ότι δεν υπερβαίνουν τα επιτρεπόμενα μεγέθη
της νέας χρήσης. Ειδικά για κτίρια νομίμως υφιστάμενα εντός εγκεκριμένου σχεδίου ή οικισμού, για τα οποία
έχουν χορηγηθεί παρεκκλίσεις, η αλλαγή της χρήσης τους, καθ’ υπέρβαση των ισχυόντων όρων δόμησης της
περιοχής, είναι επιτρεπτή εφόσον η παρέκκλιση έχει χορηγηθεί πριν από τις 9.12.2020, ημερομηνία δημοσί-
ευσης του ν. 4759/2020 (Α ’ 245).
4. Σε κάθε περίπτωση μεταβολής της χρήσης κτιρίου ή χώρου κτιρίου, πρέπει να διασφαλίζεται υποχρε-
ωτικά η προσβασιμότητα στα άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα στους κοινόχρηστους χώρους
του κτιρίου, με την προϋπόθεση να μην θίγεται ο φέρων οργανισμός του κτιρίου. Σε αντίθετη περίπτωση, η
κατασκευή θεωρείται αυθαίρετη.
Άρθρο 200
Προστασία αρχιτεκτονικής και φυσικής κληρονομιάς
1. Η αρχιτεκτονική κληρονομιά περιλαμβάνει μνημεία, αρχιτεκτονικά σύνολα, τόπους και τοπία όπως
αναλύονται στο άρθρο 1 της Σύμβασης για την Προστασία της Αρχιτεκτονικής Κληρονομιάς της Ευρώπης
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263666
που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2039/1992 (Α’ 61) και στο άρθρο 1 της Διεθνούς Σύμβασης για την
προστασία της Παγκόσμιας Πολιτιστικής και Φυσικής Κληρονομιάς που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του
ν. 1126/1981 (Α’ 32). Η ακίνητη φυσική κληρονομιά περιλαμβάνει φυσικά μνημεία και φυσικά τοπία όπως
αναλύονται στο άρθρο 2 του ν. 1126/1981.
2. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή του
κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, μπορεί να χαρακτηρίζονται, ύστερα από αιτιολογημένη έκθεση της
αρμόδιας υπηρεσίας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλί-
ου και του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.), με σκοπό τη
διατήρηση και ανάδειξη της ιδιαίτερης ιστορικής, πολεοδομικής, αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής
και αισθητικής φυσιογνωμίας τους:
α) Ως (παραδοσιακά) προστατευόμενα σύνολα: οικισμοί ή τμήματα πόλεων ή οικισμών ή αυτοτελή οικι-
στικά σύνολα εκτός αυτών.
β) Ως ζώνες ιδιαίτερου κάλλους, χώροι, τόποι, τοπία ή και φυσικοί σχηματισμοί που συνοδεύουν ή περι-
βάλλουν στοιχεία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς, καθώς και αυτοτελείς σχηματισμοί φυσικού ή ανθρωπογενούς
χαρακτήρα, εντός ή εκτός οικισμών.
Σε περίπτωση που θεσπίζονται και ειδικοί μορφολογικοί περιορισμοί δόμησης και ειδικοί όροι δόμησης
που αποκλίνουν από τους ισχύοντες στην περιοχή, τότε απαιτείται και η γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου
Αρχιτεκτονικής (ΚΕ.Σ.Α.).
Αν η γνώμη του δημοτικού συμβουλίου δεν περιέλθει στην αρμόδια υπηρεσία του κατά περίπτωση αρ-
μόδιου υπουργείου σε διάστημα δύο (2) μηνών από τη λήψη του σχετικού εγγράφου, το διάταγμα εκδίδεται
και χωρίς αυτή.
3. Με το προεδρικό διάταγμα της παρ. 2 καθορίζονται και τα όρια και οι όροι και περιορισμοί δόμησης των
περιοχών της περ. α) της παρ. 2. Ειδικά η έγκριση ή τροποποίηση σχεδίων πόλεων και πολεοδομικών μελετών
περιοχών χαρακτηρισμένων ως παραδοσιακών, γίνεται με προεδρικό διάταγμα, κατόπιν πρότασης του Υπουρ-
γού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από γνωμοδότηση του ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.. Προκειμένου για παραδοσιακούς
οικισμούς περιοχών αρμοδιότητας των Υπουργών Εσωτερικών (Τομέας Μακεδονίας-Θράκης) και Ναυτιλίας
και Νησιωτικής Πολιτικής (Περιφέρειες Βορείου και Νοτίου Αιγαίου), οι ανωτέρω ρυθμίσεις ασκούνται από
τους υπουργούς αυτούς, αντίστοιχα. Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι κείμενες διατάξεις.
4. Ειδικές διατάξεις με τις οποίες έχουν χαρακτηριστεί ανάλογα και τεθεί σε καθεστώς προστασίας οι οικι-
σμοί, χώροι, τόποι των περ. α) και β) της παρ. 2 και έχουν επιβληθεί ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης και
χρήσεων για την προστασία του παραδοσιακού τους χαρακτήρα και της ιδιαίτερης, ιστορικής, πολεοδομικής,
αρχιτεκτονικής, λαογραφικής, κοινωνικής, αισθητικής, φυσιογνωμίας τους κατισχύουν του παρόντος Τμήματος
και κάθε άλλης διάταξης.
5. Για την προστασία, αποκατάσταση, διατήρηση και ανάδειξη του πολεοδομικού ιστού των παραδοσιακών
οικισμών, ιστορικών τόπων και αρχαιολογικών χώρων, ο οποίος αποτελεί συστατικό στοιχείο της ιδιαίτερης
φυσιογνωμίας τους, είναι δυνατή η τροποποίηση ή αναθεώρηση του ισχύοντος ρυμοτομικού σχεδίου, έστω
και αν με αυτήν επέρχεται μείωση της επιφάνειας των κοινόχρηστων χώρων του. Στις περιοχές αυτές μπορούν,
μετά από μελέτες αστικού σχεδιασμού ή τοπίου, να θεσπίζονται ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης και να
καθορίζονται ειδικές χρήσεις.
6.α) Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού,
που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας υπηρεσίας και γνώμη του αρμοδίου ΚΕ.Σ.Α. και
δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να χαρακτηρίζονται ως διατηρητέα, μεμονωμένα
κτίρια ή τμήματα κτιρίων ή συγκροτήματα κτιρίων, καθώς και στοιχεία του περιβάλλοντος χώρου αυτών, όπως
επίσης και στοιχεία του φυσικού ή και ανθρωπογενούς περιβάλλοντος χώρου, όπως αυλές, κήποι, θυρώματα
και κρήνες, καθώς και μεμονωμένα στοιχεία πολεοδομικού (αστικού ή αγροτικού) εξοπλισμού ή δικτύων, όπως
πλατείες, κρήνες, διαβατικά, λιθόστρωτα, γέφυρες που βρίσκονται εντός ή εκτός οικισμών, για τον σκοπό που
αναφέρεται στην παρ. 5 και να καθορίζονται ειδικοί όροι προστασίας και περιορισμοί δόμησης και χρήσης,
κατά παρέκκλιση από τις διατάξεις του παρόντος Τμήματος και από κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη. Με
όμοια απόφαση, μπορεί να χαρακτηρίζεται ως διατηρητέα η χρήση ακινήτου με ή χωρίς κτίσματα εντός ή εκτός
οικισμών επίσης και το τυχόν όνομα ή επωνυμία με την οποία η χρήση αυτή συνδέθηκε με τον διατηρητέο
χαρακτήρα της, ιστορικό, λαογραφικό ή άλλο. Η παραπάνω έκθεση αποστέλλεται στην αρμόδια υπηρεσία
δόμησης και στον οικείο δήμο, ο οποίος εντός πέντε (5) ημερών από τη λήψη της υποχρεούται:
αα) να ενημερώσει εγγράφως την αρμόδια υπηρεσία για την παραλαβή της αιτιολογικής έκθεσης,
αβ) να αναρτήσει την αιτιολογική έκθεση στο δημοτικό κατάστημα και στην ιστοσελίδα του δήμου,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3667Τεύχος A’ 88/08.06.2026
αγ) να δημοσιεύσει σχετική ενημερωτική πρόσκληση για την ανάρτηση προς τους ενδιαφερόμενους σε
μία (1) τοπική εφημερίδα, αν εκδίδεται, ή σε μία (1) εφημερίδα της πρωτεύουσας του νομού,
αδ) να τοιχοκολλήσει την ενημερωτική πρόσκληση στα προτεινόμενα προς χαρακτηρισμό ακίνητα.
Οι ιδιοκτήτες μπορούν να διατυπώσουν αντιρρήσεις προς την αρμόδια υπηρεσία του κατά περίπτωση
αρμόδιου υπουργείου μέσα σε προθεσμία ενός (1) μήνα από την ημερομηνία της τελευταίας δημοσίευσης
της πρόσκλησης. Η μη τήρηση ή πλημμελής τήρηση του ανωτέρου ουσιώδους τύπου επάγεται ακυρότητα
της τελικώς εκδιδόμενης πράξης. Η παραπάνω διαδικασία μπορεί να παραλείπεται, εφόσον η έκθεση κοινο-
ποιηθεί απευθείας στον ιδιοκτήτη. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο ιδιοκτήτης μπορεί να διατυπώσει τις
αντιρρήσεις του μέσα σε έναν (1) μήνα από την κοινοποίηση της έκθεσης.
β) Από την κοινοποίηση της αιτιολογικής έκθεσης απαγορεύεται κάθε επέμβαση στο προτεινόμενο προς
χαρακτηρισμό αντικείμενο για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους ή μέχρι τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης
ή τη γνωστοποίηση στην αρμόδια υπηρεσία δόμησης για τη μη περαιτέρω προώθηση της διαδικασίας χαρα-
κτηρισμού. Οικοδομικές εργασίες που εκτελούνται σε προτεινόμενο προς χαρακτηρισμό κτίριο με οικοδομική
άδεια, που εκδόθηκε πριν από την κοινοποίηση της αιτιολογικής έκθεσης, διακόπτονται. Όταν ολοκληρωθεί
η προβλεπόμενη διαδικασία και το κτίριο κριθεί διατηρητέο, τότε το κόστος της οικοδομικής άδειας, καθώς
και των εργασιών, οι οποίες έχουν προηγηθεί της διακοπής και αντιβαίνουν στους όρους κήρυξης του κτιρίου
ως διατηρητέου, επιβαρύνουν το Πράσινο Ταμείο. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας,
καθορίζονται οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης αυτής.
γ) Για επεμβάσεις ή προσθήκες σε διατηρητέα κτίρια ή την κατασκευή νέων κτιρίων σε ακίνητα στα οποία
υπάρχουν διατηρητέα κτίρια, μπορούν να ορίζονται με τη διαδικασία που καθορίζεται στην περ. α) συμπλη-
ρωματικοί ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης ή χρήσης κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη
εφόσον δεν αλλοιώνονται τα στοιχεία που συνέτειναν στον χαρακτηρισμό τους ως διατηρητέων.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορούν να καθορίζονται το είδος των επεμ-
βάσεων, η διαδικασία και γενικότερα οι λεπτομέρειες εφαρμογής της διάταξης αυτής.
7. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνωμοδότηση του ΚΕ.Σ.Α., μπορεί
να καθορίζονται:
α) κατηγορίες διατηρητέων και κριτήρια αξιολόγησης για την υπαγωγή των προς χαρακτηρισμό κατα-
σκευών στις κατηγορίες αυτές,
β) ειδικότεροι όροι και περιορισμοί ως προς τις δυνατότητες επέμβασης επί των διατηρητέων κατασκευών
κατά κατηγορία,
γ) μεταβατικές διατάξεις ως προς το καθεστώς των ήδη χαρακτηρισμένων κατασκευών ως διατηρητέων,
σε σχέση με την κατάταξη σε κατηγορίες και τις δυνατότητες επέμβασης επί αυτών.
Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, μετά από γνωμοδότηση του ΚΕ.Σ.Α., μπορεί να
καθορίζονται επιμέρους περιοχές της χώρας και οικισμοί ή τμήματα αυτών, εντός των οποίων έχουν εφαρμογή
οι περ. α), β) και γ).
8.α) Προϋπόθεση για την προέγκριση και τη χορήγηση οικοδομικής άδειας για την ανέγερση οικοδομών
ή προσθηκών σε υφιστάμενα κτίρια σε ακίνητα, όμορα διατηρητέων κτιρίων, αποτελεί η σύμφωνη γνώμη
του οικείου Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.), το οποίο γνωμοδοτεί με γνώμονα την προστασία και ανάδειξη
της αρχιτεκτονικής φυσιογνωμίας του διατηρητέου κτιρίου. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και
Ενέργειας, μπορεί να καθορίζονται ειδικότερα τα κριτήρια για την εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης.
β) Με τη διαδικασία της περ. α) της παρ. 6 μπορεί να ορίζονται ειδικοί όροι και περιορισμοί δόμησης ή
χρήσης κατά παρέκκλιση από κάθε γενική ή ειδική διάταξη και σε ακίνητα που είναι όμορα με τα διατηρητέα
κτίρια ή σε ζώνες που συνέχονται με αυτά, για την προστασία και ανάδειξη των διατηρητέων κτιρίων. Εφόσον
με τους παραπάνω όρους και περιορισμούς δεν μπορεί να εξαντληθεί ο ισχύων συντελεστής δόμησης των
υπόψη όμορων ακινήτων ή ακινήτων που εμπίπτουν στην παραπάνω ζώνη, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη
μεταφορά συντελεστή δόμησης που ισχύουν για τα ακίνητα με διατηρητέα κτίρια.
9.α) Ακίνητα και στοιχεία αρχιτεκτονικής κληρονομιάς ανακατασκευάζονται στην αρχική τους μορφή αν
έχει κινηθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέων με την κοινοποίηση στους ενδιαφερόμενους
ή στον οικείο δήμο της αιτιολογικής έκθεσης χαρακτηρισμού και κατεδαφίζονται για οποιονδήποτε λόγο ή
ακόμη και αν βρίσκονται σε κατάσταση επικινδύνως ετοιμορρόπου και επιβάλλεται η κατεδάφιση τους. Η
ανακατασκευή γίνεται βάσει λεπτομερούς μελέτης αποτύπωσης και φωτογραφικής και κάθε άλλης δυνατής
τεκμηρίωσης της υφιστάμενης κατάστασης που απαιτείται πριν από την υλοποίηση των μέτρων που επιβάλ-
λονται από το σχετικό πρωτόκολλο επικινδύνως ετοιμορρόπου και κατεδάφισης του κτιρίου, σύμφωνα με
τις ισχύουσες διατάξεις. Στη μελέτη αποτύπωσης προσδιορίζονται και όλα τα αρχιτεκτονικά μέλη ή τμήματα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263668
του κτιρίου που φέρουν γλυπτικό ή επίπλαστο διάκοσμο που διασώζονται κατά την κατεδάφιση για να χρη-
σιμοποιηθούν στην ίδια θέση ή ως πρότυπα στην ανακατασκευή του κτιρίου. Η ανακατασκευή εγκρίνεται
με απόφαση του κατά περίπτωση υπουργού, που εκδίδεται ύστερα από αιτιολογική έκθεση της αρμόδιας
υπηρεσίας και γνώμη του ΚΕ.Σ.Α..
β) Διατηρητέα κτίρια, που έχουν κατεδαφιστεί από γεγονότα που οφείλονται σε ανωτέρα βία, όπως σει-
σμό, πυρκαγιά, πλημμύρα ή κρίνονται κατεδαφιστέα με πρωτόκολλα επικινδύνως ετοιμόρροπης οικοδομής,
ανακατασκευάζονται σύμφωνα με το π.δ. της 15/28.4.1988 (Δ’ 317).
γ) Η παρ. 4 του άρθρου 32 του ν. 1337/1983 (Α’ 33) έχει εφαρμογή για τα διατηρητέα κτίρια που αναφέρο-
νται στην περ. α) της παρ. 6 καθώς και για τα κτίρια για τα οποία έχει κοινοποιηθεί στον οικείο δήμο και την
υπηρεσία δόμησης αιτιολογική έκθεση για τον χαρακτηρισμό τους ως διατηρητέων. Οι ίδιες διατάξεις έχουν
εφαρμογή και για τα κτίρια εκείνα, για τα οποία εκδίδεται πρωτόκολλο επικινδύνως ετοιμόρροπης οικοδομής,
μετά από την κοινοποίηση της αιτιολογικής έκθεσης χαρακτηρισμού τους ως διατηρητέων.
10. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού,
που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αναστέλλεται για χρονικό διάστημα έως δύο
(2) έτη, σε οικισμούς ή τμήματα τους, σε περιοχές εκτός οικισμών ή σε μεμονωμένα ακίνητα εντός ή εκτός οικι-
σμών, η έκδοση οικοδομικών αδειών κάθε εργασία ανέγερσης νέων κτιρίων, κατεδάφισης, προσθήκης, αλλαγής
εξωτερικής εμφάνισης υφισταμένων κτιρίων και διαμόρφωσης των κοινόχρηστων χώρων, ή να επιβάλλονται
όροι για την εκτέλεση των εργασιών αυτών με σκοπό τη σύνταξη πολεοδομικής μελέτης ή και ειδικού κανο-
νισμού δόμησης για την προστασία της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η αναστολή μπορεί να παραταθεί για ένα
(1) έτος ακόμα, εφόσον οι σχετικές μελέτες έχουν προοδεύσει σημαντικά και προκύπτει αυτό τεκμηριωμένα.
11. Αίτηση για κατεδάφιση, επισκευή ή προσθήκη σε κατασκευή που έχει ανεγερθεί προ του έτους 1955
ή κατά την κρίση της υπηρεσίας δόμησης, του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή του γραμματέα της
οικείας αποκεντρωμένης διοίκησης ή άλλης αρμόδιας υπηρεσίας μπορεί να χαρακτηριστεί ως διατηρητέα,
παραπέμπεται στο οικείο Σ.Α.. Η παραπομπή αυτή είναι υποχρεωτική και για μεταγενέστερες του έτους 1955
κατασκευές που βρίσκονται σε (παραδοσιακό) προστατευόμενο οικισμό, (παραδοσιακό) προστατευόμενο
τμήμα πόλης, ιστορικό τόπο, αρχαιολογικό χώρο και περιοχή ιδιαιτέρου φυσικού κάλλους. Αν το συμβούλιο
κρίνει ότι η επισκευή δεν θίγει την κατασκευή ή ότι δεν συντρέχει λόγος να κινηθεί η διαδικασία χαρακτηρισμού
της ως διατηρητέας, προωθείται η διαδικασία έκδοσης της οικοδομικής άδειας αν συντρέχουν και οι λοιπές
νόμιμες προϋποθέσεις. Σε κάθε άλλη περίπτωση, με αιτιολογημένη έκθεση του Σ.Α., το θέμα παραπέμπεται
στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, του Υπουργείου Εσωτερικών (Τομέας
Μακεδονίας - Θράκης) ή του Υπουργείου Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής. Στην περίπτωση αυτή, η άδεια
χορηγείται, όταν γνωστοποιηθεί στην υπηρεσία δόμησης ότι η κατασκευή δεν κρίνεται διατηρητέα ή παρέλθουν
δώδεκα (12) μήνες από τη διαβίβαση του σχετικού φακέλου κατεδάφισης στην αρμόδια υπηρεσία του κατά
περίπτωση αρμόδιου υπουργείου, χωρίς να εκδοθεί απόφαση χαρακτηρισμού του κτιρίου ως διατηρητέου.
12. Με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, για προστασία της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς,
μπορούν να καθορίζονται περιοχές εντός ή εκτός (παραδοσιακών) προστατευόμενων οικισμών, εντός των
οποίων οι αιτούμενες άδειες κατεδάφισης υποχρεωτικά παραπέμπονται στο οικείο Σ.Α. μετά από τη γνωμο-
δότηση του οποίου αποστέλλονται στην υπηρεσία που έχει την αρμοδιότητα χαρακτηρισμού και τηρείται η
διαδικασία της παρ. 11.
13. Σε διατηρητέα κτίσματα μπορεί να δίνεται παρέκκλιση στο ποσοστό κάλυψης για προσθήκη ηλεκτρο-
μηχανολογικού εξοπλισμού, μετά από σύμφωνη γνώμη του Σ.Α..
14. Σε περίπτωση επεμβάσεων σε υφιστάμενα κηρυγμένα διατηρητέα κτίρια ή κτίρια που είναι αξιόλογου
αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος και έχουν ανεγερθεί προ της έναρξης ισχύος του Κανονισμού Θερμομόνωσης,
επιτρέπεται, με σκοπό τη διατήρηση του χαρακτήρα, της μορφολογίας και της τυχόν ιστορικής σημασίας
τους, η μη εφαρμογή εν όλω ή εν μέρει του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Κ.ΕΝ.Α.Κ.), μετά από
απόφαση του Σ.Α., η οποία εκδίδεται κατόπιν αίτησης του ιδιοκτήτη που συνοδεύεται από αιτιολογική και
τεχνική έκθεση για τις απαιτούμενες επεμβάσεις που προκύπτουν από την ενεργειακή μελέτη.
15. Στις πίσω ή στις πλάγιες πλευρές διατηρητέου κτιρίου οι οποίες είναι επίπεδες, ανεπιτήδευτες, επικα-
λυμμένες με κονίαμα και μόνο χωρίς κανένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό στοιχείο και που εφάπτονται με όμορες
ιδιοκτησίες, επιτρέπεται η δημιουργία μη προσβάσιμων επιφανειών που προκύπτουν από εσοχή στο σώμα
του κτιρίου διαστάσεων τουλάχιστον μηδέν κόμμα πενήντα (0,50) μ. για την κάλυψη της ανάγκης φυσικού
φωτισμού και αερισμού των εσωτερικών χώρων της κατασκευής. Οι εσοχές και τα ανοίγματα κατασκευάζονται
πάνω από το μέγιστο υλοποιημένο ύψος του υφιστάμενου όμορου κτίσματος, κατά παρέκκλιση κάθε άλλης
διάταξης και μετά από τη σύμφωνη γνώμη του Σ.Α.. Προϋπόθεση είναι η μη αλλοίωση των στοιχείων που
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3669Τεύχος A’ 88/08.06.2026
συνέτειναν στον χαρακτηρισμό του κτιρίου ως διατηρητέου. Στην περίπτωση αδόμητου όμορου οικοπέδου
ή γηπέδου και στην περίπτωση ανέγερσης προσθήκης σε όμορη ιδιοκτησία, η δημιουργία ανοιγμάτων στο
υπάρχον διατηρητέο κτίριο με τις παραπάνω προϋποθέσεις, δεν δημιουργεί καμία δέσμευση ως προς την
τοποθέτηση του νέου κτιρίου ή της προσθήκης στις ιδιοκτησίες αυτές.
Άρθρο 201
Αρτιότητα και οικοδομησιμότητα
1. Οικόπεδο που εντάσσεται σε σχέδιο πόλης μετά από τις 18.12.1985 θεωρείται άρτιο και οικοδομήσιμο
όταν:
α) έχει τα ελάχιστα όρια εμβαδού και προσώπου, κατά τον κανόνα ή κατά παρέκκλιση, τα οποία καθορίζο-
νται από τους όρους δόμησης της περιοχής, ή
β) έχει τα ελάχιστα όρια εμβαδού και προσώπου που ισχύουν κατά τον κανόνα στην περιοχή ή εκείνα που
αναφέρει το ν.δ. 8/1973 (Α’ 124) αν αυτά είναι μεγαλύτερα και συγχρόνως, αν μπορεί να εγγράφεται στο οικο-
δομήσιμο τμήμα του κάτοψη κτιρίου με ελάχιστη επιφάνεια πενήντα (50) τ.μ. και ελάχιστη πλευρά πέντε (5) μ..
2. Οικόπεδο που έχει δημιουργηθεί πριν από τις 18.12.1985, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1577/1985
(Α’ 210), και έχει τα ελάχιστα όρια εμβαδού και προσώπου, κατά τον κανόνα ή κατά παρέκκλιση, που ισχύουν
στην περιοχή, θεωρείται άρτιο και οικοδομήσιμο.
3. Οικόπεδα που έχουν πρόσωπα σε δύο (2) ή περισσότερους κοινόχρηστους χώρους, για τους οποίους
ισχύουν διαφορετικές ελάχιστες απαιτήσεις αρτιότητας, θεωρούνται άρτια αν διαθέτουν τις μικρότερες, εκτός
αν προβλέπεται διαφορετική ρύθμιση από ειδικές διατάξεις.
4. Γωνιακά άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα, που έχασαν την αρτιότητά τους ως προς το εμβαδόν τους
λόγω εγκεκριμένης απότμησης, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα.
5. Άρτια και οικοδομήσιμα οικόπεδα δεν επιτρέπεται να χάνουν την ιδιότητα αυτή με την τακτοποίηση σε
καμία περίπτωση.
6.α) Στα ήδη εγκεκριμένα ρυμοτομικά σχέδια και σε εκείνα που εγκρίνονται, σύμφωνα με το Κεφάλαιο Α’
του Τμήματος VI του Mέρους Α’, κατά την τακτοποίηση, εκτός από τα ελάχιστα όρια προσώπου και εμβαδού
κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, στο οικοδομήσιμο τμήμα του οικοπέδου πρέπει να εγγράφεται κάτοψη
κτιρίου με ελάχιστη επιφάνεια πενήντα (50) τ.μ. και ελάχιστη πλευρά πέντε (5) μ..
β) Οικόπεδο που δεν έχει τις παραπάνω προϋποθέσεις τακτοποιείται με τα γειτονικά οικόπεδα, σύμφωνα
με τα άρθρα 146 και επόμενα.
7. Δεν επιτρέπεται η δόμηση ακόμη και σε οικόπεδο άρτιο και οικοδομήσιμο, αν για οποιονδήποτε λόγο
απαιτείται τακτοποίηση των γειτονικών του οικοπέδων και κατά την κρίση της πολεοδομικής υπηρεσίας, η
δόμηση πρόκειται να παρεμποδίσει ή να δυσχεράνει με οποιονδήποτε τρόπο την τακτοποίηση.
8. Σε οικόπεδο που βρίσκεται στη συνάντηση δύο (2) γραμμών δόμησης που τέμνονται είτε με πλάγια ή
εισέχουσα απότμηση είτε με κοίλη ή κυρτή γωνία, κατά την τακτοποίηση ως μήκος προσώπου λαμβάνεται
ολόκληρο το ανάπτυγμα της ρυμοτομικής γραμμής που αντιστοιχεί στο οικόπεδο.
9.α) Οικόπεδο άρτιο κατά κανόνα ή κατά παρέκκλιση, ως προς το εμβαδόν, το οποίο δεν έχει το κατά παρέκ-
κλιση ελάχιστο πρόσωπο, αν δεν μπορεί να τακτοποιηθεί κατά τρόπο ώστε να αποκτήσει το κατά κανόνα πρό-
σωπο, θεωρείται άρτιο και οικοδομήσιμο εφόσον με την τακτοποίηση αποκτήσει το κατά παρέκκλιση πρόσωπο,
εκτός αν η παραπάνω έλλειψη οφείλεται σε κατάτμηση από τους ιδιοκτήτες ή τους δικαιοπαρόχους τους με
δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου μετά από τις 27.7.1977, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 651/1977 (Α’ 207).
β) Οικόπεδα που προϋφίστανται της 27ης.7.1977, ημερομηνίας δημοσίευσης του ν. 651/1977, τα οποία δεν
έχουν πρόσωπο σε εγκεκριμένη οδό, εφόσον δεν προέρχονται από κατάτμηση, που έγινε από τους ιδιοκτή-
τες ή δικαιοπαρόχους τους με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου, μετά από την έγκριση του ρυμοτομικού
σχεδίου της περιοχής, όταν παρά την προσκύρωση καταργούμενης ιδιωτικής οδού ή γενικά καταργηθέντος
κοινόχρηστου χώρου δεν αποκτούν πρόσωπο ή εμβαδόν κατά τον κανόνα ή την παρέκκλιση της περιοχής,
θεωρούνται οικοδομήσιμα εφόσον αποκτούν τουλάχιστον πέντε (5) μ. πρόσωπο σε εγκεκριμένη οδό και
εγγράφουν στο οικοδομήσιμο τμήμα τους κάτοψη κτιρίου με ελάχιστη επιφάνεια πενήντα (50) τ.μ. και ελά-
χιστη πλευρά πέντε (5) μ.Οικόπεδα τα οποία δεν έχουν πρόσωπο σε εγκεκριμένη οδό, όταν δεν μπορούν με
τακτοποίηση να αποκτήσουν πρόσωπο επί εγκεκριμένης οδού, επιτρέπεται να οικοδομούνται με απόφαση
του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης, μόνον εφόσον η έλλειψη του προσώπου έλαβε χώρα πριν από
την 27η.7.1977, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 651/1977.
γ) Οικόπεδο μη άρτιο κατ’ εμβαδόν που δεν μπορεί να αποκτήσει διαστάσεις αρτίου οικοπέδου με το ν.δ.
690/1948 (Α’ 133), προσκυρώνεται κατά προτεραιότητα σε οικόπεδο που έχει το ελάχιστο εμβαδόν και δεν
έχει το ελάχιστο πρόσωπο, για την απόκτηση και του ελάχιστου προσώπου.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263670
10. Τμήματα οικοπέδου άρτιου και οικοδομήσιμου που δεν επιδέχονται εν όλω ή εν μέρει τακτοποίηση
αφαιρούνται αναγκαστικά και προσκυρώνονται στα γειτονικά οικόπεδα. Η προσκύρωση αυτή γίνεται μόνο αν
τα γειτονικά οικόπεδα έχουν το ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν και η προσκύρωση είναι απόλυτα απαραίτητη
για να αποκτήσουν το ισχύον ελάχιστο πρόσωπο κατά τον κανόνα ή, σε περίπτωση που αυτό είναι αδύνατον,
κατά παρέκκλιση.
11. Η παρ. 10 δεν εφαρμόζεται:
α) αν στα παραπάνω τμήματα υπάρχουν οικοδομές με την έννοια της παρ. 2 άρθρου 146,
β) αν η έλλειψη του ελάχιστου απαιτούμενου προσώπου των γειτονικών οικοπέδων, στα οποία προσκυρώ-
νονται τα παραπάνω τμήματα, οφείλεται σε υπαίτια κατάτμηση από τους ιδιοκτήτες ή τους δικαιούχους τους
με δικαιοπραξία εν ζωή ή αιτία θανάτου μετά από τις 27.7.1977, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 651/1977.
12. Η κατά την παρ. 10, προσκύρωση γίνεται μόνο ύστερα από αίτηση κάθε ενδιαφερόμενου.
13. Με την επιφύλαξη της παρ. 9, οι παρ. 1 έως 4 έχουν εφαρμογή μόνο για τα οικόπεδα που υπάγονται
στην παρέκκλιση, σύμφωνα με τις σχετικές ειδικές διατάξεις.
14. Το Δημόσιο και οι δήμοι όταν επισπεύδουν την εφαρμογή του ρυμοτομικού σχεδίου, αποζημιώνουν
και τα μη άρτια και μη οικοδομήσιμα τμήματα των ρυμοτομούμενων οικοπέδων που απομένουν μετά τη
ρυμοτομία, εκτός αν οι ιδιοκτήτες δηλώνουν έως την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο για τον καθορισμό
της προσωρινής τιμής μονάδας ότι δεν επιθυμούν την αποζημίωση. Στην περίπτωση αυτή, τα παραπάνω μη
άρτια και μη οικοδομήσιμα οικόπεδα βαρύνονται με ενδεχόμενη αποζημίωση λόγω παροδιότητας.
15. Όπου στην πολεοδομική νομοθεσία απαιτείται για να είναι οικοδομήσιμο το οικόπεδο, η εγγραφή στο
οικοδομήσιμο τμήμα αυτού κάτοψης κτιρίων ορισμένων διαστάσεων, νοείται ως σχήμα το ορθογώνιο.
16. Σε οικόπεδα με περισσότερα από ένα (1) πρόσωπα σε κοινόχρηστο χώρο, η ύπαρξη του ελάχιστου
προσώπου κατά τον κανόνα ή κατά παρέκκλιση απαιτείται μόνο για ένα (1) από τα πρόσωπα αυτά.
Άρθρο 202
Ειδικές περιπτώσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας
1. α) Κατ’ εξαίρεση της περ. 48, περί οικοδομικής γραμμής, της περ. 49, περί οικοδομικού τετραγώνου,
της περ. 53, περί ορίων οικοδομικού τετραγώνου και της περ. 76, περί ρυμοτομικής γραμμής, του άρθρου
197, ως οικοδομικό τετράγωνο (Ο.Τ.) θεωρείται και το τετράγωνο που βρίσκεται στα ακραία σημεία ρυμο-
τομικού σχεδίου που έχει εγκριθεί μέχρι τις 14.3.1983, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1337/1983 (Α’ 33),
χωρίς να περιβάλλεται από όλες τις πλευρές από κοινόχρηστους χώρους ή και χωρίς να περιβάλλεται από
όλες τις πλευρές από ρυμοτομικές γραμμές, εφόσον στην περίπτωση αυτή, στη θέση των ρυμοτομικών
γραμμών που λείπουν απεικονίζονται οι γραμμές των ορίων της έκτασης, για την οποία εγκρίθηκε το
σχέδιο αυτό.
β) Οικόπεδα που βρίσκονται στα πιο πάνω οικοδομικά τετράγωνα και δεν έχουν πρόσωπο σε εγκεκριμένη
από το σχέδιο ή προϋφιστάμενη αυτού οδό, δομούνται σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 147.
γ) Με απόφαση του γραμματέα αποκεντρωμένης διοίκησης επιτρέπεται, στις παραπάνω περιπτώσεις ρυ-
μοτομικών σχεδίων που έχουν εγκριθεί μέχρι τις 14.3.1983, ο καθορισμός της οριακής οδού του ρυμοτομικού
σχεδίου σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 60.
Ειδικά για τους παραδοσιακούς οικισμούς ο καθορισμός της οριακής οδού γίνεται με προεδρικό διάταγ-
μα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνωμοδότηση του οικείου
Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.). Προκειμένου για παρα-
δοσιακούς οικισμούς αρμοδιότητας Υπουργείου Εσωτερικών (Τομέας Μακεδονίας-Θράκης) ή του Υπουργείου
Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής οι ανωτέρω αρμοδιότητες ασκούνται από τους υπουργούς αυτούς ύστερα
από γνώμη των οικείων ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α. αντίστοιχα.
2. Όταν στα ακραία σημεία των εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων, προβλέπεται η ύπαρξη δρόμου
και απέναντι από τα αντίστοιχα οικοδομικά τετράγωνα, προβλέπονται ρυμοτομικές γραμμές, η δόμηση
των οικοπέδων που έχουν πρόσωπο στον δρόμο αυτόν, γίνεται με βάση το πλάτος του, όπως προβλέπεται
από το σχέδιο μέχρι την απέναντι ρυμοτομική γραμμή. Αν απέναντι από τα οικοδομικά τετράγωνα που
βρίσκονται στα ακραία σημεία του ρυμοτομικού σχεδίου, που έχει εγκριθεί, μέχρι τις 14.3.1983, προβλέ-
πεται οικοδομική γραμμή, χωρίς να ανήκει σε Ο.Τ. με την έννοια της περ. 49 του άρθρου 197 ή της παρ. 1
του παρόντος, οι ιδιοκτησίες που έχουν πρόσωπο στη γραμμή αυτή, εφόσον έχουν δημιουργηθεί μέχρι τις
18.12.1985, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1577/1985 (Α’ 210), είναι οικοδομήσιμες μόνο κατά το τμήμα
τους, το οποίο έχει επιφάνεια, που αντιστοιχεί στις ελάχιστες απαιτούμενες για το εμβαδόν και το πρόσωπο
διαστάσεις αρτιότητας, οι οποίες προβλέπονται στις πολεοδομικές διατάξεις, που ισχύουν για το απέναντι
οικοδομικό τετράγωνο. Οι ιδιοκτησίες αυτές οικοδομούνται μόνο κατά το παραπάνω τμήμα τους, σύμφωνα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3671Τεύχος A’ 88/08.06.2026
με τους όρους δόμησης, που ισχύουν για το απέναντι οικοδομικό τετράγωνο, με τον περιορισμό ότι ο συντε-
λεστής δόμησης δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος από τα οριζόμενα στο άρθρο 6 του ν. 1337/1983. Για
τα παραπάνω τμήματα των ιδιοκτησιών, τα οποία αποτελούν οικόπεδα ευρισκόμενα εντός σχεδίου, έχουν
εφαρμογή όλες οι δασικές και πολεοδομικές διατάξεις, που εφαρμόζονται για τις εντός σχεδίου περιοχές.
Η κατάτμηση των παραπάνω ιδιοκτησιών επιτρέπεται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για τη
δόμηση, σε περιοχή εκτός σχεδίου πόλης. Υπόλοιπο τμήμα των ιδιοκτησιών αυτών, πέρα από εκείνο που
έχει τις παραπάνω ελάχιστες διαστάσεις αρτιότητας, οικοδομείται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη δόμηση
εκτός σχεδίου, μόνον εφόσον το εμβαδόν του υπόλοιπου αυτού τμήματος καλύπτει το ελάχιστο απαιτούμενο
εμβαδόν για τη δόμηση εκτός σχεδίου.
3. Γήπεδα ολόκληρα ή τμήμα αυτών που βρίσκονται σε περιοχές εκτός σχεδίου πόλης και έχουν πρόσωπο
σε δρόμους, όπου έχουν θεσπιστεί ειδικοί όροι δόμησης και χρήσεις, είτε για τις περιοχές αυτές είτε γραμμικά
για τους δρόμους αυτούς και οι οποίοι σημειώνονται στο εγκεκριμένο διάγραμμα με ρυμοτομική γραμμή ή
με δύο (2) γραμμές, ρυμοτομική και οικοδομική, οικοδομούνται με τους πιο πάνω ειδικούς όρους, μόνο κατά
το τμήμα τους που έχει επιφάνεια ίση με την ελάχιστη επιφάνεια άρτιου γηπέδου που προβλέπεται από τους
ειδικούς αυτούς όρους. Υπόλοιπο τυχόν τμήμα των γηπέδων αυτών, πέρα από εκείνο που έχει την παραπάνω
ελάχιστη επιφάνεια αρτιότητας, οικοδομείται σύμφωνα με τις διατάξεις για τη δόμηση εκτός σχεδίου, μόνον
εφόσον το εμβαδόν του υπόλοιπου αυτού τμήματος καλύπτει το ελάχιστο απαιτούμενο εμβαδόν για τη δό-
μηση εκτός σχεδίου. Για την τοποθέτηση του κτιρίου ή των κτιρίων εντός του γηπέδου λαμβάνεται υπόψη το
σύνολο του γηπέδου.
4. Οικόπεδα που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένο σχέδιο και έχουν παραχωρηθεί από το κράτος έως τις
18.12.1985, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1577/1985, για οποιονδήποτε λόγο, με αποφάσεις ή παραχωρη-
τήρια, θεωρούνται άρτια και οικοδομήσιμα με όποιες διαστάσεις και εμβαδόν παραχωρήθηκαν ή με τις τυχόν
μικρότερες ή μεγαλύτερες που έχουν στην πραγματικότητα, εφόσον η μεταβολή αυτή δεν οφείλεται σε μετα-
βιβάσεις. Σε περίπτωση μείωσης των ανωτέρω οικοπέδων λόγω ρυμοτομίας, θεωρούνται άρτια και οικοδομή-
σιμα, εφόσον έχουν τα ελάχιστα όρια αρτιότητας που προβλέπονται, κατά τον κανόνα ή κατά παρέκκλιση, από
τις διατάξεις που ισχύουν για την περιοχή. Οικόπεδα που δημιουργούνται από κατάτμηση παραχωρηθέντος
οικοπέδου, που έγινε ύστερα από έγκριση της αρμόδιας για την παραχώρηση αρχής, θεωρούνται άρτια και
οικοδομήσιμα εφόσον είναι άρτια, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την περιοχή.
5. Αν η οδός που αποτελεί το ακραίο όριο εγκεκριμένου μέχρι τις 27.4.2012, ημερομηνία δημοσίευσης του
Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79, διορθ. σφαλμ. Α’ 99), σχεδίου πόλης, τέμνει ιδιοκτησίες
και δεν έχουν καταβληθεί οι οφειλόμενες αποζημιώσεις για την εφαρμογή του σχεδίου ως προς την οδό αυτή
μπορεί να τροποποιείται και επεκτείνεται το σχέδιο με τη μετατόπιση της οριακής αυτής οδού προς την εκτός
σχεδίου περιοχή χωρίς πάντως να τέμνονται άλλες ιδιοκτησίες. Το τμήμα που εντάσσεται στο σχέδιο πόλης
από την καθεμία από τις παραπάνω ιδιοκτησίες δεν μπορεί να είναι εμβαδού μεγαλύτερου του διπλάσιου
των κατά τον κανόνα ορίων αρτιότητας που προβλέπονται από το ήδη εγκεκριμένο σχέδιο της περιοχής. Η
μετατόπιση αυτή επιτρέπεται μόνον εφόσον εναρμονίζεται με τις κυκλοφοριακές και τις εν γένει πολεοδομι-
κές συνθήκες και ανάγκες της περιοχής. Σε περίπτωση εφαρμογής της παρούσας μπορεί και να αυξάνεται ή
να μειώνεται το πλάτος της μετατοπιζόμενης οδού. Για το τμήμα που εντάσσεται στο σχέδιο πόλης με βάση
την παρούσα, ισχύουν οι όροι δόμησης που θεσπίζονται από το ήδη εγκεκριμένο σχέδιο της περιοχής, όπως
αυτοί κάθε φορά ισχύουν.
6. Σε περίπτωση εφαρμογής της παρ. 5 οι κύριοι των παραπάνω ιδιοκτησιών υπόκεινται σε εισφορά γης και
χρήματος κατά τα άρθρα 139 και 141. Αν το εμβαδόν της έκτασης την οποία καταλαμβάνει η μετατοπιζόμενη
οδός είναι ίσο ή μεγαλύτερο προς την κατά το πρώτο εδάφιο εισφορά σε γη, δεν οφείλεται άλλη εισφορά
σε γη ή αποζημίωση. Αν είναι μικρότερο οφείλεται η διαφορά της εισφοράς γης. Η έκταση αυτή αποκτά την
ιδιότητα του κοινοχρήστου από τη δημοσίευση του διατάγματος που προβλέπεται στην παρ. 7.
7. Η τροποποίηση και η επέκταση του σχεδίου πόλης κατά την παρ. 5 γίνονται με προεδρικό διάταγμα μετά
από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία εκδίδεται κατά τη διαδικασία του άρθρου
60. Αν η διαδικασία αυτή έχει τηρηθεί μέχρι τις 27.4.2012, ημερομηνία δημοσίευσης του Νέου Οικοδομικού
Κανονισμού, δεν απαιτείται επανάληψη της διαδικασίας.
8. Επιτρέπεται η επέκταση κλειστών υπόγειων χώρων στάθμευσης, μέχρι τη ρυμοτομική γραμμή και στάθμη
της πλάκας επικάλυψης, τουλάχιστον ένα (1) μέτρο κάτω από τη στάθμη του διαμορφωμένου εδάφους, με
την προϋπόθεση της εξασφάλισης του σαράντα τοις εκατό (40%) των υποχρεωτικών θέσεων στάθμευσης,
όπως προκύπτουν από τον υπολογισμό του διαγράμματος κάλυψης, στο αρχικώς υλοποιημένο υπόγειο πριν
τις 9.12.2020, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 4759/2020 (Α’ 245).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263672
Άρθρο 203
Δουλείες σε ακίνητα
1. Απαγορεύεται η σύσταση δουλειών, οι οποίες συνεπάγονται περιορισμό της δυνατότητας ανέγερσης ή
επέκτασης κτιρίων ή εγκαταστάσεων, σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Από την απαγόρευση
αυτή εξαιρείται η δουλεία διόδου, εφόσον αποτελεί τη μοναδική δίοδο προς κοινόχρηστο χώρο οικοπέδου ή
κτιρίου ή αυτοτελούς από πλευράς δόμησης ορόφου, η οποία μπορεί να περιορίζεται στη χρήση της στάθμης
του ισογείου. Δικαιοπραξίες που αντιβαίνουν στις διατάξεις της παραγράφου αυτής είναι απολύτως άκυρες.
2. Δουλείες που έχουν συσταθεί έως και τις 27.4.2012, ημερομηνία δημοσίευσης του Νέου Οικοδομικού
Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79, διορθ. σφαλμ. Α’ 99), δεν παρεμποδίζουν την έκδοση οικοδομικής άδειας,
σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Οι δουλείες αυτές καταργούνται κατά τη διαδικασία των επόμενων παρα-
γράφων, αν εκδοθεί νόμιμη οικοδομική άδεια για να γίνουν στο δουλεύον ακίνητο κατασκευές ή εγκαταστά-
σεις που καθιστούν αδύνατη, εν όλω ή εν μέρει, την άσκηση της δουλείας. Κατ’ εξαίρεση δεν υπάγονται στην
παράγραφο αυτή η δουλεία κοινού σκελετού και η δουλεία διόδου, όπως αυτή ορίζεται στην παρ. 1. Στα νέα
κτίρια πρέπει να εξασφαλίζεται η δίοδος δουλείας στο επίπεδο του εδάφους και σε ύψος χώρου κύριας χρήσης.
3. Στον δικαιούχο της καταργούμενης δουλείας καταβάλλεται αποζημίωση. Ο καθορισμός του ποσού της
αποζημίωσης, ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς, γίνεται από το Πρωτοδικείο, στην περι-
φέρεια του οποίου βρίσκεται το δουλεύον ακίνητο που δικάζει κατά τις σχετικές διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής
Δικονομίας (π.δ. 503/1985, Α’ 182), ύστερα από αίτηση του δικαιούχου της δουλείας ή εκείνου στον οποίο έχει
χορηγηθεί νόμιμη οικοδομική άδεια για την εκτέλεση εργασιών ασυμβίβαστων με την άσκηση της δουλείας.
4. Η δουλεία καταργείται με την καταβολή ή την κατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων της
αποζημίωσης. Μετά από την κατάργηση επιτρέπεται να εκτελεστούν, σύμφωνα με την οικοδομική άδεια οι
εργασίες τις οποίες εμπόδιζε η δουλεία.
Άρθρο 204
Κίνητρα για την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής σε
πυκνοδομημένες και αστικές περιοχές
1. Σε περίπτωση οικοπέδων, αυτοτελών ή από συνένωση, που βρίσκονται εντός σχεδίου πόλης στις γεω-
γραφικές περιφέρειες:
α) των δήμων της Περιφέρειας Αττικής, που είχαν κατά την πιο πρόσφατη απογραφή πληθυσμό μεγαλύτερο
των είκοσι χιλιάδων (20.000) κατοίκων,
β) των δήμων της Περιφερειακής Ενότητας Θεσσαλονίκης, που είχαν κατά την πιο πρόσφατη απογραφή
πληθυσμό μεγαλύτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000) κατοίκων,
γ) των Δήμων Πάτρας, Λάρισας, Ηρακλείου, Χανίων, Βόλου, Ιωαννίνων,
δ) των οικισμών με πληθυσμό μεγαλύτερο των πενήντα χιλιάδων (50.000) κατοίκων, σύμφωνα με την πιο
πρόσφατη απογραφή πληθυσμού, παρέχονται τα ακόλουθα κατά περίπτωση πολεοδομικά κίνητρα, κατόπιν
σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.), εφόσον δεν εμπίπτουν σε παραδοσιακούς οικισμούς
και παραδοσιακά τμήματα πόλης ή σε ιστορικούς τόπους ή σε περιοχές με αποκλειστική χρήση κατοικίας και
όταν το εμβαδόν τους είναι μεγαλύτερο της κατά κανόνα αρτιότητας της περιοχής και εφόσον τηρούνται οι
ακόλουθες προϋποθέσεις και με την προϋπόθεση ο αριθμός των κτιρίων που δημιουργούνται να είναι μικρό-
τερος του Β/2 και ίσος με τη μικρότερη προκύπτουσα ακέραιη μονάδα με ελάχιστο το ένα (1):
α) Με την προϋπόθεση ποσοστιαίας μείωσης του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά
Α x δέκα τοις εκατό (10%), δίνεται το κίνητρο ποσοστιαίας αύξησης του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης
του οικοπέδου κατά Α x δέκα τοις εκατό (10%).
β) Με τις προϋποθέσεις ποσοστιαίας μείωσης του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά
Α x δεκαπέντε τοις εκατό (15%), απόσυρσης κτιρίου κύριας χρήσης εμβαδού τουλάχιστον ενός τετάρτου (1/4)
του υπάρχοντος επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης της περιοχής, δίνεται το κίνητρο ποσοστιαίας αύξησης
του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης του οικοπέδου κατά Α x δεκαπέντε τοις εκατό (15%).
γ) Με τις προϋποθέσεις ποσοστιαίας μείωσης του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά
Α x είκοσι τοις εκατό (20%), απόδοσης σε κοινή δημόσια χρήση επιφάνειας ίσης με την αύξηση της επιφάνειας
δόμησης δια του συντελεστή δόμησης, δίνεται το κίνητρο ποσοστιαίας αύξησης του επιτρεπόμενου συντε-
λεστή δόμησης του οικοπέδου κατά Α x είκοσι τοις εκατό (20%).
δ) Με τις προϋποθέσεις:
δα) ποσοστιαίας μείωσης του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά Α x είκοσι πέντε
τοις εκατό (25%), και,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3673Τεύχος A’ 88/08.06.2026
δβ) απόδοσης σε κοινή δημόσια χρήση επιφάνειας ίσης με την αύξηση της επιφάνειας δόμησης δια του
συντελεστή δόμησης,
δγ) απόσυρσης κτιρίου κύριας χρήσης εμβαδού τουλάχιστον ενός τετάρτου (1/4) του υπάρχοντος επιτρε-
πόμενου συντελεστή δόμησης της περιοχής, δίνεται το κίνητρο ποσοστιαίας αύξησης του επιτρεπόμενου
συντελεστή δόμησης του οικοπέδου κατά Α x είκοσι πέντε τοις εκατό (25%). Σε κάθε περίπτωση δίνεται κίνητρο
προσαύξησης του επιτρεπόμενου ύψους, έως το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος όπως αυτό προβλέπεται στο
άρθρο 210, για τον προσαυξημένο συντελεστή δόμησης.
Όταν το ύψος ορίζεται από ειδικές πολεοδομικές διατάξεις, οι οποίες ισχύουν στην περιοχή, δίνεται κίνη-
τρο προσαύξησης του επιτρεπόμενου ύψους κατά ένα (1) μ., σύμφωνα με τις παραπάνω προϋποθέσεις του
παρόντος και επιπλέον κατά ένα (1) μ. εφόσον ισχύει μία από τις προϋποθέσεις των περ. α), β), γ) και δ) της
παρ. 8 του άρθρου 210. Εξαιρούνται της ανωτέρω εφαρμογής οι περιοχές που βάσει προεδρικών διαταγμάτων
ή υπουργικών αποφάσεων έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ειδικής προστασίας ως αρχαιολογικοί χώροι, ιστορικοί
τόποι, παραδοσιακοί οικισμοί και παραδοσιακά τμήματα πόλης ή οι περιοχές στις οποίες το ύψος έχει καθο-
ριστεί με γνώμονα την αντιμετώπιση της σεισμικής επικινδυνότητας, λόγω ασφάλειας εναέριας κυκλοφορίας,
πλησίον αεροδρομίων ή αφορούν σε περιπτώσεις διατηρητέων κτιρίων και μνημείων.
Η επιφάνεια, που αποδίδεται σε κοινή δημόσια χρήση, συνέχεται με κοινόχρηστο χώρο του ρυμοτομικού
σχεδίου και η μία (1) πλευρά της ταυτίζεται με όλο το μήκος του προσώπου του οικοπέδου με την προϋπόθεση
ότι έχει βάθος τουλάχιστον ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. Σε περίπτωση που η ως άνω παραχωρούμενη επιφά-
νεια υπερβαίνει το ελάχιστο επιτρεπόμενο, η μία (1) πλευρά της ταυτίζεται κατ’ ελάχιστο με το ένα τρίτο (1/3)
του μήκους του προσώπου του οικοπέδου με τρόπο ώστε το βάθος της να είναι μικρότερο του πλάτους. Το
Σ.Α. για τη διατύπωση της γνώμης του λαμβάνει υπόψη του ιδίως τα κριτήρια του περιβαλλοντικού οφέλους
και της βέλτιστης απόδοσης σε κοινή χρήση.
ε) Για τις περ. α), β), γ) και δ) με Β>2, η διαμόρφωση τυφλών όψεων επιτρέπεται μόνον κατόπιν γνωμοδότησης
του Σ.Α., το οποίο πιστοποιεί την αδυναμία ανέγερσης της οικοδομής χωρίς τυφλές όψεις, εξαντλουμένων των
όρων και περιορισμών δόμησης. Επίσης, σε περίπτωση οικοπέδου με Β>5 οι περ . α), β), γ) και δ) εφαρμόζονται
μόνο μετά από σύμφωνη γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕ.Σ.Α.).
στ) Όταν τα οικόπεδα των περ. α), β), γ) και δ) δημιουργούνται από συνένωση οικοπέδων, εκ των οποίων το
ένα (1) τουλάχιστον είναι άρτιο κατά παρέκκλιση ή ρυμοτομούμενο ή τυφλό ή μη οικοδομήσιμο, παρέχονται
τα παραπάνω κίνητρα με εφαρμογή των αντίστοιχων τύπων όπου Α=1 για κάθε λόγο Β.
ζ) Σε περίπτωση οικοπέδων τεσσάρων χιλιάδων τουλάχιστον (4.000) τ.μ., με απόδοση σε κοινή δημόσια
χρήση του εκατό τοις εκατό (100%) του ακαλύπτου, παρέχεται το εξής κίνητρο: αύξηση της επιτρεπόμενης
δόμησης του υπάρχοντος οικοπέδου κατά τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), με προσθήκη καθ’ ύψος μέχρι τρι-
άντα τοις εκατό (30%) επιπλέον του επιτρεπόμενου της περιοχής με τις προϋποθέσεις ποσοστιαίας μείωσης
του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά Α x τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) και αριθμού
των κτιρίων που δημιουργούνται μικρότερου του Β/2 και ίσου με τη μικρότερη προκύπτουσα ακέραιη μονάδα
με ελάχιστο το ένα (1). Στην περίπτωση αυτή απαγορεύεται η διαμόρφωση τυφλών όψεων των κτιρίων με
κατάλληλη χωροθέτησή τους στο οικόπεδο.
η) Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, η οποία εκδίδεται μετά από γνώμη του ΚΕ.Σ.Α.,
είναι δυνατή η έγκριση της γενικής διάταξης και ογκοπλαστικής διαμόρφωσης κτιρίων σε οικόπεδα ελάχιστου
εμβαδού τριών χιλιάδων (3.000) τ.μ., κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος Τμήματος, με προϋπόθεση
την τήρηση του ισχύοντος συντελεστή δόμησης της περιοχής, ο οποίος πρέπει να είναι τουλάχιστον ένα κόμμα
έξι (1,6) και του ανώτατου επιτρεπόμενου ύψους κτιρίων, που ορίζεται με το παρόν Τμήμα. Η διάταξη ισχύει
και για την υλοποίηση μελέτης που έχει βραβευθεί σε αρχιτεκτονικό διαγωνισμό ανεξαρτήτως εμβαδού του
οικοπέδου. Στις ανωτέρω περιπτώσεις απαγορεύεται η διαμόρφωση τυφλών όψεων των κτιρίων με κατάλληλη
χωροθέτησή τους στο οικόπεδο.
2. Η απόδοση σε κοινή δημόσια χρήση γίνεται με συμβολαιογραφική πράξη, η οποία υποβάλλεται στην
αρμόδια υπηρεσία δόμησης πριν από την έκδοση της άδειας δόμησης, ενώ σε κάθε περίπτωση, το απομειού-
μενο οικόπεδο πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις της κατά κανόνα αρτιότητας της περιοχής. Με προεδρικό
διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μπορεί να καθορίζο-
νται η διαδικασία απόδοσης σε κοινή χρήση, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με την εφαρμογή της παρ. 1
και της παρούσας.
3. Στους παραχωρημένους σε δημόσια χρήση χώρους του οικοπέδου επιτρέπεται η διαμόρφωση από τον
οικείο δήμο χώρου πρασίνου και η τοποθέτηση κατασκευών στοιχείων αστικού εξοπλισμού και η συντήρηση
τους βαρύνει τον δήμο. Δεν επιτρέπεται εγκατάσταση συλλογής σκουπιδιών, περιπτέρων ή παιδικής χαράς.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263674
4. Για την έκδοση οικοδομικής άδειας, σύμφωνα με την παρ. 1 επί οικοπέδου που αποτελεί οικοδομικό
τετράγωνο απαιτείται έγκριση του ΚΕ.Σ.Α..
5. Επιτρέπεται η ενοποίηση των υποχρεωτικών ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων ενός οικοδομικού τε-
τραγώνου ή μέρους του, προς κοινή χρήση των ενοίκων του οικοδομικού τετραγώνου ή μέρους του, χωρίς
να θίγονται τα δικαιώματα κυριότητας.
6. Για την εφαρμογή της παρ. 5 απαιτείται απόφαση κατά πλειοψηφία της συνέλευσης των ιδιοκτητών
των ακινήτων που βρίσκονται στο οικοδομικό τετράγωνο, που λαμβάνεται με πλειοψηφία του εξήντα επτά
τοις εκατό (67%) των ψήφων του κάθε οικοπέδου, και με την οποία καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι και ο
τρόπος ενοποίησης, διαμόρφωσης και χρήσης των ακάλυπτων χώρων, καθώς και τα αναγκαία μέτρα ώστε να
εξασφαλίζεται η ασφαλής προσπέλαση στους χώρους αυτούς.
7. Κατά την έγκριση, επέκταση, αναθεώρηση, τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου μπορεί να προβλέπονται:
α) Η ενοποίηση των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων κάθε οικοδομικού τετραγώνου και η θέση των
χώρων αυτών στη χρήση όλων των ενοίκων των κτιρίων του τετραγώνου αυτού. Στην περίπτωση αυτή η
ενοποίηση γίνεται σύμφωνα με τους όρους που θεσπίζονται με το ρυμοτομικό σχέδιο.
β) Η δημιουργία δικτύου ελεύθερων δημόσιων και προσβάσιμων κοινόχρηστων χώρων αποκλειστικά
για πεζούς, με χρήση των ακάλυπτων χώρων των οικοπέδων και με κίνητρο την αύξηση μέχρι και είκοσι τοις
εκατό (20%) της επιτρεπόμενης δόμησης, με ταυτόχρονη διατήρηση των προβλεπόμενων υποχρεωτικών
ακάλυπτων χώρων.
γ) Για περιπτώσεις περιοχών εντός πόλεων όπως ορίζεται στην παρ. 1, η οριοθέτηση περιοχής εντός της
οποίας είναι δυνατή η οικοδόμηση στο πλαίσιο του ισχύοντος συντελεστή δόμησης και κατά παρέκκλιση των
υπολοίπων διατάξεων του παρόντος Τμήματος, προκειμένου να διασφαλίζεται διάταξη κτιρίων και συνέχεια των
ακαλύπτων, κατά τρόπο ώστε να μεγιστοποιείται το δημόσιο περιβαλλοντικό όφελος για την περιοχή, ή και να
δημιουργείται μητροπολιτικός πόλος πολλαπλών λειτουργιών ή και να εφαρμόζονται πρότυπα προγράμματα
αστικής ανάπτυξης ή ανασυγκρότησης. Η κατά τα ως άνω γενική διάταξη των κτιρίων και η ογκοπλαστική
διαμόρφωση τους εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μετά από γνώμη του
ΚΕ.Σ.Α.. Κατά την εφαρμογή της παρούσας διάταξης είναι δυνατή η κατά παρέκκλιση θέσπιση συντελεστή δό-
μησης με προσαύξηση πενήντα τοις εκατό (50%) από τον ισχύοντα για ιδιοκτησίες του Δημοσίου ή του δήμου.
δ) Για περιπτώσεις περιοχών εντός πόλεων όπως ορίζεται στην παρ. 1, η οριοθέτηση περιοχής εντός της
οποίας είναι δυνατή η οικοδόμηση κατά παρέκκλιση των διατάξεων που αφορούν στον συντελεστή δόμησης,
ποσοστό κάλυψης, ύψος κτιρίου, θέση και χρήση κτιρίου, προκειμένου να δημιουργείται μητροπολιτικός πόλος
πολλαπλών λειτουργιών ή και να εφαρμόζονται πρότυπα προγράμματα αστικής ανάπτυξης ή ανασυγκρότησης.
Η κατά τα ως άνω γενική διάταξη των κτιρίων και η ογκοπλαστική διαμόρφωσή τους εγκρίνονται με απόφαση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και μετά από γνώμη του ΚΕ.Σ.Α..
8. Με απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Δικαιοσύνης και Περιβάλλοντος και
Ενέργειας, ρυθμίζονται όλα τα θέματα, που σχετίζονται με τη σύγκληση της συνέλευσης των ιδιοκτητών, την
πρόσκληση των μελών, τη λήψη και γνωστοποίηση των αποφάσεων, τον τρόπο καθορισμού του συνολικού
αριθμού των ψήφων και της κατανομής τους στους ιδιοκτήτες, που γίνεται με βάση το εμβαδόν της ιδιοκτησίας
και το ποσοστό συμμετοχής σε αυτή σε σχέση με το ολικό εμβαδόν του οικοδομικού τετραγώνου.
9. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά
από σύμφωνη γνώμη του ΚΕ.Σ.Α., η οποία διατυπώνεται κατόπιν εισήγησης του οικείου δήμου, μπορούν να
καθορίζονται περιοχές στις γεωγραφικές περιφέρειες των δήμων, όπως καθορίζονταν πριν από τις 4.12.1997,
ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 2539/1997 (Α’ 244), οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στην παρ. 1 και βρίσκονται
στην ηπειρωτική Ελλάδα, την Κρήτη και την Εύβοια, όπου εφαρμόζονται οι παρ. 1 έως 4.
Άρθρο 205
Κίνητρα για την περιβαλλοντική αναβάθμιση και βελτίωση της ποιότητας ζωής με απομείωση
καθ’ ύψος υφιστάμενων κτιρίων
1. Σε περίπτωση: α) υφιστάμενων κτιρίων που δεν είναι κηρυγμένα ως διατηρητέα και βρίσκονται εντός
σχεδίου πόλεως στις γεωγραφικές περιφέρειες των δήμων, οι οποίοι είχαν κατά την πιο πρόσφατη απογραφή
πληθυσμό μεγαλύτερο των είκοσι χιλιάδων (20.000) κατοίκων, της Περιφέρειας Αττικής και της Περιφερειακής
Ενότητας Θεσσαλονίκης, και οι οποίοι είχαν κατά την πιο πρόσφατη απογραφή πληθυσμό μεγαλύτερο των
είκοσι πέντε χιλιάδων (25.000) κατοίκων, β) οικισμών με πληθυσμό μεγαλύτερο των πενήντα χιλιάδων (50.000)
κατοίκων, σύμφωνα με την πιο πρόσφατη απογραφή πληθυσμού και γ) περιοχών που προσδιορίζονται από
το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό ή από Περιφερειακά Χωροταξικά Πλαίσια ως «περιοχές ελέγ-
χου» ή «ανεπτυγμένες περιοχές», παρέχεται κίνητρο για την κατεδάφιση ενός (1) ή περισσότερων από τους
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3675Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ανώτερους ορόφους κτιρίου κύριας χρήσης ή και του συνόλου του κτιρίου, το οποίο συνίσταται στην αύξηση
του επιτρεπόμενου συντελεστή δόμησης του οικοπέδου αντίστοιχη με το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) του
εμβαδού των αποσυρόμενων ορόφων, σε συνδυασμό, αν απαιτείται, με αύξηση του ποσοστού κάλυψης, σε
επίπεδο επαρκές για την κατά πλάτος επέκταση υφιστάμενου ή ανέγερση νέου κτιρίου στο ίδιο οικόπεδο,
εμβαδού ίσου με αυτό των αποσυρόμενων ορόφων πλέον του προκύπτοντος από την ποσοστιαία αύξηση
του συντελεστή δόμησης. Η κάλυψη δεν μπορεί να υπερβεί την υφιστάμενη κατά ποσοστό ανώτερο του
ενενήντα τοις εκατό (90%) αυτής. Το κίνητρο παρέχεται με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του Υπουργείου
Περιβάλλοντος και Ενέργειας η οποία εκδίδεται κατόπιν γνώμης του Συμβουλίου Αρχιτεκτoνικής.
2. Για την εφαρμογή της παρ. 1 λαμβάνονται υπόψη ιδίως τα κριτήρια του σημαντικού οφέλους του πολι-
τιστικού περιβάλλοντος, όπως η αποκατάσταση της θέας προς σημαντικά μνημεία, της μείωσης του φαινομέ-
νου θερμικής νησίδας ή της οπτικής συνοχής της περιοχής, στην οποία βρίσκεται το αποσυρόμενο μερικώς
κτίριο από την άποψη, ιδίως, του περιγράμματος στον ορίζοντα (sky line) ή και της μορφολογικής συνοχής
του πολεοδομικού συνόλου σε επίπεδο δρόμου ή γειτονιάς.
Άρθρο 206
Συντελεστής δόμησης
1. Κατά τη θέσπιση ή τη μεταβολή όρων δόμησης ο συντελεστής δόμησης (Σ.Δ.) των οικοπέδων ορίζεται
αριθμητικά. Συντελεστές δόμησης που προκύπτουν έμμεσα από διατάξεις προγενέστερες της 9ης.7.2012,
ημερομηνίας έναρξης ισχύος του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79, διορθ. σφαλμ. Α’ 99),
εξακολουθούν να ισχύουν έως ότου καθοριστούν αριθμητικά.
2. Ο Σ.Δ. που εφαρμόζεται σε οικόπεδο με πρόσωπο σε περισσότερους κοινόχρηστους χώρους, για τους
οποίους ισχύουν διαφορετικοί συντελεστές, είναι ο λόγος του αθροίσματος των γινομένων του μήκους κάθε
προσώπου του οικοπέδου επί τον αντίστοιχο συντελεστή δόμησης προς το άθροισμα των μηκών των προ-
σώπων.
3. Σε συνιδιόκτητα οικόπεδα με κάθετη ή οριζόντια ιδιοκτησία που έχει συσταθεί κατά το ν.δ. 1024/1971
(Α’ 232) και έχει εκδοθεί άδεια πριν από τη μεταβολή γενικών ή ειδικών διατάξεων που αφορούν την επιτρε-
πόμενη δόμηση, προκειμένου για έκδοση οικοδομικής άδειας ο κάθε συνιδιοκτήτης χρησιμοποιεί το ποσοστό
δόμησης που του αναλογεί σύμφωνα με τον συντελεστή δόμησης που ισχύει κατά τον χρόνο έκδοσης της
οικοδομικής άδειας.
4. Για τον υπολογισμό της μέγιστης επιτρεπόμενης δόμησης που μπορεί να πραγματοποιηθεί σε ένα (1)
οικόπεδο πολλαπλασιάζεται η επιφάνειά του επί τον συντελεστή δόμησης που ισχύει.
5. Στον συντελεστή δόμησης προσμετρώνται:
α) Οι επιφάνειες των στεγασμένων και κλειστών από όλες τις πλευρές χώρων του κτιρίου.
β) Οι επιφάνειες των μη θερμαινόμενων στεγασμένων χώρων που διαθέτουν τουλάχιστον μία (1) ανοιχτή
πλευρά προς οποιονδήποτε ανοιχτό χώρο του οικοπέδου ή του κτιρίου και το μήκος του ανοίγματος είναι
μικρότερο του τριάντα πέντε τοις εκατό (35%) του συνολικού μήκους του περιγράμματος του χώρου αυτού.
γ) Οι επιφάνειες των υπογείων οποιασδήποτε άλλης χρήσης εκτός αυτών που ορίζονται στην παρ. 6.
δ) Οι επιφάνειες των ανοικτών εξωστών και ανοικτών ημιυπαίθριων χώρων, όταν η συνολική επιφάνεια
των χώρων αυτών έχει ποσοστό μεγαλύτερο του σαράντα τοις εκατό (40%) της επιφάνειας που επιτρέπεται
να δομηθεί.
6. Στον συντελεστή δόμησης δεν προσμετρώνται:
α) Οι επιφάνειες των ανοιχτών εξωστών και ανοικτών ημιυπαίθριων χώρων, όταν η συνολική επιφάνεια των
χώρων αυτών έχει ποσοστό μικρότερο ή ίσο του σαράντα τοις εκατό (40%) της επιφάνειας που επιτρέπεται
να δομηθεί στο οικόπεδο. Σε κάθε περίπτωση το ποσοστό των ανοιχτών ημιυπαίθριων χώρων δεν μπορεί να
υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) της επιφάνειας που επιτρέπεται να δομηθεί.
β) Οι υπέργειοι χώροι στάθμευσης σε κτίρια αμιγούς χρήσης στάθμευσης αυτοκινήτων.
γ) Οι προσβάσιμες και μη προσβάσιμες επιφάνειες του ισογείου και οι προσβάσιμες και μη προσβάσιμες
επιφάνειες των ορόφων, οι οποίες προκύπτουν από εσοχές στο σώμα του κτιρίου ανεξάρτητα από τις δια-
στάσεις τους.
δ) Η επιφάνεια των υποχρεωτικών σύμφωνα με τον κτιριοδομικό κανονισμό, ανά κτίριο ή ανά τμήμα κτιρί-
ου αυτοτελούς λειτουργίας, κοινόχρηστων κλιμακοστασίων συμπεριλαμβανομένων των ανελκυστήρων, των
πλατύσκαλων, των διαδρόμων και των χώρων αναμονής ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων,
και για επιφάνεια έως τριάντα (30) τ.μ. ανά επίπεδο (όροφο, πατάρι) και ανά κλιμακοστάσιο και σαράντα (40)
τ.μ. στο επίπεδο της εισόδου του κτιρίου που διαθέτει κοινόχρηστο κλιμακοστάσιο. Σε περίπτωση προσθήκης
σε νομίμως υφιστάμενα κτίρια που έχουν υπόλοιπο Σ.Δ. τουλάχιστον δέκα (10) τ.μ., καθώς και σε περίπτωση
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263676
νομιμοποίησης αυθαιρέτων κατασκευών σε υφιστάμενα κτίρια τα οποία δύναται να ενταχθούν στο παρόν
Τμήμα, το σύνολο των επιφανειών του υπάρχοντος κλιμακοστασίου σύμφωνα με τα προαναφερθέντα μεγέθη
και με την προϋπόθεση ότι οι αυθαίρετες κατασκευές έχουν υλοποιηθεί πριν από τις 28.7.2011. Στην έννοια
των κοινόχρηστων κλιμακοστασίων συμπεριλαμβάνονται τα κλιμακοστάσια ειδικών κτιρίων, όπως γραφεία,
τουριστικά καταλύματα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών.
ε) Η επιφάνεια έως είκοσι πέντε (25) τ.μ. ανά επίπεδο (όροφο, πατάρι, σοφίτα) και ανά κλιμακοστάσιο σε
κάθε αυτοτελή ανεξάρτητη ιδιοκτησία, συμπεριλαμβανομένων των πλατύσκαλων, των διαδρόμων και των
χώρων αναμονής ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων. Σε προσθήκες σε νομίμως υφιστάμενα
κτίρια της παρούσας περίπτωσης που έχουν υπόλοιπο Σ.Δ., καθώς και σε περίπτωση νομιμοποίησης αυθαι-
ρέτων κατασκευών σε υφιστάμενα κτίρια τα οποία δύναται να ενταχθούν στο παρόν Τμήμα, το σύνολο των
επιφανειών του υπάρχοντος κλιμακοστασίου σύμφωνα με τα προαναφερθέντα μεγέθη και με την προϋπόθεση
ότι οι αυθαίρετες κατασκευές έχουν υλοποιηθεί πριν από τις 28.7.2011.
στ) Η επιφάνεια έως και δύο (2) ανοικτών κλιμακοστασίων εφόσον εξυπηρετείται στάθμη ορόφου έως επτά
κόμμα πενήντα (7,50) μ. από το οριστικά διαμορφωμένο έδαφος στη θέση αυτή.
ζ) Κλίμακες κινδύνου εφόσον απαιτούνται κατ’ εφαρμογή του εκάστοτε ισχύοντος κανονισμού πυροπρο-
στασίας, με τις ελάχιστες διαστάσεις τους.
η) Η επιφάνεια κατακόρυφων φρεατίων ανεξαρτήτως διαστάσεων για μηχανολογικές εγκαταστάσεις ή και
για τη συλλογή και εξυπηρέτηση των μηχανολογικών εγκαταστάσεων, καθώς και η επιφάνεια αιθρίων και όλων
των διαμπερών μη προσβάσιμων ανοιγμάτων, που προκύπτουν από την αρχιτεκτονική λύση (εντός των οποίων
μπορούν να περιλαμβάνονται υδάτινα στοιχεία ή/και φυτεμένες επιφάνειες) ή οδεύσεων που λειτουργούν ως
φωταγωγοί ή ως αγωγοί κυκλοφορίας του αέρα, όπως καμινάδες εξαερισμού, για τον δροσισμό του κτιρίου.
Επιπλέον, η επιφάνεια κατακόρυφων φρεατίων ανεξαρτήτως διαστάσεων, τουλάχιστον ενός κόμμα πενήντα
(1,50) τ.μ., που λειτουργούν ως φωταγωγοί ή ως αγωγοί κυκλοφορίας του αέρα για φωτισμό ή δροσισμό του
κτιρίου. Οι παραπάνω χώροι δεν συμβάλλουν στις προϋποθέσεις φυσικού φωτισμού και αερισμού των χώρων
κύριας χρήσης του κτιρίου. Σε αυτούς επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στην παρ. 3 του
άρθρου 210 και στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 208, η υποβάθμιση της διαμορφωμένης στάθμης του ακα-
λύπτου χώρου των χώρων αυτών στο εσωτερικό του κτιρίου έως τη στάθμη του δαπέδου οποιουδήποτε υπο-
γείου. Στα κατακόρυφα φρεάτια, εφόσον εγγράφεται σε αυτά τουλάχιστον κύκλος διαμέτρου δ, επιτρέπονται
εντός αυτών κατασκευές ή και στοιχεία του άρθρου 211 με μέγιστες διαστάσεις αυτές που ορίζονται στο ίδιο
άρθρο. Σε αυτήν την περίπτωση επιβάλλεται καθαρός κύκλος διαμέτρου τουλάχιστον δύο τρίτων (2/3) του δ.
θ) Οι υπόγειοι όροφοι και οι επεκτάσεις τους σύμφωνα με το άρθρο 212 για:
θα) την εξυπηρέτηση χώρων στάθμευσης ανεξάρτητα της χρήσης των κτιρίων,
θβ) τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις απαραίτητες για τη λειτουργία του κτιρίου και την υποστήριξη του
ενεργειακού σχεδιασμού του κτιρίου,
θγ) τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις για τη διαχείριση και εξοικονόμηση νερού,
θδ) τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (Α.Π.Ε.),
θε) τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις μονάδων Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού - Θερμότητας Υψηλής Από-
δοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.),
θστ) υδατοδεξαμενή ή δεξαμενή συλλογής λυμάτων και τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις αυτών,
θζ) πισίνα - μηχανοστάσιο πισίνας,
θη) λεβητοστάσια, μηχανοστάσια, όπως ορίζεται από τους ειδικούς κανονισμούς που τις διέπουν.
ι) Για κτίρια κατοικιών ένας (1) υπόγειος όροφος επιφάνειας ίσης με εκείνη που καταλαμβάνει το κτίριο
(κάλυψη κτιρίου), προοριζόμενος για βοηθητικές χρήσεις, με την προϋπόθεση ότι η οροφή του σε κανένα
σημείο δεν υπερβαίνει το ένα κόμμα είκοσι (1,20) μ. από την οριστική στάθμη του εδάφους. Ο όροφος αυτός
δύναται να έχει κύρια χρήση στο σύνολό του ή μερικώς, εφόσον αποτελεί λειτουργικό προσάρτημα αυτοτελούς
κατοικίας ή κατοικιών και προσμετρηθεί το πενήντα τοις εκατό (50%) της επιφάνειας του χώρου της κύριας
χρήσης στο Σ.Δ. (στον υπολογισμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται βοηθητικοί χώροι για την εξυπηρέτηση
του υπογείου της κατοικίας, όπως αποθήκες, χώροι υγιεινής, σάουνα ή χώροι σπα, διάδρομοι, κλιμακοστά-
σια, ανελκυστήρες). Στην περίπτωση αυτή δεν ισχύουν οι απαιτήσεις περί φυσικού φωτισμού και αερισμού.
Μπορεί να κατασκευάζεται επιπλέον ένας (1) ή περισσότεροι υπόγειοι όροφοι προοριζόμενοι για βοηθητικές
χρήσεις, όπως αποθήκες, χώροι υγιεινής, σάουνα ή χώροι σπα, διάδρομοι, κλιμακοστάσια, ανελκυστήρες. Η
μέγιστη επιφάνεια των παραπάνω βοηθητικών χρήσεων, εξαιρουμένων των διαδρόμων, κλιμακοστασίων και
ανελκυστήρων, ισούται με εκείνη που καταλαμβάνει το κτίριο (κάλυψη κτιρίου) και δύνανται να τοποθετούνται
και σε επεκτάσεις υπογείων σύμφωνα με το άρθρο 212. Το λεβητοστάσιο και η αποθήκη του επιτρέπεται να
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3677Τεύχος A’ 88/08.06.2026
βρίσκονται κατ’ επέκταση του υπογείου χώρου κύριας χρήσης κατοικίας, αρκεί να αποτελούν ανεξάρτητο
πυροδιαμέρισμα και να έχουν έξοδο προς ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου ανεξάρτητη του υπολοίπου χώρου
του υπογείου.
ια) Στα ειδικά κτίρια και κτίρια μικτής χρήσης, εφόσον κατασκευάζονται στο ισόγειο άλλες χρήσεις εκτός κα-
τοικίας, ένας (1) υπόγειος όροφος επιφάνειας ίσης με εκείνη που καταλαμβάνουν οι άλλες χρήσεις, ποσοστό του
οποίου μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) μπορεί να προορίζεται για κύρια χρήση, με την προϋπόθεση τήρησης
των κανονισμών λειτουργίας του, ανεξάρτητα εκπλήρωσης προϋποθέσεων φυσικού φωτισμού - αερισμού. Το
υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%) δύναται είτε να αποτελεί χώρο κύριας χρήσης ο οποίος προσμετράται στον
Σ.Δ. (στον υπολογισμό αυτό δεν συμπεριλαμβάνονται βοηθητικοί χώροι για την εξυπηρέτηση του υπογείου
του κτιρίου, όπως αποθήκες, χώροι υγιεινής, σάουνα ή χώροι σπα, διάδρομοι, κλιμακοστάσια, ανελκυστήρες),
είτε να διατίθεται αποκλειστικά για βοηθητικές χρήσεις, όπως αποθήκες, χώροι υγιεινής, σάουνα ή χώροι σπα,
διάδρομοι, κλιμακοστάσια, ανελκυστήρες, εφόσον λειτουργικά είναι προσάρτημα των χώρων κύριας χρήσης.
Οι παραπάνω βοηθητικές χρήσεις δύνανται να τοποθετούνται και σε επεκτάσεις υπογείων, σύμφωνα με το
άρθρο 212, και η μέγιστη επιφάνεια των παραπάνω βοηθητικών χρήσεων, εξαιρουμένων των διαδρόμων,
κλιμακοστασίων και ανελκυστήρων, ισούται με εκείνη που καταλαμβάνει το κτίριο (κάλυψη κτιρίου). Για την
εξυπηρέτηση των υπόλοιπων χρήσεων της ανωδομής μπορεί να κατασκευάζεται επιπλέον ένας (1) υπόγειος
όροφος που προορίζεται για βοηθητικές χρήσεις, όπως οι αναφερόμενες στο τρίτο εδάφιο. Η μέγιστη επιφά-
νεια των παραπάνω βοηθητικών χρήσεων, εξαιρουμένων των διαδρόμων, κλιμακοστασίων και ανελκυστήρων,
ισούται με εκείνη που καταλαμβάνει το κτίριο (κάλυψη κτιρίου) και δύνανται να τοποθετούνται και σε επεκτάσεις
υπογείων σύμφωνα με το άρθρο 212. Ο όροφος αυτός δύναται να κατανέμεται σε περισσότερους του ενός
(1) υπογείου ορόφους αρκεί το άθροισμά τους να μην υπερβαίνει την κάλυψη του κτιρίου, με εξαίρεση την
περ. ιβ). Το λεβητοστάσιο και η αποθήκη του επιτρέπεται να βρίσκονται κατ’ επέκταση του υπογείου χώρου
κύριας χρήσης αρκεί να αποτελούν ανεξάρτητο πυροδιαμέρισμα και να έχουν έξοδο προς ακάλυπτο χώρο
του οικοπέδου ανεξάρτητη του υπολοίπου χώρου του υπογείου.
ιβ) ιβα) Για ειδικά κτίρια, ο πρώτος υπόγειος όροφος κύριας χρήσης κτιρίου θεάτρου, μουσείου, νοσοκομείου
ή θεραπευτηρίου, εκπαιδευτηρίου, ξενοδοχείου, ερευνητικού κέντρου, πολυκινηματογράφων, ανεξάρτητα
εκπλήρωσης προϋποθέσεων φυσικού φωτισμού - αερισμού, επιφάνειας ίσης με εκείνη που καταλαμβάνει
το κτίριο, καθώς και αυτής εκτός του περιγράμματος της ανωδομής σύμφωνα με την περ. β) της παρ. 6 του
άρθρου 212, εφόσον στο εκτός του περιγράμματος τμήμα εξυπηρετούνται χώροι στάθμευσης, χώροι μηχανο-
λογικών εγκαταστάσεων για τη λειτουργία του κτιρίου ή και απαραίτητων για την υποστήριξη του ενεργειακού
σχεδιασμού του κτιρίου, χώροι για τη διαχείριση και εξοικονόμηση νερού, χώροι για Α.Π.Ε., χώροι για μονάδες
Σ.Η.Θ.Υ.Α. χώροι για υδατοδεξαμενή ή δεξαμενή συλλογής λυμάτων, χώροι για πισίνα - μηχανοστάσιο πισίνας,
χώροι για σάουνα - σπα, αποθήκες, χώροι υγιεινής, διάδρομοι, κλιμακοστάσια, ανελκυστήρες, όπως ορίζονται
από τους ειδικούς κανονισμούς που διέπουν τις εγκαταστάσεις αυτές.
ιββ) Ειδικά για κτίρια προσωρινής διαμονής (τουριστικά καταλύματα), υπόγειους χώρους συνολικής επι-
φάνειας έως την πραγματοποιούμενη κάλυψη του κτιρίου για χρήσεις εγκαταστάσεων άθλησης, όπως τα
κολυμβητήρια, γυμναστήρια, σάουνες και οι αίθουσες πολλαπλών χρήσεων, καθώς και διαδρόμους επικοινω-
νίας, κλιμακοστάσια και ανελκυστήρες που βρίσκονται σε υπόγεια τμήματα, ανεξαρτήτως θέσης ή στάθμης
υπογείου, ακόμη και αν εξυπηρετούν συνεπίπεδους χώρους κύριας χρήσης, ανεξαρτήτως του αν πληρούνται
οι προϋποθέσεις του φυσικού φωτισμού - αερισμού.
ιβγ) Ειδικά για κτίρια βιομηχανίας - βιοτεχνίας και κέντρων δεδομένων:
i) οι βάσεις έδρασης του μηχανολογικού εξοπλισμού, δεξαμενές και μεταλλικές εν γένει κατασκευές για τη
στήριξη ταινιοδρόμων βιομηχανικών εγκαταστάσεων, μεταλλικές κατασκευές, όπως στέγαστρα, μη περίκλειστα
υπόστεγα, φορείς στήριξης ή προστασίας μηχανολογικού εξοπλισμού, υπόγεια τούνελ καλωδίων,
ii) τα σιλό (SILOS) εφόσον πρόκειται για μηχανολογικό εξοπλισμό και όχι για κατασκευές από σκυρόδεμα,
iii) υποσταθμοί ρεύματος, Υψηλής Τάσης (Υ.Τ.) ή Μεσαίας Τάσης (Μ.Τ.) ανοικτού ή κλειστού τύπου, καθώς
και τα απαραίτητα για τη λειτουργία τους κτίρια, ΚΑΦΑΟ,
iv) στέγαστρα προφύλαξης μηχανολογικού εξοπλισμού,
v) φυλάκια στην είσοδο της εγκατάστασης,
vi) οι εφεδρικές ηλεκτρογεννήτριες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας σε περίπτωση διακοπής της τρο-
φοδοσίας του δικτύου του Ανεξάρτητου Διαχειριστή Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας και του Διαχειριστή
Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής Ενέργειας, σε κέντρα δεδομένων έως ποσοστό εξήντα τοις εκατό
(60%) της επιτρεπόμενης δόμησης και κάλυψης. Υπέρβαση του ανωτέρω ποσοστού είναι επιτρεπτή κατόπιν
σύμφωνης γνώμης του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.),
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263678
vii) ένας (1) υπόγειος όροφος σε κέντρα δεδομένων, επιφάνειας ίσης με εκείνη του ισογείου, ποσοστό του
οποίου μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%) μπορεί να προορίζεται για κύρια χρήση με την προϋπόθεση τήρησης
των κανονισμών λειτουργίας του, ανεξαρτήτως εκπλήρωσης προϋποθέσεων φυσικού φωτισμού και αερισμού.
Το υπόλοιπο πενήντα τοις εκατό (50%) δύναται είτε να αποτελεί χώρο κύριας χρήσης, ο οποίος προσμετράται
στον συντελεστή δόμησης, στον υπολογισμό του οποίου δεν συμπεριλαμβάνονται βοηθητικοί χώροι για την
εξυπηρέτηση του υπογείου του κτιρίου, όπως αποθήκες, χώροι υγιεινής, διάδρομοι, κλιμακοστάσια, ανελκυ-
στήρες, χώροι ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, είτε να διατίθεται αποκλειστικά για βοηθητικές χρήσεις,
όπως αποθήκες, διάδρομοι, κλιμακοστάσια, ανελκυστήρες χώροι ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού, εφό-
σον λειτουργικά εξυπηρετεί κέντρα δεδομένων. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας
δύναται να καθορίζονται σε περιοχές υψηλού κινδύνου πλημμύρας ειδικές προϋποθέσεις και προδιαγραφές
των υπογείων ορόφων σε κέντρα δεδομένων και της κατασκευής αυτών.
ιγ) Ενιαίος χώρος στάθμευσης στεγασμένος μέγιστου ύψους δύο κόμμα εξήντα (2,60) μ., ανοιχτός από
όλες τις πλευρές, σε θέση εκτός της επιφάνειας του προκηπίου και σε επαφή με τα πλάγια ή πίσω όρια του
οικοπέδου, με μήκος μικρότερο ή ίσο με το ένα δεύτερο (1/2) του μήκους των πλευρών στις οποίες εφάπτεται
και εφόσον εξασφαλίζεται η υποχρεωτική φύτευση. Όταν ο ενιαίος χώρος στάθμευσης φυτεύεται πάνω από
την πλάκα της οροφής του, σε ελάχιστο πάχος εδάφους σαράντα (40) εκατοστών, προσμετράται στον υπο-
λογισμό της φύτευσης. Στο μέγιστο ύψος του παραπάνω χώρου δεν συμπεριλαμβάνεται το ελάχιστο πάχος
εδάφους, όταν φυτεύεται.
ιδ) Σοφίτες με συνολικό εμβαδόν μικρότερο ή ίσο του ενός δευτέρου (1/2) του χώρου του υποκείμενου
ορόφου με τον οποίο συνδέονται λειτουργικά, χωρίς να αποτελούν ανεξάρτητο όροφο. Ως υποκείμενος όροφος
νοείται η συνολική επιφάνεια της κάτοψης συμπεριλαμβανομένων των τοίχων που την ορίζουν. Εφόσον κάτω
από τη σοφίτα υπάρχει πατάρι ως υποκείμενος όροφος νοείται ο όροφος κάτω από το πατάρι. Στο συνολικό
εμβαδόν των σοφιτών δεν προσμετράται η κλίμακα ανόδου προς αυτές με τους διαδρόμους της.
ιε) Οι κατασκευές που ορίζονται στα άρθρα 211, 212 και 214, με τις ελάχιστες διαστάσεις που προβλέπονται
σε αυτά, πλην του ηλιακού χώρου.
ιστ) Ο ελεύθερος χώρος που δημιουργείται όταν το κτίριο κατασκευάζεται σε υποστυλώματα (πιλοτή) και
που μπορεί και να εκτείνεται και σε διαφορετικά επίπεδα, εφόσον έχει:
ιστα) επιφάνεια τουλάχιστον ίση με το πενήντα τοις εκατό (50%) της επιφάνειας που καταλαμβάνει το κτίριο,
ιστβ) στάθμη δαπέδου έως πενήντα (50) εκατοστών πάνω ή κάτω μηδέν κόμμα πενήντα (±0,50 μ.) από την
οριστική στάθμη εδάφους σε κάθε σημείο του,
ιστγ) ελεύθερο ύψος τουλάχιστον το προβλεπόμενο για χώρο κύριας χρήσης και εφόσον,
ιστδ) υπάρχει λειτουργική σύνδεση όλων των επιπέδων όπου εκτείνεται. Στην παρούσα περίπτωση δεν
προσμετρώνται επίσης χώροι κλιμακοστασίων, ανελκυστήρων, εισόδων και αποθήκης εξυπηρέτησης περι-
βάλλοντος χώρου επιφάνειας έως σαράντα (40) τ.μ. για κάθε συγκρότημα κλιμακοστασίου.
ιζ) Η επιφάνεια της παρόδιας στοάς όπως ορίζεται στο άρθρο 219.
ιη) Η επιφάνεια της θερμομόνωσης ή και του θερμομονωτικού στοιχείου πλήρωσης, όπως θερμομονω-
τικά λιθοσώματα και λοιπά θερμομονωτικά στοιχεία, όπως κουφώματα και θερμομονωτικά πανέλα, σύμφω-
να με τις προδιαγραφές του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Κ.ΕΝ.Α.Κ., υπό στοιχεία ΔΕΠΕΑ/
οικ.178581/30.6.2017 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Β’ 2367),
στο σύνολό της, οι επενδύσεις του κτιρίου, όπως διακοσμητική λιθοδομή, μεταλλικές και ξύλινες επενδύσεις,
μαρμαρόπλακες και λοιπές επενδύσεις, πάχους έως είκοσι (20) εκατοστά πέραν της θερμομόνωσης και τα
επιχρίσματα. Τα παραπάνω δύνανται να βρίσκονται εντός των πλαγίων αποστάσεων Δ ή δ και εκτός της οικο-
δομικής γραμμής. Όταν η οικοδομική γραμμή ταυτίζεται με τη ρυμοτομική, τα παραπάνω κατασκευάζονται
σε ύψος τουλάχιστον τριών (3) μέτρων από την οριστική στάθμη του πεζοδρομίου ή την οριστική στάθμη
του παραχωρημένου χώρου.
ιθ) Σε υφιστάμενα κτίρια η επιφάνεια που προκύπτει από την προσθήκη εξωτερικής θερμομόνωσης, οι
επενδύσεις του κτιρίου, όπως διακοσμητική λιθοδομή, μεταλλικές και ξύλινες επενδύσεις, καθώς και μαρμα-
ρόπλακες, πάχους έως είκοσι (20) εκατοστά πέραν της θερμομόνωσης, τα επιχρίσματα, καθώς και η επιφάνεια
του πάχους παθητικών ηλιακών και φωτοβολταϊκών συστημάτων, για διάσταση μέχρι δεκαπέντε (15) εκατο-
στών, έστω και αν δεν τηρούνται οι πλάγιες αποστάσεις Δ ή η οικοδομική γραμμή σε περίπτωση ύπαρξης
προκηπίου, ακόμη και στην περίπτωση που υπάρχει στο ακίνητο υπόλοιπο πολεοδομικών μεγεθών. Όταν η
οικοδομική γραμμή ταυτίζεται με τη ρυμοτομική, τα παραπάνω κατασκευάζονται σε ύψος τουλάχιστον τριών
(3) μέτρων από την οριστική στάθμη του πεζοδρομίου ή την οριστική στάθμη του παραχωρημένου χώρου.
κ) Η επιφάνεια του σεισμικού αρμού που προβλέπεται από τις κείμενες διατάξεις στις όμορες ιδιοκτησίες
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3679Τεύχος A’ 88/08.06.2026
και όπου αυτό επιβάλλεται από τη στατική μελέτη του κτιρίου. Η επιφάνεια του σεισμικού αρμού, δύναται να
εμπεριέχεται στο πάχος της εξωτερικής θερμομόνωσης.
κα) καα) Η επιφάνεια που καταλαμβάνει η περιμετρική φέρουσα τοιχοποιία, ή
καβ) ο περιμετρικός φέρων οργανισμός και οι τοίχοι πλήρωσής του, αμφότεροι από φυσικά ανακυκλώσιμα
πρωτογενή υλικά, όπως πέτρα, ξύλο ή λάσπη,
καγ) η επιφάνεια που καταλαμβάνει η μικτή κατασκευή, η οποία αποτελείται από φέροντα οργανισμό,
μεταλλικό ή από οπλισμένο σκυρόδεμα εσωτερικά, από τοίχους πλήρωσης από φυσικά, ανακυκλώσιμα και
πρωτογενή υλικά, όπως πέτρα, ξύλο, λάσπη και εξωτερικά περιμετρικά από τοιχοποιία (φέρουσα ή μη) από
φυσικά ανακυκλώσιμα πρωτογενή υλικά, όπως πέτρα, ξύλο, λάσπη, τουλάχιστον πενήντα (50) εκατοστών.
Ανάμεσα στο εσωτερικό και το εξωτερικό τμήμα της παραπάνω κατασκευής δύναται να τοποθετηθεί θερμο-
μόνωση, η οποία δεν προσμετράται στον συντελεστή δόμησης. Η διάταξη εφαρμόζεται σε νέες κατασκευές,
συμπεριλαμβανονομένων και των υπόσκαφων κτιρίων. Σε περίπτωση προσθήκης σε υφιστάμενη οικοδομή
με φέρουσα τοιχοποιία κατά τα ανωτέρω, η φέρουσα τοιχοποιία του υφισταμένου κτιρίου προσμετράται στον
συντελεστή δόμησης.
κβ) Η επιφάνεια στεγασμένης πλατφόρμας ανελκυστήρα οχήματος εμβαδού μέχρι είκοσι πέντε (25) τ.μ..
κγ) Το πενήντα τοις εκατό (50%) της επιφάνειας των υπόσκαφων κτιρίων ή τμήματος κτιρίων για χρήση
κατοικίας και το είκοσι τοις εκατό (20%) για άλλες χρήσεις, όταν είναι κατασκευές που διαθέτουν μόνο μία (1)
όψη όπως αυτή ορίζεται με μία ενιαία επιφάνεια, σε γενική κάτοψη δεν φέρουν οποιοδήποτε ίχνος κατασκευής
επί του εδάφους (εξαιρουμένων των ανοιγμάτων για αερισμό και φωτισμό), η στέγη τους είναι προσβάσιμη
και καλύπτεται με το υλικό του φυσικού εδάφους της περιοχής, αποτελεί συνέχεια του φυσικού εδάφους και
δεν διαφοροποιείται ως προς το προϋπάρχον φυσικό έδαφος. Για την εκπλήρωση των προβλεπόμενων στις
γενικές πολεοδομικές διατάξεις αερισμό και φωτισμό επιτρέπεται η κατασκευή κατακόρυφων διόδων εντός
ή εκτός του περιγράμματος του κτιρίου, μέγιστης διάστασης δύο (2) μ. και μήκους ως το περίγραμμα του
κτιρίου, η επιφάνεια των οποίων δεν προσμετράται στη δόμηση. Επιτρέπεται η στέγαση των κατακόρυφων
διόδων με σκίαστρα από ύφασμα, καλαμωτή, καθώς και από διαφανή στοιχεία και κινητά στοιχεία. Επιτρέπεται
η κατασκευή υπογείων ορόφων κάτω από το υπόσκαφο σύμφωνα με το παρόν.
Επιτρέπεται η δημιουργία υπόσκαφου κτιρίου σε διαφορετικό επίπεδο και σε διαφορετικό προσανατολισμό
εντός τμήματος του περιγράμματος άλλου υπόσκαφου κτιρίου, εφόσον αιτιολογείται από τον αρχιτεκτονικό
σχεδιασμό και ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α.. Σε αυτήν την περίπτωση επιτρέπεται η κατακόρυφη σύν-
δεση μεταξύ των υπόσκαφων. Δεν απαιτείται οποιαδήποτε ελάχιστη απόσταση μεταξύ υπόσκαφου κτιρίου
και μη υπόσκαφου κτιρίου, όταν η υψομετρική τους διαφορά είναι τουλάχιστον τρία (3) μ. Δύναται η σύνδεση
υπόσκαφου κτιρίου με μη υπόσκαφο κτίριο είτε μέσω κατακόρυφης διόδου είτε μέσω σύνδεσης του υπο-
γείου τμήματος του μη υπόσκαφου κτιρίου με το υπόσκαφο κτίριο. Δεν επιτρέπεται η κατασκευή υπέργειου
κτίσματος εντός του περιγράμματος του υπόσκαφου κτιρίου. Δεν επιτρέπεται η αλλοίωση του φυσικού εδά-
φους πέραν των απαραίτητων εργασιών και διαμορφώσεων για την κατασκευή του υπόσκαφου κτιρίου. Τα
υπόσκαφα κτίρια κατασκευάζονται μετά από έγκριση του αρμόδιου Σ.Α.. Για την εξασφάλιση αερισμού και
φωτισμού, η μοναδική όψη υπόσκαφων κτιρίων ή τμήματος αυτών μπορεί να μην ακολουθεί τους μορφολο-
γικούς κανόνες της περιοχής μετά από έγκριση της σχετικής μελέτης από το αρμόδιο Σ.Α.. Για την κατασκευή
υπόσκαφων κτιρίων επιτρέπεται η εκσκαφή χωρίς τους περιορισμούς της παρ. 4 του άρθρου 210. Οι διατάξεις
που ρυθμίζουν την κατασκευή υπόσκαφων κτιρίων εφαρμόζονται και στα νησιά, στα οποία η δόμηση, στις
εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχές ρυθμίζεται από ειδικές διατάξεις, μη εφαρμοζόμενης της
προϋπόθεσης που τάσσει η περ. α) της πα ρ. 3 του άρθρου 31 του ν. 3937/2011 (Α’ 60), αποκλειστικά και μόνο
για την κατασκευή υπόσκαφων κτιρίων.
κδ) Κλειστός χώρος συλλογής και αποθήκευσης απορριμμάτων, προσβάσιμος από τον δρόμο για την
αποκομιδή, ύψους έως δύο (2) μ. και επιφάνειας έως δύο (2) τ.μ. για κτίρια μιας κατοικίας προσαυξανόμενος
κατά ένα (1) τ.μ. ανά πέντε (5) κατοικίες και μέχρι πέντε (5) τ.μ. μέγιστο και με την προϋπόθεση ότι ο χώρος
δεσμεύεται συμβολαιογραφικά για τη χρήση αυτή.
κε) Διπλά ενεργειακά κελύφη σε νέα και υπάρχοντα κτίρια ή κατασκευές για τη δημιουργία φυτεμένων
τοίχων, μέγιστου πλάτους μέχρι μηδέν κόμμα εβδομήντα (0,70) μ. για επιφάνεια έως πενήντα τοις εκατό (50%)
της συνολικής επιφάνειας των περιμετρικών όψεων του κτιρίου.
κστ) Η επιφάνεια έως ένα κόμμα εξήντα (1,60) μ. x ένα κόμμα ενενήντα (1,90) μ. για πρόβλεψη ή κατασκευή
ανελκυστήρα σε κτίρια που δεν υπάρχει απαίτηση κατασκευής ανελκυστήρα, με την προϋπόθεση ότι ο ανελ-
κυστήρας ικανοποιεί τουλάχιστον τις προδιαγραφές, που προβλέπονται στην κείμενη νομοθεσία, για άτομα
με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα (προδιαγραφές ΕΛΟΤ-ΕΝ 81-70).
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263680
κζ) Χώρος τοποθέτησης μετρητικών και ρυθμιστικών διατάξεων φυσικού αερίου.
κη) Το καθαρό εμβαδόν αιθρίων και οποιασδήποτε μορφής διαμπερών ανοιγμάτων του κτιρίου, κάθετων
ή οριζόντιων ή και με τεθλασμένες ή καμπύλες διαδρομές, ανεξαιρέτως διαστάσεων σε οποιονδήποτε όροφο
του κτιρίου δημιουργούνται. Σε κτίρια όλων των χρήσεων επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων
στην παρ. 3 του άρθρου 210 και στην περ. α) της παρ. 2 του άρθρου 208, η υποβάθμιση της διαμορφωμένης
στάθμης του ακαλύπτου χώρου του αιθρίου στο εσωτερικό του κτιρίου έως τη στάθμη του δαπέδου οποιου-
δήποτε υπογείου στο οποίο υπάρχουν και χώροι κύριας χρήσης. Στην παραπάνω περίπτωση, ο ακάλυπτος
χώρος του αιθρίου φυτεύεται υποχρεωτικά κατά τα δύο τρίτα (2/3) αυτού και περιβάλλεται από όλες τις
πλευρές του από το κτίριο.
κθ) Οι κλειστοί εσωτερικοί εξώστες (κλειστά πατάρια) και οι υποκείμενοι αποθηκευτικοί χώροι μέγιστου
πλάτους δύο κόμμα είκοσι (2,20) μ..
λ) Οι κατασκευές που επιβάλλονται μετά από την ανεύρεση αρχαίων μνημείων, για την προστασία και
ανάδειξη αυτών από τις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι παραπάνω κατασκευές δύνανται
να βρίσκονται εντός των πλαγίων αποστάσεων Δ ή δ και εντός του προκηπίου.
λα) Οι επιφάνειες μη προσβάσιμων χώρων, με εξαίρεση την πρόσβαση για συντήρηση εγκαταστάσεων, με
μέγιστο ύψος τα δύο (2) μ. κάτω από ασκεπείς κατασκευές για την υποδοχή φυτεμένων επιφανειών και στοι-
χείων νερού, με τις απαραίτητες για τη λειτουργία τους εγκαταστάσεις που προκύπτουν από την υποβάθμιση
των δαπέδων δωμάτων κτιρίου ή δωμάτων ορόφων.
λβ) Ειδικά ως προς τα ψηλά κτίρια, δεν προσμετρώνται στον συντελεστή δόμησης και οι ακόλουθοι χώροι,
εφόσον υλοποιούνται εντός της επιτρεπόμενης κάλυψης:
λβα) Όροφοι ή τμήματα ορόφων που περιλαμβάνουν αποκλειστικά ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις
απαραίτητες για τη λειτουργία του κτιρίου και την υποστήριξη του ενεργειακού σχεδιασμού του, για τη διαχεί-
ριση και εξοικονόμηση νερού, Α.Π.Ε., μονάδων Σ.Η.Θ.Υ.Α., για χρήση υδατοδεξαμενής ή δεξαμενής συλλογής
λυμάτων ή πισίνας, όπως ορίζεται από τους ειδικούς κανονισμούς που τις διέπουν.
λββ) Χώροι που απαιτούνται από τους εκάστοτε ισχύοντες κανονισμούς για την ενεργητική και παθητική
πυροπροστασία, ιδίως κλιμακοστάσια διαφυγής και ανελκυστήρες.
λβγ) Όροφοι που απαιτούνται για τη στατική επάρκεια του κτιρίου ή/και για λόγους αντισεισμικής προ-
στασίας, εφόσον σε αυτούς δεν εγκαθίσταται καμία κύρια χρήση.
λβδ) Οι στεγασμένοι χώροι στάθμευσης, που απαιτούνται κατά τις οικείες διατάξεις, για την εξυπηρέτηση
των αναγκών του κτιρίου και οι απαραίτητες για τη λειτουργία των χώρων αυτών εγκαταστάσεις (υπέργεια
γκαράζ), εφόσον υλοποιούνται εντός της επιτρεπόμενης κάλυψης και μέχρι ύψος που δεν υπερβαίνει το δέκα
τοις εκατό (10%) του συνολικού ύψους τους. Για την κατασκευή ψηλών κτιρίων μπορούν να χορηγούνται
παρεκκλίσεις από τα άρθρα 208 και 209 με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από
γνωμοδότηση του ΚΕ.Σ.Α.. Με την ίδια διαδικασία μπορεί να ορίζεται ότι στα ψηλά κτίρια δεν εφαρμόζεται το
παρόν για το ιδεατό στερεό. Σε περίπτωση που τα κτίρια αυτά βρίσκονται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού
χώρου, ιστορικού τόπου ή άλλης προστατευόμενης περιοχής, σύμφωνα με τον Κώδικα νομοθεσίας για την
προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’ 220), απαιτείται η
σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού.
λγ) Οι υποσταθμοί διανομής ηλεκτρικής ενέργειας που κατασκευάζονται από τη Δ.Ε.Η. Α.Ε., σε οποιαδήποτε
θέση ή στάθμη βρίσκονται, εντός του κτιρίου ή στον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου ή γηπέδου.
Άρθρο 207
Ποσοστό κάλυψης
1. α) Το ποσοστό κάλυψης του οικοπέδου δεν μπορεί να υπερβαίνει το εξήντα τοις εκατό (60%) της επι-
φάνειάς του. Στην περίπτωση που δεν εξασφαλίζεται κάλυψη εκατόν είκοσι (120) τ.μ. το μέγιστο ποσοστό
κάλυψης προσαυξάνεται έως τα εκατόν είκοσι (120) τ.μ. εφόσον η κάλυψη δεν υπερβαίνει το εβδομήντα τοις
εκατό (70%) του οικοπέδου.
Σε περιοχές που στις 18.12.1985, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1577/1985 (Α’ 210), ίσχυε το πανταχόθεν
ελεύθερο σύστημα δόμησης, εφόσον δεν ορίζεται με ειδικές διατάξεις μικρότερο, το μέγιστο επιτρεπόμενο
ποσοστό κάλυψης δεν μπορεί να υπερβαίνει το σαράντα τοις εκατό (40%) της επιφάνειας του οικοπέδου.
β) Κατά την αναθεώρηση, επέκταση ή έγκριση ρυμοτομικών σχεδίων ή τροποποίηση των όρων δόμησης
περιοχής μπορεί να καθορίζονται διαγράμματα κάλυψης ανεξαρτήτως ποσοστού, σε ολόκληρη ή σε τμήμα
της σχετικής περιοχής, εφόσον αιτιολογούνται από την αντίστοιχη μελέτη της περιοχής.
γ) Σε οικόπεδο, με περισσότερα από ένα (1) πρόσωπα σε κοινόχρηστους χώρους, όπου τυχόν ισχύουν
διαφορετικά ποσοστά κάλυψης, εφαρμόζεται ως ποσοστό κάλυψης του όλου οικοπέδου ο αριθμητικός μέσος
των ποσοστών κάλυψης.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3681Τεύχος A’ 88/08.06.2026
δ) Ο υποχρεωτικός ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου που αφήνεται σε επαφή, με ένα (1) ή περισσότερα
όρια του οικοπέδου, έχει διαστάσεις τουλάχιστον δ ή Δ.
2. Σε συνιδιόκτητα οικόπεδα με κάθετη ή οριζόντια ιδιοκτησία που έχει συσταθεί, κατά τον ν. 1024/1971
(Α’ 232) και έχει εκδοθεί άδεια πριν από τη μεταβολή γενικών ή ειδικών διατάξεων, που αφορούν την επιτρε-
πόμενη κάλυψη, προκειμένου για έκδοση οικοδομικής άδειας ο κάθε συνιδιοκτήτης χρησιμοποιεί το ποσοστό
κάλυψης που του αναλογεί σύμφωνα με την επιτρεπόμενη κάλυψη που ισχύει κατά τον χρόνο έκδοσης της
οικοδομικής άδειας.
3. Στον υπολογισμό της επιτρεπόμενης κάλυψης του οικοπέδου προσμετράται η επιφάνεια που ορίζεται
από τις προβολές των περιγραμμάτων όλων των κτιρίων, όπως αυτά ορίζονται από τους κλειστούς και τους
στεγασμένους χώρους των κτιρίων, όπως αναφέρεται στην περ. β) της παρ . 5 του άρθρου 206 και από τους
ανοικτούς ημιυπαίθριους χώρους, πάνω σε οριζόντιο επίπεδο.
4. Στον υπολογισμό της επιτρεπόμενης κάλυψης του οικοπέδου δεν προσμετρώνται οι επιφάνειες των
ορθών προβολών σε οριζόντιο επίπεδο:
α) Τμημάτων του ακάλυπτου χώρου που εισέχουν στο κτίριο, ανεξάρτητα από το πλάτος και το βάθος τους,
ακόμη και αν περιλαμβάνουν φέρον στοιχείο.
β) Ανοιχτών και κλειστών εξωστών.
γ) Χώρων και κατασκευών που αναφέρονται στις περ. ι), ια), ιβ), ιγ), ιη), ιθ), κ), κα), κβ), κδ), κε), κζ) και λ)
της παρ. 6 του άρθρου 206.
δ) Χώρων και κατασκευών, όπως ορίζονται στα άρθρα 211 και 212, με τις ελάχιστες διαστάσεις που προ-
βλέπονται σε αυτά.
ε) Αίθριων, ηλιακών αίθριων, οποιασδήποτε μορφής διαμπερών ανοιγμάτων και κατακόρυφων φρεατίων
του κτιρίου, ανεξαιρέτως διαστάσεων, στην περίπτωση που ξεκινούν κάτω ή από τη στάθμη του οριστικά
διαμορφωμένου εδάφους και μόνο για το τμήμα εκείνο που δεν καλύπτεται με ανωδομή.
στ) Το πενήντα τοις εκατό (50%) της επιφάνειας των υπόσκαφων κτιρίων ή τμήματος κτιρίων για χρήση
κατοικίας και το είκοσι τοις εκατό (20%) για άλλες χρήσεις. Σε περίπτωση κατασκευής υπόσκαφου κτιρίου το
ποσοστό κάλυψης δύναται να αυξάνεται, χωρίς όμως να υπερβαίνει το εβδομήντα τοις εκατό (70%).
ζ) Η επιφάνεια της στοάς, όταν κατασκευάζεται χωρίς υποστυλώματα και χωρίς την κατασκευή ορόφου
πάνω από την επιφάνεια αυτή.
η) Κλίμακες κινδύνου, εφόσον απαιτούνται κατ’ εφαρμογή του εκάστοτε ισχύοντος κανονισμού πυρο-
προστασίας και μόνο σε υφιστάμενα πριν από την ισχύ του κανονισμού κτίρια, στα οποία έχει εξαντληθεί το
μέγιστο επιτρεπόμενο ποσοστό κάλυψης του οικοπέδου.
θ) Υπόγειοι και ημιυπόγειοι χώροι στάθμευσης κάτωθι ασκεπών αθλητικών εγκαταστάσεων και των συνο-
δευτικών σε αυτές διαμορφώσεων, αν η στάθμη των υπερκείμενων αθλητικών εγκαταστάσεων δεν ξεπερνά
το ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. από τη στάθμη του διαμορφωμένου εδάφους του περιβάλλοντος χώρου της
εν λόγω περιοχής, υπό τις εξής προϋποθέσεις:
θα) η κλίση του εδάφους δεν ξεπερνά το έξι τοις εκατό (6%),
θβ) διαθέτουν τουλάχιστον πενήντα (50) θέσεις στάθμευσης,
θγ) το εσωτερικό ύψος των χώρων στάθμευσης δεν ξεπερνά τα δύο κόμμα τριάντα (2,30) μ. από τα φέρο-
ντα στοιχεία.
Άρθρο 208
Συντελεστής όγκου
1. Για τον υπολογισμό της επιτρεπόμενης κατ’ όγκο εκμετάλλευσης του οικοπέδου συντελεστή όγκου (σ.ο.)
εφαρμόζονται οι ακόλουθες σχέσεις:
α) (σ.ο.)= πέντε (5) x (Σ.Δ.), όπου (Σ.Δ.) ο αντίστοιχος συντελεστής δόμησης του οικοπέδου κατά περίπτωση
και αφορά κτίρια ανεξάρτητα από το ύψος τους,
β) (σ.ο.)= πέντε κόμμα πενήντα (5,50) x (Σ.Δ.), για κτίρια με μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος μικρότερο ή ίσο
των οκτώ κόμμα πενήντα (8,50) μ. και ειδικά κτίρια.
2. Για τον υπολογισμό του πραγματοποιούμενου συντελεστή όγκου:
α) Προσμετρώνται ο όγκος των χώρων που προσμετρώνται στον συντελεστή δόμησης (ο όγκος των χώ-
ρων του υπογείου που προσμετρώνται στον συντελεστή δόμησης υπολογίζεται από την οριστική στάθμη
του εδάφους και άνω), ο όγκος των ανοικτών ημιυπαίθριων χώρων, ο όγκος των χώρων που ορίζονται στις
περ. β), δ), ε), ιδ), κστ), κθ), λα) και λβ) της παρ. 6 του άρθρου 206, ο χώρος της στέγης μόνον όταν αυτή δεν
είναι υποχρεωτική, ο χώρος υπογείου από την οριστική στάθμη εδάφους και άνω.
β) Δεν προσμετρώνται όλες οι περιπτώσεις της παρ. 6 του άρθρου 206, εκτός των περ. β), δ), ε), ιδ), κστ),
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263682
κθ), λα) και λβ), ο χώρος της στέγης (συμπεριλαμβανομένων των κατασκευών που βρίσκονται εντός αυτού,
όπως πατάρια, σοφίτες και μόνο για το τμήμα αυτών των κατασκευών που βρίσκονται εντός του ύψους της
υποχρεωτικής στέγης) όταν αυτή είναι υποχρεωτική.
3. Για την κατασκευή κτιρίων ειδικής αρχιτεκτονικής σχεδίασης, όπως ορίζονται κάθε φορά στην κείμενη
νομοθεσία, μπορούν να χορηγούνται παρεκκλίσεις από την παρ. 1, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος
και Ενέργειας, μετά από γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (ΚΕ.Σ.Α.). Σε περίπτωση που
τα κτίρια αυτά βρίσκονται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, ιστορικού τόπου ή άλλης προστατευό-
μενης περιοχής, σύμφωνα με τον Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της
πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α ’ 220) απαιτείται η σύμφωνη γνώμη του Υπουργείου Πολιτισμού.
4. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορούν να καθορίζονται κριτήρια χαρακτη-
ρισμού κτιρίων ως ειδικής αρχιτεκτονικής σχεδίασης. Στην περίπτωση αυτή, με την απόφαση και τη διαδικασία
της παρ. 3, διενεργείται ο χαρακτηρισμός του κτιρίου ως ειδικής αρχιτεκτονικής σχεδίασης με βάση ένα (1) ή
περισσότερα κριτήρια της απόφασης του πρώτου εδαφίου και εγκρίνεται το ύψος της χορηγούμενης παρέκκλισης.
Άρθρο 209
Θέση κτιρίου και εγκαταστάσεων
1. Η τοποθέτηση του κτιρίου στο οικόπεδο σε περιοχές που εντάχθηκαν στο σχέδιο πριν από τις 18.12.1985,
ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1577/1985 (Α’ 210), γίνεται σύμφωνα με τις ακόλουθες διατάξεις και διασφα-
λίζει την απρόσκοπτη πρόσβαση ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων σε αυτό:
α) η όψη του κτιρίου στο πίσω όριο του οικοπέδου απέχει κατ’ ελάχιστο απόσταση Δ από αυτό. Αν δεν
υφίσταται πίσω όριο λόγω σχήματος του οικοπέδου, δεν είναι υποχρεωτική η απόσταση αυτή,
β) όταν στο κοινό πλάγιο όριο όμορων οικοπέδων υπάρχει κτίσμα σε απόσταση μεγαλύτερη του ενός (1)
μ. και μικρότερη ή ίση του δ από το κοινό όριο και έχει ανοίγματα στην πλευρά αυτή, το κτίριο οφείλει να
έχει κατ’ ελάχιστον απόσταση δ από το κοινό πλάγιο όριο μόνο κατά το τμήμα του οικοπέδου που υπάρχει
το παραπάνω κτίσμα του όμορου οικοπέδου. Σε κάθε άλλη περίπτωση το κτίριο δύναται να εφάπτεται ή να
απέχει κατά δ από το κοινό πλάγιο όριο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις είναι δυνατή η εφαρμογή της περ. στ),
γ) όταν σε οποιοδήποτε τμήμα των πίσω ή πλάγιων ορίων του οικοπέδου εφάπτεται κτίριο οποιασδήποτε
χρήσης και χρονολογίας κατασκευής, το κτίριο μπορεί να εφάπτεται στα όρια αυτά,
δ) όταν το όμορο οικόπεδο είναι αδόμητο ή έχει κτίσμα που έχει κατασκευαστεί πριν από την ένταξη της
περιοχής σε σχέδιο, το κτίριο επιτρέπεται να εφάπτεται ή να απέχει από το πλάγιο κοινό όριο απόσταση δ,
ε) όταν το οικόπεδο βρίσκεται σε περιοχές που προβλεπόταν, λόγω συστημάτων δόμησης που ίσχυαν
πριν από τις 18.12.1985, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1577/1985, η τοποθέτηση του κτιρίου σε επαφή με
πλάγιο κοινό όριο, το κτίσμα μπορεί να τοποθετείται σε επαφή με το πλάγιο κοινό όριο ανεξάρτητα θέσης και
χρόνου κατασκευής του κτίσματος του όμορου οικοπέδου,
στ) αν στο δομήσιμο τμήμα του οικοπέδου, που προκύπτει από την εφαρμογή των οικοδομικών γραμμών
και των υποχρεωτικών αποστάσεων Δ ή δ, δεν μπορεί να εξασφαλιστεί διάσταση πλευράς εννέα (9) μ. σε
κάθε διεύθυνση, τότε το κτίριο τοποθετείται μέσα στην υποχρεωτική απόσταση Δ ή δ μέχρι την εξασφάλιση
πλευράς κτιρίου εννέα (9) μ. σε κάθε διεύθυνση και αν το τμήμα της υποχρεωτικής απόστασης που απομένει
είναι μικρότερο του ενός (1) μ., το κτίριο μπορεί να εφάπτεται του αντίστοιχου ορίου. Η ίδια δυνατότητα το-
ποθέτησης του κτιρίου μέσα στην υποχρεωτική απόσταση Δ ή δ μπορεί να εφαρμόζεται και για το σύνολο
του κοινού ορίου του οικοπέδου όταν αυτό εφάπτεται με περισσότερες της μιας (1) ιδιοκτησίας και προκύπτει
υποχρέωση τήρησης απόστασης για μία (1) τουλάχιστον από αυτές,
ζ) σε γωνιακά οικόπεδα αφήνεται υποχρεωτικά ακάλυπτος δ x δ στην απέναντι της γωνίας θέση του οι-
κοπέδου ή σε θέση που η επιφάνεια αυτή συνέχεται με τους ακάλυπτους των όμορων ιδιοκτησιών, με την
επιφύλαξη της περ. στ),
η) αν το όριο του οικοπέδου είναι κοινό με περισσότερα του ενός (1) οικόπεδα το κτίριο εφάπτεται ή το-
ποθετείται σε απόσταση Δ ή δ από το κοινό όριο και υποχρεωτικά μόνο κατά το τμήμα του οικοπέδου αυτού,
θ) σε οικόπεδα όπου κατασκευάζονται περισσότερα του ενός (1) κτίρια, και όταν αυτά δεν εφάπτονται, η
ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους είναι δ,
ι) κτίρια του ίδιου ακινήτου μπορούν να εφάπτονται ή να απέχουν μεταξύ τους κατά ελάχιστη απόσταση
δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ., όταν το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος της περιοχής ή το ύψος στο οποίο εξαντλείται
ο συντελεστής δόμησης (Σ.Δ.) δεν ξεπερνά τα οκτώ κόμμα πενήντα (8,50) μ.
2. Το κτίριο τοποθετείται ελεύθερα στο οικόπεδο σε περιοχές που εντάχθηκαν στο σχέδιο μετά από τις
18.12.1985, ημερομηνία δημοσίευσης του ν. 1577/1985. Όπου το κτίριο δεν εφάπτεται με τα πίσω όρια του
οικοπέδου αφήνεται απόσταση Δ και όπου δεν εφάπτεται με τα πλάγια όρια του οικοπέδου αφήνεται απόσταση
δ. Στην παρούσα εφαρμόζονται οι περ. στ), θ) και ι) της πα ρ. 1.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3683Τεύχος A’ 88/08.06.2026
3. Σε περίπτωση εγκεκριμένων ρυμοτομικών σχεδίων ή κατά την επέκταση ή αναθεώρησή τους, όπου το
επιτρεπόμενο ύψος των κτιρίων της περιοχής καθορίζεται μέχρι και οκτώ κόμμα πενήντα (8,50) μ. και επιβάλ-
λεται η τήρηση απόστασης του κτιρίου από τα όρια του οικοπέδου, επιτρέπεται η απόσταση αυτή να είναι
μικρότερη του Δ ή δ της παρ. 1, όχι όμως μικρότερη των δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ.
4. Εσοχές του κτιρίου στην περίπτωση που εφάπτεται με τα όρια του οικοπέδου, μπορούν να έχουν οποια-
δήποτε απόσταση από το όμορο κτίριο. Ανοίγματα στις εσοχές αυτές δεν δημιουργούν δουλεία για τα όμορα
οικόπεδα και προσμετρώνται στον υπολογισμό των ανοιγμάτων για την επάρκεια φυσικού φωτισμού και αε-
ρισμού, εφόσον πληρούν τις προϋποθέσεις της υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/66006/2360/16.6.2023 απόφασης
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Έγκριση Κτιριοδομικού Κανονισμού» (Β’ 3985) ή εξασφαλίζουν
ελάχιστη διάσταση δ κάθετα προς την πλευρά των ανοιγμάτων.
5. Οι χώροι κλιμακοστασίου καλύπτουν τις προϋποθέσεις φυσικού φωτισμού και αερισμού εφόσον έχουν
ανοίγματα προς ακάλυπτους χώρους ή ελεύθερο ανοιχτό χώρο ελάχιστης διάστασης δύο (2) μ. κάθετα προς
την πλευρά των ανοιγμάτων. Οι χώροι κύριας χρήσης καλύπτουν τις προϋποθέσεις φυσικού φωτισμού και
αερισμού, εφόσον έχουν ανοίγματα προς ακάλυπτους χώρους ή ελεύθερο ανοικτό χώρο ελάχιστης διάστασης
δ κάθετα προς την πλευρά των ανοιγμάτων.
Άρθρο 210
Ύψος κτιρίου - Αφετηρία μέτρησης υψών - Πλάτος δρόμου
1. Το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος του κτιρίου ορίζεται σε συνάρτηση με τον επιτρεπόμενο συντελεστή
δόμησης (Σ.Δ.) της περιοχής ως εξής:
α) για Σ.Δ. έως και μηδέν κόμμα τέσσερα (0,4) ύψος δέκα κόμμα εβδομήντα πέντε (10,75) μ.,
β) για Σ.Δ. έως και μηδέν κόμμα οκτώ (0,8) ύψος δεκατέσσερα (14) μ.,
γ) για Σ.Δ. έως και ένα κόμμα δύο (1,2) ύψος δεκαεπτά κόμμα είκοσι πέντε (17,25) μ.,
δ) για Σ.Δ. έως και ένα κόμμα έξι (1,6) ύψος δεκαεννέα κόμμα πενήντα (19,50) μ.,
ε) για Σ.Δ. έως και δύο (2) ύψος είκοσι δύο κόμμα εβδομήντα πέντε (22,75) μ.,
στ) για Σ.Δ. έως και δύο κόμμα έξι (2,6) ύψος είκοσι έξι (26) μ.,
ζ) για Σ.Δ. δύο κόμμα έξι (2,6) και άνω, το δεκαπλάσιο του επιτρεπόμενου συντελεστή με μέγιστο ύψος
τριάντα δύο (32) μ..
2. Επιτρέπονται παρεκκλίσεις ως προς το ύψος και τον συντελεστή όγκου με απόφαση του Υπουργού Πε-
ριβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνωμοδότηση του Κεντρικού Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής:
α) για τα ειδικά κτίρια πλην των γραφείων, στις περιοχές με συντελεστή δόμησης έως ένα κόμμα δύο (1,2)
και αιτιολογημένη πρόταση του αρμόδιου φορέα, με τις ακόλουθες μέγιστες τιμές:
αα) για Σ.Δ. έως και μηδέν κόμμα τέσσερα (0,4) ύψος δεκατρία (13) μ.,
αβ) για Σ.Δ. έως και μηδέν κόμμα οκτώ (0,8) ύψος δεκαοκτώ (18) μ.,
αγ) για Σ.Δ. έως και ένα κόμμα δύο (1,2) ύψος είκοσι ένα (21) μ..
β) σε περίπτωση προσθήκης καθ’ ύψος σε κτίριο που έχει ανεγερθεί με νόμιμη οικοδομική άδεια, εφόσον
δεν έχει εξαντληθεί ο συντελεστής δόμησης.
3. Το μέγιστο ύψος του κτιρίου σε κάθε σημείο των όψεών του μετριέται από την οριστική στάθμη του εδά-
φους σε οποιοδήποτε σημείο μέτρησης ή από τη στάθμη του πεζοδρομίου, αν οι όψεις τοποθετούνται επί της
ρυμοτομικής γραμμής. Σε οικόπεδα με πρόσωπα σε περισσότερους του ενός (1) κοινόχρηστους χώρους, για τα
οποία ισχύουν διαφορετικά μέγιστα επιτρεπόμενα ύψη και το ένα (1) τουλάχιστον από αυτά δεν ορίζεται βάσει
της παραγράφου αυτής, επιβάλλεται η τήρηση του μικρότερου από τα επιτρεπόμενα ύψη μέχρι την απόσταση
των εννέα (9) μ. από την οικοδομική γραμμή στην οποία αντιστοιχεί αυτό, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τους
ειδικούς όρους δόμησης της περιοχής. Σε περίπτωση υπογείου με ύπαρξη χαμηλωμένης αυλής (cour anglaise)
η αφετηρία μέτρησης του ύψους γίνεται από την οριστική στάθμη εδάφους του ισογείου στην αντίστοιχη θέση.
4. Στους ακάλυπτους χώρους των οικοπέδων επιτρέπεται η εκσκαφή ή επιχωμάτωση του φυσικού εδάφους
για την προσαρμογή του στο κτίριο με την προϋπόθεση ότι σε κανένα σημείο η οριστική στάθμη του εδάφους
δεν θα βρίσκεται ψηλότερα ή χαμηλότερα από το ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. από τη φυσική στάθμη του. Σε
περίπτωση εκσκαφής ή επίχωσης ακαλύπτων χώρων του οικοπέδου για οικόπεδα με κλίση μεγαλύτερη του
είκοσι τοις εκατό (20%), η στάθμη του φυσικού εδάφους μπορεί να υποβιβαστεί τεχνητά έως δύο (2) μ. και να
επιχωθεί μέχρι ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. Εκσκαφές ή επιχώσεις εδάφους που υπερβαίνουν τα παραπάνω
όρια επιτρέπονται ύστερα από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.A.).
5. Το κτίριο πλην εξωστών με τα κιγκλιδώματα και τα στηθαία ασφαλείας, αρχιτεκτονικών προεξοχών και
αρχιτεκτονικών στοιχείων, ογκοπλαστικών προεξοχών και διακοσμητικών στοιχείων, κινητών συστημάτων
σκίασης και κινητών προστεγασμάτων, που μπορεί να κατασκευαστεί στο οικόπεδο οφείλει να εγγράφεται
στο ιδεατό στερεό, που καθορίζεται:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263684
α) στα πρόσωπα του οικοπέδου, από την κατακόρυφη επιφάνεια που περνά από την οικοδομική γραμμή και
της οποίας τα ανώτατα σημεία βρίσκονται σε ύψος ένα κόμμα πέντε (1,5) Π που δεν μπορεί να είναι μικρότερο
των επτά κόμμα πενήντα (7,50) μ., από τα αντίστοιχα σημεία του κρασπέδου του πεζοδρομίου,
β) από κεκλιμένη επιφάνεια που περνά από τα ανώτατα σημεία της κατακόρυφης επιφάνειας που ορίζεται
στην παρ. 4 και σχηματίζει με αυτήν οξεία γωνία εφαπτομένης ένα (1): ένα κόμμα πενήντα (1,50),
γ) στις υπόλοιπες πλευρές του οικοπέδου από κατακόρυφες επιφάνειες που περνούν από τα όρια του
οικοπέδου ή από τα όρια των αποστάσεων που επιβάλλονται.
6. Σε περιπτώσεις πλατειών ή διευρύνσεων λόγω συμβολής οδών με ή χωρίς απότμηση, για τον καθορισμό
του ύψους της πρόσοψης των κτιρίων στο τμήμα που βλέπει στη διεύρυνση ή την πλατεία, λαμβάνεται το
μεγαλύτερο μέγεθος Π από όλα τα προκύπτοντα στο σημείο της συμβολής.
Όταν ο εγκεκριμένος κοινόχρηστος χώρος περιβάλλεται κατά το μεγαλύτερο μέρος του από οικοδομικό
τετράγωνο και επικοινωνεί με άλλον κοινόχρηστο χώρο από δίοδο, ως μέγεθος Π για τον καθορισμό του ύψους
της πρόσοψης των κτιρίων που βλέπουν σε αυτόν λαμβάνεται το πλάτος της διόδου στο σημείο συμβολής
της με τον χώρο αυτόν.
7. Τα ύψη για την εφαρμογή του ιδεατού στερεού, μετρώνται από κάθε σημείο της ρυμοτομικής γραμμής
στη στάθμη του οριστικά διαμορφωμένου πεζοδρομίου, όπως αυτή βεβαιώνεται από τον μελετητή μηχανικό
και εγκρίνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα και το διάγραμμα κάλυψης από την αρμόδια υπηρεσία του δή-
μου. Αν δεν υπάρχει οριστικά διαμορφωμένο πεζοδρόμιο, η στάθμη αυτή καθορίζεται από την εγκεκριμένη
υψομετρική μελέτη της οδού. Αν δεν υπάρχει υψομετρική μελέτη της οδού, η μελέτη συντάσσεται από ιδιώτη
μηχανικό και αυτή εγκρίνεται από την αρμόδια υπηρεσία του δήμου. Επιτρέπεται η σύνταξη νέας υψομετρικής
μελέτης στην περίπτωση διαφοροποίησης του ύψους της οδού. Σε περίπτωση ανέγερσης αθλητικών εγκατα-
στάσεων με χωρητικότητα άνω των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) θεατών, για την κατασκευή ή τη λειτουργία
των οποίων απαιτούνται διανοίξεις ή διαμορφώσεις οδών και λοιπά συνοδά έργα, οι αρμοδιότητες της έγκρισης
κυκλοφοριακών και λοιπών σχετικών τεχνικών και υποστηρικτικών μελετών, της έγκρισης υψομετρικής μελέτης
οδών και της έκδοσης σχετικών βεβαιώσεων που απαιτούνται για την έκδοση της οικοδομικής άδειας ή και της
κατασκευής και επίβλεψης ασκούνται από το Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών. Το παρόν εφαρμόζεται
και επί εκκρεμών, κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, αιτήσεων έγκρισης των απαιτούμενων μελετών
των περιπτώσεων του τέταρτου εδαφίου. Στις περιπτώσεις ακινήτων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής
του ν. 3986/2011 (Α’ 152), οι αρμοδιότητες της έγκρισης υψομετρικής μελέτης οδών και της έκδοσης σχετικών
βεβαιώσεων που απαιτούνται για την έκδοση οικοδομικών αδειών ασκούνται από τον Υπουργό Υποδομών
και Μεταφορών. Το έβδομο εδάφιο εφαρμόζεται και επί εκκρεμών, κατά τις 9.12.2020, ημερομηνία έναρξης
ισχύος του ν. 4759/2020 (Α’ 245), αιτήσεων έγκρισης της υψομετρικής μελέτης οδών.
8. Με την επιφύλαξη του Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτι-
στικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’ 220) επιτρέπεται, προσαύξηση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους μέχρι
ένα (1) μ., στις περιπτώσεις στις οποίες ισχύει μία (1) από τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) το ισόγειο του κτιρίου χρησιμοποιείται κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) τουλάχιστον για στάθ-
μευση οχημάτων,
β) το κτίριο κατασκευάζεται σε υποστυλώματα (PILOTIS) κατ’ εφαρμογή της περ. ιστ) της παρ. 6 του άρθρου
206 και ο ελεύθερος ημιυπαίθριος χώρος της διατίθεται αποκλειστικά για στάθμευση οχημάτων,
γ) κατασκευάζεται φυτεμένο δώμα επιφάνειας μεγαλύτερης του πενήντα τοις εκατό (50%) από την καθαρή
επιφάνεια του δώματος ή φυτεμένη στέγη επιφάνειας μεγαλύτερης του πενήντα τοις εκατό (50%) από την κα-
θαρή επιφάνεια της στέγης. Στον υπολογισμό της φυτεμένης επιφάνειας συμμετέχουν οι ασκεπείς κατασκευές
για την υποδοχή στοιχείων νερού και οι πισίνες σε ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) της επιφάνειάς τους,
δ) πραγματοποιείται μείωση του επιτρεπόμενου ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά πέντε τοις εκατό
(5%). Η περ. γ) εφαρμόζεται και σε υφιστάμενα κτίρια στα οποία έχει γίνει εξάντληση ύψους περιοχής. Επιτρέ-
πεται προσαύξηση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους μέχρι ένα (1) μ. όταν ισχύει μία (1) από τις παραπάνω
προϋποθέσεις και δύο (2) μ., όταν ισχύουν δύο (2) από τις παραπάνω προϋποθέσεις και ύστερα από γνωμο-
δότηση του Σ.Α. Η παρούσα εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις καθορισμού μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους
από πάσης φύσης διατάγματα, εφόσον δεν περιέχεται ρητή αντίθετη πρόβλεψη σε αυτά.
Άρθρο 211
Λειτουργικά, ενεργειακά και διακοσμητικά στοιχεία στις όψεις του κτιρίου
1. Στις όψεις επί του κελύφους του κτιρίου τόσο για τα νέα κτίρια όσο και για τις προσθήκες σε υφιστάμε-
να κτίρια και εφόσον δεν δημιουργούν κλειστούς ή ανοικτούς χώρους χρήσης του κτιρίου, επιτρέπονται και
διατάσσονται ελεύθερα σε οποιαδήποτε θέση και, σύμφωνα με τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3685Τεύχος A’ 88/08.06.2026
α) αρχιτεκτονικές προεξοχές και αρχιτεκτονικά στοιχεία,
β) ογκοπλαστικές προεξοχές και διακοσμητικά στοιχεία,
γ) κινητά ή σταθερά συστήματα σκίασης και ρύθμισης του φυσικού φωτισμού με τα στηρίγματά τους,
δ) κατασκευές για τη συντήρηση του κελύφους,
ε) αγωγοί τεχνικών συστημάτων, όπως καμινάδες, αεραγωγοί, υδρορροές βάσει των προβλεπόμενων
προδιαγραφών.
Τα παραπάνω στοιχεία έχουν μέγιστο πλάτος ίσο με ένα τέταρτο (1/4) Δ ή ένα τέταρτο (1/4) δ, η απόστασή
τους από τα όρια του οικοπέδου δεν μπορεί να είναι μικρότερη του ενός (1) μ., όπου αφήνεται απόσταση δ ή
Δ και στην περίπτωση που εξέχουν της ρυμοτομικής γραμμής, κατασκευάζονται σε ύψος τουλάχιστον τριών
(3) μ. Στοιχεία με πλάτος που υπερβαίνει τα παραπάνω όρια επιτρέπονται ύστερα από γνωμοδότηση του
Συμβούλιου Αρχιτεκτονικής.
2. Εξώστες και στεγασμένοι χώροι κτιρίων με τυχόν οριζόντια φέροντα ή κατακόρυφα και οριζόντια αρχι-
τεκτονικά στοιχεία ή κινητά συστήματα ηλιοπροστασίας ή πέργκολες διατάσσονται ελεύθερα σε οποιαδήποτε
όψη και όροφο του κτιρίου. Στην περίπτωση που τα οριζόντια φέροντα ή κατακόρυφα και οριζόντια αρχιτεκτο-
νικά στοιχεία ή κινητά συστήματα ηλιοπροστασίας ή οι πέργκολες στεγάζουν ή περιβάλλουν εξώστη ή δώμα
ορόφου που προκύπτει από την υποχώρηση του ορόφου, δύνανται να υπερβαίνουν το μέγιστο πλάτος της
παρ. 1 με την προϋπόθεση ότι δεν υπερβαίνουν το περίγραμμα του εξώστη και των περιορισμών της παρ. 3
ή του περιγράμματος του παραπάνω δώματος.
3. Οι ανοικτοί εξώστες μπορούν να προεξέχουν της οικοδομικής γραμμής, όπως ορίζεται στις περ. α) και β)
της παρ. 5 του άρθρου 210, έως πλάτους ενός δέκατου (1/10) Π και όχι περισσότερο των δύο (2) μ., όταν αυτή
ταυτίζεται με τη ρυμοτομική γραμμή και κατασκευάζονται σε ύψος τουλάχιστον τριών (3) μ. από τη στάθμη
του πεζοδρομίου. Οι ανοικτοί εξώστες μπορούν να προεξέχουν της οικοδομικής γραμμής, όπως ορίζεται στις
περ. α) και β) της παρ. 5 του άρθρου 210, έως πλάτους δύο (2) μ. όταν η οικοδομική γραμμή δεν ταυτίζεται με
τη ρυμοτομική γραμμή. Αν η όψη του κτιρίου δημιουργείται σε υποχώρηση από την οικοδομική γραμμή, το
βάθος των ανοικτών εξωστών προσαυξάνεται αναλόγως. Οι ανοικτοί εξώστες δύναται να εισέχουν εντός των
υποχρεωτικών αποστάσεων Δ ή δ του κτιρίου από τα όρια ή από άλλο κτίριο του ίδιου οικοπέδου με πλάτος
έως ένα τέταρτο (1/4) x Δ ή ένα τέταρτο (1/4) x δ τηρώντας παράλληλα απόσταση από τα όρια του οικοπέδου
τουλάχιστον ένα (1) μ.. Οι εξώστες, αρχιτεκτονικά και λοιπά δομικά στοιχεία της παρ. 1, αν εξέχουν της ρυμοτο-
μικής γραμμής και βρίσκονται σε ύψος μικρότερο των πέντε (5) μ., απέχουν τουλάχιστον πενήντα (50) εκατοστά
από το άκρο του κρασπέδου του πεζοδρομίου και προς την πλευρά της ρυμοτομικής γραμμής σε οριζόντια
προβολή. Εφόσον οι ανοικτοί εξώστες φυτεύονται σε ελάχιστο πάχος εδάφους σαράντα (40) εκατοστών, σε
οποιοδήποτε επίπεδο, συμμετέχουν στον υπολογισμό της φύτευσης κατά το ποσοστό που φυτεύονται.
4. Κατακόρυφα στηρίγματα κινητών προστεγασμάτων επιτρέπεται να κατασκευάζονται σε οποιαδήποτε
θέση, ακόμα και σε τμήματα εξωστών που βρίσκονται πάνω από κοινόχρηστους χώρους, εφόσον τα στηρίγ-
ματα αυτά εδράζονται στους εξώστες και δεν εξέχουν από το περίγραμμά τους.
5. Κλειστοί εξώστες (έρκερ) κατασκευάζονται με τις παρακάτω προϋποθέσεις:
α) Το άθροισμα των επιφανειών των ορθών προβολών σε κατακόρυφο επίπεδο των κλειστών εξωστών που
κατασκευάζονται στις όψεις των κτιρίων δεν μπορεί να υπερβαίνει το είκοσι τοις εκατό (20%) της αντιστοίχου
επιφάνειας όψης.
β) Η μέγιστη προεξοχή να μην υπερβαίνει τα ογδόντα (80) εκατοστά από την επιφάνεια της όψης του κτιρίου.
γ) Σε περίπτωση που η οικοδομική γραμμή συμπίπτει με τη ρυμοτομική γραμμή και το κτίριο τοποθετείται
σε αυτήν οι κλειστοί εξώστες επιτρέπονται μόνο για πλάτος δρόμου άνω των οκτώ (8) μ. και σε κάθε περίπτωση
πρέπει να βρίσκεται πάνω από πέντε (5) μ. από την οριστική στάθμη του πεζοδρομίου.
δ) Οι κλειστοί εξώστες επιτρέπονται εντός των υποχρεωτικών ακαλύπτων, σε ύψος άνω των τριών (3) μ.
και όταν βρίσκονται εντός των υποχρεωτικών αποστάσεων Δ ή δ του κτιρίου από τα όρια ή από άλλο κτίριο
του ίδιου οικοπέδου δεν επιτρέπεται να κατασκευάζονται με πλάτος μεγαλύτερο του ενός τετάρτου (1/4) x
Δ ή ενός τετάρτου (1/4) x δ και η απόστασή τους από τα όρια του οικοπέδου δεν μπορεί να είναι μικρότερη
από ένα (1) μ.
ε) Επιτρέπεται η κατασκευή κλειστών εξωστών σε προέκταση σοφίτας ή και εσωτερικού εξώστη. Δεν επι-
τρέπεται η κατασκευή ανοιχτών εξωστών σε προέκταση κλειστών εξωστών. Είναι δυνατή όμως η κατασκευή
κλειστών εξωστών δίπλα (σε επαφή ή σε απόσταση) από ανοικτούς εξώστες ή και από στοιχεία της παρ. 1. Η
πρόσβαση στους ανοικτούς εξώστες μπορεί να γίνεται μέσω ανοιγμάτων, στις κλειστές πλευρές των κλειστών
εξωστών, που είναι δίπλα στους ανοικτούς εξώστες.
στ) Η επιφάνεια πάνω από τον κλειστό εξώστη δύναται να είναι βατή.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263686
6. Σε πεζόδρομους και δρόμους ήπιας κυκλοφορίας επιτρέπεται η κατασκευή των στοιχείων των παρ. 1
έως 5 σε ύψος μεγαλύτερο των τριών (3) μ., μετά από βεβαίωση του αρμόδιου δήμου ότι δεν παρεμποδίζουν
τη λειτουργία του πεζόδρομου.
7. Σε καταστήματα και εισόδους κτιρίων πάνω από κοινόχρηστους χώρους επιτρέπεται να κατασκευά-
ζονται μόνιμα προστεγάσματα χωρίς κατακόρυφα στηρίγματα. Μέσα στις αποστάσεις Δ του κτιρίου από τα
όρια ή από άλλο κτίριο του ίδιου οικοπέδου τα παραπάνω προστεγάσματα επιτρέπεται να κατασκευάζονται
με πλάτος μέχρι ενός δευτέρου (1/2) Δ ή ενός δευτέρου (1/2) δ.
8. Μέσα στις ελάχιστες αποστάσεις Δ ή δ του υποχρεωτικού ακαλύπτου χώρου επιτρέπονται κατασκευές
για την εξυπηρέτηση των ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων.
9. Μεταξύ των ανοιχτών στεγασμένων χώρων, στους εξώστες και στους υπαίθριους χώρους των κτιρίων,
επιτρέπονται στηθαία και διαχωριστικά στοιχεία μεταξύ των όμορων ιδιοκτησιών ή των συνιδιοκτησιών.
10. Τεχνικά συστήματα κλιματισμού ή θέρμανσης και παραγωγής Ζεστού Νερού Χρήσης (Z.N.X.), ηλιοθερμι-
κά πανέλα αερισμού, φωτοβολταϊκά στοιχεία και συναφή, όπως επίτοιχοι λέβητες αερίου, εξωτερικές μονάδες
κλιματισμού, στις περιπτώσεις νέων κατασκευών πρέπει να ενσωματώνονται στο κέλυφος του κτιρίου και να
μην προεξέχουν από την επιφάνεια των όψεων του κτιρίου. Τα παραπάνω δύνανται να τοποθετηθούν εντός
κλειστών εξωστών (έρκερ), εντός ανοικτών ημιυπαίθριων χώρων, εντός ανοικτών εξωστών, στα δώματα με
μέγιστο ύψος στηθαίου ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ., σε μη προσβάσιμους χώρους (με εξαίρεση την πρόσβαση
για συντήρηση εγκαταστάσεων) κάτω από ασκεπείς κατασκευές για την υποδοχή στοιχείων νερού, στον χώρο
της πιλοτής και άλλους, εφόσον εξασφαλίζεται από τον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό ο αποκλεισμός της θέασης
των παραπάνω συστημάτων στις όψεις του κτιρίου.
Σε υφιστάμενα κτίρια επιτρέπεται να εξέχουν μέχρι πενήντα (50) εκατοστά και μόνο όταν δεν μπορούν
να τοποθετηθούν επί των εξωστών ή των δωμάτων, να τοποθετούνται σε ύψος μεγαλύτερο των τριών (3) μ.
από τη στάθμη του πεζοδρομίου και με πρόβλεψη κατάλληλης απορροής των παραγόμενων συμπυκνωμέ-
νων υδρατμών, για κτίρια που βρίσκονται στην οικοδομική γραμμή και η λειτουργία τους δεν υπερβαίνει τα
επιτρεπόμενα όρια θορύβου. Στις όψεις επί του κελύφους του κτιρίου επιτρέπεται η εγκατάσταση μετρητικών
και ρυθμιστικών διατάξεων των τεχνικών συστημάτων του κτιρίου.
11. Σε περιπτώσεις κτιρίων που εφάπτονται στα όρια του οικοπέδου όλα τα παραπάνω στοιχεία του παρό-
ντος δύνανται να εφάπτονται στα όρια ή να έχουν απόσταση μικρότερη του ενός (1) μ. από αυτά.
Άρθρο 212
Κατασκευές και φυτεύσεις στους ακάλυπτους χώρους και περιφράξεις
1. Για την κατασκευή κάθε εργασίας δόμησης και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου του κτιρίου
τηρούνται τα προβλεπόμενα στη σχετική νομοθεσία μέτρα για την εναλλακτική διαχείριση των αποβλήτων
από εκσκαφές, κατασκευές και κατεδαφίσεις.
2.α) Ο υποχρεωτικά ακάλυπτος χώρος του οικοπέδου τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα (2/3) του παραμένει
χωρίς επίστρωση και φυτεύεται όπως προβλέπεται στις κείμενες διατάξεις. Στον υπολογισμό της φύτευσης
συμμετέχουν οι ασκεπείς κατασκευές για την υποδοχή στοιχείων νερού και οι πισίνες σε οποιοδήποτε επίπεδο,
καθώς και κατασκευές που επιβάλλονται μετά από την ανεύρεση μνημείων για την προστασία και ανάδειξή
τους ύστερα από έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού. Κάθε επιφάνεια που φυτεύεται σε ελάχιστο πάχος
εδάφους σαράντα (40) εκατοστών συμμετέχει στον υπολογισμό της απαιτούμενης φύτευσης. Στις παραπάνω
επιφάνειες συμπεριλαμβάνονται φυτεμένα στεγασμένα κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες, φυτεμένοι ενιαίοι χώροι
στάθμευσης, σύμφωνα με την περ. ιγ) της παρ. 6 του άρθρου 206, φυτεμένοι υπαίθριοι χώροι, φυτεμένες εσοχές
στο σώμα του κτιρίου, φυτεμένα δώματα ορόφων (που προκύπτουν από υποχώρηση ορόφων) και φυτεμένοι
ανοικτοί εξώστες σε οποιοδήποτε επίπεδο. Οι επιφάνειες κάτω από πέργκολες, στέγαστρα και προστεγάσμα-
τα δύνανται να συμμετέχουν στον υπολογισμό της φύτευσης, εφόσον φυτεύονται στο επίπεδο εδάφους. Αν
δημιουργούνται υπαίθριοι χώροι στάθμευσης, τότε ο υπολογισμός των δύο τρίτων (2/3) της υποχρεωτικής
φύτευσης λαμβάνεται επί του απομειούμενου κατά δέκα (10) ποσοστιαίες μονάδες υποχρεωτικά ακαλύπτου
χώρου του οικοπέδου.
β) Τα προκήπια είναι υποχρεωτικοί ακάλυπτοι.
γ) Το αίθριο δύναται να συμμετέχει στον υπολογισμό του υποχρεωτικώς ακαλύπτου χώρου. Εφόσον φυ-
τεύεται σε ελάχιστο πάχος εδάφους σαράντα (40) εκατοστών, σε οποιοδήποτε επίπεδο, συμμετέχει στον
υπολογισμό της φύτευσης κατά το ποσοστό που φυτεύεται.
δ) Η επιφάνεια κάθε διαμπερούς ανοίγματος και η επιφάνεια κατακόρυφων φρεατίων που λειτουργούν ως
φωταγωγοί ή ως αγωγοί κυκλοφορίας του αέρα, που φυτεύονται σε ελάχιστο πάχος εδάφους σαράντα (40)
εκατοστών, σε οποιοδήποτε επίπεδο, συμμετέχουν στον υπολογισμό της φύτευσης.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3687Τεύχος A’ 88/08.06.2026
ε) Οι υποχρεωτικοί ακάλυπτοι χώροι του οικοπέδου προσαρμόζονται στη μορφολογία του εδάφους του
οικοδομικού τετραγώνου.
στ) Για πρατήρια υγρών καυσίμων ο υποχρεωτικός χώρος φύτευσης ορίζεται στο ένα τέταρτο (1/4) του
αναφερόμενου στην περ. α).
ζ) Σε κτίρια όπου δεν είναι εφικτό να πραγματοποιηθεί η φύτευση μέχρι τα δύο τρίτα (2/3) του υποχρε-
ωτικού ακαλύπτου, δύναται αυτή να μειωθεί στο ένα δεύτερο (1/2) του υποχρεωτικού ακαλύπτου, υπό την
προϋπόθεση ότι φυτεύεται στο δώμα διπλάσια επιφάνεια από την υπολειπόμενη επιφάνεια των δύο τρίτων
(2/3) του υποχρεωτικού ακαλύπτου που δεν προβλέπεται να υλοποιηθεί. Σε κτίρια όπου δεν είναι εφικτό να
πραγματοποιηθεί η φύτευση μέχρι τα δύο τρίτα (2/3) του υποχρεωτικού ακαλύπτου, κατ’ εξαίρεση δύναται
να συμμετέχουν στον υπολογισμό της φύτευσης και οι διάδρομοι διέλευσης των οχημάτων, εφόσον επιστρώ-
νονται από διάτρητες πλάκες.
3. Στους ακάλυπτους χώρους του οικοπέδου ή γηπέδου επιτρέπονται οι παρακάτω διαμορφώσεις:
α) Η τροποποίηση της φυσικής στάθμης του εδάφους των ακαλύπτων χώρων του οικοπέδου για την
προσαρμογή του κτιρίου σε αυτό και μέχρι στάθμης συν-πλην ένα κόμμα πενήντα (± 1,50) μ. από το φυσικό
έδαφος. Σε περίπτωση εκσκαφής ακαλύπτων χώρων του οικοπέδου με κλίση μεγαλύτερη του είκοσι τοις εκατό
(20%), η στάθμη του φυσικού εδάφους μπορεί να υποβιβαστεί τεχνητά έως δύο (2) μ. και να επιχωθεί μέχρι ένα
κόμμα πενήντα (1,50) μ. Εκσκαφές ή επιχώσεις εδάφους που υπερβαίνουν τα παραπάνω όρια, επιτρέπονται
ύστερα από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.).
β) Η επίχωση μέχρι τη στάθμη του πεζοδρομίου τμήματος του χώρου μεταξύ της πρόσοψης του κτιρίου
και της ρυμοτομικής γραμμής ή η κατασκευή γεφυρωτής προσπέλασης στο κτίριο, σε πλάτος όσο απαιτείται
από τη χρήση του κτιρίου για οικόπεδα με κλίση άνω του δεκαεπτά τοις εκατό (17%).
γ) Κατασκευές, όπως σκάλες, κεκλιμένα επίπεδα (ράμπες), πλατύσκαλα, αντηρίδες, πεζούλια, βεράντες,
φυτεύσεις, χαμηλωμένης αυλής (cours anglaises) συνολικού μήκους μικρότερου ή ίσου του ενός δεύτερου
(1/2) της όψης στην οποία αντιστοιχεί και μέχρι καθαρού πλάτους ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. μηχανικά μέσα
κάλυψης υψομετρικών διαφορών για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων. Οι
εν λόγω κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
4. Μέσα στις ελάχιστες αποστάσεις Δ ή δ του υποχρεωτικού ακάλυπτου χώρου, εκτός όσων αναφέρονται
σε άλλα άρθρα του παρόντος Τμήματος, επιτρέπονται:
α) Τοιχία για την αντιστήριξη πρανών, διαχωριστικοί τοίχοι μεγίστου ύψους ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ.,
τοίχοι ελεύθερης διάταξης που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου μέγιστου ύψους ένα
κόμμα πενήντα (1,50) μ., πεζούλια, βεράντες, διαμορφώσεις εισόδων (αυλόθυρες - πορτοσιές), φυτεύσεις,
χαμηλωμένης αυλής (cours anglaises) συνολικού μήκους μικρότερου ή ίσου του ενός δεύτερου (1/2) της
όψης στην οποία αντιστοιχούν και μέχρι καθαρού πλάτους ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ., καθώς και στοιχεία
εξυπηρέτησης (πάγκοι, τραπέζια), άθλησης και παιχνιδότοπων. Στην περίπτωση που οι διαχωριστικοί τοίχοι
ή τοίχοι ελεύθερης διάταξης υπερβαίνουν το ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. λόγω αρχιτεκτονικού σχεδιασμού,
τότε απαιτείται γνωμοδότηση του Σ.Α.. Οι εν λόγω κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του πραγ-
ματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
β) Κατασκευές, όπως υπαίθριες σκάλες με τα πλατύσκαλα τους, πλατύσκαλα εισόδων, μηχανικά μέσα κά-
λυψης υψομετρικών διαφορών και κατασκευές για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων
ατόμων. Οι παραπάνω κατασκευές δύνανται να κατασκευάζονται για τη σύνδεση των επιπέδων του ακάλυπτου
χώρου, καθώς και για την πρόσβαση στους ισόγειους και υπόγειους χώρους του κτιρίου. Οι εν λόγω κατασκευές
δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
γ) Κλίμακες κινδύνου, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις μέσα στις ελάχιστες επιτρεπόμενες
αποστάσεις του υποχρεωτικά ακάλυπτου χώρου και σε απόσταση τουλάχιστον ενός (1) μ. από τα όρια του
οικοπέδου, εφόσον δεν είναι δυνατή η τοποθέτησή τους σε άλλη θέση.
δ) Κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες πεζών και κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες (στεγασμένα ή μη) οχημάτων κάθετα
στην πρόσοψη του κτιρίου ή των κτιρίων. Όταν τα στεγασμένα κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες φυτεύονται πάνω
από την πλάκα τους, σε ελάχιστο πάχος εδάφους σαράντα (40) εκατοστών, προσμετρώνται στον υπολογισμό
της φύτευσης. Στην περίπτωση που τα κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες (στεγασμένα ή μη) οχημάτων δεν είναι
εφικτό να κατασκευαστούν κάθετα στην πρόσοψη του κτιρίου ή των κτιρίων, επιτρέπεται να κατασκευαστούν
σε οποιαδήποτε κατεύθυνση ως προς την πρόσοψη αυτών ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α.. Οι εν λόγω
κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
ε) Ασκεπείς κατασκευές για την υποδοχή στοιχείων νερού, κολυμβητικές δεξαμενές (πισίνες) με τις απα-
ραίτητες για τη λειτουργία τους εγκαταστάσεις.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263688
στ) Αρχιτεκτονικές προεξοχές και αρχιτεκτονικά στοιχεία, ογκοπλαστικές προεξοχές και διακοσμητικά
στοιχεία, κινητά ή σταθερά συστήματα σκίασης, κατασκευές για τη συντήρηση του κελύφους, τεχνικών συ-
στημάτων, όπως καμινάδες, αεραγωγοί, υδρορροές, προστεγάσματα και στέγαστρα. Το μέγιστο πλάτος όλων
των παραπάνω ισούται με ένα τέταρτο (1/4) Δ ή ένα τέταρτο (1/4) δ.
ζ) Ενιαίοι χώροι στάθμευσης, σύμφωνα με την περ. ιγ) της παρ. 6 του άρθρου 206.
η) Υπαίθριες θέσεις στάθμευσης.
θ) Στεγασμένοι ανελκυστήρες και συστήματα σκίασης υπαίθριων θέσεων στάθμευσης, ύστερα από γνω-
μοδότηση του Σ.Α..
ι) Χώροι φυλακίων, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α..
ια) Κλειστός χώρος συλλογής και αποθήκευσης απορριμμάτων, σύμφωνα με την περ. κδ) της παρ. 6 του
άρθρου 206, όταν η οικοδομική γραμμή ταυτίζεται με τη ρυμοτομική γραμμή.
ιβ) Ζεύξεις κτιρίων ή τμήματα ζεύξεων κτιρίων, ύστερα από έγκριση του Σ.Α..
ιγ) Υπέργειοι υποσταθμοί διανομής ηλεκτρικής ενέργειας του Διαχειριστή του Ελληνικού Δικτύου Διανομής
Ηλεκτρικής Ενέργειας, που δεν μπορούν να κατασκευαστούν σε άλλη υπόγεια ή ισόγεια στάθμη του κτιρίου ή
κάτω από την επιφάνεια του ακάλυπτου χώρου συμπεριλαμβανομένων του προκηπίου και των υποχρεωτικών
αποστάσεων Δ και δ.
5. Επιτρέπεται η στέγαση κολυμβητικών δεξαμενών ιδιοκτησίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων
δημοσίου δικαίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, της εταιρείας Κτιριακές Υποδομές Α.Ε. και ιδιωτι-
κών εκπαιδευτηρίων κοινωφελούς χαρακτήρα με πέργκολες που καλύπτονται με ελαφρά εύκαμπτα υλικά ή
με αρθρωτές κινούμενες κατασκευές.
6. Κάτω από την οριστική στάθμη του εδάφους των ακάλυπτων χώρων συμπεριλαμβανομένων των τμη-
μάτων τους που βρίσκονται κάτω, εντός των υποχρεωτικών αποστάσεων Δ ή δ του οικοπέδου ή γηπέδου,
επιτρέπονται:
α) Η κατασκευή δεξαμενών (αποχέτευσης ακαθάρτων, νερού, υγρών και αερίων καυσίμων), αποθήκης
συσσωρευτών φωτοβολταϊκών συστημάτων, μηχανοστασίων υδροστασίων για επεξεργασία νερού, δικτύων
για την εξυπηρέτηση του κτιρίου και των απαραιτήτων για τη λειτουργία ασκεπούς πισίνας εγκαταστάσεων,
τεχνικών συστημάτων επεξεργασίας λυμάτων και ανακύκλωσης απορριμμάτων, εγκαταστάσεων γεωθερμίας,
σύμφωνα με τους όρους και τους περιορισμούς που προβλέπονται στις κείμενες διατάξεις.
β) Η επέκταση υπογείων ορόφων με τις χρήσεις που ορίζονται στο άρθρο 206:
Για οικόπεδα εμβαδού έως και εξακοσίων (600) τ.μ. επιτρέπεται έως τα όρια του οικοπέδου. Στην περίπτωση
αυτή, επιτρέπεται η εξαγορά των θέσεων στάθμευσης που δεν εξασφαλίζονται από τη μελέτη. Σε οικόπεδα
εμβαδού από εξακόσια (600) έως χίλια (1.000) τ.μ. επιτρέπεται επέκταση των υπογείων έξω από το περίγραμμα
της κάλυψης του κτιρίου και έως τα όρια του οικοπέδου σε ποσοστό έως και ογδόντα τοις εκατό (80%) του
υποχρεωτικώς ακαλύπτου χώρου. Στην περίπτωση αυτή, επιτρέπεται η εξαγορά των θέσεων στάθμευσης
που δεν εξασφαλίζονται από τη μελέτη, σε ποσοστό έως και τριάντα τοις εκατό (30%) του συνόλου των απαι-
τούμενων θέσεων. Σε περίπτωση που στα οικόπεδα αυτά δεν εξασφαλίζονται από τη μελέτη οι απαιτούμενες
θέσεις στάθμευσης στον πρώτο υπόγειο όροφο, μπορεί να επεκτείνονται όλοι οι υπόγειοι όροφοι έως και
εκατό τοις εκατό (100%) του υποχρεωτικώς ακαλύπτου χώρου. Στην περίπτωση αυτή, επιτρέπεται η εξαγορά
των θέσεων στάθμευσης που δεν εξασφαλίζονται από τη μελέτη, σε ποσοστό έως και δεκαπέντε τοις εκατό
(15%) του συνόλου των απαιτούμενων θέσεων. Σε οικόπεδα εμβαδού άνω των χιλίων (1.000) τ.μ. επιτρέπεται
επέκταση των υπογείων έξω από το περίγραμμα της κάλυψης του κτιρίου και έως τα όρια του οικοπέδου σε
ποσοστό έως και εβδομήντα τοις εκατό (70%) του υποχρεωτικώς ακαλύπτου χώρου. Στην περίπτωση αυτή,
δεν επιτρέπεται εξαγορά θέσεων στάθμευσης.
γ) Εντός και εκτός περιγράμματος κτιρίων και κάτω από την οριστική στάθμη εδάφους (υπόγειοι χώροι
και ακάλυπτοι χώροι) επιτρέπονται υδατοδεξαμενές, πισίνες με τις απαραίτητες για τη λειτουργία τους εγκα-
ταστάσεις σε επαφή με δομικά στοιχεία και με τα όρια του οικοπέδου.
δ) Η κατασκευή υποσταθμού ηλεκτρικού ρεύματος της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού (Δ.Ε.Η.) Α.Ε.
είτε αυτοτελούς, είτε σε τμήμα επέκτασης υπογείου του κτιρίου.
7. Επί των ακάλυπτων χώρων του οικοπέδου και εφόσον καλύπτεται η υποχρέωση για φύτευση, σύμφωνα
με την παρ. 2, επιτρέπονται οι παρακάτω κατασκευές:
α) Πέργκολες.
β) Τοιχία για την αντιστήριξη πρανών, διαχωριστικοί τοίχοι μεγίστου ύψους ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ.,
τοίχοι ελεύθερης διάταξης που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου μέγιστα, ύψους ένα
κόμμα πενήντα (1,50) μ., πεζούλια, βεράντες, διαμορφώσεις εισόδων (αυλόθυρες - πορτοσιές), φυτεύσεις,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3689Τεύχος A’ 88/08.06.2026
χαμηλωμένης αυλής (cours anglaises) συνολικού μήκους μικρότερου ή ίσου του ενός δεύτερου (1/2) της
όψης στην οποία αντιστοιχούν και μέχρι καθαρού πλάτους ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ., καθώς και στοιχεία
εξυπηρέτησης, όπως πάγκοι, τραπέζια, άθλησης και παιχνιδότοπων. Στην περίπτωση που οι διαχωριστικοί
τοίχοι ή τοίχοι ελεύθερης διάταξης υπερβαίνουν το ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. ύψος, λόγω αρχιτεκτονικού
σχεδιασμού, απαιτείται γνωμοδότηση του Σ.Α.. Οι εν λόγω κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης
του πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
γ) Κατασκευές, όπως υπαίθριες σκάλες με τα πλατύσκαλα τους, κλίμακες κινδύνου, πλατύσκαλα εισόδων,
κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες (στεγασμένα ή μη), μηχανικά μέσα κάλυψης υψομετρικών διαφορών και κατασκευ-
ές για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων. Οι παραπάνω κατασκευές δύνανται
να κατασκευάζονται για τη σύνδεση των επιπέδων του ακάλυπτου χώρου, καθώς και για την πρόσβαση στους
ισόγειους, υπέργειους και υπόγειους χώρους του κτιρίου. Όταν τα στεγασμένα κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες
φυτεύονται πάνω από την πλάκα τους, σε ελάχιστο πάχος εδάφους σαράντα (40) εκατοστών, προσμετρώνται
στον υπολογισμό της φύτευσης. Στην περίπτωση που τα κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες (στεγασμένα ή μη) οχη-
μάτων δεν είναι εφικτό να κατασκευαστούν κάθετα στην πρόσοψη του κτιρίου ή των κτιρίων, επιτρέπεται να
κατασκευαστούν σε οποιαδήποτε κατεύθυνση ως προς την πρόσοψη αυτών ύστερα από γνωμοδότηση του
Σ.Α.. Οι εν λόγω κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
δ) Ασκεπείς κατασκευές για την υποδοχή στοιχείων νερού, κολυμβητικές δεξαμενές (πισίνες) με τις απα-
ραίτητες για τη λειτουργία τους εγκαταστάσεις.
ε) Συστοιχία λεβήτων αερίου για θέρμανση ή παραγωγή ζεστού νερού χρήσης.
στ) Δεξαμενή αερίου καυσίμου, όπως και αποθήκη συσσωρευτών φωτοβολταϊκών συστημάτων εφόσον
δεν μπορεί να είναι υπόγειες.
ζ) Αρχιτεκτονικές προεξοχές και αρχιτεκτονικά στοιχεία, ογκοπλαστικές προεξοχές και διακοσμητικά στοι-
χεία, κινητά ή σταθερά συστήματα σκίασης, κατασκευές για τη συντήρηση του κελύφους, αγωγοί τεχνικών
συστημάτων, όπως καμινάδες, αεραγωγοί, υδρορροές, σύμφωνα με το άρθρο 211.
η) Εγκαταστάσεις παθητικών ή ενεργητικών ηλιακών συστημάτων, αντιθορυβικών συστημάτων, κλιματι-
στικών και αντλιών θερμότητας που κατασκευάζονται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, ύστερα από
γνωμοδότηση του Σ.Α..
θ) Εγκαταστάσεις παθητικών ή ενεργητικών ηλιακών συστημάτων, και κλιματιστικών σε παραδοσιακούς
οικισμούς ή διατηρητέα κτίρια, ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α. ή του αρμόδιου φορέα, ως προς την ένταξή
τους στον χώρο.
ι) Κινητά ή μόνιμα προστεγάσματα με μέγιστο πλάτος προεξοχής ενός δευτέρου (1/2) Δ.
ια) Στέγαστρα σε οποιαδήποτε θέση.
ιβ) Οι εγκαταστάσεις των πρατηρίων, οι δεξαμενές, οι αντλίες διάθεσης υγρών και αερίων καυσίμων και
τα στέγαστρα τους, στις θέσεις που εγκρίνονται από την αρμόδια υπηρεσία. Στην περίπτωση αυτή το σύνολο
των κατασκευών των περ. α) και ια) δεν μπορεί να υπερβαίνει το εμβαδόν της επιτρεπόμενης κάλυψης.
ιγ) Ενιαίοι χώροι στάθμευσης, σύμφωνα με την περ. ιγ) της παρ. 6 του άρθρου 206.
ιδ) Υπαίθριες θέσεις στάθμευσης.
ιε) Στεγασμένοι ανελκυστήρες και συστήματα σκίασης υπαίθριων θέσεων στάθμευσης, ύστερα από γνω-
μοδότηση του Σ.Α..
ιστ) Χώροι φυλακίων, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α..
ιζ) Κλειστός χώρος συλλογής και αποθήκευσης απορριμμάτων, σύμφωνα με την περ. κδ) της πα ρ. 6 του
άρθρου 206.
ιη) Ζεύξεις κτιρίων ή τμήματα ζεύξεων κτιρίων, ύστερα από έγκριση του Σ.Α..
8. Τα προκήπια διαμορφώνονται ανάλογα με τη χρήση του κτιρίου, περιλαμβάνουν πάντοτε δένδρα, φυτά
ή και υδάτινες κατασκευές σύμφωνα με τον Κτιριοδομικό Κανονισμό.
α) Κάτω από την επιφάνειά τους, εκτός των προβλεπόμενων στο παρόν Τμήμα, επιπλέον επιτρέπονται:
αα) εγκαταστάσεις των οργανισμών κοινής ωφέλειας,
αβ) δεξαμενές νερού, δεξαμενές λυμάτων και δίκτυα για την εξυπηρέτηση του κτιρίου,
αγ) δεξαμενές υγρών και αεριών καυσίμων πρατηρίων καυσίμων σε αποστάσεις που ορίζονται από τους
ισχύοντες σχετικούς κανονισμούς,
αδ) διαπλατύνσεις των θεμελίων εφόσον το πάνω μέρος τους βρίσκεται σε βάθος μεγαλύτερο από σαράντα
(40) εκατοστά από τη στάθμη του οριστικά διαμορφωμένου εδάφους,
αε) υποσταθμός ηλεκτρικού ρεύματος, που κατασκευάζεται από τη Δ.Ε.Η. Α.Ε. με στάθμη της πλάκας επι-
κάλυψης ενός (1) μέτρου τουλάχιστον κάτω από τη στάθμη της οδού και του πέριξ εδάφους,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263690
αστ) ανοιχτός χώρος στάθμευσης ή υπόσκαφος σε οικόπεδα ή γήπεδα με κλίση τουλάχιστον είκοσι τοις
εκατό (20%) με προϋπόθεση την υποχρεωτική ύπαρξη φυτεμένης επιφάνειας στην οροφή του,
αζ) υπόγειες ζεύξεις κτιρίων ή τμήματα υπογείων ζεύξεων κτιρίων ύστερα από έγκριση του Σ.Α., με στάθμη
της πλάκας επικάλυψης τουλάχιστον ενός (1) μ. κάτω από τη στάθμη του οριστικά διαμορφωμένου εδάφους,
κατά την παρ. 5 του άρθρου 216,
αη) οι επεκτάσεις υπογείων ορόφων με τις χρήσεις του άρθρου 206, εφόσον η στάθμη της πλάκας επικάλυψης
βρίσκεται τουλάχιστον σαράντα (40) εκατοστά κάτω από τη στάθμη του οριστικά διαμορφωμένου εδάφους.
β) Στην επιφάνειά τους επιτρέπονται, εκτός όσων αναφέρονται σε άλλα άρθρα του παρόντος Τμήματος,
εφόσον καλύπτεται η υποχρέωση για φύτευση:
βα) Πέργκολες, ασκεπείς κατασκευές για την υποδοχή στοιχείων νερού, κολυμβητικές δεξαμενές (πισίνες)
με τις απαραίτητες για τη λειτουργία τους εγκαταστάσεις, κινητά ή μόνιμα προστεγάσματα, στέγαστρα και
υπαίθριες θέσεις στάθμευσης, χωρίς προϋποθέσεις μέγιστου πλάτους και έως το όριο της ρυμοτομικής γραμμής.
ββ) Κατασκευές, όπως υπαίθριες σκάλες με τα πλατύσκαλά τους, εφόσον εξυπηρετούν όροφο που η στάθμη
του δαπέδου του δεν υπέρκειται από την οριστική φυσική ή τεχνητή στάθμη του εδάφους περισσότερο από
ένα κόμμα ογδόντα (1,80) μ., υπαίθριες σκάλες με τα πλατύσκαλά τους για την πρόσβαση στους ισόγειους
και υπόγειους χώρους του κτιρίου, πλατύσκαλα εισόδων, κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες πεζών και κεκλιμένα
επίπεδα - ράμπες (στεγασμένα ή μη) οχημάτων κάθετες στην πρόσοψη του κτιρίου ή των κτιρίων. Όταν τα
στεγασμένα κεκλιμένα επίπεδα - ράμπες φυτεύονται πάνω από την πλάκα τους, σε ελάχιστο πάχος εδάφους
σαράντα (40) εκατοστών, προσμετρώνται στον υπολογισμό της φύτευσης. Στην περίπτωση που τα κεκλιμένα
επίπεδα - ράμπες (στεγασμένα ή μη) οχημάτων δεν είναι εφικτό να κατασκευαστούν κάθετα στην πρόσοψη
του κτιρίου ή των κτιρίων, επιτρέπεται να κατασκευαστούν σε οποιαδήποτε κατεύθυνση ως προς την πρόσοψη
αυτών ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α.. Οι εν λόγω κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του
πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
βγ) Κατασκευές - στοιχεία διευκόλυνσης της μετακίνησης ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων.
Οι εν λόγω κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
βδ) Στέγαστρα για την εξυπηρέτηση πρατηρίων υγρών και αερίων καυσίμων μετά από έγκριση φορέα και
Σ.Α. έως το όριο της ρυμοτομικής γραμμής. Τα στέγαστρα μπορούν να προεξέχουν της οικοδομικής γραμμής
έως πλάτους ενός δεκάτου (1/10) Π και όχι περισσότερο των δύο (2) μ., όταν η οικοδομική γραμμή ταυτίζεται
με τη ρυμοτομική γραμμή. Το ύψος του στεγάστρου πρέπει να είναι τουλάχιστον πέντε (5) μ. από τη στάθμη
του πεζοδρομίου.
βε) Τοιχία για την αντιστήριξη πρανών, διαχωριστικοί τοίχοι μέγιστου ύψους ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ.,
τοίχοι ελεύθερης διάταξης που συμβάλλουν στη διαμόρφωση του περιβάλλοντα χώρου μέγιστου ύψους ένα
κόμμα πενήντα (1,50) μ., πεζούλια, βεράντες, διαμορφώσεις εισόδων (αυλόθυρες - πορτοσιές), φυτεύσεις, cours
anglaises συνολικού μήκους μικρότερου ή ίσου του ενός δεύτερου (1/2) της όψης, στην οποία αντιστοιχούν και
μέχρι καθαρού πλάτους ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ., καθώς και στοιχεία εξυπηρέτησης, όπως πάγκοι, τραπέζια,
άθλησης και παιχνιδότοπων. Στην περίπτωση που οι διαχωριστικοί τοίχοι ή τοίχοι ελεύθερης διάταξης υπερ-
βαίνουν το ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ., λόγω αρχιτεκτονικού σχεδιασμού, τότε απαιτείται γνωμοδότηση του
Σ.Α.. Οι εν λόγω κατασκευές δεν αποτελούν αφετηρία μέτρησης του πραγματοποιούμενου ύψους του κτιρίου.
βστ) Αρχιτεκτονικές προεξοχές και αρχιτεκτονικά στοιχεία, ογκοπλαστικές προεξοχές και διακοσμητικά
στοιχεία, κινητά ή σταθερά συστήματα σκίασης, σύμφωνα με το άρθρο 211.
βζ) Χώροι φυλακίων, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανονισμούς, ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α..
βη) Κλειστός χώρος συλλογής και αποθήκευσης απορριμμάτων, σύμφωνα με την περ. κδ) της παρ. 6 του
άρθρου 206.
βθ) Υπέργειες ζεύξεις κτιρίων και τμήματα υπέργειων ζεύξεων κτιρίων, κατά την παρ. 5 του άρθρου 216,
ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α..
9. Περιφράγματα:
α) Τα οικόπεδα οριοθετούνται με σταθερούς οριοδείκτες ή με περιφράγματα. Επιτρέπεται η περίφραξη
των αρτίων οικοπέδων και γηπέδων και των μη ρυμοτομούμενων τμημάτων των μη αρτίων και μη οικοδομή-
σιμων οικοπέδων, που βρίσκονται σε εντός σχεδίου περιοχές. Επιτρέπεται η περίφραξη μη αρτίων γηπέδων
με πρόχειρη κατασκευή, όπως συρματόπλεγμα.
β) Τα περιφράγματα τοποθετούνται είτε κατά μήκος των ορίων των όμορων οικοπέδων είτε στο πρόσωπο
αυτών. Τα περιφράγματα και τα αυλόθυρα - πορτοσιές επιτρέπεται να κατασκευάζονται σε απόσταση από τα
όρια του οικοπέδου και εντός των ορίων αυτού ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α.. Τα περιφράγματα κατα-
σκευάζονται εξ ολοκλήρου εντός του οικοπέδου.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3691Τεύχος A’ 88/08.06.2026
γ) Τα περιφράγματα του οικοπέδου ή γηπέδου σε κανένα σημείο δεν έχουν ύψος μεγαλύτερο από τρία (3)
μ. και το συμπαγές τμήμα τους μεγαλύτερο από ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. Τα αυλόθυρα - πορτασιές για την
είσοδο πεζών και οχημάτων που κατασκευάζονται σε συνέχεια της περίφραξης έχουν μέγιστο ύψος τρία (3)
μ. και μπορεί να αποτελούνται από συμπαγή στοιχεία. Αφετηρία μέτρησης των υψών είναι η υψηλότερη από
τις οριστικές στάθμες του εδάφους εκατέρωθεν του περιφράγματος. Για τα περιφράγματα που βρίσκονται
στο πρόσωπο του οικοπέδου, τα παραπάνω ύψη μετρούνται από τη στάθμη του πεζοδρομίου. Επιτρέπεται
παρέκκλιση των παραπάνω διατάξεων όσον αφορά την κατασκευή συμπαγούς περιφράγματος έως ύψους
τριών (3) μ., ύστερα από γνώμη του Σ.Α.. Στην περίπτωση οικοπέδων εντός οικισμών χωρίς σχέδιο, αφετηρία
μέτρησης των υψών για τα περιφράγματα που βρίσκονται στο πρόσωπο του οικοπέδου είναι η ψηλότερη από
τις οριστικές στάθμες του εδάφους εκατέρωθεν του περιφράγματος.
δ) Αν το φυσικό έδαφος στη ρυμοτομική γραμμή είναι υψηλότερο από τη στάθμη του πεζοδρομίου από ένα
(1) μ. έως δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ., το περίφραγμα κατασκευάζεται συμπαγές έως τη στάθμη του φυσικού
εδάφους. Αν από τη στάθμη του πεζοδρομίου έως τη στάθμη του φυσικού εδάφους στη ρυμοτομική γραμμή
υπάρχει υψομετρική διαφορά μεγαλύτερη από δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ., το συμπαγές τμήμα του περι-
φράγματος μπορεί να έχει ύψος έως δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ. και το έδαφος κλιμακώνεται έτσι ώστε κάθε
κλιμάκωση να έχει ύψος έως δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ. και πλάτος τουλάχιστον ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ..
ε) Στα οικόπεδα και γήπεδα, στα οποία ανεγείρονται ειδικά κτίρια, επιτρέπεται, ύστερα από έγκριση του
αρμόδιου από άποψη λειτουργίας του συγκεκριμένου κτιρίου φορέα, να κατασκευάζεται συμπαγές περίφραγ-
μα, με ύψος μεγαλύτερο από τρία (3) μ., εφόσον απαιτείται από λόγους ασφάλειας ή λειτουργίας.
στ) Οι ιδιοκτησίες που καθορίζονται με κάθετη σύσταση ιδιοκτησίας, περιφράσσονται μόνο στα όρια του
οικοπέδου ή του γηπέδου.
Άρθρο 213
Φυτεμένα δώματα
1. Η κατασκευή φυτεμένων επιφανειών στα δώματα, στις στέγες και στους υπαίθριους χώρους, νέων, νομί-
μως υφισταμένων κτιρίων και κτιρίων των περ. γ), δ), ε) και ζ) της παρ. 2 του άρθρου 367 επιτρέπεται, εφόσον
δεν αντίκειται στους ειδικότερους όρους δόμησης που ισχύουν. Το υπόστρωμα ανάπτυξης των φυτών με τη
διαστρωμάτωση των εξειδικευμένων υλικών δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα σαράντα (40) εκατοστά πάνω
από την άνω επιφάνεια της μόνωσης του δώματος και της στέγης και της επικάλυψής της. Η βλάστηση που
αναπτύσσεται επάνω σε αυτό δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα τρία (3) μ. Το είδος της βλάστησης, το υπό-
στρωμα ανάπτυξης των φυτών, το σύστημα της πολυεπίπεδης διαστρωμάτωσης των εξειδικευμένων υλικών
και το αρδευτικό σύστημα περιγράφονται σε τεχνική έκθεση, όπως ορίζεται στην παρ. 2. Δεν επιτρέπεται η
κατασκευή φυτεμένων επιφανειών επάνω στις απολήξεις των κλιμακοστασίων και τα φρεάτια των ανελκυστή-
ρων. Η κατασκευή φυτεμένων επιφανειών στα δώματα, στις στέγες και στους υπαίθριους χώρους των κτιρίων
πρέπει να μην προσβάλλει την αισθητική του κτιρίου και να εναρμονίζεται με τις υπόλοιπες κατασκευές που
προβλέπονται σε αυτά, βάσει του άρθρου 214. Ειδικά για τις στέγες, πρέπει η φυτεμένη επιφάνεια να ακο-
λουθεί την κλίση τους, ώστε να μην αλλοιώνεται η μορφή του κτιρίου. Οι φυτεμένες επιφάνειες στα δώματα,
τις στέγες και τους υπαίθριους χώρους των κτιρίων δεν αίρουν την υποχρέωση της παρ. 2 του άρθρου 212.
2.α) Νέα κτίρια:
Για την κατασκευή φυτεμένων επιφανειών στα δώματα, στις στέγες και στους υπαίθριους χώρους κτιρίων
που κατασκευάζονται με οικοδομικές άδειες, ακολουθούνται οι καθοριζόμενες διαδικασίες πληρότητας και
ελέγχου του Τμήματος Ι του Μέρους Ε’ , με την πρόσθετη υποβολή τεχνικής έκθεσης κατασκευής φυτεμένης
επιφάνειας δώματος ή στέγης ή υπαίθριου χώρου. Η κατασκευή της φυτεμένης επιφάνειας συσχετίζεται με τις
επιμέρους μελέτες του κτιρίου. Η ανωτέρω τεχνική έκθεση συντάσσεται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες
προδιαγραφές και κατευθυντήριες οδηγίες.
β) Υφιστάμενα κτίρια:
Για την κατασκευή φυτεμένων επιφανειών στα δώματα, στις στέγες και στους υπαίθριους χώρους υφιστά-
μενων κτιρίων, κατά την έννοια της παρ. 1, δεν απαιτείται οικοδομική άδεια ή έγκριση εργασιών δόμησης
μικρής κλίμακας. Για την κατασκευή φυτεμένων επιφανειών στα κτίρια της παρ. 2 του άρθρου 464 απαιτείται
σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.). Για τα κηρυγμένα διατηρητέα κτίρια ή νε-
ώτερα μνημεία, απαιτείται επιπροσθέτως η σύμφωνη γνώμη του φορέα προστασίας τους. Σε κάθε υπηρεσία
δόμησης τηρείται ειδικό μητρώο «Φυτεμένων Επιφανειών», που ενημερώνεται με τις κατά τα άνω υποβαλ-
λόμενες γνωστοποιήσεις.
3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας προσδιορίζονται το περιεχόμενο του φακέλου
των δικαιολογητικών και οι επιμέρους προδιαγραφές σχεδίων και τεχνικής έκθεσης, που υποβάλλονται στην
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263692
αρμόδια υπηρεσία για την κατασκευή φυτεμένης επιφάνειας, ο τρόπος διενέργειας και η περιοδικότητα των
ελέγχων τήρησης των όρων του παρόντος, το ύψος των προστίμων υπέρ του Πράσινου Ταμείου σε περίπτωση
μη υλοποίησης της ως άνω τεχνικής έκθεσης, καθώς και κάθε άλλο συναφές ζήτημα.
Άρθρο 214
Κατασκευές πάνω από το κτίριο
1. Όλες οι κατασκευές πάνω από το κτίριο πρέπει να αποτελούν ένα ενιαίο αισθητικό σύνολο, μπορεί να
συνδέονται ή να περιφράσσονται με ελαφρά ή διάτρητα στοιχεία και οι θέσεις τους αποτυπώνονται υποχρε-
ωτικά στις μελέτες που συνοδεύουν την οικοδομική άδεια.
2. Πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος της περιοχής και μέσα στο ιδεατό στερεό επιτρέπονται:
α) Καπνοδόχοι, αγωγοί αερισμού, εγκαταστάσεις ηλιακών συστημάτων με τοποθέτηση του δοχείου σε
άμεση επαφή με την άνω στάθμη του δώματος και τοποθέτηση του συλλέκτη πάνω από αυτό, πύργοι ψύξης
και δοχεία διαστολής, φωτοβολταϊκών συστημάτων και συστήματα παραγωγής ενέργειας από ανανεώσιμες
πηγές ενέργειας, συστήματα διαχείρισης νωπού αέρα, ανεμιστήρες εξαερισμού και αντλίες θερμότητας. Σε
κτίρια με χρήση κέντρων δεδομένων (Data Centres), οι κατασκευές του προηγούμενου εδαφίου, κεντρικές
κλιματιστικές μονάδες (Κ.Κ.Μ.), μηχανήματα παραγωγής ψυχρού νερού (ψύκτες), καθώς και οι απαραίτητες
εγκαταστάσεις αντλιοστασίων και σωληνώσεων αυτών. Η παρούσα εφαρμόζεται και σε περιπτώσεις κέντρων
δεδομένων εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου.
β) Απολήξεις κλιμακοστασίων με στάση ανελκυστήρα στο δώμα (φυτεμένο ή μη) και φρεάτων ανελκυστή-
ρων με τις ελάχιστες αναγκαίες διαστάσεις και μέγιστο εξωτερικό ύψος τεσσάρων κόμμα είκοσι (4,20) μ. από
την τελικά διαμορφωμένη επιφάνεια του τελευταίου ορόφου του κτιρίου. Απολήξεις κλιμακοστασίων χωρίς
στάση ανελκυστήρα στο δώμα (φυτεμένο ή μη) και μέγιστο εξωτερικό ύψος τριών κόμμα σαράντα (3,40) μ.
από την τελικά διαμορφωμένη επιφάνεια του τελευταίου ορόφου του κτιρίου. Πάνω στις ανωτέρω απολή-
ξεις, με ή χωρίς στάση ανελκυστήρα στο δώμα, καθώς και στην οροφή του χώρου κύριας χρήσης της περ. α),
απαγορεύεται η τοποθέτηση οποιασδήποτε κατασκευής ή εγκατάστασης, πλην φωτοβολταϊκών πανέλων, τα
οποία τοποθετούνται σε οριζόντια θέση με δυνατότητα κλίσης έως δύο τοις εκατό (2%) για την απορροή των
ομβρίων υδάτων. Στο ίδιο δώμα επιτρέπεται η κατασκευή περισσοτέρων της μίας (1) απόληξης κλιμακοστασίου
με στάση ή μη ανελκυστήρα, ύστερα από γνωμοδότηση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.).
γ) Στηθαία και κιγκλιδώματα ασφαλείας τοποθετούνται στη θέση του περιγράμματος του υποκείμενου
ορόφου. Όταν τα στηθαία και τα κιγκλιδώματα ασφαλείας τοποθετούνται στην άκρη της οριζόντιας προεξο-
χής του δαπέδου του δώματος, τότε η επιφάνεια της οριζόντιας προεξοχής θεωρείται ανοικτός εξώστης και
προσμετράται στο σύνολο των επιτρεπόμενων εξωστών. Σε αυτήν την περίπτωση, η παραπάνω επιφάνεια
συνυπολογίζεται στην επιφάνεια του δώματος του κτιρίου. Στηθαία ή τμήματα στηθαίων του δώματος ή και της
εγκιβωτισμένης στέγης δύνανται να αποτελούν ανεστραμμένα δοκάρια του φέροντος οργανισμού του κτιρίου.
δ) Ασκεπείς πισίνες, διακοσμητικά χωροδικτυώματα μέγιστου ύψους τριών (3) μ., μόνιμες γλάστρες φυτών
και γενικά εγκαταστάσεις για τη δημιουργία κήπων με τον εξοπλισμό τους, που κατασκευάζονται σύμφωνα
με τις ισχύουσες διατάξεις, τοποθετούνται υποχρεωτικά μέσα στον χώρο που ορίζεται από στηθαία ή κιγκλι-
δώματα ασφαλείας.
ε) Κατασκευές για τη στήριξη των φυτών, πέργκολες που μπορούν να επικαλύπτονται από ελαφρά εύκαμπτα
υλικά ή κινητά συστήματα, καλαμωτές, φωτοβολταϊκά πανέλα αποκλειστικά σε οριζόντια θέση με δυνατότητα
κλίσης έως δύο τοις εκατό (2%) για την απορροή των ομβρίων υδάτων και φωτοβολταϊκά πανέλα πάνω από
τη στέγη αποκλειστικά ακολουθώντας την κλίση της.
στ) Στέγες: Απαγορεύονται κατασκευές που δημιουργούν κατακόρυφα ανοίγματα και διαφοροποιούν την
ενιαία κλίση και στερεομετρία της στέγης. Επιτρέπεται, ύστερα από γνωμοδότηση του Σ.Α., ο εγκιβωτισμός
της στέγης σε ύψος μεγαλύτερο από το ανώτατο σημείο της και μέχρι ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. πάνω από
αυτό, λόγω αρχιτεκτονικού σχεδιασμού για τον αποκλεισμό της θέασης των συστημάτων της παρ. 10 του
άρθρου 211 στις όψεις του κτιρίου.
ζ) Η εγκατάσταση κατασκευών κεραιών για την παροχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με το άρθρο
27 του ν. 4635/2019 (Α’ 167).
3. Πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος της περιοχής και έξω από το ιδεατό στερεό επιτρέπεται η
τοποθέτηση:
α) αλεξικέραυνου, κεντρικής κεραίας τηλεόρασης και ραδιοφώνου, κεραίας κινητής επικοινωνίας και κα-
τασκευών κεραιών για την παροχή ηλεκτρονικών επικοινωνιών, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ν. 4635/2019,
β) τεχνικών συστημάτων αξιοποίησης αιολικής ενέργειας και σταθμών αναφοράς του ελληνικού συστή-
ματος εντοπισμού θέσης «HEPOS»,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3693Τεύχος A’ 88/08.06.2026
γ) κατασκευές αντιθορυβικής προστασίας (ηχοπετάσματα) σε υφιστάμενα ειδικά κτίρια για την απόσβεση
ήχων που προέρχονται από μηχανήματα κλιματισμού. Οι κατασκευές αυτές τοποθετούνται σε απόσταση
τουλάχιστον μηδέν κόμμα πενήντα (0,50) μ. από κάθε όψη του κτιρίου και έχουν μέγιστο ύψος τρία κόμμα
πενήντα (3,50) μ. μαζί με τη βάση στήριξής τους.
4. Στα ψηλά κτίρια της περ. 96 του άρθρου 197, πάνω από το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος επιτρέπονται:
α) Μέχρι έξι (6) μ. πάνω από το μέγιστο ύψος:
αα) οι κατασκευές της παρ. 2, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα σε αυτήν. Ειδικά ως προς την περ. γ) της
παρ. 2, οι επιτρεπόμενες εντός των έξι (6) μ. κατασκευές περιλαμβάνουν και την απόληξη των κλιμακοστασίων
με στάση ανελκυστήρα στον τελευταίο όροφο ή στο δώμα, τα φρεάτια ανελκυστήρων και τα μηχανοστάσια
ανελκυστήρων, εφόσον αυτά είναι απαραίτητα για τη λειτουργία του,
αβ) κατασκευές και εγκαταστάσεις που είναι απαραίτητες για τη συντήρηση και τον καθαρισμό των ψηλών
κτιρίων, καθώς και για λόγους ασφαλείας,
αγ) κατασκευές αντιθορυβικής προστασίας (ηχοπετάσματα),
αδ) αρχιτεκτονικά και διακοσμητικά πετάσματα περιμετρικά του δώματος του κτιρίου, συνδεόμενα με τις
όψεις του.
β) Χωρίς περιορισμό ύψους:
βα) οι κατασκευές και εγκαταστάσεις των περ. α) και β) της παρ. 3,
ββ) σημάνσεις ασφαλείας, εφόσον κρίνονται απαραίτητες από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Άρθρο 215
Ενεργειακό στέγαστρο
Η έγκριση της μορφής, της ογκοπλασίας και της ένταξης του ενεργειακού στεγάστρου στη μορφολογία του
κτιρίου και του δομημένου περιβάλλοντός του, καθώς και οι παρεκκλίσεις του δεύτερου εδαφίου χορηγούνται
από το Κεντρικό Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής. Το ενεργειακό στέγαστρο δύναται να εγκαθίσταται κατά παρέκ-
κλιση του μέγιστου επιτρεπόμενου ύψους της περιοχής και του ιδεατού στερεού, να εξέχει του επιτρεπόμενου
περιγράμματος του κτιρίου και να έχει φέροντα ή διακοσμητικά στοιχεία στήριξης, που εδράζονται πάνω στο
κτίριο ή στον περιβάλλοντα αυτού χώρο, εντός του οικοπέδου ή γηπέδου. Τυχόν χώροι που δημιουργούνται
εξ αυτού δεν προσμετρώνται στην κάλυψη, στη δόμηση και στο ποσοστό των ημιυπαιθρίων.
Άρθρο 216
Κατασκευές σε δημόσιους κοινόχρηστους χώρους
1. Στους δημόσιους κοινόχρηστους χώρους του οικισμού επιτρέπονται κατασκευές για:
α) τη διαμόρφωση του εδάφους, όπως κλίμακες, τοίχοι, διάδρομοι, κεκλιμένα επίπεδα, μηχανικά μέσα
κάλυψης υψομετρικών διαφορών, καθώς και κατασκευές για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία και
εμποδιζόμενων ατόμων,
β) τον εξωραϊσμό και την αισθητική τους αναβάθμιση, τον εξοπλισμό και την ασφάλεια τους και γενικά
κατασκευές για την εξυπηρέτηση του προορισμού των χώρων αυτών,
γ) λυόμενες και προσωρινές κατασκευές,
δ) τη λειτουργία και την εξυπηρέτηση των Μέσων Μαζικής Μεταφοράς.
Οι παραπάνω κατασκευές υλοποιούνται από τον οικείο δήμο, από άλλους δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς ή
νομικά πρόσωπα ή ιδιώτες, ύστερα από απόφαση του δημοτικού συμβουλίου και άδεια της υπηρεσίας δόμη-
σης. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται οι κατηγορίες των κατασκευών
ή εγκαταστάσεων, για τις οποίες δεν απαιτείται οικοδομική άδεια και η διαδικασία ελέγχου τους από άποψη
ασφάλειας και αισθητικής.
2. Επιτρέπονται οι εγκαταστάσεις:
α) Οι κατασκευές δικτύων υποδομής και εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας, μετά των παραρτημάτων αυτών
(υπέργειων και υπόγειων) βάσει μελέτης της αρμόδιας αρχής, για τις οποίες δεν απαιτείται έκδοση άδειας. Οι
επιχειρήσεις και οργανισμοί κοινής ωφέλειας υποχρεούνται να κοινοποιούν τα σχέδια, στα οποία απεικονίζεται
η κατασκευή των έργων στις οικείες υπηρεσίες δόμησης.
β) Η εγκατάσταση σταθμών μέτρησης ατμοσφαιρικής ρύπανσης, θορύβου και μετεωρολογικών παραμέ-
τρων με τον αναγκαίο εξοπλισμό από υπηρεσίες του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, των περιφερειών
και των δήμων μετά από κοινοποίηση της μελέτης στις οικείες υπηρεσίες δόμησης. Από τους ίδιους φορείς
επιτρέπεται η εγκατάσταση των σταθμών αυτών χωρίς έκδοση άδειας στους ακάλυπτους χώρους οικοπέδων
και δωμάτων δημοσίων κτιρίων. Οι κατασκευές αυτές δεν προσμετρώνται στον συντελεστή δόμησης και στην
κάλυψη. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολο-
γητικά, η χρονική διάρκεια και η διαδικασία εγκατάστασης των σταθμών αυτών.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263694
γ) Υπέργειοι και υπόγειοι σταθμοί διανομής ή μέτρησης και ρύθμισης φυσικού αερίου.
δ) Η εγκατάσταση κεντρικών λεβήτων ή μονάδων Συμπαραγωγής Ηλεκτρισμού - Θερμότητας Υψηλής
Απόδοσης (Σ.Η.Θ.Υ.Α.) για τηλεθέρμανση.
ε) Η εγκατάσταση σταθμών φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων.
3. Οι περ. β) και γ) της παρ. 1 και οι περ. α) και β) της παρ. 2 εφαρμόζονται και για τις εκτάσεις κοινόχρηστων
χώρων, όπως ορίζονται στον ν. 998/1979 (Α’ 289), μετά από έγκριση της δασικής υπηρεσίας.
4. Η κατασκευή σκαλοπατιών για την εξυπηρέτηση των κτιρίων έξω από τη ρυμοτομική γραμμή απαγο-
ρεύεται. Κατ’ εξαίρεση, είναι δυνατή η κατασκευή τους ύστερα από άδεια του δημοτικού συμβουλίου, αν μετά
από την ανέγερση του κτιρίου έχει μεταβληθεί η υψομετρική στάθμη του δρόμου. Η κατασκευή αυτή πρέπει
να εξασφαλίζει την ασφάλεια της κυκλοφορίας. Εκτός της ρυμοτομικής γραμμής, απαγορεύεται οποιασδήποτε
μορφής κατασκευή, μόνιμη ή κινητή για την εξυπηρέτηση του κτιρίου, όπως ράμπες, σκαλοπάτια, ζαρντι-
νιέρες, επιτοίχιοι χειρολισθήρες για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων, που
προεξέχουν των όψεων των κτιρίων πλέον των δεκαπέντε (15) εκατοστών, με την επιφύλαξη της τήρησης των
διατάξεων ασφαλείας για την εγκατάσταση δικτύων κοινής ωφέλειας. Για να εξασφαλισθεί η προσβασιμότητα
ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων, μετά από αιτιολογημένη έγκριση της οικείας Περιφερειακής
Επιτροπής Προσβασιμότητας, που εκδίδεται μετά από τη σύμφωνη γνώμη του οικείου δήμου, είναι δυνατή η
τοποθέτηση κινητών ή προσωρινών κατασκευών, κατά παρέκκλιση της απαγόρευσης του τέταρτου εδαφίου.
5. Η υπέργεια ζεύξη κτιρίων εγκρίνεται από το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.) και τον αρμόδιο για τον
έλεγχο και τη διαχείριση του κοινοχρήστου χώρου φορέα. Η ζεύξη κτιρίων πραγματοποιείται σε ύψος άνω των
πέντε (5) μ., μπορεί να γίνεται και υπόγεια, τηρουμένων των απαραίτητων περιορισμών, με τις ίδιες διαδικασίες
και τις κατά περίπτωση απαιτούμενες εγκρίσεις.
6. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται και σε νομίμως υφιστάμενους οικισμούς χωρίς εγκεκριμένο
ρυμοτομικό σχέδιο.
7. Επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση, η επέκταση ηλεκτρικής εγκατάστασης, υπέργεια ή υπόγεια, καταστημάτων
υγειονομικού ενδιαφέροντος (Κ.Υ.Ε.) για την ηλεκτροδότηση κοινοχρήστων χώρων, που τους έχουν παραχω-
ρηθεί για χρήση. Η εγκατάσταση πραγματοποιείται βάσει μελέτης συνταχθείσας από διπλωματούχο μηχανικό
αντίστοιχης ειδικότητας, εγκρίνεται από την αρμόδια υπηρεσία του οικείου δήμου και πραγματοποιείται από
αδειούχο ηλεκτρολόγο εγκαταστάτη, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 101195/17.9.2021 απόφαση του Υπουργού
Ανάπτυξης και Επενδύσεων «Γενικές και ειδικές απαιτήσεις για τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις» (Β’ 4654) και το
εκάστοτε ισχύον πρότυπο του Ελληνικού Οργανισμού Τυποποίησης (ΕΛ.Ο.Τ.) για τις ηλεκτρικές εγκαταστάσεις.
8. Στις περιπτώσεις υπέργειων και υπόγειων κατασκευών δικτύων υποδομής και εγκαταστάσεων κοινής
ωφέλειας μετά των παραρτημάτων αυτών, συμπεριλαμβανομένων των σταθμών μέτρησης ατμοσφαιρικής
ρύπανσης, θορύβου και μετεωρολογικών παραμέτρων, σταθμών διανομής και μέτρησης φυσικού αερίου,
κεντρικών λεβήτων ή μονάδων συμπαραγωγής για συστήματα τηλεθέρμανσης και σημείων επαναφόρτισης
ηλεκτρικών οχημάτων, στις οποίες δεν απαιτείται οικοδομική άδεια, αλλά αυτές εκτελούνται βάσει μελετών
και σχεδιαγραμμάτων της αρμόδιας κατά περίπτωση αρχής, μετά από κοινοποίηση της μελέτης στην οικεία
υπηρεσία δόμησης, δεν απαιτείται έγκριση του οικείου Σ.Α.. Το πρώτο εδάφιο εφαρμόζεται και σε κατασκευές
δικτύων υποδομής και εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας μετά των παραρτημάτων αυτών (υπέργειων και υπό-
γειων) που είναι προϋφιστάμενοι της 30ής.7.2022, ημερομηνίας έναρξης της ισχύος του ν. 4964/2022 (Α’ 150).
9. Κάτωθι των δημόσιων κοινόχρηστων χώρων του οικισμού επιτρέπεται η εγκατάσταση υπογείων ή
ημιυπογείων χώρων στάθμευσης και των συνοδευτικών σε αυτές διαμορφώσεων, εφόσον η στάθμη των
υπερκείμενων δημόσιων κοινόχρηστων χώρων δεν ξεπερνά το ένα κόμμα πενήντα (1,50) μ. από τη στάθμη
του διαμορφωμένου εδάφους του περιβάλλοντος χώρου της εν λόγω περιοχής, υπό τις εξής προϋποθέσεις:
α) η κλίση του εδάφους δεν ξεπερνά το έξι τοις εκατό (6%),
β) διαθέτουν τουλάχιστον πενήντα (50) θέσεις στάθμευσης,
γ) το εσωτερικό ύψος των χώρων στάθμευσης δεν ξεπερνά τα δύο κόμμα τριάντα (2,30) μ., από τα φέροντα
στοιχεία.
Άρθρο 217
Θόλοι αθλητικών εγκαταστάσεων
1. Υπάγονται στην έννοια των λυόμενων κατασκευών της περ. γ) της παρ. 1 του άρθρου 216, οι αεροϋποστη-
ριζόμενοι θόλοι, που προορίζονται για την κάλυψη υπαίθριων αθλητικών εγκαταστάσεων μαζικού αθλητισμού
σε δημόσιους και δημοτικούς ανοιχτούς κοινόχρηστους χώρους, ανεξάρτητα του τρόπου αγκύρωσής τους στο
έδαφος και των υλικών κατασκευής τους. Για τους αεροϋποστηριζόμενους θόλους, που τοποθετούνται στους
προαναφερθέντες χώρους, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις που καθορίζουν τα ανώτατα ποσοστά κάλυψης από
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3695Τεύχος A’ 88/08.06.2026
λυόμενες ή άλλες κατασκευές. Για την εγκατάσταση των κατασκευών αεροϋποστηριζόμενων θόλων απαιτείται
έγκριση εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας. Απαιτούμενα δικαιολογητικά για την έκδοση της άδειας είναι:
α) μελέτη στατικής επάρκειας,
β) βεβαίωση του κατασκευαστή, ότι ο αεροϋποστηριζόμενος θόλος πληροί τις προδιαγραφές των Ευρω-
κωδίκων,
γ) βεβαίωση του επιβλέποντος μηχανικού ότι έχουν εφαρμοστεί ορθώς οι τεχνικές οδηγίες της κοινής
απόφασης της παρ. 3. Στις περιπτώσεις εγκατάστασης σε δημόσιους και δημοτικούς ανοιχτούς χώρους της
παρ. 1, απαιτείται προ της έκδοσης άδειας μικρής κλίμακας απόφαση έγκρισης του δημοτικού συμβουλίου.
2. Με τις προϋποθέσεις της παρ. 1, και κατά παρέκκλιση των όρων δόμησης της περιοχής, εγκαθίστανται
αεροϋποστηριζόμενοι θόλοι και:
α) σε περιοχές που βρίσκονται σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης πολιτικής προστασίας, από το Υπουργείο
Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας ή από τον οικείο Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης α’ ή και β’
βαθμού για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών εντός ιδιωτικών εκτάσεων, κατόπιν έγγραφης συναίνεσης
του ιδιοκτήτη ή δημόσιων, δημοτικών εκτάσεων και κοινοχρήστων, κοινωφελών χώρων,
β) σε χώρους άθλησης νομίμως υφιστάμενων αθλητικών εγκαταστάσεων εντός οικοπέδων ή γηπέδων
άρτιων και οικοδομήσιμων και στα προαύλια σχολικών κτιρίων για την κάλυψη σχολικών υπαίθριων αθλητι-
κών εγκαταστάσεων.
3. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Υποδομών και Μεταφορών, Παιδείας,
Θρησκευμάτων και Αθλητισμού και Κλιματικής Κρίσης και Πολιτικής Προστασίας καθορίζονται τα τεχνικά
χαρακτηριστικά των αεροϋποστηριζόμενων θόλων που τοποθετούνται δυνάμει των παρ. 1 και 2, το χρονικό
διάστημα διατήρησής τους και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
Άρθρο 218
Προσωρινές κατασκευές
1. Η προσωρινή κατασκευή τοποθετείται σε ιδιωτικούς χώρους παραχωρημένους σε δημόσια κοινή χρήση
όπως ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 204 και σε δημόσιους κοινόχρηστους χώρους, υπαίθριους ή στεγα-
σμένους, κατά παρέκκλιση των κείμενων πολεοδομικών όρων της περιοχής και υπό την προϋπόθεση ότι
επιτρέπονται οι συγκεκριμένες χρήσεις. Για τις προσωρινές κατασκευές απαιτείται έγκριση τοποθέτησης και
λειτουργίας από τον αρμόδιο κατά περίπτωση φορέα, κατόπιν υποβολής απαραίτητων δικαιολογητικών και
στοιχείων για την κατασκευή ή συναρμολόγηση και τοποθέτηση, καθώς και προσδιορισμός του χρονικού
διαστήματος διατήρησης τους.
2. Οι κατασκευές αυτές οφείλουν να διαθέτουν πιστοποιητικό στατικής επάρκειας σύμφωνο με τις ισχύουσες
ελληνικές ή ευρωπαϊκές προδιαγραφές. Η θεμελίωση τους πρέπει να γίνεται:
α) επί ξύλινων πασσάλων,
β) επί μεμονωμένων προκατασκευασμένων πεδίλων σκυροδέματος, επιφάνειας μικρότερης ή ίσης του
ενός (1) τ.μ.,
γ) επί προκατασκευασμένων θεμελιολωρίδων σκυροδέματος, πλάτους μικρότερου ή ίσου των εξήντα
(60) εκατοστών και επί οποιουδήποτε άλλου προκατασκευασμένου στοιχείου, για το οποίο αποδεικνύεται η
ευχερής απομάκρυνση και για το οποίο δεν απαιτείται έγχυτο σκυρόδεμα επί τόπου του έργου. Με απόφαση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας ορίζονται το χρονικό διάστημα αδειοδότησης ανά είδος και επι-
φάνεια προσωρινής κατασκευής, καθώς και τα στοιχεία που απαραίτητα υποβάλλονται μαζί με την αιτιολογική
έκθεση για την αναγκαιότητα της τοποθέτησης, στον αρμόδιο φορέα.
3. Σε δημόσιους κοινόχρηστους χώρους, καθώς και σε καταστήματα που χρησιμοποιούν νόμιμα κοινό-
χρηστους χώρους, οι οποίοι έχουν παραχωρηθεί για την ανάπτυξη τραπεζοκαθισμάτων των καταστημάτων
υγειονομικού ενδιαφέροντος επιτρέπεται και η χρήση ηλεκτρικών συσκευών θέρμανσης, φωτισμού, καθώς
και ανεμιστήρων. Οι συσκευές αυτές είναι κατάλληλες για χρήση σε εξωτερικούς χώρους, φέροντας την κα-
τάλληλη σήμανση.
Άρθρο 219
Παρόδια στοά
1. Η κατασκευή παρόδιας στοάς είναι υποχρεωτική, όταν αυτό προβλέπεται από το ρυμοτομικό σχέδιο
της περιοχής και κατά την έγκριση ή τροποποίηση ρυμοτομικού σχεδίου, το πλάτος της ορίζεται αριθμητικά.
Η παρόδια στοά οφείλει να συνδέεται λειτουργικά και αισθητικά με το κτίριο και η μία (1) πλευρά της να
εφάπτεται της οικοδομικής γραμμής και δεν μπορεί να αποτελεί ανεξάρτητη κατασκευή.
Σε περίπτωση που η όψη του κτιρίου κατασκευάζεται σε απόσταση από την οικοδομική γραμμή μεγαλύτε-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263696
ρη του προβλεπόμενου πλάτους της στοάς ή δεν καταλαμβάνει όλο το μήκος των προσώπων του οικοπέδου,
στα οποία προβλέπεται η υποχρεωτική στοά, απαιτείται έγκριση του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.) για
την έκδοση οικοδομικής άδειας.
2. Η κατασκευή της ακολουθεί τις παρακάτω προδιαγραφές:
α) το δάπεδό της να είναι συνεχόμενο με το δάπεδο του πεζοδρομίου,
β) το ελεύθερο ύψος της από τη στάθμη του πεζοδρομίου μέχρι την κατώτερη επιφάνεια της οροφής της
να μην είναι μικρότερο από το ύψος που προκύπτει από τη σχέση ύψους προς πλάτος τρία προς τέσσερα (3:4)
και σε όλες τις περιπτώσεις να μην είναι μικρότερο των τριών (3) μ.,
γ) να μην υπάρχουν μόνιμες προεξοχές ή και κατασκευές στο δάπεδο, την οροφή και στην πλευρά του κτιρίου,
δ) η κάθετη προς την οικοδομική γραμμή πλευρά των υποστυλωμάτων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερη
από το ένα έκτο (1/6) του πλάτους της στοάς,
ε) ποσοστό τριάντα τοις εκατό (30%) της επιφάνειας της στοάς προσμετράται στον υπολογισμό της απαι-
τούμενης επιφάνειας φύτευσης,
στ) κάτω από τη στοά σε ίσο πλάτος με αυτή και μέχρι βάθος τριών (3) μ. από τη στάθμη του πεζοδρομίου
επιτρέπονται μόνο εγκαταστάσεις κοινής ωφέλειας και τα δίκτυα που εξυπηρετούν το κτίριο,
ζ) οι στοές μπορεί να κατασκευαστούν χωρίς υποστυλώματα, εφόσον επιτρέπεται από τη στατική επίλυση
του κτιρίου που τις διαμορφώνει.
3. Σε κτίρια, στα οποία δεν έχει διανοιγεί η προβλεπόμενη από το εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο στοά,
δεν χορηγείται οικοδομική άδεια για οποιαδήποτε προσθήκη, είτε καθ’ ύψος είτε κατ’ επέκταση στο κτίριο.
Επιτρέπονται επισκευές και διαρρυθμίσεις, καθώς και αλλαγές χρήσης του υφισταμένου κτιρίου, σύμφωνα
με τις επιτρεπόμενες χρήσεις που ισχύουν στην περιοχή. Ειδικώς στα κτίρια που βρίσκονται εντός σχεδίου
πόλεως όλων των δήμων που δεν αναφέρονται στις περ. α), β) και γ) της παρ. 1 του άρθρου 204, η διάνοιξη
της στοάς δεν είναι υποχρεωτική, με την προϋπόθεση ότι το ελάχιστο ύψος του ισογείου ορόφου είναι τρία
κόμμα πενήντα (3,50) μ. Στην περίπτωση αυτή επιτρέπονται επιπρόσθετα εργασίες επισκευής ή και επεμβάσεις
στον φέροντα οργανισμό λόγω αλλαγών χρήσεων σε χώρους του κτιρίου. Για κτίρια για τα οποία απαιτούνται
επισκευές λόγω σεισμών ή σε περίπτωση επισκευών για λόγους υγιεινής και χρήσης κτιρίων ή επικινδυνότητας
η παραπάνω απαγόρευση δεν έχει ισχύ.
Άρθρο 220
Υφιστάμενα κτίρια
1. Κτίριο ή τμήμα αυτού θεωρείται νομίμως υφιστάμενο:
α) αν έχει ανεγερθεί με νόμιμη άδεια ή αναθεώρηση και σύμφωνα με τους όρους αυτής,
β) αν έχει νομιμοποιηθεί με το πέμπτο εδάφιο της π αρ. 8 του άρθρου 8 του ν. 1512/1985 (Α’ 4) ή με την
παρ. 3 του άρθρου 22 του ν. 1577/1985 (Α’ 210), όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 2831/2000 (Α’ 140), ή με την
παρ. 2 του άρθρου 26 του ν. 4014/2011 (Α’ 209) ή με την παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4178/2013 (Α’ 174) ή με
το άρθρο 28, την παρ. 5 του άρθρου 29 και την παρ. 1 του άρθρου 106 του v. 4495/2017 (Α’ 167) ή με τα άρθρα
314 και 315 ή με το άρθρο 393 του παρόντος Κώδικα,
γ) αν προϋπήρχε της έγκρισης του σχεδίου πόλης και συγχρόνως οποιουδήποτε κανονισμού δόμησης στην
περιοχή προ της δημοσίευσης του π.δ. της 23.10/4.11.1928 (Α ’ 231) για τις εκτός σχεδίου δόμησης περιοχές
και προ της δημοσίευσης του ν.δ. της 17.7/16.8.1923 (Α’ 228) για τις εντός σχεδίου περιοχές,
δ) αν προϋφίσταται του β.δ. από 9.8.1955 (Α’ 266) ή εξαιρέθηκε από την κατεδάφιση σύμφωνα με τον
ν. 1337/1983 (Α’ 33) ή εξαιρέθηκε οριστικά από την κατεδάφιση με τους νόμους 4178/2013 ή 4495/2017 ή
τον παρόντα σύμφωνα με διατάξεις ρύθμισης ή τακτοποίησης ή αναστολής επιβολής κυρώσεων αυθαιρέτων,
ε) αν πρόκειται για κτίρια που έχουν χαρακτηριστεί νεότερα μνημεία ή διατηρητέα είτε στο σύνολο, είτε
μόνο τμήματα αυτών, ιδίως όψεις, φέρουσα τοιχοποιία,
στ) αν πρόκειται για κτίριο που έχει ανεγερθεί με οικοδομική άδεια πριν από τις 4.7.2012, ημερομηνία
έναρξης ισχύος του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79, διορθ. σφαλμ. Α’ 99), σύμφωνα με
το άρθρο 48 αυτού, και που έχει πρόσωπο σε οικοδομική γραμμή που βρίσκεται απέναντι από οικοδομικό
τετράγωνο στα ακραία σημεία του σχεδίου και με τους όρους δόμησης του απέναντι οικοδομικού τετραγώνου.
2. Για τα κτίρια ή τα τμήματα των κτιρίων της παρ. 1, οι συντελεστές κάλυψης, δόμησης, όγκου και ύψη
υπολογίζονται σύμφωνα με τον κανονισμό και τις πολεοδομικές διατάξεις που ίσχυαν κατά τον χρόνο κατα-
σκευής τους.
Ειδικότερα:
α) στην κάλυψη και στον συντελεστή δόμησης του οικοπέδου, που έχει πραγματοποιηθεί, προσμετρώνται
τα υπάρχοντα κτίσματα, νομίμως υφιστάμενα ή όχι,
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3697Τεύχος A’ 88/08.06.2026
β) χώροι των προαναφερθέντων κτισμάτων που δεν υπολογίζονταν κατά τον χρόνο κατασκευής τους στον
συντελεστή δόμησης του οικοπέδου, δεν υπολογίζονται στη συνολική επιφάνεια του κτιρίου,
γ) διατάξεις του παρόντος Τμήματος που αφορούν στην κατασκευή στοιχείων που ορίζονται με το παρόν
Τμήμα και δεν είχαν οριστεί κατά τον χρόνο κατασκευής του υφιστάμενου κτίσματος, όπως είναι οι εσωτερικοί
εξώστες (πατάρια), οι σοφίτες κ.ά., κατά τη μελέτη της προσθήκης κατισχύουν του πρώτου εδαφίου.
3. Προσθήκη σε νομίμως υφιστάμενο κτίριο επιτρέπεται στις ακόλουθες περιπτώσεις:
α) Κατ’ επέκταση ή και καθ’ ύψος σύμφωνα με το παρόν Τμήμα και σύμφωνα με τις ειδικές πολεοδομικές
διατάξεις που ισχύουν στην περιοχή. Η συνολική εκμετάλλευση δεν μπορεί να υπερβαίνει τον ισχύοντα, κατά
τον χρόνο χορήγησης της οικοδομικής άδειας προσθήκης, συντελεστή δόμησης (Σ.Δ.) της περιοχής, με την
επιφύλαξη των προβλεπόμενων στις π αρ. 1 και 2 του άρθρου 394.
β) Ειδικότερα, η επέκταση καθ’ ύψος επιτρέπεται να εκτείνεται έως το περίγραμμα του κτιρίου, έστω και αν
το τελευταίο υπερβαίνει τα όρια του οικοδομήσιμου τμήματος του οικοπέδου, όπως αυτά καθορίζονται από
το παρόν Τμήμα ή από τις ειδικές διατάξεις που ισχύουν στην περιοχή.
Ειδικά για τα κτίρια της περ. δ) της παρ. 1 επέκταση καθ’ ύψος επιτρέπεται να εκτείνεται έως το νόμιμο πε-
ρίγραμμα αυτών, όπου αυτό ορίζεται ως το τμήμα εκείνο το οποίο δεν αντίκειται είτε στις ισχύουσες διατάξεις
είτε σε εκείνες που ίσχυαν κατά τον χρόνο κατασκευής του, αν αυτές είναι ευμενέστερες.
4. Σε περίπτωση προσθηκών και ενισχύσεων φέροντος οργανισμού νομίμως υφιστάμενων κτιρίων επιτρέπεται
η κατασκευή φερόντων στοιχείων εντός των υποχρεωτικά ακαλύπτων χώρων, πλαγίων και πίσω υποχρεωτικών
αποστάσεων Δ ή δ και προκηπίου σύμφωνα με τη στατική μελέτη. Σε περίπτωση ταύτισης της οικοδομικής
γραμμής με τη ρυμοτομική γραμμή επιτρέπεται το πλάτος του φέροντος στοιχείου και μόνο, να εισέρχεται στον
κοινόχρηστο χώρο έως και τριάντα (30) εκατοστά. Οι κατασκευές αυτές δεν προσμετρώνται στην επιφάνεια κά-
λυψης και δόμησης του κτιρίου. Η θεμελίωση εκτός ρυμοτομικής γραμμής επιτρέπεται σε βάθος ανώτερο των
δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ. και προεξοχής από τον φέροντα οργανισμό έως τριάντα (30) εκατοστά.
5. Σε περίπτωση συναίνεσης ιδιοκτητών με αυξημένη πλειοψηφία τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό
(67%) όμορων οικοπέδων, είναι δυνατή η λειτουργική ενοποίηση των κτισμάτων των ιδιοκτησιών για όσο
χρονικό διάστημα προβλέπεται από την ιδιωτική σύμβαση, εφόσον διασφαλίζεται η στατική επάρκεια των
κτισμάτων μετά από τις προβλεπόμενες διαρρυθμίσεις. Σε περίπτωση συναίνεσης με αυξημένη πλειοψηφία
τουλάχιστον εξήντα επτά τοις εκατό (67%) ιδιοκτητών αυτοτελών ιδιοκτησιών του ιδίου κτιρίου, είναι δυ-
νατή η λειτουργική τους ενοποίηση, εφόσον διασφαλίζεται η στατική επάρκεια του κτίσματος μετά από τις
προβλεπόμενες διαρρυθμίσεις. Σε περίπτωση που για τη λειτουργική ενοποίηση ή εσωτερική διαρρύθμιση
απαιτούνται επεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό του κτιρίου, αυτές είναι επιτρεπτές κατόπιν συναίνεσης των
συνιδιοκτητών του κτιρίου. Κατ’ εξαίρεση επιτρέπονται μονομερώς, κατά παρέκκλιση των οριζόμενων στον
Κανονισμό του κτιρίου, εφόσον μετά από τις προβλεπόμενες διαρρυθμίσεις διασφαλίζεται η στατική επάρκεια
του κτιρίου, όπως αποδεικνύεται από μελέτη στατικής επάρκειας. Σε περίπτωση που κατά τη μελέτη στατικής
επάρκειας απαιτούνται επεμβάσεις ενίσχυσης στον φέροντα οργανισμό, αυτές είναι επιτρεπτές κατόπιν συ-
ναίνεσης των συνιδιοκτητών του κτιρίου και, κατ’ εξαίρεση επιτρέπονται μονομερώς, κατά παρέκκλιση των
οριζόμενων στο Κανονισμό του κτιρίου, εφόσον δεν θίγουν στύλους και δοκούς του φέροντος οργανισμού και
μετά τις προβλεπόμενες διαρρυθμίσεις διασφαλίζεται η στατική επάρκεια του κτιρίου, όπως αποδεικνύεται
από μελέτη στατικής επάρκειας. Σε περίπτωση που κατά τη μελέτη στατικής επάρκειας απαιτούνται επεμβά-
σεις ενίσχυσης στον φέροντα οργανισμό, αυτές δύνανται να πραγματοποιούνται μονομερώς με δαπάνη των
ιδιοκτητών των αυτοτελών οριζόντιων ιδιοκτησιών που ενοποιούνται, με την προϋπόθεση ότι οι επεμβάσεις
αυτές περιορίζονται εντός των συγκεκριμένων αυτών ιδιοκτησιών.
Άρθρο 221
Χαμηλά κτίρια
1. Χαμηλό κτίριο είναι αυτό του οποίου κύρια χρήση είναι η κατοικία και το οποίο έχει μέγιστο ύψος το πολύ
οκτώ κόμμα πενήντα (8,50) μ., μη συμπεριλαμβανομένης της στέγης, από την οριστική στάθμη του εδάφους
και έχει συνολική επιφάνεια που υπολογίζεται στον συντελεστή δόμησης (Σ.Δ.) έως και τετρακόσια (400) τ.μ..
Στο οικόπεδο είναι δυνατή η κατασκευή περισσότερων του ενός (1) χαμηλών κτιρίων, με την προϋπόθεση ότι
η συνολική επιφάνεια όλων των κτιρίων που υπολογίζεται στον Σ.Δ. δεν υπερβαίνει τα τετρακόσια (400) τ.μ..
2. Στη συνολική επιφάνεια, που προκύπτει από τον συντελεστή δόμησης, για τα χαμηλά κτίρια δεν υπολογί-
ζονται, εκτός από τα αναφερόμενα στο άρθρο 206, οι εξώστες και οι υπαίθριοι στεγασμένοι χώροι, ανεξάρτητα
από την επιφάνεια τους.
3. Τα χαμηλά κτίρια τοποθετούνται ελεύθερα μέσα στο οικόπεδο, με την επιφύλαξη του άρθρου 209, και
όταν δεν εφάπτονται με τα πίσω και πλάγια όρια του οικοπέδου, η ελάχιστη απόσταση του κτιρίου από τα
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263698
όρια ορίζεται σε Δ=δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ.. Η κάλυψή τους δεν υπερβαίνει την επιτρεπόμενη κάλυψη
της περιοχής. Αν δεν εξασφαλίζεται κάλυψη εκατόν είκοσι (120) τ.μ., το μέγιστο ποσοστό κάλυψης προσαυ-
ξάνεται έως τα εκατόν είκοσι (120) τ.μ., εφόσον η κάλυψη δεν υπερβαίνει το εβδομήντα τοις εκατό (70%) του
οικοπέδου και δεν ισχύουν διαφορετικές ειδικές διατάξεις στην περιοχή.
4. Πάνω από το μέγιστο ύψος των οκτώ κόμμα πενήντα (8,50) μ. επιτρέπονται στέγες μέγιστου ύψους ενός
κόμμα πενήντα (1,50) μ., καθώς και οι λοιπές κατασκευές που αναφέρονται στο άρθρο 214.
5. Το παρόν άρθρο δεν έχει εφαρμογή στις περιοχές που το επιτρεπόμενο ύψος είναι μικρότερο των έντεκα
(11) μ..
6. Κατά τα λοιπά η δόμηση των χαμηλών κτιρίων διέπεται από το παρόν Τμήμα.
Άρθρο 222
Κίνητρα για τη δημιουργία κτιρίων με σχεδόν μηδενική κατανάλωση ενέργειας
1. Αν το κτίριο κατατάσσεται, σύμφωνα με τη Μελέτη Ενεργειακής Απόδοσης (Μ.Ε.Α.), στην ανώτερη κατη-
γορία ενεργειακής απόδοσης του Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων (Κ.Ε.Ν.Α.Κ.), που εγκρίθηκε με
την υπό στοιχεία ΔΕΠΕΑ/οικ.178581/30.6.2017 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Περιβάλλοντος
και Ενέργειας «Έγκριση Κανονισμού Ενεργειακής Απόδοσης Κτιρίων» (Β’ 2367), ο συντελεστής δόμησης (Σ.Δ.)
αυξάνεται κατά πέντε τοις εκατό (5%).
2. Σε κτίρια με χρήση κατοικίας με κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας μικρότερης του δεκαέξι τοις εκατό
(16%) του Κτιρίου Αναφοράς του Κ.Ε.Ν.Α.Κ., σύμφωνα με τη Μ.Ε.Α., ο Σ.Δ. αυξάνεται κατά δέκα τοις εκατό (10%).
Αντίστοιχα, σε κτίρια χρήσεων πλην της κατοικίας, με κατανάλωση πρωτογενούς ενέργειας μικρότερη του
δεκαέξι τοις εκατό (16%) του Κτιρίου Αναφοράς, που παρουσιάζουν ταυτόχρονα εξαιρετική περιβαλλοντική
απόδοση, ο Σ.Δ. αυξάνεται κατά δέκα τοις εκατό (10%). Η περιβαλλοντική τους απόδοση τεκμηριώνεται με
χρήση διεθνώς αναγνωρισμένων πρωτοκόλλων περιβαλλοντικής αξιολόγησης, όπως Ηγεσίας στον Ενεργει-
ακό και Περιβαλλοντικό Σχεδιασμό (Leadership in Energy and Environmental Design, LEED), της Μεθόδου
Περιβαλλοντικής Αξιολόγησης Κτιρίου (Βuilding Research Establishment Environmental Assessment Method,
BREAM) και του Γερμανικού Συμβουλίου Βιώσιμης Δόμησης (German Sustainable Building Council, DGNB). Για
την εφαρμογή της παρούσας, ως εξαιρετική περιβαλλοντική απόδοση θεωρείται αυτή που είναι ισοδύναμη ή
καλύτερη από το LEED Gold, BREEAM Very Good ή DGNB Silver. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Ανάπτυξης
και Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύναται να επικαιροποιηθούν τα αποδεκτά διεθνώς αναγνωρισμένα πρω-
τόκολλα περιβαλλοντικής αξιολόγησης, καθώς και η ελάχιστη απαιτητή βαθμολογία για τον χαρακτηρισμό
«εξαιρετική περιβαλλοντική απόδοση».
3. Ειδικότερα, για κτίρια μικτής χρήσης, κατοικίας και λοιπών χρήσεων, η αύξηση του Σ.Δ. εφαρμόζεται
κατά τα ισχύοντα για τα ακίνητα με χρήση κατοικίας, όταν οι λοιπές χρήσεις περιορίζονται στο ισόγειο και τον
ημιώροφο και η δόμηση των λοιπών χρήσεων είναι κατά μέγιστο το πενήντα τοις εκατό (50%) της δόμησης
κατοικιών. Στην περίπτωση χρήσης του αυξημένου συντελεστή δόμησης σε κτίριο κατοικίας που στη συνέχεια
αλλάζει χρήση, για τη διατήρηση της επιπλέον δόμησης προσκομίζεται στην αρμόδια υπηρεσία δόμησης
πιστοποιητικό «εξαιρετικής περιβαλλοντικής απόδοσης».
4. Κατά τη φάση της υποβολής των δικαιολογητικών της άδειας στην αρμόδια υπηρεσία δόμησης, κα-
τατίθεται πλήρης φάκελος, που περιλαμβάνει τη Μ.Ε.Α., η οποία αποδεικνύει την ενεργειακή κατάταξη του
κτιρίου, καθώς και τον λόγο κατανάλωσης ενέργειας του υπό μελέτη κτιρίου προς την κατανάλωση ενέργειας
του Κτιρίου Αναφοράς του.
5. Για τα κτίρια εκτός κατοικίας της παρ. 2 στην αρμόδια υπηρεσία δόμησης κατατίθεται, επιπλέον της Μ.Ε.Α.,
και πλήρης ανάλυση των περιβαλλοντικών μέτρων που υιοθετούνται, ώστε να αποδεικνύεται ότι πρόκειται
να επιτευχθεί η ελάχιστη απαιτούμενη περιβαλλοντική απόδοση.
6. Μετά από το πέρας της κατασκευής, συμπληρώνεται στην Ηλεκτρονική Ταυτότητα Κτιρίου και προσκο-
μίζεται στην υπηρεσία δόμησης που εξέδωσε την άδεια:
α) Υπεύθυνη δήλωση του εποπτεύοντος μηχανικού, ότι το κτίριο κατασκευάστηκε τηρώντας τον ενεργειακό
σχεδιασμό και τις ελάχιστες προδιαγραφές της Μ.Ε.Α..
β) Πιστοποιητικό Ενεργειακής Απόδοσης, που αποδεικνύει την επίτευξη του ενεργειακού στόχου της Μ.Ε.Α..
γ) Μόνο για τις περιπτώσεις κτιρίων της παρ. 2, με χρήση άλλη, πλην της κατοικίας, πλέον των περ. α) και β),
να συμπληρώνεται και να προσκομίζεται πιστοποιητικό περιβαλλοντικής αξιολόγησης, που έχει απονεμηθεί
στο κτίριο από πιστοποιημένο και εξουσιοδοτημένο για τη σχετική πράξη πρόσωπο.
7. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται ο τρόπος άσκησης και η περιο-
δικότητα των ελέγχων τήρησης των όρων του παρόντος, το ύψος των προστίμων υπέρ του Πράσινου Ταμείου
σε περίπτωση μη υλοποίησης της μελέτης, καθώς και κάθε άλλο συναφές ζήτημα.
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3699Τεύχος A’ 88/08.06.2026
Άρθρο 223
Προσβασιμότητα χωρίς φραγμούς για τα άτομα με αναπηρία και τα εμποδιζόμενα άτομα
1. Στους χώρους των νέων κτιρίων εκτός των κτιρίων με χρήση κατοικίας, επιβάλλεται να εξασφαλίζεται:
α) Η οριζόντια και κατακόρυφη, αυτόνομη και ασφαλής προσπέλαση από άτομα με αναπηρία και εμπο-
διζόμενα άτομα και η εξυπηρέτηση αυτών σε όλους τους εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους των κτιρίων,
σύμφωνα με την υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΜΕΑΑΠ/99709/796/22.10.2021 απόφαση του Υφυπουργού Περιβάλλο-
ντος και Ενέργειας «Τεχνικές Προδιαγραφές Μελέτης Προσβασιμότητας» (Β’ 5045) («Σχεδιάζοντας για Όλους»).
β) Η πρόβλεψη προσβάσιμων σε άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα χώρων υγιεινής σε ποσοστό
πέντε τοις εκατό (5%) των συνολικών χώρων υγιεινής για χρήση κοινού και οπωσδήποτε τουλάχιστον ένας (1)
ανά συγκρότημα χώρων υγιεινής, ο οποίος μπορεί να έχει μικτή χρήση (ανδρών και γυναικών).
Οι παραπάνω προσβάσιμοι χώροι υγιεινής συνυπολογίζονται στον αριθμό χώρων υγιεινής που επιβάλλεται
ανά χρήση από άλλες διατάξεις. Εφόσον τα παραπάνω κτίρια διαθέτουν χώρους στάθμευσης, τότε το ποσο-
στό πέντε τοις εκατό (5%) αυτών ή τουλάχιστον ένας (1) διαμορφώνεται κατάλληλα για χρήση αναπηρικών
αυτοκινήτων. Ειδικά για τα κτίρια με χρήση κατοικίας, επιβάλλεται να εξασφαλίζεται η αυτόνομη και ασφαλής
οριζόντια και κατακόρυφη προσπέλαση από άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα σε όλους τους εξω-
τερικούς και εσωτερικούς κοινόχρηστους χώρους των κτιρίων κατοικίας, καθώς και η διασφάλιση συνθηκών
εύκολης μετατρεψιμότητας των κατοικιών σε κατοικίες μελλοντικών χρηστών με αναπηρία και εμποδιζόμενων
ατόμων, χωρίς να θίγεται ο φέρων οργανισμός του κτιρίου. Σε κάθε κτίριο ή δομική εγκατάσταση πρέπει να
εξασφαλίζεται η προσβασιμότητα αυτού σε όλους, χωρίς φραγμούς.
2. Η δυνατότητα αυτόνομης και ασφαλούς προσπέλασης όλων των κτιρίων από άτομα με αναπηρία και
εμποδιζόμενα άτομα και η εξυπηρέτηση αυτών εξασφαλίζονται με προσβάσιμες οριζόντιες και κατακόρυφες
οδεύσεις, που αρχίζουν από τη στάθμη του πεζοδρομίου και φτάνουν μέχρι την πόρτα του ανελκυστήρα και
τους εσωτερικούς και εξωτερικούς χώρους των κτιρίων αυτών και αποτελούνται από στοιχεία κατάλληλων
προδιαγραφών, όπως ράμπες, αναβατόρια, ανελκυστήρες, με την πρόβλεψη προστατευμένων προσβάσιμων
χώρων αναμονής σε περίπτωση έκτακτων αναγκών σε κάθε όροφο σε αναλογία ένας (1) χώρος με μία (1)
θέση αμαξιδίου, όταν ο πληθυσμός του ορόφου είναι μικρότερος από διακόσια (200) άτομα ή ένας (1) χώρος
με δύο (2) θέσεις αμαξιδίου, όταν ο πληθυσμός του ορόφου είναι μεγαλύτερος από διακόσια (200) άτομα.
3. Οι κοινής χρήσης υπαίθριοι χώροι των οικοπέδων, στα οποία κατασκευάζονται τα κτίρια που αναφέρονται
στην παρ. 1, επιβάλλεται να διαμορφώνονται κατάλληλα, εφόσον το επιτρέπει η μορφολογία του εδάφους,
ώστε να χρησιμοποιούνται και από άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα.
4. Στα υφιστάμενα κτίρια, που στεγάζονται φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν . 4270/2014 (Α’ 143),
ή έχουν χρήσεις συνάθροισης κοινού, όπως χώροι συνεδρίων, εκθέσεων, μουσείων, συναυλιών, αθλητικών
ή πολιτιστικών συγκεντρώσεων, ναοί, θέατρα, κινηματογράφοι, εστιατόρια, ζαχαροπλαστεία, καφενεία, κέ-
ντρα διασκέδασης, αίθουσες πολλαπλών χρήσεων, αίθουσες αναμονής επιβατών, τράπεζες, ανταλλακτήρια,
χώροι προσωρινής διαμονής, εκπαίδευσης, υγείας και κοινωνικής πρόνοιας, δικαιοσύνης και σωφρονισμού,
γραφείων και εμπορίου, βιομηχανίας και βιοτεχνίας, καθώς και στους χώρους στάθμευσης αυτοκινήτων και
πρατηρίων καυσίμων, επιβάλλεται να γίνουν οι απαραίτητες διαμορφώσεις, ώστε οι λειτουργικοί χώροι τους
να είναι προσπελάσιμοι από άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα.
Οι διαμορφώσεις που αναφέρονται στην παρούσα γίνονται σύμφωνα με τις τεχνικές οδηγίες προσαρμογής
υφιστάμενων κτιρίων και υποδομών της απόφασης της παρ. 9 και ολοκληρώνονται μέχρι την 31η.5.2024, με
την επιφύλαξη της παρ. 10 για τα κτίρια όπου στεγάζονται φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014,
με την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται ο φέρων οργανισμός του κτιρίου. Κυρώσεις που έχουν επιβληθεί αναστέλ-
λονται αναδρομικά από την 1η.1.2021. Για τα κτίρια όπου στεγάζονται φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του
ν. 4270/2014 η αναστολή των κυρώσεων ισχύει σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της παρ. 10.
Στις περιπτώσεις που δεν υφίσταται απαιτούμενη συναίνεση των συνιδιοκτητών, οι ανωτέρω διαμορφώσεις
δύναται να πραγματοποιηθούν από τον ενδιαφερόμενο και με δαπάνες του, χωρίς τη συναίνεση των λοιπών
συνιδιοκτητών, κατά παρέκκλιση των προβλεπόμενων στον Κανονισμό του κτιρίου, κατόπιν απόφασης της
Κεντρικής Επιτροπής Προσβασιμότητας του άρθρου 468, που εκδίδεται μετά από σχετική αίτηση του ενδια-
φερόμενου, η οποία συνοδεύεται από:
α) πρόσκληση των λοιπών συνιδιοκτητών για τη διατύπωση απόψεων προς την επιτροπή, τα αποδεικτικά
κοινοποίησής της,
β) τεχνική έκθεση μηχανικού, με την οποία τεκμηριώνεται ότι η προτεινόμενη διαμόρφωση δεν παρεμπο-
δίζει τη λειτουργία των κοινόχρηστων μερών της πολυκατοικίας και των ιδιοκτησιών και
γ) μελέτη στατικής επάρκειας, που αποδεικνύει τη στατική επάρκεια του κτιρίου μετά από τις προβλεπό-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263700
μενες διαμορφώσεις. Αν από τη μελέτη στατικής επάρκειας προκύψει ότι απαιτούνται στατικές ενισχύσεις,
αυτές πραγματοποιούνται μονομερώς με δαπάνη του ενδιαφερομένου, με την προϋπόθεση ότι οι επεμβάσεις
αυτές περιορίζονται εντός του χώρου που έχει την υποχρέωση διαμορφώσεων.
Ειδικά για τα υφιστάμενα κτίρια που μνημονεύονται στην παρούσα, επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση η πρόβλεψη
ανελκυστήρα με τις ελάχιστες εσωτερικές διαστάσεις θαλάμου που προβλέπει το πρότυπο ΕΛΟΤ-ΕΝ 81-70
«Κανόνες ασφάλειας για την κατασκευή και την εγκατάσταση ανελκυστήρων - Ειδικές εφαρμογές για ανελ-
κυστήρες επιβατών και αγαθών - Μέρος 70: Προσιτότητα σε ανελκυστήρες ατόμων περιλαμβανομένων και
ατόμων με ειδικές ανάγκες» για έναν (1) χρήστη αναπηρικού αμαξιδίου και ενός (1) τουλάχιστον προσβάσι-
μου σε άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα χώρου υγιεινής με κοινή χρήση ανδρών και γυναικών.
Υφιστάμενα κτίρια με χρήσεις εμπορίου και γραφείων, εκτός των κτιρίων που στεγάζουν γραφεία υπηρεσιών
του Δημόσιου και ευρύτερου δημόσιου τομέα, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, νομικών προσώπων
ιδιωτικού δικαίου, δήμων και περιφερειών, καθώς και καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος με ανάπτυγ-
μα τραπεζοκαθισμάτων στον εσωτερικό ή εξωτερικό χώρο, με μικτό εμβαδόν μικρότερο από εκατό (100) τ.μ.
μπορούν να εξαιρεθούν μόνο από την υποχρέωση δημιουργίας προσβάσιμων χώρων υγιεινής για το κοινό,
εφόσον αυτό προκαλεί δυσανάλογη επιβάρυνση στους ιδιοκτήτες τους.
Ειδικότερα θέματα που αφορούν στην προσαρμογή των παραπάνω κτιρίων ρυθμίζονται με κοινή απόφαση
του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού.
5. Εξαιρούνται από την υποχρέωση διαμορφώσεων για τη διασφάλιση φυσικής πρόσβασης χρήστη ανα-
πηρικού αμαξιδίου:
α) τα κτίρια που έχουν μοναδική πρόσβαση σε δρόμο με βαθμίδες ή βρίσκονται σε οικόπεδα στα οποία
η ελάχιστη διαφορά στάθμης του φυσικού εδάφους στην οικοδομική γραμμή από την επιφάνεια του πεζο-
δρομίου είναι μεγαλύτερη από δύο κόμμα πενήντα (2,50) μ., ή το πεζοδρόμιο έμπροσθεν αυτών έχει πλάτος
μικρότερο των εβδομήντα (70) εκατοστών μη συμπεριλαμβανομένου του κρασπέδου, μέχρι να διαμορφωθεί
ο εξωτερικός κοινόχρηστος χώρος κίνησης πεζών,
β) τα κτίρια, των οποίων η προσαρμογή δεν είναι δυνατή χωρίς να θίγονται οι δοκοί και οι στύλοι τους ή
απαιτείται να πραγματοποιηθούν άλλες σοβαρές παρεμβάσεις στον φέροντα οργανισμό τους, οι οποίες δύ-
νανται να επηρεάσουν τη στατική επάρκειά του, όπως τεκμηριώνεται με Τεχνική Έκθεση Μηχανικού, κατόπιν
απόφασης της Περιφερειακής Επιτροπής Προσβασιμότητας του άρθρου 467,
γ) τα κτίρια των οποίων η προσαρμογή θα προκαλούσε δυσανάλογη οικονομική επιβάρυνση για τον υπό-
χρεο ή τους υπόχρεους, εξαιρουμένων αυτών που στεγάζονται υπηρεσίες του Δημοσίου, νομικά πρόσωπα
δημοσίου δικαίου, νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, κοινωφελείς οργανισμοί,
δήμοι και περιφέρειες κατόπιν απόφασης της Περιφερειακής Επιτροπής Προσβασιμότητας του άρθρου 467.
Με την ίδια απόφαση η Περιφερειακή Επιτροπή Προσβασιμότητας δύναται να επιβάλλει εφαρμογή μέτρων
εναλλακτικής εξυπηρέτησης των ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων. Η προσωρινή εξαίρεση
έχει διάρκεια τρία (3) έτη. Μετά τη λήξη της διάρκειας ισχύος της εξαίρεσης δύναται να επανυποβάλλεται
σχετικό αίτημα.
Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα κριτήρια δυσανάλογης επιβά-
ρυνσης.
Εξαιρούνται από την υποχρέωση αντίστοιχης διαμόρφωσης πρόσβασης στους πάνω από το ισόγειο ορό-
φους ή τους εσωτερικούς εξώστες ή αναβαθμούς τα κτίρια που αναφέρονται στην παρ. 1, εφόσον:
γα) το εμβαδόν των εσωτερικών εξωστών ή αναβαθμών αποτελεί ποσοστό μέχρι πενήντα τοις εκατό (50%)
του εμβαδού της κυρίως αίθουσας και όχι περισσότερο των εκατό (100) τ.μ. και η χρήση του είναι ίδια με αυτή
της κυρίως αίθουσας ή οι εσωτερικοί εξώστες ή αναβαθμοί έχουν βοηθητική χρήση,
γβ) το συνολικό μικτό εμβαδόν των πάνω από το ισόγειο ορόφων είναι μικρότερο των διακοσίων (200)
τ.μ. και
γγ) το μικτό εμβαδόν κάθε ορόφου είναι μικρότερο των εβδομήντα (70) τ.μ..
Οι εξαιρέσεις που αναφέρονται στις περ. β) και γ) δεν ισχύουν, αν η χρήση του κτιρίου είναι η μοναδική
στον οικισμό και ταυτόχρονα στους πάνω από το ισόγειο ορόφους υπάρχουν χρήσεις για εξυπηρέτηση κοινού
διαφορετικές από αυτές που υπάρχουν στον ισόγειο όροφο.
δ) ήδη εγκατεστημένες δραστηριότητες σε υφιστάμενα κτίρια, εφόσον παρέχουν στο κοινό τις υπηρεσίες
τους μέσω εναλλακτικών τρόπων, όπως αυτοί εξειδικεύονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και
Ενέργειας.
6. Κατά τη διαμόρφωση ή ανακατασκευή των κοινόχρηστων χώρων των οικισμών, ιδίως χώρων που προ-
ορίζονται για την κυκλοφορία των πεζών, όπως των πλατειών, πεζοδρόμων, πεζοδρομίων, νησίδων, χώρων
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3701Τεύχος A’ 88/08.06.2026
πρασίνου, άλσεων, στάσεων, αποβαθρών, εφόσον το επιτρέπει η μορφολογία του εδάφους, επιβάλλεται να
εξασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων με οδεύσεις πεζών,
οδεύσεις τυφλών, κεκλιμένα επίπεδα (ράμπες) χωρίς αναβαθμούς με κλίση μέχρι πέντε τοις εκατό (5%)/προ-
σβάσιμα μηχανικά μέσα κάλυψης υψομετρικών διαφορών, κατάλληλη τοποθέτηση αστικού εξοπλισμού, όπως
στεγάστρων, καθιστικών, στύλων φωτισμού, κάδων απορριμμάτων, σήμανσης, καθώς και να διαμορφώνεται
ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) των χώρων στάθμευσης ή τουλάχιστον ένας (1) για χρήση αναπηρικών αυ-
τοκινήτων, σύμφωνα με τις οδηγίες, πρότυπα και κανονισμούς που αναφέρονται στην παρ. 1. Σε πεζοδρόμια
και σε πεζόδρομους και λοιπούς κοινόχρηστους χώρους του μη βασικού δικτύου πεζοδρόμων, εφόσον η
μορφολογία του εδάφους δεν επιτρέπει τη δυνατότητα δημιουργίας πλήρως προσβάσιμων χώρων κίνησης για
άτομα σε αναπηρικό αμαξίδιο, εξασφαλίζεται πάντοτε η προσβασιμότητα για τις λοιπές κατηγορίες χρηστών.
7. Οι ειδικές ρυθμίσεις για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων που προ-
βλέπονται στο παρόν, εφαρμόζονται στη σύνταξη και παρουσίαση της μελέτης προσβασιμότητας. Η μελέτη
προσβασιμότητας περιλαμβάνει την επίλυση των λειτουργικών, τεχνικών και μορφολογικών αντικειμένων
ενός έργου, ώστε να διασφαλίζεται η οριζόντια και κατακόρυφη, ανεμπόδιστη, αυτόνομη και ασφαλής κίνηση
ατόμων σε αναπηρικό αμαξίδιο ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενων ατόμων. Η μελέτη προσβασιμότητας
αποτελεί μέρος της αρχιτεκτονικής μελέτης για κάθε νέο έργο και νέα μελέτη για κάθε υφιστάμενο κτίριο ή
υπαίθριο δημόσιο χώρο, το οποίο προσαρμόζεται ώστε να καταστεί προσβάσιμο. Η μελέτη προσβασιμότητας
κτιριακού έργου αφορά στο κτίριο και τον περιβάλλοντα χώρο του και περιλαμβάνει τεχνική έκθεση, σχέδιο
περιβάλλοντος χώρου, σχέδια κατόψεων και τομών και κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Η μελέτη προσβασι-
μότητας υπαίθριων δημόσιων κοινόχρηστων χώρων αφορά στη μελέτη και ανάπλαση των εξωτερικών υπαί-
θριων δημόσιων κοινόχρηστων χώρων και περιλαμβάνει τεχνική έκθεση, σχέδιο γενικής διάταξης, διάγραμμα
κινήσεων οχημάτων, ποδηλάτων, οχημάτων μικροκινητικότητας, καθώς και πεζών και ατόμων με αναπηρία και
εμποδιζόμενων ατόμων και κατασκευαστικές λεπτομέρειες. Το περιεχόμενο της μελέτης προσβασιμότητας
εξειδικεύεται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
8. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τεχνικές οδηγίες προσαρμογής
υφιστάμενων κτιρίων και υποδομών για την προσβασιμότητα αυτών σε άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα
άτομα, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εφόσον πρόκειται για κτίρια προστατευόμενα από τον Κώδικα
νομοθεσίας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’
220), εκδίδεται κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Πολιτισμού.
9.α) Για την υλοποίηση των απαραίτητων διαμορφώσεων προσβασιμότητας σε άτομα με αναπηρία και
εμποδιζόμενα άτομα των κτιρίων όπου στεγάζονται φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, δη-
μιουργείται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ηλεκτρονική πλατφόρμα καταγραφής στοιχείων
προσβασιμότητας. H ανάπτυξη, λειτουργία και συντήρηση της ανωτέρω ηλεκτρονικής πλατφόρμας ανατίθενται
στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Τα επιμέρους «Σημεία Αναφοράς», όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 71 του
ν. 4488/2017 (Α’ 137), για την εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων
με Αναπηρίες και του Προαιρετικού Πρωτοκόλλου στη Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες,
που κυρώθηκαν με το άρθρο πρώτο του ν. 4074/2012 (Α’ 88), καταχωρίζουν, εντός της νόμιμης προθεσμίας,
στην ανωτέρω ηλεκτρονική πλατφόρμα καταγραφής προσβασιμότητας, τα στοιχεία των κτιρίων, αρμοδιότη-
τάς τους, στα οποία στεγάζονται οι φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014. Με την εμπρόθεσμη,
κατά τα ανωτέρω, ολοκλήρωση της καταχώρισης των κτιρίων στην ηλεκτρονική πλατφόρμα καταγραφής
προσβασιμότητας αναστέλλονται αναδρομικά από την 1η.1.2021 έως την οριζόμενη με τις υπουργικές απο-
φάσεις των επόμενων εδαφίων καταληκτική προθεσμία, οι κυρώσεις της πα ρ. 4. Εντός της προθεσμίας του
προηγούμενου εδαφίου πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί και οι απαραίτητες διαμορφώσεις των κτιρίων, ώστε οι
λειτουργικοί χώροι τους να είναι προσπελάσιμοι από άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα. Οι ανωτέ-
ρω προθεσμίες δύναται να παραταθούν με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Με όμοια
απόφαση καθορίζονται οι τεχνικές λεπτομέρειες λειτουργίας της ηλεκτρονικής πλατφόρμας καταγραφής
στοιχείων προσβασιμότητας, οι κατηγορίες και τα είδη των καταχωριζόμενων δεδομένων των κτιρίων και
ο τρόπος άντλησης και καταχώρισής τους, καθώς και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα σχετικά με τα ανωτέρω.
β) Καταρτίζεται από το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας και εγκρίνεται από το Υπουργείο Περιβάλλοντος
και Ενέργειας Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελεγκτών Προσβασιμότητας («Μητρώο»), υπό τη μορφή ηλεκτρονικής
βάσης δεδομένων, για την υλοποίηση του ελέγχου προσβασιμότητας σε άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα
άτομα των κτιρίων στα οποία στεγάζονται οι φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014. Ο έλεγχος
προσβασιμότητας πραγματοποιείται, κατόπιν αυτοψίας, από Ελεγκτές Προσβασιμότητας, εγγεγραμμένους
στο Μητρώο του προηγούμενου εδαφίου, οι οποίοι συντάσσουν πόρισμα ελέγχου για το επίπεδο προσβα-
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263702
σιμότητας των ανωτέρω κτιρίων σε άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα. Το Μητρώο υποστη-
ρίζεται από πληροφοριακό σύστημα, το οποίο ακολουθεί κανόνες και πρότυπα για τη διασύνδεση και
διαλειτουργικότητα με τρίτα πληροφοριακά συστήματα, σύμφωνα με το Παράρτημα II της υπό στοιχεία
ΥΑΠ/Φ.40.4/1/989/10.4.2012 απόφασης του Υφυπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ψηφιακής
Διακυβέρνησης «Κύρωση Πλαισίου Παροχής Υπηρεσιών Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης» (Β’ 1301), και
ιδίως με την ηλεκτρονική πλατφόρμα καταγραφής προσβασιμότητας του Υπουργείου Περιβάλλοντος και
Ενέργειας. Η υλοποίηση, η τεχνική διαχείριση και η συντήρηση του ως άνω πληροφοριακού συστήματος
ανατίθενται στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας. Στο Μητρώο εγγράφονται αυτοδίκαια οι ήδη εγγεγραμμέ-
νοι στο Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελεγκτών Δόμησης, το οποίο έχει καταρτιστεί και λειτουργεί σύμφωνα με το
άρθρο 14 του ν. 4030/2011 (Α’ 249) και την υπό στοιχεία ΥΠΕΝ/ΔΕΣΕΔΠ/54336/486/23.8.2018 απόφαση του
Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Ηλεκτρονικό Μητρώο Ελεγκτών Δόμησης» (Β’ 3584), καθώς και
κάθε ενδιαφερόμενος μηχανικός εγγεγραμμένος στα Μητρώα του Τ.Ε.Ε. με δικαίωμα εκπόνησης μελέτης
ή επίβλεψης κτιριακών έργων («Ελεγκτές Προσβασιμότητας»), σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και την
περ. ε) της παρ. 3 του άρθρου 4 της προαναφερθείσας υπουργικής απόφασης. Με κοινή απόφαση των
Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται το περι-
εχόμενο του Μητρώου, η διαδικασία εγγραφής, τήρησης και πρόσβασης σε αυτό, η διαδικασία ορισμού
και επιλογής και ο αριθμός των ελεγκτών προσβασιμότητας ανάλογα με την επιφάνεια και τη χρήση του
κτιρίου, το ύψος και η διαδικασία αποζημίωσης των ελεγκτών προσβασιμότητας για τους διενεργούμενους
ελέγχους, η κατηγοριοποίηση των αποτελεσμάτων του ελέγχου, το πρότυπο του πορίσματος ελέγχου και
κάθε άλλο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του.
γ) Οι απαιτούμενες εργασίες, προκειμένου τα κτίρια της παρ. 4 να καταστούν προσβάσιμα από άτομα με
αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα, εφόσον δεν εμπίπτουν στην παρ. 1 του άρθρου 316, εκτελούνται μετά από
έκδοση έγκρισης εργασιών δόμησης μικρής κλίμακας της περ. β) του άρθρου 314, ανεξαρτήτως προϋπολο-
γισμού του έργου. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται τα απαιτούμενα
δικαιολογητικά και κάθε άλλο ειδικότερο ζήτημα σχετικό με την εφαρμογή του παρόντος.
δ) Με κοινή απόφαση των Υπουργών Υποδομών και Μεταφορών, Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας και
Οικονομικών και Περιβάλλοντος και Ενέργειας δύναται να ανατεθεί στο Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας η δη-
μοπράτηση των έργων διαμόρφωσης συνθηκών προσβασιμότητας των υφιστάμενων, πριν από τις 9.4.2012,
ημερομηνία δημοσίευσης του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ν. 4067/2012, Α’ 79, διορθ. σφαλμ. Α’ 99), κτιρίων
όπου στεγάζονται φορείς της παρ. 1 του άρθρου 14 του ν. 4270/2014, είτε μεμονωμένων είτε κατά ομάδες.
10. Θεσπίζεται «Εθνικό Σήμα Προσβασιμότητας» για την προαγωγή της προσβασιμότητας σε χώρους και
εγκαταστάσεις όπου διασφαλίζεται η δυνατότητα πρόσβασης και προσβασιμότητας σε όλους, συμπεριλαμβα-
νομένων των ατόμων με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα βάσει του παρόντος άρθρου και του άρθρου 224.
11. Το «Εθνικό Σήμα Προσβασιμότητας» είναι σήμα με ειδικό λογότυπο που χορηγείται από το Υπουργείο
Περιβάλλοντος και Ενέργειας, με το οποίο πιστοποιείται ότι ένας χώρος πληροί τις προϋποθέσεις της παρ. 10.
Άρθρο 224
Ειδικές διατάξεις
1. Σε κτίρια, κτιριακές υποδομές και εγκαταστάσεις που χαρακτηρίζονται ως ειδικά κτίρια δημοσίου εν-
διαφέροντος επιτρέπεται να εγκρίνονται παρεκκλίσεις από το παρόν Τμήμα με απόφαση του Υπουργού Πε-
ριβάλλοντος και Ενέργειας, μετά από αιτιολογημένη τεχνική έκθεση και έγκριση του Κεντρικού Συμβουλίου
Αρχιτεκτονικής (ΚΕ.Σ.Α.).
2. Σε νομίμως υφιστάμενα κτίρια που δεν διαθέτουν ανελκυστήρα και κατά τον χρόνο ανέγερσής τους δεν
ήταν υποχρεωτική η κατασκευή του επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων του παρόντος Τμήματος
και των ειδικών όρων δόμησης της περιοχής, κατασκευή ανελκυστήρα ή άλλων μηχανικών μέσων κάλυψης
υψομετρικών διαφορών και του χώρου πρόσβασης σε αυτά, με προϋπόθεση τη σύνταξη ή ενημέρωση της
Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου. Για διατηρητέα κτίρια και παραδοσιακούς οικισμούς απαιτείται η σύμφωνη
γνώμη του Συμβουλίου Αρχιτεκτονικής (Σ.Α.).
α) Όπου στην παρ. 2 του άρθρου 223 η προσαρμογή του κτιρίου είναι υποχρεωτική, αν απαιτείται η κατα-
σκευή ανελκυστήρα ή άλλων μηχανικών μέσων κάλυψης υψομετρικών διαφορών και του χώρου πρόσβασης
σε αυτά, η κατασκευή αυτών είναι υποχρεωτική, χωρίς τη συναίνεση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών με
δαπάνες του υπόχρεου ή των υπόχρεων, κατά παρέκκλιση κάθε διάταξης και κανονισμού, συμπεριλαμβανο-
μένου του κανονισμού του κτιρίου.
β) Αν δεν είναι υποχρεωτική η προσαρμογή του κτιρίου, η κατασκευή ανελκυστήρα είναι δυνατή χωρίς τη
συναίνεση της πλειοψηφίας των συνιδιοκτητών, με απόφαση της Κεντρικής Επιτροπής Προσβασιμότητας του
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
3703Τεύχος A’ 88/08.06.2026
άρθρου 468, που εκδίδεται μετά από αίτηση του ενδιαφερόμενου, η οποία συνοδεύεται από αποδεδειγμένη
πρόσκληση διατύπωσης απόψεων των λοιπών συνιδιοκτητών προς την Κεντρική Επιτροπή Προσβασιμότητας.
γ) Αντίστοιχα σε νομίμως υφιστάμενα κτίρια κατοικίας που δεν διασφαλίζουν προσβασιμότητα σε άτομα
με αναπηρία και μειωμένη κινητικότητα, επιτρέπεται, κατά παρέκκλιση κάθε διάταξης και κανονισμού, συ-
μπεριλαμβανομένου του κανονισμού πολυκατοικίας, η τοποθέτηση διάταξης (ράμπας ή αναβατορίου), που
διασφαλίζει την πρόσβαση στα άτομα αυτά από το πεζοδρόμιο στους εξωτερικούς κοινόχρηστους χώρους,
καθώς και στους λοιπούς εσωτερικούς κοινόχρηστους χώρους του ισογείου και των λοιπών ορόφων υπέρ
και υπό αυτό, εφόσον διαμένουν ως ιδιοκτήτες ή ένοικοι στα παραπάνω κτίρια, με προϋπόθεση την εξασφά-
λιση της ασφάλειας των χρηστών, τη σύνταξη ή ενημέρωση της Ηλεκτρονικής Ταυτότητας Κτιρίου και την
κάλυψη των εξόδων κατασκευής από τα ενδιαφερόμενα άτομα. Η τοποθέτηση αναβατορίου για την κάλυψη
υψομετρικών διαφορών υπέρ του ενός (1) ορόφου γίνεται βάσει τεχνικής μελέτης και ως προς μεν τη διαστα-
σιολόγηση ακολουθεί τις τεχνικές οδηγίες προσαρμογής υφιστάμενων κτιρίων και υποδομών της απόφασης
των παρ. 8 και 9 του άρθρου 223, ως προς δε τη διαδικασία τοποθέτησης, αδειοδότησης και συντήρησης,
ισχύουν τα αντίστοιχα που αφορούν σε ανελκυστήρες και απαιτείται πρακτικό της γενικής συνέλευσης της
πολυκατοικίας με πλειοψηφία του πενήντα ένα τοις εκατό (51%) του συνόλου των ψήφων κατά το άρθρο 11
του ν. 3209/2003 (Α’ 304).
3. α) Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των άρθρων 204 και 222, η προσαύξηση
του συντελεστή δόμησης υπολογίζεται ιδιαιτέρως για κάθε περίπτωση, επί του αρχικού συντελεστή.
β) Από την 1η Μαΐου 2024 και μέχρι την έγκριση των Τοπικών Πολεοδομικών Σχεδίων (Τ.Π.Σ.) και σε κάθε
περίπτωση όχι πέραν της 31ης Δεκεμβρίου 2025:
βα) Τα κίνητρα των περ. α) έως δ) της παρ. 1 του άρθρου 204 εφαρμόζονται μόνο στις περιοχές του πεδίου
εφαρμογής του με ισχύοντα συντελεστή δόμησης (Σ.Δ.) μεγαλύτερο του μηδέν κόμμα οκτώ (0,8).
ββ) Το συνολικό ύψος της προσαύξησης κατά την εφαρμογή των κινήτρων της παρ. 1 του άρθρου 204,
καθώς και της παρ. 8 του άρθρου 210 δεν δύναται: i) να υπερβαίνει συνολικά τα δύο κόμμα πενήντα (2,50)
μ. για Σ.Δ. μεγαλύτερο του μηδέν κόμμα οκτώ (0,8) έως και ένα κόμμα έξι (1,6) και ii) τα τρία (3) μ. για Σ.Δ.
μεγαλύτερο του ένα κόμμα έξι (1,6).
Εκδοθείσες οικοδομικές άδειες προ της 1ης Μαΐου 2024 με χρήση των κινήτρων της παρούσας περίπτωσης
εκτελούνται όπως εκδόθηκαν και αναθεωρούνται δυνάμει των ισχυουσών κατά την έκδοσή τους διατάξεων.
4.α) Για κτίρια του δημοσίου τομέα και δήμων και περιφερειών επιτρέπονται οι παρεκκλίσεις από τον
παρόντα, καθώς και από τους όρους και περιορισμούς δόμησης της περιοχής, προστατευόμενης ή μη κατά
τις ισχύουσες διατάξεις, εφόσον τούτο επιβάλλεται για λειτουργικούς και αρχιτεκτονικούς λόγους ή η αρχιτε-
κτονική μελέτη είναι προϊόν δημόσιου αρχιτεκτονικού διαγωνισμού, εφόσον δεν υποβαθμίζει το φυσικό και
πολιτιστικό περιβάλλον.
β) Οι παραπάνω παρεκκλίσεις εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, βάσει
τεκμηριωμένου κτιριολογικού προγράμματος, τεχνικής έκθεσης ένταξης του κτιρίου στο δομημένο περιβάλλον
του και γνώμη του ΚΕ.Σ.Α. και αν το κτίριο υπάγεται στις προστατευτικές προβλέψεις του Κώδικα νομοθεσί-
ας για την προστασία των αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς (ν. 4858/2021, Α’ 220), οι
παρεκκλίσεις εγκρίνονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Πολιτισμού.
5. Για τα ειδικά κτίρια επιτρέπονται παρεκκλίσεις ως προς το ύψος για μεμονωμένα στοιχεία του κτιρίου,
όπως οι καπναγωγοί, οι υδατόπυργοι και τα σιλό, καθώς και ως προς την κατασκευή περισσότερων του ενός (1)
υπογείων, που δεν υπολογίζονται στην επιφάνεια που προκύπτει από τον συντελεστή δόμησης. Οι παραπάνω
παρεκκλίσεις εγκρίνονται με απόφαση του γραμματέα της αποκεντρωμένης διοίκησης, ύστερα από σύμφωνη
γνώμη του Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.) και αιτιολογημένη πρόταση
του φορέα, στον οποίο υπάγεται από άποψη λειτουργίας το συγκεκριμένο κτίριο.
6. Κατά παρέκκλιση των όρων δόμησης και με την τήρηση των διατάξεων του οικοδομικού και κτιριοδομικού
κανονισμού, επιτρέπεται η αλλαγή χρήσης κτιρίων τουριστικών καταλυμάτων εντός σχεδίου ή εντός οικισμού
προ του έτους 1923, ή και η ανάπτυξη σε αυτά δραστηριοτήτων, που επιτρέπονται από τις υφιστάμενες για
την περιοχή χρήσεις γης, εφόσον:
α) τα τουριστικά καταλύματα έχουν ανεγερθεί νόμιμα,
β) έχουν συμπληρώσει διάρκεια μεγαλύτερη των είκοσι (20) ετών, από την ημερομηνία χορήγησης της
πρώτης άδειας λειτουργίας,
γ) έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα τήρησης των μακροχρόνιων υποχρεώσεων από την υπαγωγή τους
στις διατάξεις αναπτυξιακών νόμων.
Η παρέκκλιση δεν συμπεριλαμβάνει τμήματα των παραπάνω κτιρίων, τα οποία έχουν εξαιρεθεί από την
κατεδάφιση για την αρχική τους χρήση. Οικοδομική άδεια για την αλλαγή χρήσης χορηγείται μετά από:
ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
E
Τεύχος A’ 88/08.06.20263704
α) Γνωμοδότηση του αρμόδιου Σ.Α. και έγκριση του Υπουργείου Πολιτισμού, αν το κτίριο είναι μνημείο
ή βρίσκεται εντός κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου, κατά τον Κώδικα νομοθεσίας για την προστασία των
αρχαιοτήτων και εν γένει της πολιτιστικής κληρονομιάς.
β) Καταβολή τέλους επανάχρησης του κτιρίου ίσου με το τέσσερα τοις εκατό (4%) της αντικειμενικής αξίας
του οικοπέδου υπέρ του οικείου δήμου, που διατίθεται αποκλειστικά για την εκτέλεση έργων ανάπλασης και
ανάδειξης του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντος στα διοικητικά όριά του. Σε περίπτωση κατεδάφισης
του κτιρίου για οποιονδήποτε λόγο, δεν καταβάλλεται τέλος επανάχρησης.
7. Για λειτουργούσες βιομηχανίες επιτρέπονται παρεκκλίσεις από το παρόν Κεφάλαιο για τις απολύτως
απαραίτητες προσθήκες σε κτίρια ή εγκαταστάσεις τους, εφόσον με αυτές επιτυγχάνεται η αντιρρύπανση και η
προστασία του περιβάλλοντος. Οι παρεκκλίσεις αυτές εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος
και Ενέργειας μετά από αιτιολογημένη πρόταση του αρμόδιου για τη λειτουργία της βιομηχανίας φορέα και
γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Πολεοδομικών Θεμάτων και Αμφισβητήσεων (ΚΕ.ΣΥ.ΠΟ.Θ.Α.).
8. Για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου και των παρ. 9 έως 15 το «ποδήλατο» ορίζεται σύμφωνα με
την παρ. 12 του άρθρου 2 της υπ’ αρ. 376663/28.11.2022 απόφασης του Υφυπουργού Υποδομών και Μεταφο-
ρών «Καθορισμός των αρμοδίων οργάνων, των όρων και προϋποθέσεων ίδρυσης και λειτουργίας των κειμένων
εντός και εκτός εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων εγκαταστάσεων σταθμών μοτοσικλετών και μοτοποδηλάτων
ως και συμπληρωματικών εντός αυτών λοιπών εγκαταστάσεων (εμπορικών, παροχής υπηρεσιών)» (Β’ 6205).
Η τυπική θέση στάθμευσης ποδηλάτου έχει ελάχιστες διαστάσεις:
α) μηδέν κόμμα εξήντα επί δύο (0,60 x 2) μ., με ελεύθερο χώρο ελιγμών ένα κόμμα εβδομήντα πέντε (1,75)
μ. στη μικρή διάσταση ή μηδέν κόμμα τριάντα (0,30) μ. στη μεγάλη διάσταση και μπορεί να τοποθετείται σε
σειρά σύμφωνα με το σχήμα του Παραρτήματος Α’ της παρούσας.
β) ένα κόμμα είκοσι επί ένα κόμμα σαράντα (1,20 x 1,40) μ., αν τοποθετείται υπό γωνία, με ελεύθερο χώρο
ελιγμών ένα (1) μέτρο στη μικρή διάσταση ή μηδέν κόμμα τριάντα (0,30) μ. στη μεγάλη διάσταση και μπορεί
να τοποθετείται σε σειρά σύμφωνα με το σχήμα του Παραρτήματος Β’ της παρούσας.
Παράρτημα Α
. b ` d ^ h U M T g e g b W M _ Z ` g e a d c \ e [ W b c ` T Q Z ^ Z [ W Q ^ g b Z a
\ ^ f g b W g Z ^ a:
f) _ e \ T P h Y _ _ f Z E U P b f Z d ] \ N c (0,60 x 2) _., _ Z Z [ Z N-
M Z F c Q L F c Z [ ^ V _ L P T P f h Y _ _ f Z I \ c _ U P b f d T P b Z (1,75)
_. g b e _ ^ h F U \ ^ W g b f g e U _ e \ T P h Y _ _ f b F ^ W P b f (0,30) _.
g b e _ Z V W [ e \ ^ W g b f g e h f ^ _ d c F Z ] P f b c d c M Z b Z ] b f ^ g Z g Z ^-
F W g N _ K X P f _ Z b c g Q U _ f b c ` = f F f F b U _ f b c a A * b e a d f-
F c N g f a.
I) T P f h Y _ _ f Z ] h c g ^ Z d ] T P f h Y _ _ f g f F W P b f (1,20 x
1,40) _., f P b c d c M Z b Z ] b f ^ ` d Y V X P ] f, _ Z Z [ Z N M Z F c Q L F c
Z [ ^ V _ L P T P f (1) _ T b F c g b e _ ^ h F U \ ^ W g b f g e U _ e \ T P h Y _-
_ f b F ^ W P b f (0,30) _. g b e _ Z V W [ e \ ^ W g b f g e h f ^ _ d c F Z ] P f
b c d c M Z b Z ] b f ^ g Z g Z ^ F W g N _ K X P f _ Z b c g Q U _ f b c ` = f F f F-
b U _ f b c a * b e a d f F c N g f a.
= f F W F b e _ f A *
= f F W F b e _ f *
9. >